Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2020

Ο Αμερικάνος στο χωριό


Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης 

Όλοι καρτέραγαν τον ΄Μήτσο τς Κώσταινας να ρθεί απ να Αμερική να δούν τι άνθρωπος γίνκε γιατί εδώ που τα λέμε ήταν λιγάκι φουρλαίδας
Νάσου και ξεκάμπησε ακεί στο ξέκομα φόραγε ενα πουκάμισο που είχε κατ' πλατανόφυλλα απάνουτ άσπρου πανταλόν κι είχε και ένα καπέλου σαν ουμπρέλα ήταν. Τον καλοσωρίσαμαν, ρε καλώς το Μήτσιο
- ώπα αυτός αρπάχθκε μη με λέτε Μήτσο Τζίμη θα με λέτε. Λέει ο Γιώργο Σιαπέρας αμ αυτός γύρισε χειρότερος που θα πάει θα τον στρώσουμε. Αυτός είχε και κάτ γιαλιά με κάτ σουλήνες τα έβαζε στά μάτια και αγνάντευε το κοπάδι τ Καραφέρ στη Φραγκοράσα. Μια μέρα κατέβαινε το σοκάκι της Θανάσαινας βλέπει τον Μπάρμπα Τέλη που έχτιζε ένα τοιχάρ Γκούτ μόρνυ μίστερ του λέει ο Αμερικάνος τον κοιτάει καλά ο Μπάρμπα Τέλης, ωρέ τι να λέει αυτός ο χριστιανός σε θιαμένουμε κάτ θα είπε για το μυστρί.
Έκανε και άλλα ανάλατα, μια μέρα περνάει απ τς Πέτραινας, αυτή βάραγε στήν μπούντα το γάλα.
Περνάει ο Τζίμης και της λέει, καλά τι σας κάνει το γάλα και το χτυπάτε;
ια να βγάλω βούτυρο παλιοχαμένε γιατί η βάβω σου έτσι δεν το βάραγε δεν σου λέω για τη μάνα σου που κακό νταλάκι να την βάραγε ποτέ κανένας δεν έκανε σταυρό στο σπίτι τσ κρίμα θα σου έδινα λίγο όταν το έβγαζα αλλά φοβάμαι μη σε φαρμακώσω.
Μια μέρα περνάει έξω από το κτήμα της Μαλέσιανας βλέπει τα καλαμπόκια και ρωτάει την κυρά Ρίνα. 
Τι δενδρύλια είναι αυτά;  
-Λεφτόδενδρα είναι ρε χαμένε εμείς καζαντάμε εδώ την να την κάνουμε την Αμερική Αη σιαπέρα ρε χαμένε από που ρε έτρωγες μπομπότα;



Στον καφενέ του χωριού ο Δάσκαλος και ο Γραμματέας έχουν πιάσει ψιλοκουβέντα Το λοιπόν λέει ο δάσκαλος είδες νοοτροπία πόσα χρόνια ο Μήτσος στην Αμερική έχει και ακόμα και το όνομα άλλαξε.
Δεν ξέρεις δάσκαλε μπορεί και εμείς να κάναμε το ίδιο προχτές στο πανηγύρι πρόσεξες κάτι; Τι λέει ο δάσκαλος εμείς πετάγαμε κατοστάρικο στα όργανα και αυτός δολάριο και είδες πως έτρεχε εκείνος με το ντέφι για τριάντα φράγκα Ραγιαδισμός δάσκαλεεε!
Καλοκαίρι θέρος σήμερα. Όλοι μαζί στου Γούλα το χωράφι ο ΓιωργοΣιαπέρας του τη φύλαγε του Αμερικάνου. Αφού καθήσαν το μεσημέρι μετά από το φαΐ να πάρουν ένα υπνάκο.
Οι χωριάτες κοιμότανε με τα τσαρούχια ο αμερικάνος τα έβγαλε τα παπούτσια.
Πάει ο Γιώργος του κρύβει τα παπούτσια. Ξυπνάει ο Τζίμης βάζει τις φωνές. 
-Ρε τι έπαθες;
-Να μου κλέψαν τα παπούτσια! Τα παπούτσια θα βρεθούν αφού σε βάλουμε σε μια δοκιμασία.
Ό,τι θέλετε λέει ο Αμερικάνος. Δεν μου λες του λέει ο Γιώργος.
-Το κριάρι δίχως κέρατα πως το λέμε; 
-Σιούτου, το βρήκες του λέει ο Γιώργος.
-Ο καρπός από τον πλάτανο;
-Σκουμπουρδούλια λέει ο Τζήμης.
-Μπράβο του λέει ο Γιώργος.
-Το παιδί το ορφανό; 
-Μπονιάκο λέει ο Αμερικάνος. 
-Το βρήκες και τώρα τον φαντασμένο άνθρωπο;
-Έχει το μυαλό Φλοέρα λέει ο Μήτσος
-Έτσι μπράβο πάρε τώρα τα παπούτσια σου!

