Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Παναγία: Πόσων ετών κοιμήθηκε η Θεοτόκος – Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα Της


Πόσων ετών ήταν η Παναγία όταν άφησε τη γη; Ποια ήταν η ζωή της Παναγίας; Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα Της; Αυτές είναι τρείς βασικές ερωτήσεις τις απαντήσεις των οποίων γνωρίζουν λίγοι.
Η Μαριάμ όπως ήταν το πραγματικό της όνομα της Παναγίας, πριν εξελληνιστεί σε Μαρία, ήταν η μονάκριβη κόρη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, της Άννας και του Ιωακείμ.
Όλη τους την ζωή πάλευαν να αποκτήσουν ένα παιδί όμως δεν είχαν σταθεί τυχεροί. Αντίθετα ζούσαν σε καθεστώς κοινωνικής απομόνωσης, αφού οι άτεκνοι εκείνη της εποχή θεωρούνταν λίγο έως πολλοί καταραμένοι ή όχι ευλογημένοι από τον Θεό.
Κατά την παράδοση η Αγία Άννα προσευχήθηκε στον Θεό δηλώνοντας πως αν της χάριζε ένα παιδί θα το αφιέρωνε σε Εκείνον. Λίγες μέρες μετά, ο αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε το ζευγάρι και τους ενημέρωσε πως οι προσπάθειες τους θα έχουν αποτέλεσμα και το παιδί τους θα είναι φορέας μιας ξεχωριστής αποστολής.
Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του ζευγαριού, τα λόγια του αγγέλου βγήκαν αληθινά και γέννησαν ένα όμορφο κορίτσι.
Της έδωσαν το όνομα Μαριάμ, το οποίο σημαίνει βασίλισσα, κυρία αλλά και ελπίδα.
Όταν η Μαριάμ έγινε τριών ετών, οι γονείς της, τήρησαν την υπόσχεση τους και την οδήγησαν το Ναό όπου την παρέλαβε ένας ιερέας ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον Προφήτη Ζαχαρία, τον πατέρα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Η Παναγία έζησε 12 χρόνια στο Ναό, στα Άγια των Αγίων. Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας αυτός που της έφερνε καθημερινά τροφή ήταν ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.
Όταν ήρθε η ώρα να βγει από τον Ναό, οι ιερείς αποφάσισαν να την δώσουν σε κάποια οικογένεια, δεδομένου πως οι γονείς της είχαν ήδη φύγει από τη ζωή.
Τότε, γνωρίζοντες κατά την παράδοση, την ειδική αποστολή της Μαριάμ, βρήκαν έναν μεγάλο σε ηλικία άνδρα, τον Ιωσήφ, ο οποίος ήταν χήρος και πατέρας τριών παιδιών.
Τέσσερις μήνες έμεινε κοντά στον Ιωσήφ η Μαριάμ μέχρι να ξεκινήσει πλέον το θεϊκό σχέδιο.
Στη Ναζαρέτ όπου ζουσε την επισκέφθηκε ξανά ο Γαβριήλ όπου της είπε το ιστορικό: «Χαίρε κεχαριτωμένη• ο Κύριος μετά σου». Τότε έμαθε και η ίδια ποια ήταν η αποστολή της την οποία αποδέχτηκε με χαρά.
Λίγους μήνες αργότερα ο Ιησούς γεννήθηκε και η μητέρα του ήταν πάντοτε κοντά του, ακόμη και την στιγμή της Σταύρωσης.
Από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων γνωρίζουμε ότι η Παναγία παρέμεινε κοντά τους μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής.
Η τελευταία συνάντηση με τον αρχάγγελο που την συντρόφευε από τα τρια της χρόνια, έγινε τρεις μέρες πριν την κοίμησή Της.
Τότε ο Γαβριήλ την ενημέρωσε ότι πλέον ήρθε η ώρα, δίνοντας της μεγάλη χαρά αφού θα έβλεπε ξανά το παιδί Της. Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ήμερα από την εμφάνιση του αγγέλου, λίγο πριν κοιμηθεί η Θεοτόκος, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο.
Τότε, ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμηση Της. Μαζί δε με τους Αποστόλους ήλθε και ο Διονύσιος Aρεοπαγίτης, ο Άγιος Ιερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Απόστολος Τιμόθεος, και άλλοι.

Η ιστορία της Τίμιας Ζώνης της Παναγίας

Όταν εκοιμήθη, με ψαλμούς και ύμνους την τοποθέτησαν στο μνήμα της στη Γεσθημανή. Ο μοναδικός που δεν ήταν παρών στο γεγονός ήταν ο Απόστολος Θωμάς.
Λέει η παράδοση πως όταν η νεφέλη, το σύννεφο δηλαδή, μετέφερε τον Θωμά στη Γεσθημανή συνάντησε την Θεοτόκο την στιγμή της ανόδου Της στον ουρανό.
Εκείνη του χάρισε την ζώνη Της για να μπορεί να αποδείξει την συνάντησή τους.
Όταν ο Θωμάς πήγε και εξιστόρησε το γεγονός στους υπόλοιπους Αποστόλους, άνοιξαν τον τάφο και είδαν πως το σώμα έλειπε.

Η ηλικία της Παναγίας όταν κοιμήθηκε

Η Παναγία όταν μπήκε στο Ναό ήταν τριών ετών. Έμεινε στο ιερό δώδεκα χρόνια. Τρείς μήνες αφού βγήκε από το ιερό μέχρι τον Ευαγγελισμό και εννέα μήνες κυοφορία, δεκαέξι ετών γεννά τον Χριστό. Έζησε με τον Χριστό τριάντα δύο χρόνους, άρα 48 ετών ζει την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψή Του. Έζησε μετά απ’ την Πεντηκοστή άλλα έντεκα χρόνια και εκοιμήθη στη Γεσθημανή.
Ήταν 59 ετών.

κοίμηση της Θεοτόκου

Η Παναγία λοιπόν, όπως όλοι οι θνητοί, «τη νομίμω ταφή παραδίδοται». Το πανάγιο, αλλά φθαρτό ακόμη σώμα της κατατέθηκε στον τάφο. Εκεί όμως δεν το άγγιξε η φθορά του θανάτου. Δεν μπήκε στη διαδικασία της αποσύνθεσης. Συνέβη σ’ αυτήν «νέκρωσις άφθορος». Η μητέρα της Ζωής δεν μπορούσε να μένει κάτω από την κυριαρχία του θανάτου. Από το μνήμα το σώμα της «τριταίον και άφθαρτον προς ουρανίους δόμους μετεωρίζεται» (Αγ. Ιω. Δαμασκηνός). Στις τρεις ημέρες από την Κοίμησή της ο Υιός και Θεός της την ανέστησε. Της έδωσε αμέσως το άφθαρτο, ένδοξο και αιώνιο σώμα που θα της έδινε κατά τη Δευτέρα Παρουσία του. Και την ανέβασε ολοζώντανη και ολοφώτεινη στον ουρανό, κάνοντάς την χαρά και βασίλισσα αγγέλων και ανθρώπων και μητέρα του κόσμου.
Έτσι λοιπόν, αν και, μιμούμενη τον Υιό της, υποκύπτει στους νόμους της φύσης, ταυτόχρονα νικάει τη φύση. Αν και αποθνήσκει, όμως «συν τω Υιώ εγείρεται διαιωνίζουσα». Δεν έχουμε μόνο Κοίμηση, αλλά και Μετάσταση. Και το γεγονός αυτό είναι για μας ο,τι καλύτερο θα μπορούσε να μας συμβεί. Διότι δεν θα ξεχάσει ποτέ τους οικείους της, εμάς, η Παναγία. «Συγγενούς οικειότητος μη επιλάθη, Δέσποινα»!

