Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ο πάππος μου.....


Αντίκρυ μου, στον τοίχο της κάμαρας, έχω τη φωτογραφία του, τη «ζουγραφιά μ'» όπως λέει και ο ίδιος. Πρόσωπο αδύνατο, μάτια λαμπερά, θαρρείς αγναντεύουν ψηλά απ' τη τζούμα, μαλλιά -στα 90 χρόνια- κατάμαυρα. Με δυο λόγια : τζουμερκιώτικη ράτσα. Έχει ανασηκωμένο τόνα φρύδι και τα χείλια σφαλισμένα μ' ένα πεισματάρικο σφίξιμο: δεν θάβλεπε με καλό μάτι το φωτογράφο με τη διαολομηχανή του!

Τον έχω αντίκρυ μου κι' όταν παίρνω τα μάτια μου απ' τα χαρτιά, δεν κοιτάζω τίποτε άλλο, (σαν τι να δω; τις σκάλες υπηρεσίας των πολυκατοικιών ή τα δυο - τρία ψωρόδεντρα;), δεν θαυμάζω τίποτε άλλο, μα τον πάππο μου. Τον κοιτάζω, τον καμαρώνω, και τώρα το θέρος, που με ζώνουν οι κάψες και δεν αφήνουν κύτταρο ανίδρωτο, τον μακαρίζω. Είναι να, μη τον μακαρίζεις; Ζει κατάμονος στο «Κονάκι του», στα ριζά του Άη - Λια, ψηλότερα απ' τ' άλλα σπίτια του χωρίου. Απ' τα τρία παραθύρια του χαίρεται, μισοκρυμμένες απ' τα κλαριά, τρεις ξέχωρες ομορφιές: Τα Τζουμέρκα που φαντάζουν, πέφτοντας τα ίσκια, σα λαβωμένος γιγαντόσωμος Αρματολός, το βουερό Άραχθο, καμωματού νεροφίδα, και από πάνω, πάνω απ' τα βράχια και τα σύγνεφα, σαν πουλί που κούρνιασε να ξαποστάσει, το ρημοκλήσι του Άη - Λια.