Νταλάκι= αρρώστια
Ξεκάμπησε=ξεπρόβαλε
φουρλαίδας=φαντασμένος



Γιώργος Γιαννάκης 

Εννέα μήνες πριν τους σεισμούς το αίτημα για… επείγουσες εργασίες στην Πλάκα!!! Εκτίθεται το Υπουργείο ή το ΕΜΠ;

Το πρωί της Τετάρτης 15 Ιανουαρίου 2020 ξεκίνησε η διαδικασία της αφαψίδωσης του κεντρικού τόξου της Ιστορικής Γέφυρας Πλάκας. Στα μέσα Φεβρουαρίου η διαδικασία αυτή είχε ολοκληρωθεί και ο καθηγητής της Σχολής Μηχανικών Μεταλλείων- Μεταλλουργών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, συντονιστής Διεπιστημονικής Ομάδας Έργου του ΕΜΠ για την Αναστήλωση της Γέφυρας Πλάκας, Δημήτρης Καλιαμπάκος δήλωνε περήφανος καθώς «τέτοιο γεφύρι είχε να ξεκαλουπωθεί πάνω από έναν αιώνα». Όλοι οι υπεύθυνοι μιλούσαν πλέον για τον χρόνο παράδοσης του έργου τον οποίο προσδιόριζαν περί τα τέλη της άνοιξης!
Επισήμως θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τα τέλη του καλοκαιριού. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο.
Το σοβαρό θέμα που έχει ανακύψει τις τελευταίες ημέρες, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει δοθεί καμία απάντηση από τους αρμόδιους, αφορά στην αντισεισμική προστασία του γεφυριού.
Κι αυτό γιατί αιφνιδιαστικά το Υπουργείο Υποδομών προχώρησε σε μία ανάθεση προς την εταιρία που ήδη εκτελεί το έργο της τάξης των 350 χιλιάδων ώστε να προχωρήσει σε εργασίες αντισεισμικής προστασίας.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες για να δικαιολογήσουν τον επείγοντα χαρακτήρα της ανάθεσης και των εργασιών επικαλούνται τον σεισμό της 21ης Μαρτίου στο Καναλάκι… Φοβούνται ακόμη την πιθανότητα εκδήλωσης σεισμού από μη αξιολογημένα ρήγματα πλησίον της γέφυρας!!!
Μάλιστα μιλούν για «βεβαιότητα ότι θα υπάρξουν πολύ ισχυροί σεισμοί από ενεργά ρήγματα πλησίον της γέφυρας»…
Ως εδώ όλα καλά, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς κι ας μην είχε ανακύψει ποτέ τέτοιο ζήτημα από την έναρξη του έργου των πέντε εκατομμυρίων μέχρι την ώρα του σεισμού.
Όμως δεν είναι όλα καλά…
Κι αυτό γιατί το αίτημα για την έγκριση συμπληρωματικών εργασιών δεν υπεβλήθη μετά τους σεισμούς αλλά δέκα μήνες πριν από αυτούς!!!
Η ανάδοχος «Νηρικός Τεχνική ΑΕ» είχε αποστείλει επιστολή στις 28 Ιουνίου του 2019 προς την Διευθύνουσα Υπηρεσία του Υπουργείου με την οποία επεσήμαινε την αναγκαιότητα εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, πέραν των προβλεπόμενων από την εγκεκριμένη μελέτη, προκειμένου να θωρακιστούν τα διασωθέντα τμήματα του υπό αποκατάσταση μνημείου. Ο ανάδοχος εκτιμούμε ότι είναι επείγον να υλοποιηθούν οι πρόσθετες εργασίες επειδή αυτές δεν μπορούσαν αρχικώς –κατά το στάδιο εκπόνησης της μελέτης αποκατάστασης- να προβλεφθούν αλλά προέκυψαν κατά το στάδιο της αποκατάστασης και θα πρέπει να θεωρηθούν απρόβλεπτες!
Στο αίτημα αυτό το Υπουργείο δεν απάντησε και τον Σεπτέμβριο του 2019 η «Νηρικός» επανήλθε με αίτημα για στατική θωράκιση των διασωθέντων τμημάτων του δυτικού και ανατολικού βάθρου.
Τον Νοέμβριο του 2019 η Διευθύνουσα Υπηρεσία εισηγείται την έγκριση εκτέλεσης επειγουσών και απρόβλεπτων εργασιών στα διασωθέντα τμήματα!
Από τις συγκεκριμένες ημερομηνίες προκύπτει ολοφάνερα ότι οι «έκτακτες εργασίες» δεν προέκυψαν από τους σεισμούς του Μαρτίου αλλά είχαν προαποφασιστεί και δρομολογηθεί αρκετό καιρό νωρίτερα.
Ο σεισμός φαίνεται ότι αποτελεί ένα καλό πρόσχημα για να δικαιολογηθεί η ανάθεση των 350 χιλιάδων και να δοθεί παράταση για την ολοκλήρωση του έργου μέχρι το τέλος Αυγούστου.
Αν κάποιος μένει εκτεθειμένος από την διαδικασία, την οποία δεν μπορεί να δικαιολογήσει το Υπουργείο Υποδομών, είναι το Πολυτεχνείο το οποίο εκπόνησε τις μελέτες…
Και η απορία που μένει…
Πως είναι δυνατό να προχωρήσει η αναστήλωση ενός γεφυριού χωρίς τις απαραίτητες εργασίες στα βάθρα..
Γιατί αν θέλουμε να πιστέψουμε την ωραία ιστορία των υπηρεσιών του Υπουργείου Υποδομών σ’ αυτό το συμπέρασμα καταλήγουμε…
Ότι δηλαδή όλο το έργο έγινε πάνω σε δύο παλιά βάθρα για τα οποία δεν είχε προβλεφθεί η απαιτούμενη θωράκιση…

Η Σουλιωτοπούλα -Του Γιάννη Βλαχογιάννη

Στης μάχης τον καπνό, που πνίγει το λαγκάδι, ο Σουλιώτης όλα τα ‘χει λησμονήσει, πείνα και δίψα. Και το Σούλι πέφτει ξέμακρα, και σα λησμονημένο είναι και κείνο, τ' άχαρο.

Και κει που πολεμάει το παλικάρι, αγλύκαντο, μέρα και νύχτα, ακούει μια γνώριμη φωνή, που τον ξυπνάει. Λοιπόν το Σούλι δε χάθηκε, και ζει; Κι ήταν η Λάμπη, η αδερφή του νιου.
Τι καλά μου φέρνεις, ωρή Λάμπη:
Ζεστή κουλούρα, ωρ' αδερφέ, που σου τη ζύμωσα με τα χεράκια μου, κι η μάνα την έψησε στην αθρακιά, μονάχη. Έλα να φας μια ψίχα, και να ξαποστάσεις.
Δε μπορώ, καημένη, να παρατήσω το ντουφέκι...
Αυτό είν' η συλλογή σου, Νάση; Έρχομαι ‘γω και σου κρατώ τον τόπο σου... Να, σου ‘στρωσα! Και δος μου το ντουφέκι.
Χαμογελάει ο αδερφός, ο καπνισμένος. Και δεν έχει ανάγκη να μάθει την κορασιά πώς πιάνουν το ντουφέκι. Ο πόλεμος βαστούσε πάντα. Με χέρι σταθερό γιόμιζε κείνη και σημάδευε. Κι ο αδερφός της παραπέρα έτρωγε ήσυχος, και μοναχά την πείνα του άκουγε τη θεριεμένη μέσα του.
Κι ο πόλεμος βαστούσε. Και κει ένα βόλι ήρθε και πέτυχε κατάστηθα την κορασιά. Κι αυτή έκανε καρδιά και δε μιλούσε. Το αίμα πλημμύριζε τον κόρφο της. Η Λάμπη σημάδευε και ντουφεκούσε.
Έφαγες, Νάση;
Κοντεύω, ακόμα λίγο, Λάμπη.
Η κόρη ξαναρώτησε δεύτερα και τρίτα. Και τότε μ’ ένα πήδημα το παλικάρι βρέθηκε κοντά της. Άρπαξε το ντουφέκι, κι ήσυχο καθώς είχε τραβηχτεί, ξανάρχισε τον πόλεμο.
Αμίλητη η Σουλιωτοπούλα πήγε παραπίσω κ έπεσε.
Κι ο πόλεμος βαστούσε.

Σημ. του συγγραφέα:

Πρόσεξε στ’ άγιο αίσθημα της φιλαδελφείας που είχαν οι Σουλιωτοπούλες εκείνον τον καιρό. Πώς λέει και το δημοτικό τραγούδι:

Ποιος ήταν οπού το ‘λεγε πως δεν πονούν τ' αδέρφια;
Τ’ αδέρφια σκίζουν τα βουνά όσο ν’ ανταμωθούνε…

Κοίταξε ακόμα, πως εκεί που πάει η κόρη να βοηθήσει το βασανισμένον αδερφό της, φέρνει μαζί με την κουλούρα και της μάνας την αγάπη, και την ευκή. Και σκέψου τώρα, πως αν οι σημερινές κοινωνικές ανάγκες και τα πολλά λεύτερα επαγγέλματα υποχρεώνουν τ' αγόρι και το κορίτσι να ξεκόβουν απ’ το σπίτι, το σπίτι όμως είναι σπίτι, άσυλο ιερό, που πρέπει κάθε ελληνόπουλο να το ‘χει δεύτερη εκκλησιά και σ' αυτή να προσκυνάει όσο ζει.

Καθαρισμός οικοπεδικών χώρων.


Από ανάρτηση στο facebook του Δημ. Σύμβουλου Βασίλειου Κώνστα.

Εδώ και μια εβδομάδα, η Δημοτική Αρχή του Δήμου Ζηρού, ανάρτησε μια ανακοίνωση με την οποία καλεί τους Δημότες να προβούν στον καθαρισμό των οικοπεδικών χώρων ιδιοκτησίας τους, εντός και πλησίον των οικισμών.
Πολύ σωστά έπραξε, γιατί η λήψη προληπτικών μέτρων πυροπροστασίας σε οικοπεδικούς και λοιπούς ακάλυπτους χώρους που βρίσκονται εντός πόλεων, κωμοπόλεων και οικισμών προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία και αποτελεί καθοριστικό παράγοντα αποφυγής τόσο της έναρξης όσο και της ταχείας εξάπλωσης μιας πυρκαγιάς.
Ξεχνάει όμως η Δημοτική Αρχή ότι, την ίδια ακριβώς υποχρέωση που έχουν οι Δημότες την έχει και αυτή και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό.