Ας χαρούμε λοιπόν απέραντα όλοι για τη Μητέρα μας!

Το μυστήριο της Κοίμησης και Μετάστασης της Θεοτόκου

Σήμερα, λοιπόν, γιορτάζουμε απ’ άκρη σε άκρη της γης, την αγία Μετάσταση της Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας. Είναι η στιγμή, πού ο Χριστός μας επέλεξε να παραλάβει κοντά Του πλέον τη Μητέρα Του, γνωστοποιώντας της τη Μετάστασή της από τη γη με Άγγελο τρεις μέρες νωρίτερα και λέγοντας· «Έφτασε ὁ καιρός, εσένα τη Μητέρα μου, να σε πάρω κοντά μου. Να μη θορυβηθείς, λοιπόν, καθόλου γι’ αυτό, αλλά χαρούμενη να δεχτείς την είδηση, γιατί μεταβαίνεις στην αιώνιο ζωή».
Όταν το έμαθε αυτό η Παναγία Μητέρα του Χριστού μας, χάρηκε. Αμέσως, λοιπόν, οδεύει στο όρος των Ελαιών με ζήλο για να προσευχηθεί. Μετά την προσευχή της, επιστρέφει σπίτι της και αμέσως συγκεντρώνει τούς συγγενείς και τούς γείτονές της, καθαρίζει το σπίτι, ετοιμάζει το νεκρικό κρεβάτι της και ό,τι άλλο χρειάζεται για την ταφή της, αποκαλύπτει στους γύρω της τα λόγια, πού της είπε ο Άγγελος για τη Μετάστασή της στον ουρανό.
Οι γυναίκες, πού είχαν συγκεντρωθεί στην οικία της, όταν άκουσαν αυτά τα λόγια από την Παναγία, ξέσπασαν σε θρήνους και οδύρονταν γοερά. Όταν, όμως, σταμάτησαν το κλάμα, την παρακαλούσαν να μην τίς αφήσει ορφανές. Η Παναγία Μητέρα μας διαβεβαίωσε όχι μόνον αυτές, αλλά και όλον τον κόσμο, ότι μετά τη Μετάστασή της θα περιφρουρεί και θα επιβλέπει τούς πάντας.
Ενώ στο σπίτι της Θεομήτορος διαδραματίζονται όλα όσα αναφέρουμε πιο πάνω, ξαφνικά ακούγεται ένας ισχυρός θόρυβος και οι Μαθητές του Χριστού με θαυμαστό τρόπο, φθάνουν όλοι μαζί στο σπίτι της Θεομήτορος. Ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονται ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Ιερόθεος και μαζί του ο Τιμόθεος, οι πεπληρωμένοι με Άγιο Πνεύμα Ιεράρχες, πού με νέφη μεταφέρθηκαν από μακριά και αυτοί στην οικία της. Όλοι, όταν έμαθαν την αιτία της συγκεντρώσεώς τους, της έλεγαν τα εξής· «Εσένα, Δέσποινα, όταν παρέμενες στον κόσμο σε βλέπαμε σαν να βλέπαμε τον ίδιο τον Δεσπότη και Δάσκαλό μας και γι’ αυτό παρηγοριόμασταν· τώρα, όμως, όπως βλέπεις, γεμίσαμε από λύπη και δάκρυα, εξαιτίας της Μεταστάσεώς σου. Επειδή, όμως, πηγαίνεις στα υπερκόσμια, χαιρόμαστε, πού έτσι αποφάσισε ο Θεός για σένα». Ενώ τα έλεγαν αυτά, η Παναγία τούς απαντούσε· «Μη, φίλοι και Μαθητές του Υιού και Θεού μου, μη μετατρέπετε τη χαρά μου σε πένθος, αλλά το σώμα μου να το κηδεύσετε, όπως θα το τακτοποιήσω εγώ πάνω στην κλίνη μου».
Αφού διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά, φθάνει και ο θεσπέσιος Παύλος, ο οποίος πέφτει στα πόδια της Θεοτόκου, την προσκυνά και αρχίζει να της λέει πολλά εγκώμια· «Σέ χαιρετώ, Μητέρα της Ζωής και θεμέλιο του κηρύγματός μου. Αν και δεν είδα τον Χριστό, βλέποντας εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».
Έπειτα τούς αποχαιρετά όλους η Παρθένος, ξαπλώνει στο κρεβάτι της, τακτοποιεί το άχραντο σώμα της όπως ήθελε, δέεται για την ευρυθμία του κόσμου και για ειρηνική συμπεριφορά των ανθρώπων, δίδει την ευχή της σε όλους και έτσι, τέλος, παραδίδει το πνεύμα της στα χέρια του Υιού και Θεού της.
Μετά απ’ αυτά, ο Πέτρος αρχίζει να ψάλλει νεκρικά τροπάρια, ενώ μέρος του αποστολικού χορού σηκώνει το νεκρικό φορείο κι άλλοι με λαμπάδες και ύμνους προχωρούν και συνοδεύουν το θεοδόχο σώμα στο μνήμα. Τότε λοιπόν ακριβώς, ακούγονταν Άγγελοι να υμνολογούν και φωνές από τίς υπερκόσμιες τάξεις των Αγγέλων να γεμίζουν τον αέρα. Εκείνη τη στιγμή, οι άρχοντες των Ιουδαίων παρακίνησαν μερικούς από τον όχλο και τούς πείθουν να δοκιμάσουν να ανατρέψουν το φορείο, όπου είχε τοποθετηθεί το ζωαρχικό σώμα, και να το ρίξουν κάτω. Όμως, ἡ δικαιοσύνη του Θεού, προφταίνει και τιμωρεί με τύφλωση όλους τούς αυθάδεις. Ενός απ’ αυτούς του στερεί και τα δύο χέρια, κόβοντάς τα στους καρπούς, επειδή με μεγαλύτερη μανία όρμησε και άγγιξε το ιερό εκείνο φορείο. Αυτός δίπλα στο φορείο με κομμένα τα μιαρά χέρια του από το ξίφος της δικαιοσύνης και κρεμασμένα στο κενό, έμεινε εκεί, ελεεινό θέαμα, μέχρις ότου πίστεψε μ’ όλη του τη ψυχή και θεραπεύτηκε και έγινε πάλι υγιής, όπως ήταν και προηγουμένως. Μάλιστα δε, θέλοντας με κάθε τρόπο να σώσει τούς τυφλούς, παίρνοντας ένα κομμάτι κλαδί φοινικιάς από το φορείο και αγγίζοντας με αυτό τούς παθόντες, τούς γιάτρεψε, επειδή πίστεψαν κι αυτοί.
Οι Απόστολοι, όταν έφτασαν στο χωριό, πού λεγόταν Γεθσημανή, και απόθεσαν στον τάφο το σώμα, που υπήρξε η πηγή της Ζωής, παρέμειναν εκεί τρεις μέρες, ακούγοντας μόνον αυτοί τις αγγελικές φωνές, οι οποίες δεν σταμάτησαν καθόλου. Η παράδοση μάλιστα λέει ότι, σύμφωνα με θεία οικονομία, ένας από τούς Αποστόλους, ο Θωμάς, δεν παρευρίσκετο την ώρα της κηδείας του σώματος, πού ήταν η πηγή της Ζωής, γιατί έφτασε την τρίτη μέρα. Το έφερε δε αυτό βαρέως και στενοχωριόταν, πού δεν αξιώθηκε κι αυτός να πάρει μέρος στην τελετή, όπως όλοι οι άλλοι συναπόστολοι. Έτσι αποφάσισαν, για χάρη του Αποστόλου πού δεν πρόφτασε, να ανοίξουν τον τάφο για να προσκυνήσει κι αυτός, αλλά αυτό πού είδαν τούς άφησε άναυδους. Βρήκαν τον τάφο άδειο από το άγιο σώμα. Τί θαύμα! Και μόνον το σάβανο ήταν εκεί, παρηγοριά για όλους, όσοι στο μέλλον θα γνώριζαν λύπη και πόνους και θάνατο, αλλά και αδιάψευστη απόδειξη για τη Μετάστασή της. Μέχρι σήμερα, βέβαια, φαίνεται ο λαξεμένος στην πέτρα τάφος, κενός από το σώμα της Θεοτόκου, αλλά πλήρης από την ευλογία και την χάρι, με την οποία τον περιέβαλλε ο Υιός και Θεός της.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Έτσι Γλεντούν στα Χωριά του Ζαγορίου | Πανηγύρι στους Κήπους

Στους πανέμορφους Κήπους Ζαγορίου, στις 6 Αυγούστου 2026, η πλατεία του χωριού γέμισε κόσμο, μουσική και παραδοσιακούς χορούς.

Στο κλαρίνο ο Ηλίας Πλαστήρας και στο τραγούδι ο Μιχάλης Παίλας, σε ένα αυθεντικό ηπειρώτικο πανηγύρι που κράτησε μέχρι τις πρωινές ώρες.

Παραγωγή: Greek Village Life



Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Στα 17 Αρραβωνιάστηκα με Προξενιό | Η Ζωή της Κυρά Μαρίας

Έχασε τον Πατέρα της στα 6 – Παντρεύτηκε στα 18.

Στη Μυρίκη Ευρυτανίας συναντήσαμε την κυρά Μαρία, η οποία μας ταξιδεύει σε μια άλλη εποχή μέσα από τη δική της ιστορία ζωής. Μιλά για τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, τον αρραβώνα στα 17 και τον γάμο με προξενιό, τη ζωή στα χωράφια και στα πρόβατα, αλλά και για τις γυναίκες που δούλευαν ασταμάτητα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Μια αυθεντική μαρτυρία από την ελληνική ύπαιθρο, γεμάτη μνήμες, κόπο, παράδοση και ρίζες.

Παραγωγή: Greek Village Life


"Τα Τέρματα του Αυγούστου" του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου στο Πέτα

 

Ο Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Πέτα, σε συνεργασία με την Αδελφότητα Πέτα και με τη συνδιοργάνωση του Δήμου Νικολάου Σκουφά, παρουσιάζει τη Δευτέρα 17 Αυγούστου, στις 21:00, στον προαύλιο χώρο του Συλλόγου, το ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου «Τα Τέρματα του Αυγούστου».

Με αφετηρία ένα ποδοσφαιρικό τουρνουά στα χωριά της νότιας Πίνδου, η ταινία καταγράφει το καλοκαιρινό ξαναζωντάνεμα της ελληνικής υπαίθρου και μιλά για την επιστροφή στον τόπο, τη μνήμη, τους δεσμούς και τις μικρές κοινότητες που κάθε Αύγουστο γεμίζουν ξανά ζωή.

 

Η ταινία συμμετείχε στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του 27ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και αποτελεί παραγωγή της KinoLab σε συμπαραγωγή με την ΕΡΤ.

 

Την εκδήλωση θα τιμήσει με την παρουσία του ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος, δίνοντας στο κοινό του Πέτα την ευκαιρία να τον 
συναντήσει και να συζητήσει μαζί του με αφορμή την προβολή της ταινίας του.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Ώρα 21:00

Προαύλιος χώρος Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Πέτα.

 

Είσοδος ελεύθερη.

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ.. "ΠΕΘΑΝΑΝ" ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ...

ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ.. "ΠΕΘΑΝΑΝ" ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ...Τα σκυλοδημοτικά ντιριντάχτα εχουν αλλοιώσει τον παραδοσιακό χαρακτήρα των πανηγυριών μας με την απώλεια της τοπικής ταυτότητας, την αλλαγή της παραδοσιακής ορχήστρας και την εμπορευματοποίηση τους.

😡✍️ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΝΟΣ ..Κάποτε το πανηγύρι ήταν η ταυτότητα κάθε τόπου. Είχε τα δικά του τραγούδια, τα δικά του όργανα και τους δικούς του χορούς. Άκουγες δυο νότες και καταλάβαινες αν βρισκόσουν στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία, στη Ρούμελη,στη Μακεδονία η τη Θράκη. Η παραδοσιακή ορχήστρα είχε κλαρίνο, βιολί, λαούτο και ντέφι. Λίγα όργανα, καθαρούς ρόλους και μουσική που γεννιόταν εκείνη τη στιγμή από ανθρώπινα χέρια.

Σήμερα πηγαίνεις στα χωριά της ηπειρωτικής Ελλάδας, κάτω από έλατα και πλατάνια, περιμένοντας να συναντήσεις ένα παραδοσιακό πανηγύρι, και πέφτεις πάνω σε έναν αχταρμά μουσικών οργάνων.

Το λαούτο θεωρήθηκε παλιομοδίτικο και αντικαταστάθηκε από την ηλεκτρική κιθάρα. Το ντέφι κρίθηκε προφανώς πολύ ήσυχο και παραχώρησε τη θέση του στα ντραμς, ώστε να τρέμουν τα βουνά, τα τζάμια και τα συκώτια των παρευρισκομένων. Ασε για το αρμόνιο.

Τα αυθεντικά πανηγύρια πλέον υπάρχουν στη Θράκη, στην ορεινή Ήπειρο, σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας, στη Κρήτη, στα Ποντιακά πανηγύρια και στα νησιά μας . Στην υπόλοιπη στεργιανή Ελλάδα τα πράγματα είναι τραγικά! Συρτοτσιφτετέλια " γύφτικα " ατελείωτα έως το πρωί. Κάτι πολύ εύκολο για τους μουσικούς που πολλοί από αυτούς εάν τους παραγγείλεις κάτι αυθεντικό ή δεν το ξερουν ή το σκοτώνουν στην εκτέλεση. Για παράδειγμα αναφέρω κάλεσαν τον Χ.Ο.ΤΡΙΚΑΛΩΝ για να συμμετάσχει σε ένα πανηγύρι .Ζήτησα από τον πρόεδρο το τηλέφωνο της ορχήστρας και μίλησα με το κλαρινο φίρμα πανελλήνια και του ζήτησα εάν παίζει εύκολους και γνωστούς χορούς όπως Καπέσοβο, Περδικοματα, Καλονυχτιά κλπ. Και μου απαντάει " όχι τι είναι αυτά" ! Παίρνω κατόπιν τηλέφωνο τον πρόεδρο του συλλόγου που μας κάλεσε και του λέω "πόσα χρήματα τους δίνεις"; και μου απαντάει ένα μεγάλο ποσό!. Του λέω μ αυτά και λιγότερα χρήματα θα σου προτείνω ορχηστρα παραδοσιακή με ονόματα (ας μην τα αναφέρω κι αδικήσω πολλούς σωστούς αυθεντικούς μουσικούς) και μου απαντάει ότι μ αυτούς δεν θα χόρευε ο κόσμος!!! Φυσικά διαφώνησα μαζί του και ούτε ο Χ.Ο.Τ. πήγε. Ξεπεσμος πολιτιστικός να βλέπεις τη νεολαία μας να γλεντα με τα "γύφτικα " συρτοτσιφτετέλια ενώ αντιθέτως να καμαρώνεις π.χ. τη νεολαία της Θράκης να χορεύουν ατελείωτα τους χορούς και τα τραγούδια τους χωρίς ίχνος αλλοτρίωσης. Όμως και οι ορχήστρες τους κρατάνε την αυθεντικοτητα στα πανηγύρια τους. Δυστυχώς τα πανηγύρια μας έχουν πολιτιστικά πεθάνει, λίγα είναι αυτά που κρατούν την παράδοση και λίγες οι ορχήστρες. Για αυτό θα πρέπει να μάθουμε να επιλέγουμε σε ποιο πανηγύρι θα πάμε μήπως και μπορέσουμε να αφυπνισουμε συλλόγους κατά κύριο λόγο και νεολαία να στραφεί στην παράδοση μας στους χορούς και τα τραγούδια της κάθε περιοχής. Τα σκυλοδημοτικά εχουν αλλοιώσει τον παραδοσιακό χαρακτήρα των πανηγυριών μας με την απώλεια της τοπικής ταυτότητας, την αλλαγή της παραδοσιακής ορχήστρας και την εμπορευματοποίηση τους.

Panagiotis Manos

Παναγιώτης Μάνος γεννήθηκε στα Τρίκαλα. Είναι απόφοιτος οικονομικής σχολής και ασχολείται ενεργά με το χορό από 15 ετών.

facebook;Γιώργος Παρνασσιώτης

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Σου σκίστηκε η τέντα; Σερβιέτα και … έφυγες

Είναι γνωστό πως διάφορα χρηστικά αντικείμενα μπορούν κατά καιρούς να αποκτήσουν εναλλακτικές χρήσεις.

Στο διαδίκτυο μάλιστα, υπάρχουν αρκετοί influencers που κάνουν καριέρα, πασχίζοντας να αναδείξουν νέους τρόπους χρήσης, που οι ίδιοι οι κατασκευαστές δεν έχουν καν διανοηθεί.


Ωστόσο, εικόνα που απαθανάτισε αναγνώστης της «Ζούγκλας» ξεπερνάει κάθε …προηγούμενο. Το στιγμιότυπο αναδεικνύει ένα νέο τρόπο επιδιόρθωσης για το σκισμένο μουσαμά στις καρότσες φορτηγών.

Αντί για οποιοδήποτε υλικό πρόχειρης συγκόλλησης ο ιδιοκτήτης προτίμησε να φτιάξει πλέγμα με …σκρατς από σερβιέτες.

https://www.zougla.gr/

Λάκκα Σούλι 1897. Μαθαίνοντας την ιστορία του τόπου μας








 Γράφει ο Αθανάσιος Δημ. Στράτης

Μετά τον ατυχή Ελληνοιτουρκικό πόλεμο του 1897, οι διώξεις των κατοίκων της περιοχής Λάκκας Σουλίου συνεχίζονταν, αν και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κρατών βρίσκονταν σε εξέλιξη. Οι Τούρκοι λεηλατούσαν τα χωριά, βασάνιζαν και φυλάκιζαν τους χωρικούς, άδειαζαν σπίτια και εκκλησίες. Η εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, στο φύλλο της 24 Ιουνίου 1897 καταχωρεί την επόμενη ανταπόκριση - ντοκουμέντο:





Γιορτάζουμε εφέτος τα 205 χρόνια από το 1821. Πόσα δεινά υπέμειναν οι τουρκοκρατούμενες περιοχές για άλλα 100 σχεδόν χρόνια μέχρι της απελευθέρωση το 1913.

(Από το ανέκδοτο βιβλίο του Αθ. Δ. Στράτη: “Από τον Άραχθο έως τον Αχέροντα, η καθημερινή ζωή των κατοίκων επί τουρκοκρατίας”.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Από το Περίπτερο του Χωριού στα Διεθνή Κέντρα Αποφάσεων | Η Ιστορία του Γιώργου

Γύρισε Όλον τον Κόσμο, Μα το Αγκυροβόλι του Είναι το Χωριό.

Στη Δαφνοσπηλιά Καρδίτσας συναντήσαμε τον Γιώργο Μούρτο και ακούσαμε μια ξεχωριστή ιστορία ζωής.

Από τα παιδικά χρόνια και το περίπτερο του χωριού, βρέθηκε για σπουδές στο Λονδίνο, εργάστηκε για ένα διάστημα στον Καναδά και ακολούθησε μια σημαντική πορεία στις διεθνείς σχέσεις και στη διπλωματία. Ταξίδεψε σχεδόν σε κάθε γωνιά του πλανήτη και υπηρέτησε σε ιδιαίτερα απαιτητικές θέσεις.
Όμως, παρά τις εμπειρίες και τα μεγάλα ταξίδια, το δικό του αγκυροβόλι παρέμεινε πάντοτε η Δαφνοσπηλιά — ο τόπος των παιδικών αναμνήσεων, της φύσης και των ανθρώπων του.

Παραγωγή: Greek Village Life


Σαν σήμερα σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης. Επετειακό αφιέρωμα


 Γράφει ο Σωτήρης Λ. Δημητρίου

Η τελευταία μάχη και ο θάνατος του Σουλιώτη ήρωα στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας. 8 προς 9 Αυγούστου το βράδυ 1823. «Μάνα δε γέννησε στην Ελλάδα δεύτερο Μάρκο… Ούτε είδα, ούτε θα ιδώ τέτοιον πολεμάρχη». Είπε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης για τον Μάρκο Μπότσαρη.
Μεταξύ τους οι Σουλιώτες μπορεί να μάλωναν, θύμωναν, τρώγονταν πολλές φορές, μα ήταν σαν να μάλωναν στην ίδια την φαμίλια, στο ίδιο σπίτι. Κι όμως ο αγώνας ήταν αγώνας. Πάλεψαν για την λευτεριά και απόσπασαν τον θαυμασμό όλης της χώρας.
«Πού πας ορέ Μάρκο; με τούτους πας να πολεμήσεις; Εκείνοι είναι μεγάλο ασκέρι». Λέει ο Καραϊσκάκης.
«Αν σε ρωτήσουν πού πάω, να τους πεις, ότι ο Μάρκος πάει για να σκοτωθεί». Απαντάει φεύγοντας ο Σουλιώτης ήρωας.
Και πήγε…
Από την πλευρά των Τούρκων, δύο ασκέρια υπό τους Μουσταή Πασά της Σκόνδρας με 12.000 Αλβανούς και 3.000 Μιρντίτες (Αλβανοί βουνίσιοι ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί) και Ομέρ Βρυώνη πασά των Ιωαννίνων με 4.000 Τουρκαλβανούς, χωρισμένοι σε τρία τμήματα, ξεκινούν σε παράλληλη κάθοδο προς το Μεσολόγγι.
Κατάλαβε ο Μάρκος τις δύσκολες ώρες και δεν κάθισε καθόλου μέσα στην πολιτεία, αλλά πήρε 400 Σουλιώτες κι άλλους 850 ακόμα και έβαλε στο μυαλό του το σχέδιο επίθεσης κατά του Σκόντρα.
Για να πάψει κάθε γκρίνια και παράπονο μπροστά σε όλους ξέσκισε το δίπλωμα της αρχιστρατηγίας και είπε εκείνο το αθάνατο:
«Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα μεθαύριο μπροστά στον εχθρό».
Και κάλεσε συμβούλιο και μεταξύ άλλων είπε: «Ο Θεός μας βοήθησε και νικήσαμε πολλές φορές τους εχθρούς της πίστης μας, θα μας βοηθήσει να νικήσουμε και τούτον τον εχθρό που έχει στηρίξει όλες τις ελπίδες τους ο Σουλτάνος.
Απάντησαν οι καπεταναίοι πως πολλές φορές είχαν νικήσει τους Γκέγκηδες και θα τους νικήσουν και τώρα σε τούτα τα βουνά που διάλεξαν να κατεβούν. Όλοι μαζί με τον θρυλικό αρχικαπετάνιο, τον Μάρκο Μπότσαρη που ο Νίκος Ζιάγκος στο βιβλίο του, τον αποκαλεί συνέχεια «ισόθεο», ανεβαίνουν για τα βουνά του Καρπενησιού.
Τζαβέλλας, Φωτομάρας, Ζέρβας, Γιολδάσης με τα αδέρφια του, Ζαχαράκη και Κώστα Σερέτη, Σιαδήμας, Κοντογιαναίοι της Φθιώτιδας τάχτηκαν στα Λακώματα της Σανιάδας που είναι στις πλαγιές του Κόρακα.
Ο Μάρκος και οι Σουλιώτες προχώρησαν στο Μικρό Χωριό. Μόλις έφτασαν έστειλε ο Μάρκος τρία ψυχωμένα παλικάρια να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τον εχθρό. Τα ξαδέρφια του, Θανάση (Τούσια) Μπότσαρη, τον Θανάση Κουτσονίκα και τον Γιάννη Μπαϊραχτάρη. Τον μπαϊραχτάρη του (σημαιοφόρο του).
Ήταν 7 Αυγούστου που τούτα τα παλικάρια μπήκαν στο εχθρικό στρατόπεδο να το κατασκοπεύσουν, αφού τίποτα δεν διέφερε από τον εχθρό, ούτε στο ντύσιμο ούτε στην γλώσσα. Τιμή σε τούτα τα παλικάρια. Γύρισαν την ίδια μέρα και είπαν όσα είδαν και άκουσαν στον Μάρκο. Αμέσως ο αρχικαπετάνιος έστειλε γράμμα στα Λακώματα:
«Αδερφοί καπεταναίοι. Εγώ ήρθα και έχω σκοπό να προσβάλω τον πασά. Αν θέλετε κατεβάτε κάτω στον Άγιο Νικόλαο του χωριού Κλαψίου να κουβεντιάσουμε και να τον χτυπήσουμε μαζί κι αν δεν θέλετε μην έρχεστε».
«Δεν είμαστε γυναίκες να μην πάμε», είπαν οι Σουλιώτες και πήγαν στον Άη Νικόλα. Εκεί τους περίμενε ο Μάρκος και μιλήσανε.
Αποφάσισε ο Μάρκος το βράδυ 8 με 9 Αυγούστου να μπει από την είσοδο της κοιλάδας ακολουθώντας το ρέμα και θα χτυπούσε άξαφνα. Εκείνοι θα ’πρεπε να πέσουν πάνω στον εχθρό από την άλλη μεριά, από το διάσελο του Άη Αντρέα και από το γεφύρι του Δεσπότη, έτσι θα έβαζαν τον εχθρό στην μέση.
Έμαθαν οι Τουρκαλβανοί Γκέγκηδες από μαντατοφόρο που δείλιασε και πήγε προσκύνησε, τις προθέσεις του Μάρκου. Δεν πίστευαν ότι θα τους χτυπήσουν 1.250 άνθρωποι και μάλιστα τον «υπερήφανο» στρατό των Σκοντράνων.
Σύνθημα: Τσίλι γιε τι; Παρασύνθημα: Χέκουρ
Στις 8 Αυγούστου την νύχτα οι οπλαρχηγοί με τον Τζαβέλλα, έφτασαν στον Άη Αντρέα και έστειλαν ανιχνευτές.
Από την άλλη μεριά ο Μάρκος με τους άντρες του έμπαινε στην ρεματιά το βράδυ 10,15΄ που όρισαν, όπως είχαν μιλήσει. Με ακρίβεια κινήθηκε και ο Τζαβέλλας. Σύνθημα για να μη σκοτωθούν μεταξύ τους είχαν το: Τσίλι γιε τι; (ποιος είσαι) και παρασύνθημα: Χέκουρ (σίδερο).
Ξαφνικά, την γαλήνη της νυχτιάς την αναστατώνει η σάλπιγγα της επίθεσης. Τότε άρχισε το μεγάλο γιουρούσι, μοναδικό στην ιστορία των Σουλιωτών. Το Κεφαλόβρυσο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μετατρέπεται σε ένα απέραντο σφαγείο Τουρκαλβανών. Το απερίγραπτο μακελειό συνεχίστηκε ως πριν χαράξει στο Κεφαλόβρυσο και γέμισε η κοιλάδα σφαγμένα κουφάρια.
Τους βρήκε τέτοιο κακό μέσα στην νύχτα στο ορδί τους που νόμισαν ότι ήταν λάθος, ατύχημα και φώναζαν: «Χατάς…χατάς…». Απάντησε ο ίδιος ο Μάρκος φωνάζοντας:
Δεν είναι χατάς (ατύχημα), σας σφάζει ο Μάρκος.


Οι Σουλιώτες, αλαλάζουν σαν δαιμονισμένοι και σφάζουν ασταμάτητα, για να μην προλάβουν οι τουρκαλβανοί να συνέρθουν. Τρέχουν πανικόβλητου οι «αήττητοι» του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας πανικοβλημένοι και πνιγμένοι στο αίμα. Οι Σουλιώτες ορμούν με ακόμα περισσότερη μανία και ατέλειωτο πάθος. Μεγάλος είναι ο πανικός και η σύγχυση που επικρατεί στους τουρκαλβανούς. Δεν ξέρουν από ποιον να φυλαχτούν και σφάζονται μεταξύ τους. Τα σπαθιά βούλιαζαν στις σάρκες των τουρκαλβανών και έκοβαν τα κεφάλια τους, σφύριζαν οι σφαίρες στην λαγκαδιά και στα φυλλώματα των πλατάνων. Μια σφαίρα βρήκε τον Μάρκο στο βουβώνα, μα δεν την κατάλαβε και συνέχιζε την σφαγή.
Ο Κουτσονίκας γράφει, ότι ο Κίτσος Τζαβέλλας με τους δικούς του πολέμησε από την άλλη μεριά ως πριν το χάραμα που υποχώρησαν όλοι.
Το σώμα υπό τον Κίτσο Τζαβέλα υποχώρησε μετά από σύντομη ανταλλαγή πυρών, γράφει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΒ’, σ. 303.
Αυτή είναι η πρώτη καταδρομική επίθεση στη παγκόσμια πολεμική ιστορία που έχει καταγραφή και ήταν σχέδιο του Μάρκο Μπότσαρη.
Με το χάραμα της 9 Αυγούστου οι Σουλιώτες αποχωρούν χωρίς τον κίνδυνο να τους ακολουθήσει κανείς. Οι Σουλιώτες λουσμένοι πατόκορφα απ’ το εχθρικό αίμα γελούν με το κατόρθωμά τους. Μαζί τους, εκτός τα πολλά λάφυρα, σέρνουν αιχμάλωτο και τον διοικητή του στρατοπέδου, τον Άγο Βασιάρη.


Τον Μάρκο έμελλε εκείνο το βράδυ να τον σταματήσει μόνο ο θάνατος από το να πιάσει τον Σκόντρα αιχμάλωτο ή να του πάρει το κεφάλι!
Ο Μουσταή Πασά της Σκόντρας ταμπουρωμένος πίσω από την μάντρα με όλους τους σωματοφύλακες και ο Μάρκος όρμησε κατά κει. Από κοντά του o ξάδερφός του Νάσης Κουτσονίκας, αδερφός του Λάμπρου, καθώς ο άλλος ξάδερφός του Τούσιας Μπότσαρης, έσφαζε τουρκαλβανούς λίγο πιο πέρα. Δεν πρόκανε ο Κουτσονίκας να κρατήσει το λαβωμένο στο βουβώνα θηρίο, τον «ισόθεο» Μάρκο (έτσι τον αποκαλεί ο Νίκος Ζιάγκος) προτού βγάλει το κεφάλι από τον τοίχο να χιμήξει. Μέσα στην νύχτα το θανατηφόρο βόλι τον βρήκε πάνω από το δεξί μάτι.
Ο Νάσης Κουτσονίκας τον σηκώνει με πόνο και συντριβή και τον μεταφέρει πιο πίσω και τον φορτώνεται ο Τούσιας Μπότσαρης μέχρι να τον κατεβάσουν μέσα στην νύχτα προτού το αντιληφτούν τα παλικάρια ότι ο Μάρκος πάει και χάσουν το ηθικό τους.
Η είδηση για τον χαμό του Μάρκου Μπότσαρη έγινε στριγγιά φωνή και μεγάλο μοιρολόι και πέταξε πάνω από βουνά, φαράγγια και κάμπους από όλη την  επαναστατημένη Ελλάδα. Και έφτασε και πάνω στην Ήπειρο, στην Θεσπρωτία και στο ερημωμένο Σούλι στην γενέτειρα του Μάρκου και όλων των Σουλιωτών.
Όταν απομακρύνονται αρκετά από το διαλυμένο στρατόπεδο οι Σουλιώτες και χάνονται οι κραυγές του πόνου και της απελπισίας, φτάνουν σε ένα αναπάντεχο θέαμα. Σε ένα πλάτωμα του Κώνισκου, βλέπουν τον αρχηγό τους, το Μάρκο, νεκρό. Δίπλα του, οι συνοδοί του σκυφτοί και αμίλητοι. Η χαρά της νίκης μετατρέπεται σε οδύνη και το μίσος της εκδίκησης τρελαίνει το μυαλό τους. Με μιας γονατίζουν τον αιχμάλωτο Άγο Βασιάρη μπρος στο σώμα του αρχηγού τους, όπως ορίζουν τα αρχαία πολεμικά έθιμα, και τον σφάζουν.
Ο Μάρκος είχε πιάσει τον Άγο Βασιάρη που ήταν αρχηγός του στρατοπέδου και τον παρέδωσε στους Σουλιώτες να τον κρατήσουν. Εκείνοι όμως μετά τον θάνατο του Μάρκου, τον σκότωσαν.
Τον Μάρκο τον πήγαν στο Μεγάλο Χωριό 5 η ώρα το πρωί και από κει συνοδεία 100 Σουλιώτες για το Μεσολόγγι. Έφτασαν 11 η ώρα στο μοναστήρι του Προυσού όπου είχε αποσυρθεί ο Καραϊσκάκης μετά την αρρώστια του. Φτάνοντας η πομπή των Σουλιωτών, βγήκε κλαίγοντας ο Καραϊσκάκης και πάει στον νεκρό Μάρκο και τον ασπάζεται. Αποχαιρετώντας τον δε, λέει:
«Μακάρι αδερφέ Μάρκο από τέτοιον θάνατο να πάενα κι εγώ».
Περπατώντας πολύ γρήγορα και ασταμάτητα οι Σουλιώτες με τον νεκρό Μάρκο, έφτασαν στο Αγρίνιο 11 η ώρα προτού τα μεσάνυχτα και από εκεί στο Μεσολόγγι στις 10 Αυγούστου στις 9 με 10 η ώρα το πρωί.
Βαρύ πένθος για τον 33χρονο αρχικαπετάνιο Μάρκο Μπότσαρη στο Μεσολόγγι. Ο πρώτος έπαρχος υποδέχτηκε τον Μάρκο και τον ασπάστηκε. Η Μάρω, αδερφή του Μάρκου ζήτησε να τον πάρει στο σπίτι της για τις τελευταίες φροντίδες και να τον κλάψει.
Συνηθισμένη από θανάτους η φάρα των Μποτσαραίων, όπως και όλων των Σουλιωτών.
«Ήταν γραμμένο έτσι να πάει και ο Μάρκος μου, από τότε που γεννήθηκα δεν άκουσα και δεν είδα τίποτε άλλο από σκοτωμούς, πόλεμο και κακό».
Είπε μέσα στα άλλα η αδερφή του Μάρκου η Μάρω. Κι έκλαψε τον αδερφό της με έναν γοερό θρήνο, που εξιστορούσε την ζωή του από το Σούλι που γεννήθηκε ως την Κέρκυρα, στην Ιταλία, στα νησιά, παντού όπου περπάτησε ο ήρωας και ανέβασαν τον θρήνο πολύ ψηλά και έφτασαν και στο Καρπενήσι που άφησε την τελευταία του πνοή τούτος ο αετός που ήταν του Σουλίου και έγινε ολόκληρης της Ελλάδας.
Συμφωνία επιβλητική οι 33 κανονιές όσες και τα χρόνια του Μάρκο Μπότσαρη του Σουλιώτη, που αντηχούσαν κάθε ένα τέταρτο.
Η κηδεία του Μάρκου
Ο ίδιος ο έπαρχος Κ. Μεταξάς γράφει: «Ο νεκρός πέρασε στο σπίτι του θριαμβευτικά, ντυμένος με τα καλά του και σκεπασμένος με την Ελληνική σημαία. Κι ο λαός σε ατελείωτη σειρά περνούσε και φιλούσε τον ελευθερωτή της πατρίδας».
Το απόγευμα έγινε η κηδεία, ξεκινώντας από το σπίτι του έπαρχου για να δειχτεί πως τον κηδεύει το έθνος. Τούτη η πομπή έμοιαζε με έναν θρίαμβο σαν εκείνο των αυτοκρατόρων της Ρώμης ή των Βυζαντινών στρατηγών. Μπροστά οι τουρκαλβανοί αιχμάλωτοι, άλογα των πασάδων με τις τούρκικες σημαίες από πάνω. Ακολουθούσαν οι παπάδες με τον Δεσπότη, κι αμέσως ύστερα ο νεκρός που τον σήκωναν ψηλά, στα δυνατά τους μπράτσα 12 παλικάρια του, ενώ κοντά στο φέρετρο ακολουθούσε η Μάρω και οι άλλοι συγγενείς του, ο Έπαρχος οι καπεταναίοι, ο λαός. Γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά ριγμένα στην πλάτη συμπλήρωναν την πορεία, ενώ ακολουθούσαν φορτιάτικα ζώα με όλα τα όπλα και τα σπαθιά, που πιάστηκαν στην μάχη. Τελευταία έρχονταν οχτώ χιλιάδες γιδοπρόβατα και έκλεινε ο θρίαμβος.
Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία θάφτηκε μπροστά στον ιερό ναό της εκκλησιάς «Παναγία» δίπλα στον τάφο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη.
Δεν υπήρχε άνθρωπος απλός κι επίσημος που να μην τον συγκίνησε ο θάνατος του Μάρκου, μας γράφει ο Νίκος Ζιάγκος στο βιβλίο του: «Μάρκος Μπότσαρης»
Ήταν νύχτα πριν ξημερώσει η 9η Αυγούστου 1823 που ο Μάρκος Μπότσαρης από την μάχη στο Κεφαλόβρυσο πέρασε στην αιωνιότητα.
Οι απώλειες της μάχης εκατέρωθεν
Το νυχτερινό γιουρούσι που ξημέρωνε η 9 Αυγούστου 1823, στα Πλατάνια του Κεφαλόβρυσου, οι Έλληνες – Σουλιώτες είχαν ακόμη 59 νεκρούς, εκτός του Μάρκου και 42 τραυματισμένους. Σκότωσαν 1.500 Τουρκαλβανούς και πλήγωσαν λιγότερους. Έπιασαν αιχμαλώτους και πήραν 1.600 τουφέκια, 1.800 πιστόλες και 300 σπαθιά. Πήραν ακόμα, 1.200 άλογα, 30 μουλάρια, 4 σημαίες και χιλιάδες γιδοπρόβατα.
Όμως κάποιοι ιστορικοί μιλάνε για 3.000 απώλειες των Τούρκων, ο Πρόκες Όστεν για 2.000 και ένα τραγούδι για 1.200.
Πολλά τραγούδια γράφτηκαν για τον Μάρκο. Τραγούδια που εξυμνούσαν την παλικαριά του, τις μάχες που έδωσε αλλά και θρήνοι και μοιρολόγια, για τον θάνατό του σε αρβανίτικα και σε ελληνικά. Όλη η Δυτική αλλά και η υπόλοιπη Ελλάδα θρήνησε αυτό το παλικάρι, τον μετρημένο, τον ντροπαλό και λιγομίλητο και γνωστικό, τον άξιο και έξυπνο αρχικαπετάνιο, που στις μάχες γινόταν θηρίο ανήμερο και τον έτρεμαν και σέβονταν και οι εχθροί του. Κάποιοι έκλαψαν την απώλεια τέτοιου παλικαριού, όπως ο πασάς Ισμαήλ Πλιάσα, από σεβασμό στον Μάρκο κι ας ήταν οχτρός.
Έγραψαν πολλοί ποιητές και συγγραφείς για τον Μάρκο. Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη συγκίνησε τους φιλέλληνες σε Ευρώπη και Αμερική. Αρκετά ποιήματα αφιερωμένα σ’ αυτόν από πολλούς Ευρωπαίους ποιητές, ακόμη και ο Ζακυνθινός συνθέτης Παύλος Καρρέρ το1858 παρουσίασε την όπερα «Μάρκος Μπότσαρης». Μία πλατεία του Στρασβούργου έχει το όνομα του Έλληνα οπλαρχηγού και μια ταμπέλα γράφει εν συντομία ποιος ήταν ο Μάρκος Μπότσαρης. Το γαλλικό κράτος τίμησε το 1911 τον Μάρκο Μπότσαρη, δίνοντας σ’ έναν από τους σταθμούς του παρισινού μετρό τ’ όνομά του («Botzaris»). Στο Στρασβούργο υπάρχει πλατεία που έχει το όνομά του: «Square Markos Botzaris».
Μετά την Έξοδο και τη κατάληψη του Μεσολογγίου από τους οθωμανούς, οι τουρκαλβανοί άνοιξαν τον τάφο του Μπότσαρη αναζητώντας τα πολύτιμα όπλα του.
Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας. Είναι ο μόνος ίσως που δεν θα του βρει κάποιος ούτε ένα ψεγάδι, σε αυτό το ανδρείο παλικάρι, τον συνετό άνδρα, τον έξυπνο στρατιωτικό, τον ακέραιο χαρακτήρα. Ο μεγαλύτερος ήρωας που γέννησε η Ήπειρος και από τους μεγαλύτερους ήρωες της κατά την ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Γκιόλιας Μ., Ιστορία Της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1393 – 1821), Εκδόσεις «ΠΟΡΕΙΑ», Αθήνα 1999. 
Μαυρομύτης Γ.Α., Καρπενήσι 1810 – 1820, Εκδόσεις «ΠΑΝΕΥΡΥΤΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ», Αθήνα 2006. 
Μηχιώτης Χ., Τυμφρηστός και Τυμφρήστιοι, Εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΛΙΑ», Αθήνα 1990. 
Ν. Λιάγκου: Μάρκος Μπότσαρης
Κ. Μεταξά: Ιστορικά απομνημονεύματα

Σπ. Τρικούπη: «Ιστορία του» Τ. Γ΄.



  Σωτήρης Λ. Δημητρίου

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Θέατρο Μηλιανών Άρτας. Θεατρικήη παράσταση 11 Αυγούστου 2026

Αξιότιμοι επικεφαλής ή εκπρόσωποι Αρχών ή Φορέων,

Αγαπητοί συνδημότες,
Αγαπητοί φίλοι του θεάτρου,

Σε μια αδιάκοπη συνέχεια 25 ετών, από το 2001, η θεατρική ομάδα Μηλιανών Άρτας (ΘΕΑ.Μ.Α.), η οποία διευθύνεται από τον υπογράφοντα και την κυρία Αγγελική Αρκουμάνη-Κούρτη και λειτουργεί σε στενή συνεργασία με τον 49ετή Σύλλογο των απανταχού Μηλιανιτών Άρτας, έχει την τιμή να σας καλέσει στη φετινή 26η ετήσια παράστασή της, την Τρίτη 11 Αυγούστου 2026, ώρα 8.30 μ.μ., στο θέατρό της που βρίσκεται στην πλατεία Κοιμήσεως Θεοτόκου στα Μηλιανά.

Η παράσταση θα αρχίσει με την ξεκαρδιστική μονόπρακτη κωμωδία του κορυφαίου παγκόσμιου θεατρικού συγγραφέα Άντον Τσέχωφ "Πρόταση γάμου" και θα συνεχισθεί με το κεντρικό έργο της βραδιάς, την αστυνομική κωμωδία του Ρομπέρ Τομά "Οκτώ γυναίκες" (οκτώ γυναίκες ύποπτες φόνου). Δύο ταλαντούχες κοπελίτσες θα έχουν επίσης μια σύντομη παρουσία επί σκηνής.

Επισυνάπτεται η αφίσα μας.

Η παρουσία σας θα είναι χαρά και τιμή για μας.

Ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Γεωργίου Καραϊσκάκη για τη διαρκή και έμπρακτη στήριξή του, καθώς και όλους όσους συνέβαλαν και συμβάλλουν στο έργο μας.

Αριστείδης Λαυρέντζος, σκηνοθέτης της παράστασης 
Αγγελική Αρκουμάνη-Κούρτη, διευθύντρια σκηνής

Το Αργυρόκαστρο του Ισμαήλ Κανταρέ.

Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου.

To Αργυρόκαστρο, η πόλη της Αργυρούς, μια πόλη μέσα στην πέτρα και την ιδιαίτερη ομορφιά της φύσης, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο έργο του Ισμαήλ Κανταρέ που ήταν και η γενέτειρά του. Από το μυθιστόρημά του το «Χρονικό στην πέτρα» μέχρι το τελευταίο μυθιστόρημα «Λάθος Δείπνο».

Το σπίτι του που βρίσκεται στο Αργυρόκαστρο και λειτουργεί σήμερα ως μουσείο, το περιέγραψε ο συγγραφέας με κάθε του λεπτομέρεια στο βιβλίο του το «Χρονικό σε πέτρα». Σε αυτό το σπίτι έμενε με την οικογένειά του και υπάρχει περιγραφή πως καθόταν κοντά στο παράθυρο ως μικρό αγόρι, ενώ παρακολουθούσε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο να διαδραματίζεται στον έξω κόσμο. Το σπίτι χτίστηκε αρχικά το 1799 και ανακαινίστηκε αφού ανακηρύχθηκε πολιτιστικό μνημείο το 1991. Το σπίτι άνοιξε για το κοινό στις 28 Ιανουαρίου 2018, στα 80ά γενέθλια του Κανταρέ. Επίσης πολλά τα κειμήλια αλλά και τα προσωπικά αντικείμενα του συγγραφέα.

Το Αργυρόκαστρο από την άλλη επιβλητικό, βρίσκεται στις απότομες πλαγιές της κοιλάδας του Πλατοβουνίου και του ποταμού Δρίνου, σε κυρίαρχη θέση πάνω από ένα τοπίο πλούσιο σε ιστορία, τριγυρισμένο από ψηλές βουνοκορφές. Αυτή είναι η «πόλη των χιλίων βημάτων» που περιλαμβάνει εκατοντάδες πυργόσπιτα με τις ιδιαίτερες γκριζόμαυρες πέτρινες στέγες, ξύλινα μπαλκόνια και πέτρινους τοίχους, όλα διατηρημένα από τους κατοίκους του και αξιοποιημένα με σεβασμό, αγάπη και προσοχή που τα τελευταία χρόνια συγκεντρώνουν όλο και περισσότερους τουρίστες απ’ όλον τον κόσμο. Σε όλη την ιστορία του, το Αργυρόκαστρο υπήρξε σημαντικό διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο και αυτό διαγράφεται μάλιστα από το καλοδιατηρημένο του κάστρο.

Μια πόλη με μια ιδιαίτερη καταγωγή η ονομασία του από την Αργυρώ που τόσο λυρικά έχει μεταφέρει ο Κώστας Κρυστάλλης σ΄ένα του διήγημα αλλά και ο λόγιος Ιωάννης Λαμπρίδης. Επίσης και ο Νικόλαος Πολίτης έχει γράψει γι’ αυτή την παράδοση όπως και ο Ισμαήλ Κανταρέ το ποίημα, "Princesha Argjiro", «…η πριγκίπισσα με μια κούνια στην αγκαλιά κατέβηκε ορμητικά τον πύργο, είδες τα χελιδόνια; Πότε μαθαίνουν τα πουλιά για το φθινόπωρο;».

Για το συγγραφέα που πριν λίγο καιρό χάθηκε από τη ζωή «H λογοτεχνία και η δικτατορία είναι δύο αγρίμια εξίσου φoνικά» ενώ η μοναξιά αποτελεί μια φυσική επιλογή του κάθε συγγραφέα. Κατά πόσο γεννιέται ή γίνεται κάποιος συγγραφέας, ο Ισμαήλ Κανταρέ απαντά: «…γεννιόμαστε συγγραφείς, όμως από την άλλη, λέγοντας ότι κάποιος γεννιέται συγγραφέας, δεν πιστεύω πως αυτό εμπεριέχει κάτι το μυστηριωδώς θείο. Ίσως πάλι να πρόκειται για ένα ιδιαίτερο χάρισμα του εγκεφάλου, βάσει του οποίου τα εκλογικευμένα πράγματα-όπως συμβαίνει και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές- δέχονται μία επεξεργασία ιδιαιτέρως γρήγορη. Aυτού του είδους οι εγκέφαλοι μπορούν να δουλεύουν πολλά «προγράμματα» ταυτόχρονα. Mπορούν να περνούν από το λογικό στο μη λογικό εξαιρετικά γρήγορα και από την πραγματικότητα στον συμβολισμό με την ίδια πάντα ευκολία. Μπορούν να καταβυθιστούν στην άβυσσο και να ξανανέβουν στον ουρανό, να περπατούν οριζοντίως και καθέτως.»

Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα βιβλία του: «Aισχύλος ο μεγάλος αδικημένος», «H εκκλησία της Aγίας Σοφίας και άλλες ιστορίες», «H κόχη της ντροπής», «H πυραμίδα», «H σκιά», «Kρύα λουλούδια του Mάρτη», «Mια πόλη χωρίς διαφημίσεις», «O αετός», «Ποιος έφερε την Nτορουντίν;», «Πρόσκληση στο εργαστήρι του συγγραφέα», «Pημαγμένος Aπρίλης», «Tαμπούρλα της βροχής», «Tο γεφύρι με τις τρεις καμάρες», «Tο κοντσέρτο», «Tο λυκόφως των θεών της στέπας», «Tο παλάτι των ονείρων», «Tο πέταγμα του αποδημητικού», «Tο τέρας», «Tο χρονικό της πέτρινης πόλης», «Tρία τραγούδια πένθιμα για το Kοσσυφοπέδιο», «Φάκελος O», «Φεγγαρόφωτο», «Spiritus».



Κατερίνα Σχισμένου