Σ' αυτό τον αγριότοπο γεννήθηκε ο πάππος, ήπιε τις χαρές του και τις πίκρες του, τον έσκαψε και τον ματάσκαψε, σε τέτοια πετροχώραφα είδε τα δέντρα του να τρανεύουν ν' απλώνουν σκιά και καρπούς, από κει είδε όλα τα παιδιά του να παίρνουν ένα - ένα το δρόμο για την πολιτεία, και σ' αυτά τα χώματα, πριν λίγα χρόνια, έθαψε στερνά τη γριά του, τη βαβούλα μας. Εκεί -ψηλά ζει ακόμα «π'στόβλιακος» με τα «ζωντανά του» και τις θύμησες. Με τις θύμησες του! Όσο κι αν ο αγώνας της ζωής σκληραίνει αυτούς τούς ανθρώπους, όμως κάτω απ' το τραχύ πετσί τους πάλλει μια καρδιά πλούσια σε συναίσθημα και ευαίσθητη σε συγκινήσεις.
Να, τώρα τον θυμάμαι στο περσινό πανηγύρι. Ώρα πολλή άκουγε αμίλητος τα μυριολόγια και τα κλέφτικα στο βιολί, κι άξαφνα πετάχτηκε ορθός, «άι, ορέ παιδί μ'» φώναξε στο βιολιτζή και βγήκε από την κάμαρη. Αργότερα, σαν πήγα πλάι του, τον είδα να κρύβει τα μάτια του στο μαντήλι. Κι άλλη μια φορά σαν φεύγαμε απ' το χωριό, με πήρε παράμερα, με κοίταξε ανάμεσα από κόμπους δάκρυα, με φίλησε με πρωτόγονη ορμή και μούβαλε στην τσέπη μια φούχτα λιασμένα αγριόγκορτσα για «να νοστιμεύω τσότσο στο δρόμο».
Τί να πρωτοθυμηθεί ο πάππος: "Όταν καθόμουν σιμά του και του γύρευα να μου ιστόρηση κάτι, κούναε το κεφάλι του και μούλεγε : «Τι τα θες αυτά; χαμένος κόπος. Κοίτα τ'ς φυλλάδες σ' παιδί μ'». Μα πάντα- «ζερζεβούλ'ς!»- κατάφερνα να μου πει κάποια ιστορία του «για την Απελευθέρωση της Άρτας το 81, για το ληστή Θύμιο Γάκη, για τον πόλεμο του 97, για τον οπλαρχηγό Πουτέτση, για το πως έγινε το χωριό 'Ελληνικό το 12. Κι όταν άρχιζε, αράδιαζε κατόπι ολάκερη τη ζωή του, μια ζωή άπαφτου Αγώνα στην πλαγιά του ξεροβουνιού, για να παραμερίσουν τα λιθάρια, ν' απομείνει λίγο χώμα και να φυτρώσει μια δράκα αρρωστημένο αραποσίτι. Ένας αγώνας ανθρώπων αποξενωμένων από κάθε ευεργετική επίτευξη του πολιτισμού, ενάντια σε μια φύση πανίσχυρη που προβάλλει, ακόμα και σήμερα, με τα ίδια προβλήματα, όπως στη λίθινη εποχή. Αγώνας όμοιος από γονιό σε γόνο, απ' τα πρώτα βήματα ως τα στερνά, απ' τα χαράματα ως τη νύχτα, όχι για να γίνεις πλούσιος, μα για να μη πεθάνεις νηστικός. Κι είναι μια ζωή ασήμαντη, σαν το τράνεμα ενός δέντρου, και αθόρυβη, σαν το περπάτημα του μπούρμπουνα, και ταπεινή, σαν τα βατόμουρα, ζωή χωρίς ιστορικούς σταθμούς και χρονολογίες και ασύλληπτα ιδεώδη. Μια ζωή που δε γνώρισε χαρές να φέρνουν «συγκοπή καρδίας» και λύπες να καταντούν σε ψυχώσεις και που δεν αισθάνθηκε στέρηση ευτυχίας, ίσως επειδή δεν έψαξε να τη βρει. Τέτοια κι η ζωή του πάππου . . . Ζωή; Θ' απορήσει κανείς. Περισσότερο όμως θ' απορήσει ακούοντας πως τον πάππο δεν τον βαραίνουν τα 90 τόσα χρόνια για να σκαλώσει και στα ψηλότερα κλαριά, χωρίς να τούρθει σκοτούρα, πως δεν πήγε ουδέ μια βολά σε γιατρό - μα και που να τον έβρισκε! - και δεν «έκοψε» ποτές κούπες (βεντούζες). Μια μέρα που μας είπε ότι αισθανόταν θέρμη, η θειά μου του δώσε το θερμόμετρο. «Τί είναι αυτό το πιρτσφλίδ;» έκανε περίεργος. «Βάλτο στη μασχάλη και θα μας πει τον πυρετό» - «Κρένει αυτό το πιρτσφλίδ; και χρειάζεται να το χώσου στην αμασκάλ' για να κρένει; Κι απέ θα μ' πέσει η θέρμ';». - «Δεν θα πέσει η θέρμη, αλλά θα μάθουμε τι πυρετό έχεις».
Ο πάππος το κοίταξε με περιφρόνηση και ξανάπε συλλοϊσμένος:
«Άιστε ορέ παιδιά μ' και μη σας τρων τ'ς παράδες οι μπαγαπόντες μ' αυτούνα τα σκανταλάρια!» Και τότε θυμήθηκε πώς τούχε πέσει μια μεγάλη θέρμη όταν ήταν παιδί: «Μ' είχε πιάσει τρανή χολέρα τότες έτρεμα σαν το κουνάβ'. Ο αδερφός μ' ο Νίκους μούριξε το καπότο και πήγαμε ως τη γούρνα, τάχα για να νυφτώ. Απέκια μου δίνει μια και χώνομαι ίσαμε τ' αυτιά στο νερό, χειμώνα πράμα! Μ' κόπηκε η θέρμη με το μαχαίρ'!».
Τέτοια η ζωή του πάππου. Και μη του πεις ν' αφήσει το κονάκι του και τα ζωντανά του και τα κλαριά του και να κατέβει να μείνει με κανένα παιδί του στην πόλη! «Το καλό που σ' θέλει το σπίτι σ' δε σ' το θέλει κανένας. Ιδώ έχω το γαλατάκι μ' και το κρύο νερό που το πίνεις και λαγαρίζουν τ' άντερα. Και δίπλα το γιατάκι μ'. Τρώω όποτε με πεινάει κι απέ-πουπ !- γέρνω και τον παίρνω».
Βαθειά η αγάπη του για τον τόπο και πιστή κι απέραντη. Κλείνεται ακέρια και ανάγλυφη σε -τούτα τα λόγια του: «Ξέρεις τί τράβηξα, παιδί μ', γι' αυτά τα παλιοχώραφα; Δεν μούχε απομείνει γίδα για να τα ξαγοράσω απ' τους Τούρκους. Γλέπεις αυτή την καρυά; Τη φύτεψα σαν γέν'κε ο πατέρας σου. Που ν' αφήκω μαθές αυτά τα κλαράκια να τα τσακάη ο ένας κι ο άλλος και γω να γυρνάω σαν την άδικη κατάρα.». Κι έχει τόσο δίκιο ο πάππος!  Ενενήντα χρόνια ζωής και αγώνα έχουν σταλάξει στην ψυχή του μέρα τη μέρα, με κόμπο-κόμπο ιδρώτα, αυτό που επαναστατεί τους διεθνιστές και τους κοσμοπολίτες τον πόνο για τον τόπο πού σε έταξε η μοίρα, την αγάπη για την πατρίδα. Να ξυπνάει «πουρνό-πουρνό» και ν' αγναντεύει τ' ανυπότακτα Τζουμέρκα,  να κινάει με τη βαρέλα για τη δροσοπηγή στο ρέμα, να νίβεται, να πίνει και ν' αγαλλιάζει να βοσκάει τις «γιδοδούλες του», να φυτεύει νέα κλαράκια και να αισθάνεται τη χαρά της δημιουργίας και της προστασίας, ν' αφουγκράζεται τον αγέρα να σουράει στο μπουχαρί και, πέρα, τα στεφάνια να γκρεμιώνται μπουμπουνίζοντας,  να λέει την «προσευχή» μόνος του, να παίρνει ευλαβικά τον κατήφορο για την εκκλησιά, ν' αναμεράει τις φτέρες απ' τον τάφο της γυναίκας του, της Βαβούλας..  Κι όλα αυτά να γίνονται «πάσα μέρα του Θεού» και «πάσα Κυριακή», ολόιδια πάντα, μα και πάντα με τη μυστική χαρά του πρωτόγνωρου, με τη λαχτάρα του ανθρώπου που δε χόρτασε, με το ρυθμό της κλεψύδρας. Κάπως έτσι νιώθει ο πάππος την πατρίδα, έτσι την ζει και τη χαίρεται και, μα την πίστη μου, κανένας ορισμός δεν θα τον έκαμε να την αγαπήσει πιότερο και καμιά θεωρία δεν θα τον έπειθε να την αρνηθεί. Κι ούτε κουβέντα να γίνει για πλήξη ή ρουτίνα ή μαρασμό.. Κι ούτε κουβέντα να γίνει για νέους τόπους και νέα ήθη και έθιμα και πολιτισμούς. Ο πολιτισμός κι όταν έφτασε με τη μια ή την άλλη μορφή στο χωριό ήταν «για ντροπές». Ο πολιτισμός, λέει, «άνοιξε τα μάτια του ανθρώπου πιότερο για να του τα βγάλει ευκολότερα». Να, μια μέρα ο πάππος έβοσκε τα «πράτα» και τον είχαν λαγοκοιμίσει -ντρίνγκ, ντρίνγκ- τα κυπράκια τους. Κάποια στιγμή όμως, αναπάντεχα, ένα βουητό, σαν μούγκρισμα τρισκατάρατου, διάβηκε πάνω απ' τα κεφάλια τους. Οι γίδες «προντίστ'καν» στον κατήφορο κι ο πάππος ανοίγοντας τα μάτια του μόλις πρόκανε να ξεχωρίσει ένα αεροπλάνο να χάνεται στον ορίζοντα. Έριξε μια ανήσυχη ματιά στις γίδες κι ύστερα,, τεντώνοντας το χέρι μ' ορθάνοιχτη παλάμη κατά το «πουλί του διαόλου» αναστέναξε με κακία: «Αχ μωρή ριμάδα Ευρώπ'!.». Αμ τις προάλλες στο πανηγύρι «τι ντροπές και γάνες» ήταν αυτές; «Σαν έπαψαν τ' άργανα, κάτι αρχίν'σε να γριτσανάει στο βιολάκι τ' ο  Δημητράκ'ς. Κι απέ μ'  σηκώθ'καν κάτι παλιοπαίδια, πήραν τις τσούπρες κι έφερναν γύρες αν τάμα. Κολλ'τός χουρός! Φτου, ντροπές και γάνες! Τί να τ'ς κάνω; Πήρα τα μάτια μ' κι έφυγα να μη τ'ς βλέπω και μοΰρχεται ανακατωσιά. Χρειάζονταν μαθές να τ'ς μαζώξ' όλους τ' απόσπασμα και να παίζει το βουρδούλ' στο χοροστάσ' - φαπ! φουπ! - να μ' δουν κολλ'τό οι λώβες!» -«Γιατί, παππού;» διαμαρτυρήθηκε τότε η αδερφή μου, «εξελίχθη ο κόσμος, θέλεις να ζει καθυστερημένος επ' άπειρον «Άι μωρή τσ'μπίδου» την απόκοψε ο πάππος πεισμωμένα, «κοίτα να κάν'ς κανένα .πλησιασμό (πολλαπλασιασμό) στα χαρτάκια σ' και μη σ' παίρνουν τα μυαλά αέρα!».
Με αυτή την αγάπη για τον τόπο σου και με τέτοια προσήλωση στις παραδόσεις ήρθε, πριν λίγα χρόνια, ο πάππος στην Αθήνα. Πώς τον καταφέραμε κι άφησε το κονάκι του; Από τη μια η μεγάλη μας επιμονή, απ' την άλλη ο τρανός πόθος του να μάς δη, υστέρα από τόσα χρόνια χωρισμού, τον έφεραν κοντά μας. Μα δεν είχε καλά - καλά ανέβει τα σκαλοπάτια και μάς μολόγησε τον καημό του: Θα κάτσω κάνα-δυο μήνες και θα ματαγυρίσω. Δεν κάνω γω για δω, χαμένος άνθρωπος.». Κι αλήθεια δεν έκανε ο πάππος για την Αθήνα, μ' ουδέ κι η πρωτεύουσα γι' αυτόν!
Ήταν το πουλί που το τσάκωσες στο λόγγο για να το κλείσεις στο κλουβί. Χρυσό νάναι το κλουβί; Κανναβούρι να το ταΐζεις; Τίποτα! Αυτό θέλει να «φλικαράη» όσο ν' αποστάσει και να τρώει σπόρους και ζουζούνια. Έτσι κι ο καημένος ο πάππος. Ζούσε στην Αθήνα κι ο νους του ήταν στο «χουριό». «Είχα και μια αρμάθα κρομμύδια στο κατώι», μας έλεγε, «θα τα φάει η μούχλα κι αυτά. Και τα ζλαπάκια ; Κείνη τη γάτα την αφ'κα με γατσούνια. Ποιός να τ'ς έχει την έγνοια τώρα;». Σε μας ολ' αυτά φαίνονταν αστεία και σώνει και καλά να κάνουμε τον πάππο Αθηναίο. Του βγάλαμε τα «σκουτιά» (τί; μάλλινη φανέλα δε βάζει κανένας στην Αθήνα!) κι επιμονή να του δέσουμε γραβάτα και καλτσοδέτες και να του περάσουμε μανικέττια και να ψαλλιδίσει λίγο τη μουστακάρα και να τρίβει πολύ ώρα τα χέρια με το σαπούνι για να μαλακώσουν και να βγάλει το σκούφο και.και..
Όλα τα δέχονταν καρτερικά ο πάππος μη κακοκαρδίσει τα' αγγόνια κι' όλο μουρμούριζε: «Άντε, μωρέ μπελιάδες, και το βάλαταν να με φκιάσετε μασκαρά!» Μα η δυσκολία μας ήταν στην εθιμοτυπία, στις βαθύτερες συνήθειες. Πως να χωρέσει το μυαλό του πάππου ότι μπορεί, λόγου χάριν, να μη λέει στον «πάσα ένα» καλημέρα κι ότι δεν ήταν δα και μεγάλη αμαρτία πρώτα να κολατσίζει κι ύστερα να πηγαίνει στην Εκκλησιά: «Πώς! Άνθρωποι του Θεού είμαστ' όλοι, να διαβαίνουμε σαν τα γελάδια χωρίς να λέμε μια καλημέρα;» διαμαρτυρόταν πολλές φορές, κι άλλες μας μάλλωνε: «Την πατώσαταν καλά τώρα και τραβάτε στην εκκλησία γι' αμφορά ! Αμ θα σας το πάρει ο Θεός το ψωμί, θα σας το πάρει.». Εξάλλου πως ν' ανταποκριθεί ο πάππος στις καθημερινές απαιτήσεις της «κοινωνικής ζωής» και να προσαρμοστεί στις ιδιοτροπίες του «προηγμένου πολιτισμού»; Γιατί ήταν αδύνατον να κοιμηθεί αν δεν «κουκούλωνε» και το κεφάλι κι ήταν γι' αυτόν τυραννία και αυτή ακόμα η φυσικότερη απ' τις σωματικές ανάγκες: «Δε μ' βολεΐ να τα ντκιάσω (πετύχω) σ' αυτό το φλώρο τέντζερη» μας έλεγε πηγαίνοντας στην «τουαλέτα» της ευρωπαϊκής μεγαλοφυΐας!
Ήταν χαρά μας και διασκέδαση να τον έχουμε μαζί μας στον περίπατο, στα θέατρα, στη θάλασσα, στα μουσεία κι όπου ξέραμε ότι κάτι το πρωτόφαντο θα ξένιζε τον πάππο. Τα βλέπε όλα πότε σιωπηλά, περίεργα και πότε με υποψία και ολοφάνερη ψυχική επανάσταση. Ο κόσμος, το παρδαλό και πολυκύμαντο πλήθος, τον ξάφνιαζε και τον κούραζε. Ασυνήθιστος, βλέπετε, σε τέτοια γυμνάσματα.
«Πως δεν χαθήκαταν, παιδιά μ', σ' αυτό τουν κουρνιαχτό! Ιγώ, δν μ' αφηνα' ταν έρμο, θα ζάρωνα σε μια γωνιά ώσπου να μ' βγει η ψυχή». Και σαν γυρίζαμε σπίτι και τον ρωτούσαμε πως του φάνηκε ο περίπατος, έσερνε την παλάμη στη «μπάλα» (μέτωπο) και μας έλεγε χαμογελώντας» «Ιδώ γυρνάν τώρα τα περίπατα».
Κάποιο βράδυ, «σκαθάρια» και μείς, τον πήραμε σε μια θεατρική Επιθεώρηση. Άλλο πράμα να τον βλέπει ! Σαν πρόβαλαν στη σκηνή φανταχτερές, μισόγυμνες θεατρίνες, πετάχτηκε απ' την καρέκλα σαν κεντρισμένος. Όλα κι όλα! μα την τιμή του, τη σεμνότητα του, την πατροπαράδοτη ηθική του, όπως αυτός τα αισθανόταν, δεν τα λώβιαζε ο Τζουμερκιώτης! Κοίταξε κατακόκκινος δεξιά - ζερβά, σα νάκανε κάτι το απαγορευμένο, και μας φώναξε θυμωμένα: «Άιστε να φύγουμε απ' αυτά τα μασκαρλίκια!» Αργότερα που του ζητήσαμε γνώμη για το Θέατρο, μας κοίταξε, σαν πως κοιτάξουν τα μολυσμένα πράγματα, και μας αποπήρε: «Θέατρο γίναμαν εμείς!».
Ανάμεσα σ' αυτό τον καινούργιο κόσμο της πρωτεύουσας με τις αστραπιαίες εντυπώσεις, τον άπαφτο θόρυβο, την αποπνικτική ατμόσφαιρα και τα αλλοπρόσαλλα ήθη, αισθανόταν πολλές φορές την ανάγκη μιας γαλήνης που να θυμίζει τις εσπερινές ώρες του χωριού, μιας απομόνωσης και περισυλλογής . Τότε τον άφηνα να παίρνει μόνος τον απόκεντρο δρόμο για το μεγάλο πάρκο. Αργά διάβαινε κάτω απ' τα δέντρα χάιδευε τα κλωναράκια τους, δρόσιζε το χέρι του στο τεχνητό αυλάκι, κοίταζε με πικρό παράπονο τα ζαρκαδάκια πίσω από τα σύρματα (πόσο συναισθανόταν τη φυλακή τους!) κι έπιανε κουβέντα με το γέρο φύλακα που πότιζε τα λουλούδια. Τούλεγε πως είχε κι αυτός κλαράκια στο χωριό -μήπως μπόραγε να του δείξει κατά που έπεφτε;-πως όμορφο θάταν να φυτέψουν στο πάρκο και «κολοκ'θιές» - κάνουν κι αυτές κίτερα άνθια,- πως θα μαράζωναν τα ζαρκαδάκια αν δεν τα ζευγάρωναν . «Α, ναι θάταν να τα χαίρεσαι αν τους πέρναγαν στο λαιμό κι' απόνα κύπρο».- «Που πήγες σήμερα παππού;» τον ρωτήσαμε μια μέρα που γύριζε από τη συνηθισμένη του στράτα. «Μέχρι τα κλαράκια» μας αποκρίθηκε, κι επειδή δεν καταλάβαμε ποιά κλαράκια εννοούσε, θυμήθηκε ένα χτυπητό σημάδι και μας είπε:
«Έφτακα μέχρι εκείνο τον ξεβράκωτο» Εννοώντας το άγαλμα του δισκοβόλου στο Ζάππειο. Κι ενώ μας είχε κοπεί η ανάσα από τα γέλια ο πάππος μουρμούρισε με δικαιολογημένη απορία: «Δεν τούβαζαν τσότσο βρακάκι, οι προκομμένοι!»
Δεν μπορέσαμε να τον κρατήσουμε για πολύ τον πάππο. Σαν μπήκε το καλοκαίρι του μπήκαν κι οι ψύλλοι στ'  αυτιά. Ύστερα κόντεψε να μας αρρωστήσει και που ν' ακούσει για γιατρό! «Θα πεθάνω ιδώ, μωρέ, στα ξένα σαν αναθεματισμένος!» έλεγε και ξανάλεγε» Στο τέλος έφυγε ο πάππος κι έχει από τότε να ξεστρατίσει απ' το κονάκι του κι ούτε θέλει να ματακούσει για «Αθήνα» μήτε για Γιάννινα ή για Άρτα. «Όμοιος στον όμοιο», λέει» «κι η κοπριά λάχανα»!
Στο χωριό είναι πια ο κοσμογυρισμένος. Πολλές φορές, τα δειλινά, τον τριγυρίζουν οι χωριανοί στον καφενέ και τον ψαρεύουν τί είδε και τι άκουσε. «Κόσμος παλιόκοσμος» τους λέει στοχαστικά, «κι ουδέ καπνός, ουδέ γάστρα. Τι τρώει αυτούνο το μυρμήγκιασμα; Πλήθεψαν κακά και σε λίγο θα φάει ο ένας τον άλλο». Και, μα την αλήθεια, δεν δίνει και τόσο καλές συστάσεις για τους «εκπροσώπους του συγχρόνου πολιτισμού»: «Λουμπουδύτες! Κοιτάν να σ' γδάρουν το τομάρ' και να μη σ' δώκουν τίποτις». Όμως δεν λαθεύει κάθε τόσο ν' αποσώνει τη διήγησή του με απλά και σοφά συμπεράσματα. «Αν οι γυναίκες μας ήξεραν πως καλοπερνάν οι γυναίκες στις πολιτείες θα ξεσήκωναν τρανή επανάσταση» λέει σιγά ο πάππος καθώς βλέπει τη χωριατόπουλα ν' ανηφορίζει αργά και καρτερικά με τη βαρεία βαρέλα στην πλάτη. Και βιαστικά ο γέρος σηκώνεται να φύγει, γιατί νοιώθει πώς σε λίγο, παρ' όλο το καψάλισμα των ματιών, δυο υγροί κόμοι θ' αυλακώσουν τα βαθουλωμένα μάγουλα, μια αυθόρμητη θερμή προσφορά στη μνήμη της κυράς του, της βαβούλας μας .
 Του Γεωργίου Ι. Χριστογιάννη 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 17, Σεπτέμβρης 1953.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Ποιοι κτηνοτρόφοι δεν θα πληρωθούν την αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος

 Σε αναστάτωση βρίσκονται οι κτηνοτρόφοι που βλέπουν ότι έμειναν εκτός πληρωμής για την χορήγηση έκτακτων αποζημιώσεων επειδή έχασαν εισόδημα λόγω των ζωονόσων.

Σε ενημέρωση, που είχαν οι Περιφέρερειες, τονίζεται ότι στους δικαιούχους, που αναφέρει η Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, θα συμπεριληφθούν όλοι οι κτηνοτρόφοι που επλήγησαν από την ευλογιά το 2025, καθώς και από τις 4/12/2026 μέχρι 30/6/2026. Επίσης θα αποζημιωθούν οι κτηνοτρόφοι που επλήγησαν από τον αφθώδη πυρετό.

Ωστόσο, όπως αναφέρουν στο σχετικό έγγραφο, εξαιρούνται από την πληρωμή της ενίσχυσης όσοι κτηνοτρόφοι έχουν πληγεί από την πανώλη. Όμως οι συγκεκριμένοι κτηνοτρόφοι παραμένουν χωρίς εισόδημα γιατί δεν τους αφήνουν να κάνουν ανασύσταση των κοπαδιών τους. Επίσης δεν θα αποζημιωθούν κτηνοτρόφοι που τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τα μέτρα βιοασφάλειας και δεν έχει εκδοθεί απαλλακτική απόφαση δικαστηρίου.

Η αποζημίωση αφορά κτηνοτρόφους των οποίων οι εκτροφές επλήγησαν από ζωονόσους, με αποτέλεσμα την υποχρεωτική θανάτωση ζώων και την αδυναμία άμεσης ανασύστασης του ζωικού κεφαλαίου, γεγονός που οδήγησε σε σημαντική απώλεια εισοδήματος.

Ποσά των αποζημιώσεων

Η ετήσια αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος καθορίζεται ανά θανατωθέν ζώο ως εξής:

-70 ευρώ για πρόβατα και αίγες ηλικίας άνω των έξι μηνών.

-35 ευρώ για αμνούς και ερίφια έως έξι μηνών, καθώς και για κριούς και τράγους αναπαραγωγής.

-200 ευρώ για βοοειδή.

-120 ευρώ για χοίρους.

Το ποσό που θα λάβει κάθε δικαιούχος προκύπτει από τον αριθμό των θανατωθέντων ζώων επί το αντίστοιχο ποσό αποζημίωσης.

Για το πρώτο εξάμηνο του 2026 καταβάλλεται ποσό που αντιστοιχεί στο 50% της ετήσιας αποζημίωσης.

Η οικονομική ενίσχυση έχει ειδικό καθεστώς προστασίας, καθώς είναι αφορολόγητη, ακατάσχετη και ανεκχώρητη. Επιπλέον, δεν υπόκειται σε συμψηφισμό με οφειλές προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή τα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό εισοδηματικών κριτηρίων για τη χορήγηση κοινωνικών και προνοιακών επιδομάτων.

Ελλάδα απαλλαγμένη από την πανώλη μικρών μηρυκαστικών

Στο μεταξύ ανακοίνωση που εξέδωσε το ΥπΑΑΤ αναφέρει τα εξής:

Την αποκατάσταση του επίσημου καθεστώτος της Ελληνικής Δημοκρατίας ως χώρας απαλλαγμένης από την πανώλη των μικρών μηρυκαστικών (PPR), με ισχύ από τις 18 Αυγούστου 2026, αποφάσισε ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την Υγεία των Ζώων (WOAH), αναγνωρίζοντας την επιτυχή εκρίζωση της νόσου μετά την υποβολή του σχετικού αιτήματος από τις ελληνικές κτηνιατρικές αρχές .

Η απόφαση γνωστοποιήθηκε επίσημα στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με επιστολή της Γενικής Διευθύντριας του WOAH, Dr Emmanuelle Soubeyran, έπειτα από την αξιολόγηση των στοιχείων που υπέβαλε η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων από την Επιστημονική Επιτροπή για τις Ασθένειες των Ζώων του Οργανισμού.

Σύμφωνα με τον WOAH, η Ελλάδα πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 14.7.7 του Κώδικα Υγείας Χερσαίων Ζώων, γεγονός που οδήγησε στην επαναφορά του επίσημα αναγνωρισμένου καθεστώτος «PPR-free country».  Η αποκατάσταση του καθεστώτος έχει ήδη καταχωριστεί και στην επίσημη σελίδα του WOAH.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ρητή αναφορά του διεθνούς Οργανισμού στην αντιμετώπιση της νόσου από τη χώρα μας. Ο WOAH εξαίρει την Ελλάδα για τη διαφάνεια και την επάρκεια που επέδειξε στον εντοπισμό της νόσου και την επιτυχή διαχείριση των εστιών, καθώς και για την αποκατάσταση του επίσημου καθεστώτος απαλλαγμένης χώρας.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντική διεθνή αναγνώριση της συστηματικής προσπάθειας των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του ΥΠΑΑΤ, των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών των Περιφερειών και των Περιφερειακών Ενοτήτων, του ΕΛΓΟ, του ΕΛΓΑ, του ΟΠΕΚΕΠΕ, του ΕΦΕΤ, των Σχολών Επαγγελμάτων Κρέατος, των Κτηνιατρικών Σχολών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καθώς και του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και όλων των εμπλεκόμενων φορέων, συμπεριλαμβανομένων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του ΥΠΑΑΤ για την αντιμετώπιση μιας ιδιαίτερα μεταδοτικής νόσου, μέσα από την εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων επιτήρησης, ελέγχου και εκρίζωσης. Επίσης σημειώνεται η τεράστια συμβολή του Εργαστηρίου Μικροβιολογίας και Παρασιτολογίας του Τμήματος Κτηνιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Υπενθυμίζεται ότι μετά την εμφάνιση κρούσματος πανώλης των μικρών μηρυκαστικών στο Καστράκι Καλαμπάκας, στη Θεσσαλία, το επίσημο καθεστώς της Ελλάδας ως χώρας απαλλαγμένης από τη νόσο είχε ανασταλεί με ισχύ από τις 12 Ιουλίου 2024. Στη συνέχεια, η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε αίτημα για την αποκατάσταση του καθεστώτος, το οποίο αξιολογήθηκε από την αρμόδια Επιστημονική Επιτροπή του WOAH.

Δήλωση του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρου Πρωτοψάλτη: «Η απόφαση του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων αποτελεί μια σημαντική διεθνή αναγνώριση της μεγάλης προσπάθειας που έγινε για την αντιμετώπιση της πανώλης των μικρών μηρυκαστικών. Η Ελλάδα ανέκτησε το καθεστώς απαλλαγμένης χώρας και, κυρίως, ένας διεθνής επιστημονικός οργανισμός αναγνωρίζει τη διαφάνεια, την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα που επέδειξαν οι ελληνικές κτηνιατρικές αρχές στη διαχείριση των εστιών. Το αποτέλεσμα αυτό ανήκει πρωτίστως στους ανθρώπους των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του ΥΠΑΑΤ και των Περιφερειών, που εργάστηκαν με συνέπεια και επιστημονική επάρκεια σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες, καθώς και σε όλους όσοι συνέβαλαν στην εφαρμογή των μέτρων. Συνεχίζουμε με την ίδια σοβαρότητα, ενισχύοντας την επιτήρηση και τη βιοασφάλεια, γιατί η προστασία του ζωικού κεφαλαίου και της ελληνικής κτηνοτροφίας απαιτεί διαρκή εγρήγορση και συνεργασία».

Παϊσιάδης Σταύρος

https://www.agrotypos.gr




O Οσμάν Τάκας ή Σιαμαντάκας.

Σχετική εικόνα
Σχετική εικόνα

                   Αποτέλεσμα εικόνας για ελληνική και η αλβανική εκδοχή του οσμάν τάκα


Σε πολλά μέρη της Ηπείρου, στα χορευτικά τους, σε ώρες χαράς κα κεφιού χορεύουν το Σαμαντάκα.
Γεια σου βρε Σαμαντάκα τη λεβεντιά σου νάχα.
Εσύ κοιμάσαι κι εγώ νυστάζω 
σε συλλογιούμαι και αναστενάζω. 
Ξύπνα Σαμαντάκα και βάλε τα τσαρούχια, 
στρίψε τη μουστάκα, γεια σου Σαμαντάκα...

Ποιος ήταν όμως ο Σαμαντάκας;

Λένε πως τ' όνομα του ήταν Παύλος Μπάρας. Ενας όμορφος λεβεντονιός που ζούσε με το παιδί του και τη γυναίκα του στην περιοχή των Αγίων Σαράντα.
Δούλευε στα χωράφια, όταν κάποια μέρα επιστρέφοντας στο σπίτι του, βρήκε τρεις σπαχήδες του Αλή πασά να σέρνουν τη γυναίκα του. Τάβαλε, ένας αυτός, και με τους τρεις, και κατάφερε να σκοτώσει τους δυο και να τους πάρει τα ντουφέκια.
Ο τρίτος του ξέφυγε και καθώς προσπάθησε να τον σκοτώσει, χτύπησε κατά λάθος θανάσιμα την αγαπημένη του.
Επειδή κινδύνευε άμεσα, έτρεξε στο σπίτι, άρπαξε το μωρό στην αγκαλιά και πήρε τα βουνά. Από ράχη σε ράχη, από βουνό σε βουνό, κάποια μέρα έφτασε στην Κορυτσά.
Από τις κακουχίες όμως της οδοιπορίας έχασε το μωρό του και ο πόνος γίνηκε τώρα αβάσταχτος πούχασε γυναίκα και παιδί. Πήρε λοιπόν πάλι δρόμους και μονοπάτια προς το Νότο και έφτασε στο Μπεράτι με σκοπό να κοινωνήσει σε χριστιανική Εκκλησία μιας κι ήταν Χριστούγεννα κι είχε νηστέψει.
Έκρυψε την αρματωσιά του και τράβηξε ίσια προς τον παπά. Εκεί αντίκρισε μια σεμνή κόρη σαν άσπρο τριαντάφυλλο και σκίρτησε η καρδιά του.
Μετά τη θεία μεταλαβιά βγήκε και την παρακολούθησε κι είδε να τραβάει με τον τούρκο αγωγιάτη της που την περίμενε προς την αρβανίτικη μεριά του Μπερατιού.
Προσπάθησε να μάθει κάτι από μερικούς, από τον παπά που τους μετάλαβε, αλλά δεν τα κατάφερε. Οπότε τον πήρε χαμπάρι ο δεσπότης και τον κάλεσε στο κονάκι του.
Ο Π. Μπάρας πήγε αμέσως μουσαφίρης στο δεσπότη κι έμαθε όλη την ιστορία. Η όμορφη αρχόντισσα ήταν χριστιανή από την Κορυτσά. Την φώναζαν Τζεμιλέ (Φωτεινή) κι ήταν χήρα του Τούρκου Μπεκίμ, σουλτάνα στο σαράι του. Τρεις γυναίκες είχε πάρει ο αγάς και δεν μπόρεσεν' αφήσει απογόνους. Τέταρτη ήταν η Τζεμιλέ κι όμως παιδί δεν απόχτησε και πέθανε άκληρος ο Τούρκος.

Η γυναίκα κληρονόμησε όλα τα πλούτη και καθώς δεν άλλαξε την πίστη της, γιατί σ' αυτό δεν τη ζόρισε ο γερο-Μπεκίμ, έδινε πολλά στη Μητρόπολη και στις άλλες εκκλησίες. Ο Παύλος Μπάρας αφού έμαθε όλα τούτα, πήρε τ' άρματά του και τράβηξε ίσια για το σαράι του Αγά Μπεκίμ. Ήταν σούρουπο κι όταν την εντόπισε αναρριχήθηκε στον οντά της και την έκανε δική του.
Το βαθύ χάραμα με την προτροπή της έφυγε προς τ' άγρια βουνά. Οι μέρες περνούσαν και η Τζεμιλέ κατάλαβε πως ήταν έγκυος κι ήθελε τη συμβουλή του δεσπότη.
Αυτός την καθησύχασε και της είπε ότι θα ξεγεννήσει στο Μοναστήρι και μετά θα πήγαινε στο σαράι. Το νεογέννητο θα της το πέταγαν στο κατώφλι του σπιτιού της, δήθεν ότι ήταν ξένο, κι αυτή σαν ψυχόπονη γυναίκα θα το περιμάζευε. Έτσι ακριβώς έγινε και όλοι οι Αρβανίτες μιλούσαν για τη μεγάλη καρδιά της Τζεμιλέ.

Να όμως που ξαναγύρισε ο Παύλος Μπάρας κι έμεινε για δεύτερη φορά έγκυος. Τώρα πώς να κρατηθεί το μυστικό; Πάλι ο δεσπότης έδωσε τη συμβουλή του. Τους είπε να παντρευτούν τώρα κανονικά κι ο Χριστιανός Π. Μπάρας θα παρουσιαζόταν ως αρβανίτης. Γιατί αν η Τζεμιλέ παντρευόταν Χριστιανό και το μάθαινε ο Πασάς θα έχανε όλα τα πλούτη της. Βρέθηκε και το όνομα λοιπόν Οσμάν Τάκα θα τον έλεγαν...
Έγινε αυτός ο γάμος και το νέο ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένα με τα δυο μωρουδάκια τους να μοιάζουν του Οσμάν.

Ως την ώρα που κάποιος σπιούνος είπε στον Κουρτ Πασά πως ο Οσμάν ήταν Έλληνας Χριστιανός και τον έπεισε, οπότε ο Πασάς τον συνέλαβε κι έβγαλε φιρμάνι να τον κρεμάσει. Έφτασε η ορισμένη μέρα, στήθηκε η κρεμάλα κι έφεραν τον κατάδικο Οσμάν μπρος στον πασά.
- Έφταιξες ορέ, έπαιξες με την πίστη του Μωάμεθ. Πες μου ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία;
- Να χορέψω πασά μου, είπε ήρεμα ο Οσμάν Τάκας.
- Τι λες ορέ; αποκρίθηκε ο πασάς.
- Να χορέψω, μον' φέρτε τη γυναίκα μου να μου βαράει το νταούλι.
Ο πασάς απορημένος έδωσε εντολή σε δυο σπαχήδες να φέρουν τη Τζεμιλέ και δυο τρεις οργανοπαίχτες.
Ήρθε η γυναίκα του με τα παιδιά της κι αγκαλιάστηκαν, φίλησε και τα παιδιά του.
- Μην κλαις γυναίκα, της είπε. Ο καθένας έχει τη μοίρα του. Μον' πιάσε το νταούλι και βάραγε. Θέλω να πεθάνω με χορό.
Οι οργανοπαίχτες, που δεν άργησαν να φανούν, πήραν θέση κι ο μελλοθάνατος άρχισε να χορεύει περήφανα.
Τριγύρω μαζεύτηκαν χριστιανοί κι αρβανιτάδες και παρακολουθούσαν το θέαμα με φόβο και σιωπή.
Μετά ο Οσμάν έκανε νόημα στη γυναίκα του να μπει κι αυτή στο χορό και χόρευαν τώρα οι δυο λεβέντικα. Τότε ο Πασάς σηκώθηκε και με το ρακοπότηρο στο χέρι προχώρησε αργά αλλά σταθερά προς το μέρος τους. Ολόγυρα απλώθηκε νεκρική σιγή.
- Χαλάλι σου ορέ βροντοφώναξε, σου δίνω χάρη. Ο χορός σου σε γλίτωσε! Άντε τραβάτε τώρα.
Ο Παύλος Μπάρας πούλησε στο Μπεράτι την κληρονομιά της Τζεμιλέ, πήρε τη Φωτεινή και τα δυο παιδιά του και έκτοτε χάθηκαν τα χνάρια τους.
Έμεινε όμως ο χορός αυτός και το τραγούδι σαν θρύλος, σαν παραμύθι να τραγουδιέται και να χορεύεται περίπαθα από μερακλήδες στις εκδηλώσεις της ζωής μας, τόσο στην περιοχή μας, όσο και στη Β. Ήπειρο.

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "ΗΠΕΙΡΟΣ"

Υπάρχει όμως και  άλλες εκδοχές (όπως συμβαίνει συνήθως) για το πολυθρύλητο  τραγουδι...Ας τις δούμε:

Ο Σιαμαντάκας (ή Οσμαντάκας, ή Οσμάν Ντάκο) ήταν ένας λαϊκός ήρωας του 19ου αιώνα στην τουρκοκρατούμενη Ήπειρο. Γεννημένος στην Κονίσπολη (λίγο πάνω από τη Σαγιάδα, στη σημερινή νότια Αλβανία) το 1848, μάλλον αρβανίτικης καταγωγής και γόνος εύπορης οικογένειας, ήταν αρχηγός και εμπνευστής αντικαθεστωτικής εξέγερσης στην περιοχή. Μαζί του πλήθος λαϊκών αγωνιστών (ελλήνων και αλβανών) δώσανε σκληρές μάχες εναντίον των κοινών δυναστών τους: των τσιφλικάδων (ασχέτως καταγωγής) και του φεουδαρχικού τουρκικού κράτους και σε συνεννόηση με άλλα βαλκανικά κινήματα.
Το 1875 το κίνημά τους ηττάται κοντά στην Πρέβεζα και ο Σιαμαντάκας συλλαμβάνεται και οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα... Ο ήρωάς μας είχε λεβέντικη κορμοστασιά και ήταν ξακουστός χορευτής, έτσι σαν τελευταία του επιθυμία ζητάει να χορέψει. 
Ο χορός του όμως τραβάει σε μάκρος, αυτοσχεδιάζει στα βήματά του, πότε αργά πότε πιο γρήγορα, οι κλαριντζήδες αλλάζουν βάρδιες αλλά αυτός εκεί να χορεύει και να μη λέει να σταματήσει. Πλήθος κόσμου τώρα τον συντρέχει και τον επευφημεί, ακόμα και οι τούρκοι έχουν βαλθεί να τον χαζεύουν! Ο Σιαμαντάκας καθώς περνούν οι ώρες προσπαθεί να μην κοιμηθεί και καταφέρνει να μένει ορθός και με τη σκέψη της αγαπημένης του να τον συντροφεύει! Το πρωί της επομένης ο πασάς του Μαργαριτίου (κεφαλοχώρι της περιοχής) εντυπωσιασμένος από το ήθος και το τόλμημα του παληκαριού, του χαρίζει τη ζωή και τον αφήνει ελεύθερο!

Άλλη άποψη
Σιαμαντάκας: Ηπειρώτικο παραδοσιακό τραγούδι από την περιοχή της Θεσπρωτίας, γνωστό στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Πολύ παλιό τραγούδι, το οποίο προερχόμενο από την περιοχή της Θεσπρωτίας ανέπτυξε μια διττή υπόσταση – ελληνόφωνη και αλβανόφωνη – σύμφωνα με τις δύο γλωσσικές ομάδες που συμβίωναν στην ευρύτερη περιοχή. Δεν είναι ξεκάθαρο αν η αλβανόφωνη ή η ελληνόφωνη εκδοχή είναι που προηγήθηκε, πάντως ο Οσμαντάκας (Οσμάν Τάκο ή Σιαμαντάκας) ήταν ένας αρβανίτης λαϊκός ήρωας του 19ου αιώνα. 

Γεννημένος κατ΄ άλλους στην Κονίσπολη της σημερινής Αλβανίας, κατ’ άλλους στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας ήταν αρχηγός και εμπνευστής αντικαθεστωτικής εξέγερσης στην περιοχή. Μαζί του πλήθος λαϊκών αγωνιστών (Ελλήνων και Αλβανών) δώσανε σκληρές μάχες εναντίον των τσιφλικάδων και του τουρκικού κράτους.

Όταν το κίνημά του ηττάται και ο ίδιος συλλαμβάνεται και οδηγείται μπροστά στον μπέη του Μαργαριτίου Θεσπρωτίας, ο Οσμαντάκας ζητά ως τελευταία επιθυμία πριν την εκτέλεσή του να χορέψει. Ο θρύλος λέει πως το παράστημά του, τα πατήματά του, ο αυτοσχεδιαστικός χορός του εντυπωσίασαν τόσο πολύ τους Τούρκους και όλους τους παρευρισκόμενους ώστε ο μπέης τελικά του χάρισε τη ζωή!

Μάλιστα αναφέρει πως ο στίχος «εσύ κοιμάσαι κι εγώ νυστάζω, σε συλλογιούμαι κι αναστενάζω» που προσμίχθηκε στο τραγούδι του Οσμάν Τάκα, δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό. Ανήκει στο «Μαύρα μου μάτια και κοντοκλαδεμένα».
Το γύρισμα του τραγουδιού είναι στον τσακιστό πωγωνίσιο σκοπό και αμέσως μετά σε δίστιχα της αγάπης, που τραγουδιούνται πάνω στον τετράσημο σκοπό του πωγωνίσιου χορού.


Οσμαντάκας & Πωγωνίσια γυρίσματα - Δολό Πωγωνίου
Τραγούδι: Βαγγέλης Ντάκας
Κομπανία: Κώστα Βέρδη
Δίσκος: «Γλώσσα μου γλυκιά μου γλώσσα άνοιξε πες μας καμπόσα» – Πολιτιστικός Σύλλογος Δολού Πωγωνίου


Οι αληθινοί στίχοι του Οσμαντάκα όπως τους θυμόταν η Φανή Δημοπούλου:


Γεια σου (ω)ρέ Οσμάν Τάκα, τη λεβεντιά σου να ’χα.
Ωρέ πήγα να σκοτώσω, τέτοιο παλικάρι
Ωρέ σαν χορεύει, πηδάει σαν το λιοντάρι.
Σου χαλαλίζω και τη ζωή σου,
χόρεψε, μπίρο μου, με την ψυχή σου

Πωγωνίσια δίστιχα:
Δεν είδανε τα μάτια μου τέτοιονε κυνηγάρη
να κυνηγάει τις πέρδικες τη νύχτα με φεγγάρι.
Εμένα μου είπαν δυο πουλιά, δυο μαύρα χελιδόνια
πώς θα περάσω βάσανα σε όλα μου τα χρόνια.
Ζαλίζομαι, μωρέ ζαλίζομαι, όταν σε συλλογίζομαι.
Ζαλίζω το κεφάλι μου, πανάθεμά το χάλι μου.
Γεια σου, Οσμαντάκα...

Ο Οσμαντάκας, ή Osman Taka ή Σιαμάντακας, ή Σμαντάκας ή Σαμαντάκας, ήταν ένας Ηπειρώτης οπλαρχηγός του 19ου αι. από τις Φιλιάτες, που τον τραγουδούνε δυο λαοί, Έλληνες και Αλβανοί. 

Λέγεται πως είχε ξεσηκωθεί κατά των Οθωμανών και πως όταν τον έπιασαν και θέλησαν να τον εκτελέσουν, εκείνος ζήτησε να χορέψει (τελευταία επιθυμία). Οι οθωμανοί μερακλώσαν τόσο από το χορό του Σμαντάκα που τον αφήσαν ελεύθερο. Όμως εκείνος συνέχισε να τους δημιουργεί προβλήματα και έτσι όταν τον ξαναπιάσανε τον σκοτώσανε. 
Η λαϊκή μούσα εμπνεύστηκε από τη λεβεντιά του Σμαντάκα και τον έκανε δημοτικό τραγούδι. 
Το ελληνικό τραγούδι λέει πάνω κάτω τα εξής λόγια: 

Aιντε, Οσμαντάκα, τη λεβεντιά σου να 'χα!
Τη λεβεντιά σου να 'χα! Γεια σου, Οσμαντάκα!
Αϊντε, σύ κοιμάσαι και 'γω νυστάζω,
Σε συλλογιούμαι κι αναστενάζω.
Μαύρα μου μάτια και κοντυλογραμμένα,
Ως πότε θα κοιμόσαστε χώρια από μένα?
Ξύπνα, Οσμάντάκα, και βάλε τα τσαρούχια!
Στρίψε τη μουστάκα! 
Γεια σου Οσμαντάκα!

Aκούστε την Αρβανίτικη εκδοχή

Ακούστε την Αλβανική εκδοχή, σε 2 διαφορετικές εκδόσεις





www.adelfotitavissanis.blogspot.gr

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Η φρικτή ιστορία της δολοφονίας 20χρονου κτηνοτρόφου από τους κατοίκους του χωριού του στην Ήπειρο.

Tο Έκρυβαν Για 9 Χρόνια: Η Φρικτή Ιστορία Της Δολοφονίας 20χρονου Κτηνοτρόφου Απο Τους Κατοίκους Και Η Συγκάλυψη Απο Το Χωριό

Βρισκόμαστε στο χωριό Αγιά Πρεβέζης, το έτος 1952. Ένας 20χρονος κτηνοτρόφος, η οικογένεια του οποίου διαθέτει μεγάλη έκταση από πρώην οθωμανικά τσιφλίκια, βρίσκεται απαγχονισμένος σε ένα δέντρο κοντά στην καλύβα του. Οι χωριανοί σοκάρονται με το θέαμα, το ίδιο και οι αστυνομικοί που φτάνουν στο σημείο και κατεβάζουν από το σκοινί τον νεαρό ο οποίος διατελούσε παράλληλα χρέη αντιπροέδρου της μικρής κοινότητας.

Όπως αποκαλύπτεται από την ιατροδικαστική εξέταση, ο 20χρονος δεν αυτοκτόνησε αλλά βασανίστηκε σκληρά από τους δράστες μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή. Συγκεκριμένα, πριν κρεμαστεί, οι δολοφόνοι του τον «παλούκωσαν», συνθλίβοντας τα γεννητικά του όργανα.

Το «παλούκωμα» ή ανασκολοπισμός είναι ένα από τα πιο βάναυσα βασανιστήρια που έχουν εφαρμοστεί ποτέ στην ανθρωπότητα. Στην Ελλάδα η συγκεκριμένη απάνθρωπη μέθοδος συνέβαινε κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν και αποτελούσε τιμωρία για διάφορα εγκλήματα αλλά και ένα μέσο εκφοβισμό για τους χριστιανικούς πληθυσμούς που ζούσαν στα εδάφη της.

Ποιος ή ποιοι, όμως, μισούσαν τόσο πολύ τον αντιπρόεδρο του χωριού που ήθελαν να του κάνουν αυτό το κακό; Η αστυνομία, μία μέρα μετά την τέλεση του εγκλήματος, συνέλαβε έναν ύποπτο συγχωριανό του, ωστόσο, σύμφωνα με τον τύπο της εποχής, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης δεν προέκυψαν στοιχεία που τον ενοχοποιούσαν και έτσι αφέθηκε ελεύθερος.

Ένα χωριό κάλυπτε τους δολοφόνους

Τα χρόνια περνούσαν, το έγκλημα είχε αρχίσει να ξεχνιέται στο χωριό, ωστόσο, ο εισαγγελέας Πρέβεζας κρατούσε ακόμη ανοιχτό τον φάκελο της υπόθεσης μιας και κατά διαστήματα λάμβανε ανώνυμα γράμματα στο γραφείο του, στα οποία σημειώνονταν λεπτομέρειες για το φονικό και τους δολοφόνους του 20χρονου κτηνοτρόφου.

Στα πιο πολλά απ’ αυτά αναφέρονταν πως ο άνθρωπος που τέλεσε το στυγερό έγκλημα ήταν ένας 60χρονος κάτοικος του χωριού το όνομά του οποίου είχε εμπλακεί ξανά σε υπόθεση δολοφονίας το 1940. Ο εισαγγελέας, λοιπόν, εννέα χρόνια μετά, τον κάλεσε για ανάκριση και ύστερα από μια εξαντλητική διαδικασία παραδέχθηκε πως είχε εμπλακεί στον βασανισμό του 20χρονου. Οι αποκαλύψεις του, όμως, άφησαν τους πάντες με το στόμα ανοιχτό.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του δεν τέλεσε μόνο αυτός το φονικό, αλλά ακόμη δέκα άτομα από το χωριό. Όπως δήλωσε, μάλιστα, δέχτηκε να συμμετάσχει στο φονικό με αντάλλαγμα τριακόσιες οκάδες σιταριού. Ανάμεσα στους δολοφόνους, λοιπόν, ήταν ο κοινοτάρχης του χωριού, ένας κοινοτικός σύμβουλος και μερικοί προύχοντες. Ο λόγος για τον οποίο συνέβη; Ο 20χρονος και η οικογένειά του είχαν μεγάλες εκτάσεις πρώην οθωμανικών κτημάτων και έμπαιναν εμπόδιο στα οικονομικά τους σχέδια.

Το πιο σοκαριστικό από όλα, όμως, είναι πως οι χωριανοί γνώριζαν για αυτή τη δολοφονία και αποφάσισαν να σιωπήσουν είτε για να τους προστατεύσουν, είτε επειδή φοβόντουσαν πως εάν μαθευτεί ότι κατέδωσαν τους δράστες, θα σκοτώνονταν και οι ίδιοι.

Η αναπαράσταση του εγκλήματος και η δίκη

Στις 13 Μαΐου 1961, λίγες μέρες μετά την αποκάλυψη των δραστών, πραγματοποιήθηκε αναπαράσταση του φονικού που συνέβη το 1952 στην περιοχή. Μαζί με τους αστυνομικούς και τους ντόπιους που είχαν φτάσει στο σημείο, στην περιοχή βρίσκονταν κι αρκετοί φωτογράφοι οι οποίοι κατέγραψαν το σκηνικό και έβγαλαν μερικές φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν μέχρι και στις εφημερίδες της Αθήνας. Σε αυτές φαίνονται με κάθε λεπτομέρεια οι κινήσεις των δραστών από την απομόνωση του 20χρονου θύματος, μέχρι το «παλούκωμα» και τον απαγχονισμό του.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που είδαν το φως της δημοσιότητας εκείνο το διάστημα, το σχέδιο ήταν πολύ καλά οργανωμένο από τους δράστες. Την ημέρα της δολοφονίας, ένας χωριανός ιερέας προσέγγισε τον θείο του θύματος που ήταν πάντοτε μαζί του για να του ζητήσει δήθεν να κάνει αγιασμό στα κατσίκια του, ενώ ένας άλλος δράστης είχε ντυθεί γυναίκα και έκανε πως μάζευε χόρτα μερικά μέτρα από την καλύβα του. Όταν πια κατάλαβαν ότι ήταν μόνος του, τον ακινητοποίησαν και τον βασάνισαν μέχρι θανάτου.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι έντεκα κατηγορούμενοι αρνήθηκαν πως συμμετείχαν στο φονικό, ωστόσο, κανείς πια δεν τους πίστευε. Ένοχοι τελικά κρίθηκαν οι εννιά από αυτούς, εκ των οποίων δύο ως ηθικοί αυτουργοί. Ένα από τα πιο στυγερά εγκλήματα που έχουν συμβεί στη χώρα είχε μόλις διαλευκανθεί.

https://fanpage.gr/

Το PARTY στη Ρωμιά Πρέβεζας αναδείχθηκε ως το απόλυτο event του φετεινού καλοκαιριού. ΒΙΝΤΕΟ- ΦΩΤΟ



Μια παρέα από 5-6 νεαρούς και νεαρές που ζουν μόνιμα στη Ρωμιά και με την βοήθεια και άλλων παιδιών που έρχονται για διακοπές στο χωριό συνέλαβαν την ιδέα και την πραγματοποίησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Το αποτέλεσμα τους αντάμειψε με το παραπάνω και πρόσφερε σε όσους παραβρέθηκαν μια υπέροχη βραδιά.
Τίποτε δεν θα είχε γίνει χωρίς την προσέλευση  κατοίκων της Ρωμιάς και των γύρω  χωριών που με την μαζική συμμετοχή έδωσαν χαρά και ζωντάνια σε ένα μικρό χωριό του Δήμου Ζηρού.
Στα βίντεο και τις φωτογραφίες που ακολουθούν θα πέρετε μια γνώμη από το κέφι που επικράτησε.