Γι'αυτό το λόγο, καλείται να εφαρμόσει αυτή πρώτα το νόμο, να καθαρίσει άμεσα τις δημοτικές εκτάσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου, πολλές από τις οποίες μέχρι σήμερα παραμένουν ακαθάριστες, να δώσει έτσι το καλό παράδειγμα στους Δημότες και μετά να απαιτήσει από αυτούς να την μιμηθούν.
Έχουμε εισέλθει ήδη στον δεύτερο μήνα της αντιπυρικής περιόδου και καμία ολιγωρία δεν είναι αποδεκτή.
Ο καλύτερος τρόπος, για να πεισθούν οι Δημότες σχετικά με την αναγκαιότητα των καθαρισμών, είναι να το δουν πρώτα να γίνεται πράξη από την Δημοτική Αρχή, γιατί έτσι αυτή θα δείξει ότι δεν βάζει σε δεύτερη μοίρα την προστασία της ζωής και της περιουσίας των Δημοτών, από τον κίνδυνο πυρκαγιάς.

Σημείωση: Έναν διαδικτυακό φίλο έκανα και βρήκα αξιόπιστο ανταποκριτή.

Πανηγύρι χωρίς χορό, εικονοστάσι χωρίς εικόνισμα

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

-Άιντε καλή αντάμωση στο πανηγύρ’ του χωριού. Εκεί θα τα πούμε.

Αυτό άκουγες από τους χωριανούς, τους συντοπίτες, τους πατριώτες σε κάθε συνάντηση στην πρωτεύουσα. Το πανηγύρι του Άι Λιος, της Αγίας Παρασκευής, της Παναγίας και πάει λέγοντας. Και δεν λέγαμε τίποτε άλλο παρά μόνο ποιοι πρόκειται να πάνε, ποιος και πώς θα διοργανώσει το πανηγύρι, «ποια λαλούτα θα φέρει». Σημείο αναφοράς. Τα πάντα γύρω από το πανηγύρι. Περιστροφή ολόκληρη και επί τόπου η σκέψη. Το πανηγύρι μας!
Θυμάμαι ο παππούς μου -μαραγκός ήταν- με πόση επιμέλεια έφτιαχνε τους πάγκους και τα τραπέζια για το πανηγύρι. «Θα κάτσει τόσος κόσμος. Πρέπει να τα προσέξουμε», ήταν μόνιμα τα λόγια του. Και η γιαγιά μου σταυροκοπιόταν. «Χριστός κι Απόστολος. Πάλι τα χάλασαν. Αρκούδες κάθονταν απάνω. Τι πράμα κι αυτό. Αμπήδαγαν πάνω στα τραπέζια;»
Φαίνεται πως οι ιθύνοντες έδωσαν οριστικά την απάντηση στη γιαγιά. «Πανηγύρι χωρίς χορό». Έτσι επιβάλλεται. Και «τα σκυλιά δεμένα». Κι ένας καλόπιστος που έχει μια κάποια σχέση με τα πανηγύρια, θα πει πως ή μας κλείνουν το μάτι και μας λένε «τυπικά απαγορεύεται ο χορός, αλλά εσείς δώστε του να καταλάβει στο αμπήδημα» ή είναι παντελώς άσχετοι -Αριστείς εξ Εσπερίας προερχόμενοι- και δεν γνωρίζουν ποσώς την οποιαδήποτε πανηγυριάτικη συμπεριφορά.
Αν το άκουγε αυτό η γιαγιά, να τι θα έλεγε: «Δεν γίνεται πανηγύρι χωρίς χορό. Βγαίνει το κούτσκο χωρίς να δουλέψει ο οργωτής και να ποτίσει το χωράφι; Δε βγαίνει». Άμα το φις δεν μπει στην πρίζα δεν μεταφέρεται ο ηλεκτρισμός. Αλλά μάλλον θα πρόκειται για την περίπτωση της «ατομικής ευθύνης». «Μακριά από μας κι όπου θέλει ας μπει».
Ένα είναι σίγουρο. Καθιστοί μόνο στα μνημόσυνα. Το πανηγύρι είναι γιορτάσιο! Και οι γιορτές δεν είναι μνημόσυνα.
Και είναι αλήθεια πως τα πανηγύρια μας γίνονται «μνημονικά ξωκλήσια», αφού σ’ αυτά -με χορό και με τραγούδι- αποτυπώνονται ο καημός, η ψυχή, τα βάσανα, η φτώχεια, ο αγώνας, η προκοπή, οι σχέσεις, οι χαρές και οι λύπες… Κι όλα αυτά συνυπάρχουν μαζί με την ηπειρώτικη ψυχή και συμφύρονται σε μια μαγική σκηνή με πρωταγωνιστές όλους και μάγους τους μουσικούς μας, που απλόχερα, όλο το βράδυ μας κερνούν τη μουσική τους, φωτίζοντας κάθε κρυφή κι αθέατη γωνιά της παραδοσιακής ηπειρώτικης πανδαισίας. Χίλιων λογιών μουσικές, χίλιων εικόνων πινελιές.
Δεν καταλαβαίνετε το νόημα του πανηγυριού.
Μην το αλώνεται με τέτοια…
«Πανηγύρι χωρίς χορό είναι τσαντίλα χωρίς τυρί». Τώρα είναι κάτι χειρότερο. «Τυρί τομάρι από λύκο».





Χρήστος Α. Τούμπουρος

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020

«Τρενάρει» τις ενισχύσεις για τους αιγοπροβατοτρόφους ο Βορίδης χωρίς να δεσμεύεται για ποσά!


«Έχω μιλήσει για την ενίσχυση της αιγοπροβατοτροφίας, θα τα πω συγκεκριμένα, υπάρχει μία τάξη μεγέθους που κυκλοφορεί, θα τη δούμε. Το πώς θα βγει η απόφαση είναι θέμα μερικών ημερών» τόνισε ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μάκης Βορίδης την Τετάρτη 3 Ιουνίου, από το Βήμα της Βουλής κλίνοντας την συνεδρίαση επί του νομοσχεδίου του ΥΠΑΑΤ για την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό του Αγροτικού Τομέα.
Συνεχίζοντας επί του θέματος των ενισχύσεων για τους αιγοπροβατοτρόφους ανέφερε: «Και ξέρετε, ακόμα και αυτή τη σκέψη μην την ακυρώνετε! Για μας είναι πολύ εύκολο να κάνουμε οριζόντιες πολιτικές. Το ότι παιδευόμαστε να βρούμε και να σταθμίσουμε ακριβώς τον τρόπο που θα το κάνουμε, ισορροπώντας στοιχεία, διαφορετικές και ενδεχομένως αντικρουόμενες ανάγκες είναι μία εργασία την οποία κάνουν οι υπηρεσίες, προκειμένου να καταλήξουν στον δικαιότερο δυνατό τρόπο.
Καταλαβαίνω την ανάγκη της άμεσης επίσπευσης, όσο είναι δυνατό να το κάνουμε πιο γρήγορα, αλλά να το κάνουμε πιο γρήγορα και πιο σωστά. Αυτό το πιο σωστά λέει ότι μπορεί να χρειαστεί να πάρουμε και μια εβδομάδα ακόμα, να πάρουμε και δέκα μέρες ακόμα -και εννοώ από αυτές που μπορεί αρχικά κάποιος να είχε προγραμματίσει- προκειμένου να φτάσουμε σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Τελικώς, το αποτέλεσμα θα κριθεί».

Είδηση “βόμβα”: 150.000 Αλβανοί έχουν λάβει την ελληνική υπηκοότητα!


Τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat αναφέρονται μεταξύ των άλλων στους Αλβανούς που έλαβαν υπηκοότητα σε χώρες της ΕΕ, μεταξύ αυτών και οι Αλβανοί που έλαβαν την ελληνική υπηκοότητα
«Από το 2002 έως σήμερα, περίπου 330 χιλιάδες πολίτες έχουν εγκαταλείψει την Αλβανία που έχουν λάβει ιθαγένεια σε χώρες της ΕΕ. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι 150.000 Αλβανοί έχουν γίνει Έλληνες και 148.000 έχουν γίνει Ιταλοί», σημειώνει το αλβανικό δημοσίευμα.
Ωστόσο δεκάδες χιλιάδες Αλβανοί σε όλη την Ευρώπη έχουν αποκτήσει την αγγλική, γερμανική, γαλλική και σουηδική υπηκοότητα.
Ενώ συνολικά 1,6 εκατομμύρια Αλβανοί ζουν εκτός της επικράτειας της Αλβανίας. Στα στοιχεία δείχνουν ότι 5.700 Αλβανοί έχουν λάβει γερμανική υπηκοότητα, όπως αναφέρει το himara.gr
Η ευρωπαϊκή στατιστική αναφέρει ότι το 2017 ο αριθμός των Αλβανών που ζει στη Γερμανία μειώθηκε στο ήμισυ από 74.000 σε 49.000. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν αιτούντες ασύλου των οποίων η αίτηση απορρίφθηκε και επαναπατρίστηκαν στην Αλβανία.
Από το 2011, 90.000 Αλβανοί υπέβαλαν αίτηση ασύλου στη Γερμανία, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς έχουν λάβει αρνητικές απαντήσεις.
Στη συνέχεια, δεύτερος αριθμός υπηκοότητας εκδόθηκε από το Βέλγιο με 5000 αποδοχές.
Η Γαλλία χορήγησε περίπου 3.400 υπηκοότητες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Υπάρχει μια έλλειψη των δεδομένων σχετικά με τον αριθμό των Αλβανών που ζει στη Γαλλία, αλλά πρόσφατα σημειώθηκε άνοδος στις αιτήσεις ασύλου της Αλβανίας, που κατατάσσονται στις 3 πρώτες χώρες καταγωγής.
Από το 2011, περίπου 40.000 Αλβανοί υπέβαλαν αίτηση ασύλου στη Γαλλία.
Στη Σουηδία και την Αυστρία, αντίστοιχα, έχουν εκδοθεί 1.000 υπηκοότητες στους Αλβανούς πολίτες. Συνολικά, υπάρχουν περίπου 1,6 εκατομμύρια άτομα που ζουν εκτός της αλβανικής επικράτειας, σύμφωνα με στοιχεία της φόρμας «Διασπορά» της αλβανικής στατιστικής υπηρεσίας – INSTAT.
Από τον συνολικό αριθμό των Αλβανών μεταναστών, 825 χιλιάδες άτομα (σχεδόν 53%) είναι άνδρες και 755,6 χιλιάδες είναι γυναίκες.

Κάποτε στο Ρίο- Αντίρριο. Ιστορικά στοιχεία για το πορθμείο




Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια λοιπόν,γύρω στα 1946, οι συνεταιρισμοί Αγρινίου και Ηπείρου ζήτησαν από το κράτος την ίδρυση του πορθμείου Ρίου-Αντιρρίου.


Και το αίτημα τους έγινε δεκτό, παρά την σφοδρή αντίδραση των Ναυπακτίων, οι οποίοι ήθελαν να διατηρήσουν το πορθμείο στην πόλη τους. Ως αποζημίωση προς τους «πληγέντες πλοιοκτήτες» της Ναυπάκτου τους δόθηκε είτε άδεια δρομολόγησης ferry boat στο Ρίο-Αντίρριο είτε άδεια λεωφορείου.
































Το πρώτο F/B που ξεκίνησε την γραμμή ήταν το (πρώην αποβατικό του πολέμου) «ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΙΑΣΕΜΙΔΗΣ» ιδιοκτησίας της συνεταιριστικής ΚΥΔΕΠ (νυν αειμνήστου, λόγω χρεωκοπίας). Το πλοίο ξεκίνησε αρχικά ναυλωμένο από τους συνεταιρισμούς που είχαν την πρωτοβουλία.και στην συνέχεια μετά από πλειοδοτικό διαγωνισμό περιήλθε στην ιδιοκτησία της Ένωσης Εμπόρων Αγρινίου.



Στο διαγωνισμό συμμετείχε χωρίς αποτέλεσμα και ομάδα Ναυπακτίων «πληγέντων πλοιοκτητών», οι οποίοι όμως αργότερα αγόρασαν και δρομολόγησαν, το 1950, το 2ο F/B της γραμμής, το «ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ». Ναυπάκτιοι πάλι πλοιοκτήτες δρομολόγησαν το 1958 το «ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ». Επίσης, 10 χρόνια αργότερα, Ναυπάκτιοι πλοιοκτήτες ναυπήγησαν στα ναυπηγεία Ζέρβα στο Πέραμα το «ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ», το οποίο ήταν το σταθερότερο και ταχύτερο F/B εκείνης της εποχής.


Σύμφωνα με τον Γ.Χαλάτση, μεταπολεμικά στη γραμμή Πατρών-Κρυονερίου ο Σ.ΒΔ.Ε δρομολόγησαν το «ΚΑΛΥΔΩΝ ΙΙΙ» (πρώην κορβέτα του Βρετανικού Ναυτικού) και το πρώην οπλιταγωγό-αποβατικό ΡΟΔΟΣ, ναυπήγησης του 1944, το οποίο αγόρασαν από το Π.Ν. Ο Σ.ΒΔ.Ε μετασκεύασε το ΡΟΔΟΣ σε σιδηροδρομικό πορθμείο, ώστε να μεταφέρονται και βαγόνια μεταξύ Πάτρας και Κρυονερίου.

Το ΡΟΔΟΣ είχε 2 σειρές ράγες και μπορούσε να μεταφέρει 7 φορτηγά βαγόνια ή 2 ατμομηχανές ή αντίστοιχα 10 φορτηγά ή λεωφορεία και 20 ΙΧ. Σύμφωνα με τον Γ.Χ., το ΡΟΔΟΣ είναι το πρώτο και μοναδικό σιδηροδρομικό πορθμείο στην Ελλάδα. Το 1970 -όταν ο Σ.ΒΔ.Ε διέκοψε την λειτουργία του και συγχρόνως σταμάτησε και η γραμμή Πατρών-Κρυονερίου- το ΡΟΔΟΣ δρομολογήθηκε στο Ρίο-Αντίρριο μέχρι «τα τέλη της δεκαετίας του 1970 που βυθίσθηκε κοντά στο Αντίρριο.» Συνεπώς, όσοι έτυχε να θυμούνται κάποιο σιδηροδρομικό ferry boat με ράγες.αυτό ήταν το ΡΟΔΟΣ.














Γνωρίζαμε ότι στη γραμμή του Ρίου - Αντίρριου από το ξεκίνημα της ήταν δρομολογημένα πρώην αποβατικά του Β'Π.Π. Η αρχή είχε γίνει βέβαια το 1946 με το ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΙΑΣΕΜΙΔΗΣ (σημερινό ΕΥΓΕΝΙΑ Π) και ακολούθησαν την δεκαετία '50 τα ΡΟΔΟΣ, ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ, ΜΕΛΙΝΑ κ.α.

Προκαλεί όμως εντύπωση το γεγονός ότι τουλάχιστον μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας '60 (όταν και είχε αρχίσει πλέον από καιρό η ραγδαία ναυπήγηση ελληνικών πλοίων ανοιχτού τύπου) η ιστορική γραμμή απασχολούσε τον μεγαλύτερο αριθμό πρώην αποβατικών που είχαν μετασκευαστεί σε Ε/Γ-Ο/Γ.

