Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Τα τραγούδια στις Τζαμάλες των μεταπολεμικών Γιαννίνων...


Βρισκόμαστε στα Γιάννενα, στα μέσα της δεκαετίας του '60. Είχαν περάσει κιόλας δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια από τότε που η ειρήνη είχε αγκαλιάσει στοργικά τη μικρή μας πόλη και τις γειτονιές της. Όμως, οι συνέπειες του πολέμου και της κατοχής, δεν έλεγαν να αφήσουν ήσυχο τον κοσμάκη. Δύσκολη για όλους εποχή, μα πιο πολύ για τη φτωχολογιά. Μεροδούλι - μεροφάι, αλλά και  «Έχει ο Θεός». 


Αυτό ήταν το σύνθημα που όπλιζε τους ανθρώπους με άπειρο κουράγιο, όνειρα και αισιοδοξία. Φόρτιζε τις ψυχές και τις καρδιές τους με ατέλειωτη διάθεση για ζωή. Χάριζε στους άντρες τη δύναμη να δημιουργούν σφυρίζοντας και σιγοτραγουδώντας τις μελωδίες της εποχής, και στις γυναίκες το ταλέντο να ξεπερνούν τις επιταγές της μόδας μετατρέποντας τα παλιά τους ρούχα, με το βελόνι και τη δαχτυλήθρα, σε καλαίσθητα συνολάκια για τη βόλτα της πλατείας. 

Ο λαός όμως, πέρα από την καθημερινότητα είχε να αντιμετωπίσει και τα κοινωνικά ζητήματα. Να αγωνιστεί απέναντι στο κατεστημένο, που κράταγε τα δίκια με το μέρος του. Να διεκδικήσει πρωτίστως το δικαίωμα στη μόρφωση, που ήταν και ο βατήρας για ένα καλύτερο αύριο. Και διεκδικούσε! Όχι όμως με τον σημερινό χυδαίο τρόπο, αλλά με ευπρέπεια και δηκτικότητα που όπως αποδείχθηκε στη πορεία, ήταν τρόπος ιδιαίτερα αποτελεσματικός.   

Απόκριες και καθαρά Δευτέρα σε λίγες μέρες και έρχονται στο μυαλό μου εικόνες ζωντανές. Εικόνες γεμάτες με χιλιάδες χρώματα, αισθήματα και συγκινήσεις. Εικόνες από τις τζαμάλες όπως τις έζησα παιδί. Πρόσωπα και υπέροχες προσωπικότητες κινούνται μέσα σ' αυτές και μου ψιθυρίζουν λόγια σοφά, και τραγουδάνε άλλοτε για τον έρωτα κι άλλοτε πάλι για μια ειρηνική επανάσταση. Εικόνες, που ποτέ δεν μ' έχουν εγκαταλείψει στο διάβα της ζωής μου, όπου κι αν ταξίδεψα, όσους ξένους τόπους και ανθρώπους και να γνώρισα.  



Αρπάζω λοιπόν την πρώτη που περνάει μπροστά μου και σας την παραδίδω:
Ήταν απόκριες του 1964. Η παρέα κατηφόριζε ορμητικά από τη Μητρόπολη προς τη βρύση, στο έμπα της οδού Ζαλοκώστα
Δέκα-δώδεκα νοματαίοι μασκαρεμένοι, αγνώριστοι, φωνακλάδες, χωρίς μέτρο στο κέφι, διεμβόλισαν τον κόσμο που ήταν μαζεμένος  γύρω απ' τη τζαμάλα της Σιαράβας, μπροστά στη βρύση. Φτάσανε ευθύς μπροστά στο βαρέλι, και νασου το κρασί, νάσου κι ο χορός. 
«Μπάρμπα Χαρίση έμπα μπροστά κι εμείς μαζί σου γύρω - γύρω απ' τη φωτιά». 
«Ένα τραγούδι επαναστατικό για την παρέα, ένα τραγούδι της φτωχολογιάς και των αδικημένων». 
Ο Μπάρμπα Χαρίσης δε τους χάλασε το χατίρι. Μπροστά αυτός και πίσω το τσούρμο να επαναλαμβάνει:

«Όταν ήμουνα μικρός, ήμουνα προσεκτικός
πήγαινα σχολειό τ' Κεφάλα, που ήταν τα γράμματα μεγάλα
το  βιβλίο τ Γεροστάθ, όλου απ όξω το 'χα μαθ', 
μα μια μέρα το σχολειό, το πέρασα για κρασοπλειό
πήρα ψωμί τυρί να φάω κι αρχινάω να τραγουδάω
όμως μ είδαν τα αρχοντόπλα, με κάρφωσαν τα κερατόπλα,
πήγαν το 'παν τ' επιστάτ' γιατί μ' είχανε γινάτ'
Μου 'δωσε ο επιστάτς μια μπάτσα, στο σχολειό δε ματα πάτσα». 

Το τραγούδησαν δύο φορές όλοι μαζί και το ευχαριστήθηκαν. Το ευχαριστηθήκαμε κι εμείς οι πιτσιρικάδες, όχι επειδή καταλαβαίναμε το νόημα των στίχων, αλλά γιατί όπως γυρνούσαμε ουραγοί στον κύκλο του χορού, κοιτούσαμε τις σπίθες της φωτιάς που πήδαγαν για ν' ακουμπήσουν τον ουρανό κι αυτό μας αρκούσε. 

Η παρέα έφυγε το ίδιο ορμητικά προς τη μεριά του Κάστρου, για την επόμενη τζαμάλα και για γλέντι  μέχρι τελικής πτώσεως. 
Εμάς μας μάζεψε ο μπάρμπα Χαρίσης και μας υπενθύμισε να μη λείψει κανείς την άλλη μέρα το πρωί, από το έθιμο της «χάψας»!

Χρόνια πολλά.
Και του χρόνου να είμαστε καλά.

Του Γιάννη Β. Δεβελέγκα

Δεν υπάρχουν σχόλια: