Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ιστορικές επιφυλλίδες. Καραπάνος Φώτιος (1770-1824). Γράφει ο Γράφει ο Νίκος Θεοδ. Μήτσης

 

Διαβάστε παρακάτω τις 21 σελίδες του ιστορικού κειμένου

Ηπειρώτικες ιδιωματικές λέξεις με αρχαιοελληνική προέλευση

Πρόσφατα ασχοληθήκαμε στην τάξη με το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου: «Να 'σαι καλά, δάσκαλε», όπου ένας νεαρός φιλόλογος, σε κάποιο χωριό της ελληνικής υπαίθρου, κατάφερε να κάνει τους μαθητές του να νιώσουν περήφανοι για τη γλώσσα τους, τα τραγούδια τους, την παράδοση του τόπου τους και να μην τα θεωρούν όπως χαρακτηριστικά λέει ως «παλιατσαρίες». 
Ανάλογα αισθήματα μας διακατείχαν κι εμάς, όσους μεγαλώσαμε σε κάποιο ηπειρώτικο χωριό,  όταν ερχόμασταν αντιμέτωποι με το ιδίωμα των γονιών μας, των γεροντότερων, των πιο λαϊκών και αυθεντικών ανθρώπων του χωριού.
Ντρεπόμασταν, προσπαθούσαμε να το αποφύγουμε όπως «ο διάολος το λιβάνι» και επικρίναμε και τους δικούς μας, όταν μιλούσαν τη ντοπιολαλιά τους μπροστά σε ξένους, μορφωμένους.
Μεγαλώνοντας, σπουδάζοντας τη ζωή, μαθαίνεις να εκτιμάς περισσότερο το αυθεντικό, το ανεπιτήδευτο, το γνήσια λαϊκό κι αρχίζεις να αναζητάς τη ρίζα του.
Έτσι αυτό απενοχοποιείται, αποκτά αξία και σταδιακά κερδίζει το σεβασμό σου. Η έκπληξη γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, όταν διαπιστώνεις ότι πολλές απ’ αυτές τις λέξεις, έλκουν κατευθείαν την καταγωγή τους από την αρχαία ελληνική διάλεκτο και αποτελούν ζωντανές αποδείξεις της συνέχειας της γλώσσας μας.
Σταχυολόγησα ορισμένες τέτοιες ηπειρώτικες λέξεις με αρχαιοελληνική προέλευση και τις μοιράζομαι μαζί σας.
·          Αγγειά = Αγγεία, οικοσκευή. Ομηρική λέξη «άγγος». 
      Ιλιάδα Β, 471και Οδύσσεια 286 α β, 
·          Αγκίδα = μυτερή σχίζα ξύλου. Από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό:«ακίς – ίδος».
·          Αγκούσα, (η) = Μεγάλο άγχος που συνοδεύεται με αναστεναγμό και μερικές φορές με κλάμα, το βάρος στο στήθος. (Κατά τον Γ. Χατζιδάκη η λέξη είναι αρχαία ελληνική και αποτελεί παραφθορά του τύπου ογκούσα, μετοχής του ρήματος ογκούμαι (= συσσωρεύομαι, εξογκώνομαι. Κατά άλλους προέρχεται από το λατινικό angustia (= τα στενά, η στενοχωρία, οι πύλες ).
·          Αγκωνή=η δεξιά και αριστερή πλευρά του τζακιού. Μεσαιωνική ελληνική αγκωνή < αγκών + γωνία (συμφυρμός). 
·    Ακουρμάζομαι και ακουρμαίνομαι= Ακούω με μεγάλη προσοχή, μερικές φορές βάζοντας το χέρι και στο αυτί. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα κρομαι= ακούω με προσοχή κάποιον.
·          Απιθώνω=αφήνω κάτω. Από τη μεσαιωνική ελληνική αποθώνω που προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό αποθέτω.
·          Αψυχάω=τσιγκουνεύομαι. Από το στερητικό α- και τη λέξη ψυχή
·          Γάστρα = μετάλλινος κινητός καμπύλος φούρνος. Παράγεται από την ομηρική λέξη «γάστρη» =το κοίλον του αγγείου). Οδύσσεια θ 437.
·          Γούπατο= γούπατο. Από συμφυρμό των ομηρικών λέξεων «γη» και «πάτος» (Ιλιάδα Ζ, 202, Ι, 1190).
·          Δοκήθηκα (το δοκήθηκα)=το αντιλήφθηκα, το κατάλαβα, το ένιωσα. Από το αρχαίο ρήμα δοκέω-ῶ=μου φαίνεται, θεωρώ, πιστεύω, νομίζω.
·          Ζεύλα και ζεύγλα= το καμπύλο μέροςτου ζυγού μέσα από το οποίο περνά ο λαιμός  του ζώου. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα ζεύγνυμι= βάζω κάτω από το ζυγό.
·          Θημωνιά = θημωνιά. Ομηρική λέξη «θημών – ωνος». Οδύσσεια ε, 368
·          Κοσσιά= κοσσιά, κλαδευτήρι χόρτων. Από το ρήμα «κόσσω»=κόβω.
·          Καλοπίχειρα=εύκολα (επίρρημα). Από το επίθετο καλός και το ρήμα επιχειρώ.
·          Λανάρι=Ξύλινο εργαλείο από μονοκόμματο επίπεδο ξύλο στη μια άκρη του οποίου είναι προσαρμοσμένα σιδερένια δόντια για το ξάσιμο το μαλλιού. Από τη Ομηρική λέξη «λήνος»=μαλλί
·          Λιμασμένος=κατεχόμενος από άγρια πείνα. Από την αρχαία λέξη λιμός=πείνα.
·          Λυσιά=ξύλινη, αυτοσχέδια πόρτα. Από το ρήμα λύω=λύνω, ανοίγω
·          Μολόημα=περιστατικό που αξίζει να διηγηθεί. Από το ρήμα ομολογέω-ώ, ομολόγημα, μολόημα.
·          Μπούτα = ξύλινο δοχείο για το χτύπημα του γάλακτος. Από την αρχαία ελληνική λέξη «βύτις» ή «βύττις».
·          Μαστάρι=Εξέλιξη της αρχαίας λέξης μαστός.
·          Νήλα και νίλα= συμφορά, ταλαιπωρία. Από την ομηρική λέξη «νηλής –ές» (Ιλιάδα, 632, Λ, 484, Π, 233) =ανηλεής, σκληρός.
·          Νίβομαι=πλένω το πρόσωπό μου, από το αρχαίο ρήμα νίπτω
·          Ξυθάλι = μασιά για τα κάρβουνα, εξάρτημα τζακιού για το σκάλισμα της θράκας. Από τις ομηρικές λέξεις «ξέω» =ξύνω και «αιθάλη» =στάχτη, καπνιά.
·          Ορμηνεύω=συμβουλεύω. Παραφθορά από το ρήμα ερμηνεύω.
·          Παραγκώμι=παρατσούκλι. Από την πρόθεση παρά και την αρχαία λέξη εγκώμιον.
·          Πάφλας= τενεκές. Από το ρήμα «παφλάζω» =κάνω κρότο. (Παφλασμός= ο ήχος από τα κύματα που σκάνε στην ακτή).Ο τενεκές, όπως είναι γνωστό, παράγει κρότο με την κάθε μετακίνησή του ή με κάθε χτύπημα.
·          Ποδένομαι=φοράω τα παπούτσια μου, από τη λέξη υπόδημα, μεταγενέστερο ρήμα υποδένομαι.
·          Ποριά= ξύλινη, αυτοσχέδια πόρτα. Από τη λέξη πόρος=πέρασμα, άνοιγμα.
·          Πυρομάδα= πυρωμένη στα κάρβουνα ή στο τζάκι φέτα ψωμιού. Από τις ομηρικές λέξεις «πυρ» και «ωμός»= άψητος (Χ, 347 και μ, 396).
·          Πυροστιά = πυροστιά, τρίποδο ή τετράποδο σιδερένιο εξάρτημα-βοήθημα, που μπαίνει στη φωτιά. Από τις ομηρικές λέξεις «πυρ- ός» και «ιστίη»=εστία.
·          Ρούγα = ρούγα, δρόμος πόλης. Ομηρική λέξη «ρωξ – ρωγός», στενωπός. Οδύσσεια χ, 143.
·          Ρούσα= ξανθή. Από τη λέξη  «ρύσσιος», «ρούσιος» =κοκκινωπός, ξανθοκόκκινος.
·          Στέρφο = άγονο(από την ομηρική λέξη «στείρη» από την οποία παράγεται η λέξη «στέριφος»).
·          Στουρνάρι = στουρνάρι, αχμηρό σκληρό πέτρωμα. Παράγεται από το ρήμα «στόρνυμι» ή «στορέννυμι» (μεσαιωνική λέξη «στόρνυμαι» =εξομαλύνω). Από το ρήμα αυτό παράγεται και το «στορύνη» (=χειρουργικό εργαλείο με οξεία αιχμή) και η λέξη «στορεύς –έως» (= παραγωγή πυρός με την τριβή).
·          Στρέω=συμφωνώ, αποδέχομαι κάτι που με συμφέρει.(Συνήθης έκφραση:"δε με στρέει"= δε με συμφέρει, δε συμφωνώ) Από το αρχαίο ρήμα στέργω.
·          Τάλαρος = μεγάλος ξύλινος κάδος, ξύλινο δοχείο για κρασί. Από την ομηρική λέξη «τάλαρος»: «πλεκτοίς εν ταλάροισι φέρον μελιηδέα καρπόν =σε πλεκτά καλάθια καρπούς γλυκούς», Ιλιάδα, 568, «πλεκτοίς εν ταλάροισι αμησάμενοι κατέθηκεν = σε πλεκτά τυροβόλια έβαλε», Οδύσσεια ι, 247.

Εγκατέλειψε την Αθήνα και Ζει στο Βουνό – Το Χάνι που Αναγέννησε

Άφησε την Αθήνα για μια νέα ζωή στη φύση – Στο Χάνι του Μέγδοβα βρήκε το πραγματικό του σπίτι.

Στην καρδιά της Ευρυτανίας, στη γέφυρα του ποταμού Μέγδοβα, συναντάμε τον Σωτήρη, έναν άνθρωπο που έκανε μια γενναία επιλογή: άφησε πίσω του την αστική ζωή της Αθήνας και επέστρεψε στην ύπαιθρο. Στο ιστορικό Χάνι της περιοχής μας μιλάει για την αγάπη του για τη φύση, την παράδοση και τον ελληνικό χορό, αλλά και για την απόφασή του να δώσει ξανά ζωή σε ένα ερειπωμένο κτίριο, μετατρέποντάς το σε ένα ζωντανό σημείο συνάντησης.

Μέσα από τη συζήτησή μας, ανακαλύπτουμε τις προκλήσεις και τις χαρές της ζωής στο χωριό, την αξία της παράδοσης και το πάθος του για τη μουσική και τον χορό. Ο Σωτήρης μας ταξιδεύει από τα παιδικά του χρόνια στο βουνό, μέχρι την πολυετή του πορεία στην Αθήνα και τελικά την επιστροφή του στις ρίζες του.
Ένα συγκινητικό βίντεο γεμάτο αληθινές ιστορίες, εικόνες από την αγνή ελληνική φύση και τη ζεστασιά των ανθρώπων που επιλέγουν να ζουν σε αρμονία με αυτήν.

Παραγωγή: Greek Village Life


Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Σήμερα εορτάζει ο Όσιος Κασσιανός, προστάτης του οικισμού Κασσιανού Πηγών. Φωτογραφικό αφιέρωμα

ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΠΗΓΙΩΤΩΝ ΑΡΤΑΣ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ    

                                 

                             ΕΟΡΤΑΖΕΙ   ΣΗΜΕΡΑ Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ

                  ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΠΗΓΩΝ ΑΡΤΑΣ

 

ΣΗΜΕΡΑ 28-2-2026 τελευταία ημέρα του Φλεβάρη κάνουμε-όπως κάθε χρόνο - ένα αφιέρωμα στον ΚΑΣΣΙΑΝΟ ΠΗΓΩΝ στη ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ αφού είναι ο μοναδικός Άγιος που εορτάζει την τελευταία ημέρα 28 Φλεβάρη(Κουτσοφλέβαρος)  και κάθε δίσεκτο ετος (κάθε τέσσερα χρόνια )   στις 29 Φλεβάρη  …..

 

Κείμενα πληροφορίες Νικος Π.Ζήσης

Ο οικισμός Κασσιανός Πηγών Αρτας πήρε το όνομα του από τον ομώνυμο Ρωμαίο στρατηγό ο οποίος σε μια περιοδεία του προερχόμενος από τη Ρώμη μεσω Αμβρακίας , στρατοπέδευσε με τη λεγεώνα του στην περιοχή αυτή που ήταν μεγάλο οροπέδιο  Ένα μεγάλο μέρος του τα  πολύ παλιά χρόνια υπέστη   μεγάλη καθίζηση.Το σημείο αυτό  σήμερα λέγεται Κομμένη Σπηλιά. Εκεί αναπαύθηκε για ένα χρονικό διάστημα  με τα στρατεύματά του πρίν συνεχίσει  την πορεία του. Ερχόταν από το ΄Ακτιο κατευθυνόμενος προς την Θεσσαλία μέσω της γέφυρας του Αχελώου  που την λέγαμε Κουτσοκαμάρα ( δυστυχώς  την μπάζωσαν στα έργα  Συκιάς)   και από εκέι μέσω  Αργιθέας Τυμπάνου στο Μουζάκι Καρδίτσας –Αρχαίοι Γόμφοι. . Αυτός ήταν και ο κύριος -από αρχαιοτάτων χρόνων- δρόμος που ένωνε την Θεσσαλία με την Ηπειρο μεσω Αμβρακίας.Η λεγομένη Παραεγνατία οδός…….  .

 Ο  Κασσιανός  ήταν Ρωμαίος στην καταγωγή, με γονείς πλούσιους και επιφανείς. Ή μεγάλη του ευφυΐα, ή φιλομάθεια και ή επιμέλεια του, ήταν από τους βασικούς παράγοντες, ώστε  να διακριθεί στις σπουδές του και να γίνει άριστος επιστήμων. Νέος ακόμη κατετάγη στο Ρωμαικό Στρατό. Διατηρήθηκε εγκρατής και σώφρων και κατά τη στρατιωτική του ζωή  διαβάζοντας τις Αγίες Γραφές, άφησε τη δόξα του κόσμου από τις τάξεις του στρατού και πήγε σε μοναστήρι. Έγινε πρότυπο τη μοναστικής ζωής, ταξίδεψε σε όλα τα μεγάλα και περιφανή κέντρα του ασκητισμού, την Αίγυπτο, τη Θηβαίδα, τη Νυτρία και τον Πόντο και στο τέλος έγινε Άγιος. Έγραψε τα γνωστά από τη «Φιλοκαλία» κεφάλαια «περί οκτώ λογισμών» και κοιμήθηκε εν ειρήνη. ,



       Για τον Όσιο  Κασσιανό  υπάρχει η παράδοση πως κάποτε παραπονέθηκε στο Θεό ότι οι άνθρωποι τιμούν υπερβολικά τον Άγιο Νικόλαο, ενώ τον ίδιο σχεδόν καθόλου. Ο Θεός τότε έδωσε εντολή στους αγγέλους να φέρουν τον Άγιο Νικόλαο μπροστά του, για να διαπιστώσει ο ίδιος αν ο Κασσιανός είχε δίκιο. Οι άγγελοι αφού μάταια αναζήτησαν τον Άγιο Νικόλαο στον ουρανό, ύστερα από πολλές προσπάθειες τον βρήκαν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα να προσπαθεί να σώσει τους ναυτικούς που κινδύνευαν. Τότε ο Θεός, αφού διαπίστωσε πόσο μοχθεί ο Άγιος Νικόλαος για τους ανθρώπους, τον  τιμώρησε  για τα άδικα παράπονά του , να εορτάζει μόνο μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια 29 Φεβρουαρίου.δηλ. στά δίσεκτα έτη !!

.


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

Ο οικισμός ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ  της Τοπικής Κοινότητας Πηγών Ιστορική Εδρα του δήμου Γ.Καραισκάκη , βρίσκεται βόρεια των  του κέντρου  των Πηγών απέχει  δε από αυτόν 1,5 χιλιόμ. και συνδέεται με δρόμο κατά τα 2/3 χωματόδρομο, μέτριας βατότητας. Έχει υψόμετρο 920 μέτρα. Αποτελούσε το θέρετρο των Πηγών. Κατά την επίσημη απογραφή του 2021 εχει 13 (δεκατρείς) καταγεγραμμένους κατοίκους (ημιδιαμονείς-εποχικοι). Παλαιότερα είχε πάνω από  εβδομήντα  που ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία αλλά και την γεωργία. Ήταν ένας ζωντανός οικισμός απ όπου ξεκινούσαν 27 μαθητές για το σχολείο του χωριού. ΈσφΙζε από ζωή και δραστηριότητα η Κασσιανού. Από τον οικισμό αυτό περνούσαν οι χωριανοί μας που πήγαιναν πίσω στο Νιγκόζι μέσω Φράξου. Επίσης κατέβαιναν προς το Γραβριά για το μοναστήρι του Σέλτσου και τον Αχελώο.



 Πολλές οικογένειες μετά τον σεισμό του 1969 έφτιαξαν καινούργια σπίτια στον κεντρικό οικισμό του χωριού και σιγά σιγά  αυτός άρχισε να φθίνει.. Έχει ξηρό και υγιεινό κλίμα. Από βορά το χειμώνα την προστατεύει η πλαγιά του Φράξου. Ηταν για την εποχή της, αθέατη  οχυρά θέση αφού σε περίπτωση κινδύνου οι κάτοικοί του  μετακινούνταν άμεσα στα απότομα βράχια της πλαγιάς του Φράξου και της ορογραμής.

     Μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ως τον εξώστη των Πηγών με απέραντη θέα στην Κοιλάδα του Αχελώου και απέναντι στην Αργιθέα. Δασοσκεπής με έλατα και πουρνάρια ήταν τόπος βοσκής κυρίως για γιδοπρόβατα και βοοειδή, αλλά και παραδοσιακή μελισσοκομία. Το έδαφος του είναι εύφορο για πατάτες όσπρια καλαμπόκια τριφύλλια, όλα ξερικά, ενώ παλαιοτέρα καλλιεργούνταν και καπνός. Υπάρχει δε και η τοποθεσία ΄΄καπνοτόπι΄΄, 
      Σήμερα, πολλοί λίγοι κάτοικοι  δραστηριοποιούνται  πλέον  στην κτηνοτροφία. Λίγο ψηλότερα  ακριβώς κάτω από τα Κανάλια- το βουνό μας- βρίσκεται και η Σκλάκοβα στα 1.100μ.  με καταπληκτική θέα σε όλη την  γύρω περιοχή’ όπου τα παλιά χρόνια υπήρχαν τα μαντριά του Νίκου Φώτου –σημερα διακρίνονται τα ίχνη τους-( Ηρωας ο μπαρμπα Νίκος  έλαβε μέρος στην  της ανατίναξης της γέφυρας   του Γοργοποτάμου )  Αυτά  κάηκαν από κεραυνό αρχές  της δεκαετίας  του 1960 μαζί με τα ζωντανά του .

 

Ο Οικισμός προσφέρεται για περίπατο  αφού έχει βατό και ομαλό δρόμο από τις Πηγές με κυκλική κυκλοφορία που ανεβαίνει και από τον Πλατανιά- Λαγκοβίζοντα και από το Μαχαλά. Είναι μια  μεγάλη  διαδρομή αναψυχής.

       Σήμερα ο οικισμός αποτυπώνει την εικόνα της παντελούς εγκατάλειψης. Τα περισσότερα σπίτια ερειπωμένα. Άλλα σφαλιστά πορτοπαράθυρα περιμένουν μάταια να τα ανοίξει κάποιο χέρι και να τους ξαναδώσει ζωή.Οι καλύβες τα μαντριά και οι μάσινες άδειες, φράχτες πεσμένες, δασωμένα χωράφια, σηματοδοτούν την εγκατάλειψη. Τα νεροκάναλα αναζητούν τα ζωντανά να τα ξεδιψάσουν. Σαν να μην έζησε ποτέ τόσος κόσμος εκεί επάνω......

     Υδρεύεται από την πηγή ¨ ΣΠΗΛΙΑΣ '' με υποτυπώδες δίκτυο (εξωτερικό λάστιχο) που καλύπτει καθημερινές ανάγκες,κυρίως κτηνοτροφικές. Παλαιότερα οι κάτοικοι του κάλυπταν τις ανάγκες τους από το Παλιοπήγαδο ή από το χωριό με βαρέλες που κουβαλούσαν με τα γαιδουράκια. ή στα παγούρια. Επίσης λειτουργούσε και τηλέφωνο στο σπίτι του Δημήτρη Καρακώστα ενώ είναι ηλεκτροδοτημένος από το 1971. Φαμίλιες  μεγάλες που έζησαν εκεί μέχρι τα τέλη του 1980 ήταν κυρίως οι  Καρακωσταίοι, Ζησαίοι, Βελαεταίοι, Κακαβαίοι, Πριοβολαίοι, Κοιλαίοι και Φωταίοι. Κασσαήδες(καταγωγή απο την Κολοκυθιά Φθιώτιδας) .Καραμήτραίοι κ.α.


 

    Εκεί σήμερα υπάρχει και ένα μικρό εικονοστάσι αφιερωμένο στη μνήμη του Οσιου Κασσιανού από τους κατοίκους του. Θα ανάψουμε το καντίλι του  και ένα κεράκι για όλους όσους έζησαν εκεί και έχουν φύγει απο τη ζωή αλλα όχο απο το νού και την καρδιά μας.

    Tην ημέρα της εορτής του, στον οικισμό γινόταν τοπικό πανηγύρι με τους αυτοδίδακτους μουσικούς του κατά βάση Καρακωσταίοι Ζησαίοι, ενώ στο γλέντι συμμετείχαν όλοι.

    Προς ανάμνηση όλων όσων έζησαν σ αυτόν τον οικισμό των προπατόρων και συγγενών μας, έχουμε τη γνώμη ότι ένας μικρός προκατασκευασμένος ναΐσκος θα πρέπει να είναι η φροντίδα όλων μας.Δεν το έχουμε ξεχάσει,του το  χρωστάμε.... Μέχρι τότε όμως, πρέπει κάποιες μέρες ανοιξιάτικες και πασχαλινές, ή ακόμη και καλοκαιρινές, Κασσιανιώτες και μη,να  βρισκόμαστε εκεί  πάνω όπως τότε….και να ενώσουμε τη σκέψη μας με όλους αυτούς που πέρασαν από εκεί……….παραθετουμε ενα μικρό  φωτογραφικό άλμπουμ με θύμισες νοσταλγικές ξεγνοιασιάς,συνάξεις γλεντιού, αλλά και σκηνές καθημερινότητας από τον  οικισμό ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΠΗΓΩΝ-

 Χρόνια Πολλά και του χρόνου......

 

ΧΡΗΣΤΟΣ Β.ΚΑΠΕΡΩΝΗΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑΣ ΠΗΓΙΩΤΩΝ ΑΡΤΑΣ

ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ 28-2-2026


















Οι τελευταίοι αντάρτες: Οι Κρητικοί που κατέβηκαν από το βουνό 26 χρόνια μετά


30 Αυγούστου 1949. Με τη νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων στην μάχη του Γράμμου κλείνει οριστικά η πιο μαύρη σελίδα της σύγχρονης ιστορίας μας, ο εμφύλιος, αδελφοκτόνος πόλεμος. Μετά το τέλος του, αρκετοί αντάρτες του «Δημοκρατικού Στρατού» έφυγαν προς Αλβανία και από εκεί σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ κάποιοι άλλοι παραδόθηκαν. Απέμειναν κάπου 30 αντάρτες στα βουνά της Κρήτης. Από αυτούς άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι έφυγαν στο εξωτερικό, μερικοί συνελήφθησαν και για δύο τρεις κανείς δεν έμαθε τι απέγιναν.

22 Φεβρουαρίου 1975. Ο Γιάννης Θεοδωράκης, αδελφός του Μίκη, ενημερώνει τον εισαγγελέα Εφετών, που δεν είχε λάβει γνώση της δημοσίευσης του διατάγματος αμνήστευσης δύο ανταρτών που τα ίχνη τους είχαν χαθεί. Έχοντας την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στα χέρια του ο εισαγγελέας δίνει σήμα προς την χωροφυλακή, με το οποίο γίνονταν γνωστό, ότι έπαυε η καταδίωξη και η επικήρυξη των δύο φυγόδικων 26 χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου.

23 Φεβρουαρίου 1975. 15 χιλιόμετρα έξω από τα Χανιά, στον δρόμο που οδηγεί στον Θέρισσο, ο Γιώργος Τζομπανάκης και ο Σπύρος Μπλαζάκης, οι τελευταίοι αντάρτες που γνώρισε οι Ελλάδα, 10.20 το πρωί, έπεφταν στις αγκαλιές, συγγενών, φίλων και συντρόφων, πλέον νόμιμοι και περήφανοι. Παρά τις τρεις ευκαιρίες που τους είχαν δοθεί όλα αυτά τα χρόνια ακόμη και με μία προφορική τους μετάνοια να απαρνηθούν τις πολιτικές τους αρχές τους αυτοί αρνήθηκαν και προτίμησαν να ζουν σαν τα αγρίμια στις σπηλίες. Και όσο οι χωροφύλακες δεν μπορούσαν να τους συλλάβουν τόσο στοιβάζονταν το κατηγορητήριο εναντίον τους. Ένα κατηγοριτήριο που πλέον συμπεριελάμβανε και φόνο και αντικυβερνητικές ενέργειες. «Ξέρουμε ότι όλα τα αδικήματα της περιοχής τα 'χουν φορτώσει στο κεφάλι μας», δήλωναν οι δύο, στον Βρετανό δημοσιογράφο Ντ. Τονγκ, το 1972 σε αποκλειστική συνέντευξη που έκανε το γύρο του κόσμου. Αν και επικηρυγμένοι για 150.000 δραχμές, σημαντικό ποσό για την μετεμφυλιακή Ελλάδα, αν και πολλοί γνώριζαν το που βρίσκονται, κανείς Κρητικός δεν πρόδωσε. Τώρα που η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε δώσει την οριστική αμνηστία όλα αυτά άνηκαν στο παρελθόν.


Ανάμεσα στους πρώτους που τους υποδέχτηκαν και η κυρά Μάρκαρη, αδελφή του πατέρα του Τζομπανάκη, ηλικίας 102 που βγήκε στο δρόμο του χωριού κλαίγοντας. Και στους δύο ήρθαν μνήμες από το 1963, τότε που ο πατέρας του Τζομπανάκη, καθώς προαισθάνονταν ότι πλησιάζει το τέλος του ζήτησε να δει τον γιο του. Αυτό πληροφορήθηκαν και οι διώκτες του και περικύκλωσαν το σπίτι, στήνοντας καρτέρι. Όμως ο Τζομπανάκης, πλησιάζοντας το σπίτι, αντελήφθη τι συνέβαινε και έσπευσε να εξαφανισθεί. Την ημέρα της «απελευθέρωσης» του φθάνοντας στο χωριό του, έσπευσε να δει το γκρεμισμένο και καμένο σπίτι του ενώ λίγο νωρίτερα είχε σταματήσει στο νεκροταφείο του χωριού.
Στα χωριά τους, στο Γαβαλοχώρι και το Κόκκινο Χωριό, στήνεται ένα μικρό γλέντι, το ριζίτικο που τους υποδέχονται δεν είναι άλλο από το «αγρίμια και αγριμάκια μου, λάφια μου μαραμένα, πέστε μου που είναι οι τόποι σας». Ανάμεσα στους δημοσιογράφους που είχαν έλθει στα Χανιά για να γίνουν μάρτυρες της ιστορικής στιγμής (σ.σ. είχαν ενημερωθεί για την διαδικασία από την τοπική οργάνωση του ΚΚΕ) ήταν και ξένοι ανταποκριτές.
Ο Γιάννης Θεοδωράκης έγραφε στον Ριζοσπάστη της επόμενης ημέρας: «Μάτια βουρκωμένα. Χέρια, στόματα, νύχια γαντζώνονται στους “αετούς”, άλλοτε παθιασμένα και άλλοτε τρυφερά. Και το τραγούδι, τραγούδι. Σπαραγμός και λεβεντιά. Ο Ντέιβιντ Τοντ από τον Ομπσέρβερ ψιθυρίζει: απίστευτο, απίστευτο. Ο Λέις Πέρσον από το Αρμπέτετ. Μα στα αλήθεια συμβαίνουν όλα αυτά; αναρωτιέται. Ο Μπρέιβικ των Τάιμς της Νέας Υόρκης, με μία κούπα κρασί που κάποιος του 'βάλε στο χέρι, επιμένει για λίγη σιωπή, για λίγη ησυχία, θέλει κάτι να πει. “Ευχαριστώ“, φωνάζει, τρέμοντας σχεδόν από την συγκίνηση. “Ευχαριστώ που μου δώσατε να καταλάβω εδώ τι θα πει λεβεντιά και τι σημαίνει για την Κρήτη η ελευθερία“».


Στη συνέντευξη Τύπου που έδωσαν λίγες ώρες μετά την κάθοδο τους μίλησαν για όλα. Για την υπερηφάνεια «γιατί κατορθώσαμε να γίνουμε ελεύθεροι πολίτες χωρίς να σκύψουμε το κεφάλι. Χωρίς να υποκύψουμε σε συμβιβασμούς, που θα ήταν βάρος για όλη την υπόλοιπη ζωή μας». Για το πως περνούσαν τις μέρες τους: «Ήταν ημέρες που περνούσαμε καλά. Καθόμαστε στην ψηλότερη κορυφή, το Όρνιο, ύψους 2.500 μέτρων, και αγναντεύαμε την θάλασσα και όταν ήταν καθαρός ο καιρός την Πελοπόννησο, την Αττική, τα Δωδεκάνησα. Διαβάζαμε κι' όλας ότι μας έπεφτε στα χέρια. Βιβλία, εφημερίδες και ότι άλλο. Από το 1960 είχαμε και ραδιόφωνο...
Για τις δύσκολες στιγμές δεν είναι δυνατόν να αφηγηθούμε καμία. Η μία ώρα ήταν πιο δύσκολη από την άλλη. Έτσι και αρχίσουμε να μιλάμε, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Μονάχα τον πρώτο καιρό της δικτατορίας, όταν το κυνηγητό ήταν πιο σκληρό, μπορούμε να πούμε ότι δυσκολευτήκαμε κάπως περισσότερο. Περάσαμε τότε ημέρες χωρίς να δούμε φως κλεισμένοι σε σπηλιές. Όμως αυτές τις δύσκολες ώρες είχαμε την υποστήριξη όλων των ανθρώπων, όχι μόνο των αριστερών αλλά και των δεξιών. Μη φανταστεί κανείς ότι αν δεν είχαμε αυτή την υποστήριξη θα επιζούσαμε».
Σε ότι αφορά την σίτιση τους, το κυνήγι ήταν απαγορευτικό, «υπήρχε ο κίνδυνος να μας ακούσουν και τότε μπορούσε να φτάσει και ο έκτος στόλος. Άλλοτε είχαμε τροφή, άλλοτε μέναμε νηστικοί για ημέρες. Πηγαίναμε σε σπίτια φίλων και δεν ξέραμε αν θα τους βρούμε εκεί ή αν ήταν εξορία ή νεκροί».
Πολλά υπέστησαν όσοι από τους κατοίκους των χωριών έδιναν βοήθεια στους δύο αντάρτες. Διωγμούς, φυλακίσεις, ψυχολογική πίεση. Ανάμεσα σε αυτούς η Κατίνα Βογιατζάκη και η Αργυρώ Αναστασάκη. Και οι δύο πρώτες ξαδέρφες του Τζομπανάκη, σε προχωρημένη ηλικία , έμειναν περίπου ένα χρόνο φυλακή, γιατί βοήθησαν με διάφορους τρόπους τους αντάρτες.
Ένας συγχωριανός του Τζομπανάκη θα αφηγηθεί στον απεσταλμένο της εφημερίδας «Τα Νέα», Γιώργο Καραλή, ότι είχαν για συνθηματικό τους ένα βήξιμο: «Είκοσι χρόνια του φύλαγα, είχαμε για σύνθημα ένα βήξιμο. Έμπαιναν στο σπίτι μου βράδυ, μιά δυό φορές την εβδομάδα, για να πάρουν τρόφιμα. Αυτό βάστηξε 20 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που το 1972, αρρώστησα και δεν μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά».
Οι ξένοι δημοσιογράφοι αναρωτιούνται τι έχουν μέσα στους σάκους που κουβαλούσαν κατεβαίνοντας. Ήταν όλο τους το βιός μαζί, με τις μαγκούρες τους και τα κιάλια, λάφυρο του Γιώργου από τους ναζί, το 1942. Μέσα από τους σάκους ο Γιώργος βγάζει μερικά χόρτα και βότανα του βουνού, ένα αδιάβροχο, ένα φακό, μία μηχανή για κούρεμα, μια ξυριστική λεπίδα και ένα κουτί με κρέμα. «Μην κοροϊδέψετε» είπε «το δέρμα μου είναι πολύ λεπτό».


Το πρώτο βράδυ τους στον πολιτισμό το πέρασαν στο ξενοδοχείο Κύδων στα Χανιά. Με τον πολιτισμό δεν κατάφεραν να εξοικειωθούν άμεσα. Την άλλη ημέρα στο αεροπλάνο που τους μετέφερε στην Αθήνα ο Γιώργος παραδέχθηκε ότι δεν μπόρεσε να κοιμηθεί από τα καζανάκια που ακούγονταν. Στην Αθήνα, η πρώτη του κίνηση ήταν να επισκεφθούν το Πολυτεχνείο και να αφήσουν λίγα λουλούδια στο μνημείο των πεσόντων και στην συνέχεια έφυγαν για την τότε Σοβιετική Ένωση από την ηγεσία της οποίας ήταν επίσημοι προσκεκλημένοι.
Η ζωή τους τα επόμενα χρόνια κύλησε ήρεμα με τον Σπύρο Μπλαζάκη να παντρεύεται να ζει στη Νέα Σμύρνη ενώ ο Γιώργος Τζομπανάκης παντρεύτηκε και αυτός αλλά δεν έφυγε από την Κρήτη. Παρά την απόσταση δεν έχασαν την επαφή τους και την φιλία τους. Έφυγαν από την ζωή με απόσταση ενός μήνα στα τέλη του 1996.