Σε δημοσίευμα από το έντυπο "ΧΡΗΜΑ" της 22ας Μαίου 1969, σχετικό με τα πορθμεία ανοιχτού τύπου που εξυπηρετούσαν τις διάφορες πορθμειακές γραμμές εκείνο το χρονικό διάστημα, από τα δεκαπέντε (15) πλοία ανοιχτού τύπου που ήταν δρομολογημένα στη γραμμή Ρίου - Αντίρριου, τα έντεκα (11) ήταν πρώην αποβατικά. Να τα παραθέσουμε όπως αναγραφόντουσαν στο δημοσίευμα :

Γραμμή Ρίου - Αντίρριου (έντεκα πρώην αποβατικά σε σύνολο δεκαπέντε πλοίων)


  • ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ (502 κοχ.)
  • ΡΟΔΟΣ (477 κοχ. επιβάται 215)
  • ΜΕΛΙΝΑ (372 κοχ. επιβάται 175)
  • ΕΛΕΑΝΝΑ (412 κοχ. επιβάται 210)
  • ΕΥΒΟΙΚΟΣ (531 κοχ. επιβάται 217)
  • ΑΓ. ΑΝΔΡΕΑΣ (595 κοχ. επιβάται 190)
  • ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ (485,50 κοχ. επιβάται 150)
  • ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ (489 κοχ. επιβάται 172)
  • ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ Κ. (521,66 κοχ. επιβάται 300)
  • ΠΟΛΥΞΕΝΗ Θ. (514,29 κοχ. επιβάται 252)
  • ΙΑΣΕΜΙΔΗΣ (349 κοχ. επιβάται (θέρος) 152)
Πριν την αποπεράτωση της γέφυρας ο αριθμός τον πλοίων που εξυπηρετούσαν το πορθμείο Ρίο-Αντίρριο ήταν περίπου 35. Σήμερα είναι μόλις 11.



Δείτε ένα video με το πορθμείο το 2013.






Ο βασιλιάς και ο βράχος...


Κάποτε υπήρχε ένας παντοδύναμος βασιλιάς ο οποίος κυβερνούσε το βασίλειό του επί δεκαετίες. Μια μέρα ήθελε να δει τον χαρακτήρα των κατοίκων το βασιλείου και έτσι τους έβαλε μια δοκιμασία.
Τοποθέτησε έναν μεγάλο βράχο στη μέση του δρόμου και κρύφτηκε εκεί κοντά σε κάτι θάμνους. Οι πρώτοι που πέρασαν ήταν μια ομάδα από τους καλύτερους και πλουσιότερους εμπόρους του οι οποίοι περνούσαν με τις άμαξές τους. Αντί να κατέβουν και να μετακινήσουν τον βράχο, προσπάθησαν να τον περάσουν κάνοντας τον γύρο. Ταλαιπωρήθηκαν πολύ, αλλά στο τέλος πέρασαν. Μάλιστα, κατηγόρησαν το βασιλιά πως δεν φροντίζει για τη σωστή συντήρηση των δρόμων.
Έπειτα, από κάμποση ώρα, εμφανίστηκε ένας χωρικός περπατώντας το δρόμο. Ο χωρικός φανερά κουρασμένος, κουβαλούσε λαχανικά και άλλα τρόφιμα για το σπίτι του. Μόλις είδε τον βράχο κοντοστάθηκε και άφησε τα τρόφιμα στο έδαφος. Ενώ μπορούσε απλά να προσπεράσει το βράχο κάνοντας έναν μικρό κύκλο, έβαλε τα δυνατά του και μετά από πολύ προσπάθεια, κατάφερε να κουνήσει το βράχο και να τον απομακρύνει από τον δρόμο, ελευθερώνοντάς τον.
Με μεγάλη του έκπληξη, είδε στο σημείο που βρισκόταν ο βράχος, ένα πουγκί. Ανοίγοντάς το, δεν πίστευε στα μάτια του! Το πουγκί ήταν γεμάτο χρυσάφι και ένα σημείωμα από τον ίδιο το βασιλιά που έγραφε: «Το χρυσάφι είναι η ανταμοιβή σου επειδή μετακίνησες το βράχο».
Αυτό ακριβώς συμβαίνει, πολλές φορές, και στις ζωές μας. Βλέπουμε τα εμπόδια ως δυσκολίες που πρέπει να προσπεράσουμε, κατηγορώντας δεξιά κι αριστερά. Ενώ αν τα αντιμετωπίσουμε, με τις δυνάμεις που έχει ο καθένας, μας δίνουν πολλές φορές την ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι και να βελτιώσουμε την κατάστασή μας.

Ο Γεροσουλιώτης - Του Γιάννη Βλαχογιάννη

Ο Γεροσουλιώτης μάζευε τον πόνο του πολύν καιρό. Σε κανέναν όμως δεν ξεμολογιόταν το σκοπό του. Χρόνια ήταν περασμένα, που τους ξέρασε το κύμα τ’ άδικο της μοίρας της σκληρής στο πράσινο ακρογιάλι των Κορφών. Κι ενώ οι άλλοι μ’ ανθοβότανα γελούσανε την πείνα και τη συφορά τους, κι ενώ βρίσκανε κάποια παρηγοριά στα κάλλη του φιλόξενου νησιού, ο Γεροσουλιώτης είχε άλλου το νου του. Ολημερίς αγνάντευε τα ξεροβούνια τ' αντικρινά. Κι ολονυχτίς ο πόθος του τον πολεμούσε.

Κάποτε, ένα βράδυ, γύρισε στο σπίτι χτυπημένος σαν από καινούρια συφορά.
Ο άμοιρος εγώ, είπε, τι κατάρα μ' ήβρε! Ο Θεός μ’ οργίστηκε!
Έκαμε τους άλλους να τρομάξουν. Παιδιά κι εγγόνια τον τριγύρισαν. Ο γέρος, χτύπαγε τα στήθια του.
Πάει το Σούλι, φώναζε. Πάει πια!
Έκλαψε, κι ύστερα σώπησε, βλοσυρός. Στα φιλικά τα λόγια ούτε και πρόσεξε. Οι Σουλιώτες οι άμοιροι συνήθιζαν με της πατρίδας το χαμό. Η ελπίδα μοναχά περίσσευε απ’ τα περασμένα τους. Ο γέρος έδειξε πιο ύστερα να μαλακώνει. Έφαγε γελαστός, και πλάγιασε. Και την αυγή δε βρέθηκε στο στρώμα του.
Με ψαροκάικο είχε περάσει στ' ακρογιάλι το στεριανό. Βαστούσε τ' άρματά του, σα για πόλεμο. Άδειος από κάθε άλλο φόρτωμα. Νηστικός, ποιος ξέρει πόσο πλανήθηκε και πού. Κάποτε νύχτωσε όξω από το Σούλι. Και μπήκε στο χωριό αθώρητος, αν ύπαρχε κι άλλη εκεί ζωή. Χαιρετάει το Σούλι ο γέρος και δεν αντιχαιρετιέται. Να τα σπίτια τώρα τα γειτονικά, όλα βουβά! Κι άδεια και νεκρικά. Γυμνές χάσκουν οι θύρες τους και τα παράθυρα.
Μισόπνοος και ζαλισμένος απ’ την κούραση, ο Γεροσουλιώτης θαρρεί πως βρίσκεται σ' άλλο Σούλι, φανταστικό. Στέκεται και φωνάζει κανένα γείτονα του.
Γεια χαρά σου, καπετάν Λαμπρούση! Καλώς σας ήβρα κι όλους σας!
Απόκριση καμιά... Να και το σπίτι το δικό του! Να τος κι ο γεροπρίναρος ο φουντωτός, να και το ξεροπήγαδο στην πέτρινην αυλή. Όμως η θύρα είναι κλεισμένη... Ανοίγει, βλέπει στη γωνιά φωτιά ζωντανεμένη. Σα να ‘χασε το νου του μόνη μια στιγμή. Έπειτα όλα φανήκανε να ξαστερώνουν. Και το ξαστέρωμα ήταν η τρέλα του Γεροσουλιώτη. Μ' ανοιχτόκαρδη ματιά κοιτάζει γύρω. Στρωμένο το παραγώνι, κι η φωτιά λαμπρή τον κράζουν. Κι έτοιμο το τραπέζι, το φτωχικό. Κάθεται σταυροπόδι και τοιμάζεται να πέσει στο φαΐ, σα θεριό ολονήστικο. Και τότε θόρυβος ακούγεται από την αυλή. Τρεις Αρβανίτες μπαίνουνε στο σπίτι. Στέκονται ξαφνισμένοι. Και κρατούνε στα χέρια τ' άρματα.
Τι είστε σεις; ρωτάει ο γέρος ήσυχα.
Δε συλλογιέται τίποτα κακό. Κι άξαφνα όλα τα φαντάζεται. Κι ορθός, και φοβερός σα σκιάχτρο, καθώς είχε γίνει από τους κόπους κι απ’ του νου του τον παραδαρμό, κράζει στους Αρβανίτες·
Ωρέ, τι θέλετε στο Σούλι εσείς, σκυλιά; Το Σούλι ψέματα είναι πως το πήρατε! Το Σούλι ζει!
Κι ως να τραβήξει το σπαθί ο Γεροσουλιώτης, έπεσε νεκρός.

Σημ. του συγγραφέα
Εδώ θα ιδείς τη νοσταλγία που νιώθαν οι Σουλιώτες, όσο ζούσανε στα Εφτάνησα, για το Σούλι τ' αλησμόνητο. Κ ι ν τ έ ρ ι ήταν η λέξη η σουλιώτικη, που σήμαινε το βαθύν καημό του Σουλιώτη για το Σούλι. Τον πόνο αυτόν ωραία τον παράστησε ο ποιητής Μαρκοράς στο ποίημά του:

Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Στην ξενιτιά πεθαίνω,
πατρίδα μου ακριβή·
θ’ αφήσω το κορμί
         σε χώμα ξένο.

Τον κάκου αυγή και βράδυ
ποθούσα να σε ιδώ·
Χριστέ! με τι καημό
         θα πάω στον Άδη!

Δείξε μου καν την έρμη,
τη δοξασμένη γη
με απάτη σπλαχνική,
         βαριά μου θέρμη!

Ξανοίγοντας τα μαύρα
του τόπου μου βουνά,
θα μου φανεί δροσιά
         του χάρου η λαύρα.

θα λέω πως είναι τότες
που πάλευαν συχνά
με αμέτρητη Τουρκιά
         λίγοι Σουλιώτες.

Τα παλικάρια εκείνα
θα ξαναπλάσει ο νους,
που ενίκησαν εχθρούς,
         δίψα και πείνα.

Θα να τα ιδώ στη μάχη,
στον κίνδυνον ομπρός,
ακλόνητα, καθώς
         του τόπου οι βράχοι.

Πώς οι βουνίσιοι θόλοι
βγάνουν πολέμου αχό,
πώς μ' έβρηκε θα πω
         τούρκικο βόλι.

Στο σκλαβωμένο στήθος
χείλη θ' ακούω θερμά,
και ξέπλεκα μαλλιά,
         και δάκρυα πλήθος.

Του κάκου! Ερμιά, σκοτάδι
έχω στα μάτια εγώ·
Χριστέ! με τι καημό
         θα πάω στον Άδη!

https://katoci.blogspot.com