Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Σαν σήμερα σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης. Επετειακό αφιέρωμα


 Γράφει ο Σωτήρης Λ. Δημητρίου

Η τελευταία μάχη και ο θάνατος του Σουλιώτη ήρωα στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας. 8 προς 9 Αυγούστου το βράδυ 1823. «Μάνα δε γέννησε στην Ελλάδα δεύτερο Μάρκο… Ούτε είδα, ούτε θα ιδώ τέτοιον πολεμάρχη». Είπε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης για τον Μάρκο Μπότσαρη.
Μεταξύ τους οι Σουλιώτες μπορεί να μάλωναν, θύμωναν, τρώγονταν πολλές φορές, μα ήταν σαν να μάλωναν στην ίδια την φαμίλια, στο ίδιο σπίτι. Κι όμως ο αγώνας ήταν αγώνας. Πάλεψαν για την λευτεριά και απόσπασαν τον θαυμασμό όλης της χώρας.
«Πού πας ορέ Μάρκο; με τούτους πας να πολεμήσεις; Εκείνοι είναι μεγάλο ασκέρι». Λέει ο Καραϊσκάκης.
«Αν σε ρωτήσουν πού πάω, να τους πεις, ότι ο Μάρκος πάει για να σκοτωθεί». Απαντάει φεύγοντας ο Σουλιώτης ήρωας.
Και πήγε…
Από την πλευρά των Τούρκων, δύο ασκέρια υπό τους Μουσταή Πασά της Σκόνδρας με 12.000 Αλβανούς και 3.000 Μιρντίτες (Αλβανοί βουνίσιοι ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί) και Ομέρ Βρυώνη πασά των Ιωαννίνων με 4.000 Τουρκαλβανούς, χωρισμένοι σε τρία τμήματα, ξεκινούν σε παράλληλη κάθοδο προς το Μεσολόγγι.
Κατάλαβε ο Μάρκος τις δύσκολες ώρες και δεν κάθισε καθόλου μέσα στην πολιτεία, αλλά πήρε 400 Σουλιώτες κι άλλους 850 ακόμα και έβαλε στο μυαλό του το σχέδιο επίθεσης κατά του Σκόντρα.
Για να πάψει κάθε γκρίνια και παράπονο μπροστά σε όλους ξέσκισε το δίπλωμα της αρχιστρατηγίας και είπε εκείνο το αθάνατο:
«Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα μεθαύριο μπροστά στον εχθρό».
Και κάλεσε συμβούλιο και μεταξύ άλλων είπε: «Ο Θεός μας βοήθησε και νικήσαμε πολλές φορές τους εχθρούς της πίστης μας, θα μας βοηθήσει να νικήσουμε και τούτον τον εχθρό που έχει στηρίξει όλες τις ελπίδες τους ο Σουλτάνος.
Απάντησαν οι καπεταναίοι πως πολλές φορές είχαν νικήσει τους Γκέγκηδες και θα τους νικήσουν και τώρα σε τούτα τα βουνά που διάλεξαν να κατεβούν. Όλοι μαζί με τον θρυλικό αρχικαπετάνιο, τον Μάρκο Μπότσαρη που ο Νίκος Ζιάγκος στο βιβλίο του, τον αποκαλεί συνέχεια «ισόθεο», ανεβαίνουν για τα βουνά του Καρπενησιού.
Τζαβέλλας, Φωτομάρας, Ζέρβας, Γιολδάσης με τα αδέρφια του, Ζαχαράκη και Κώστα Σερέτη, Σιαδήμας, Κοντογιαναίοι της Φθιώτιδας τάχτηκαν στα Λακώματα της Σανιάδας που είναι στις πλαγιές του Κόρακα.
Ο Μάρκος και οι Σουλιώτες προχώρησαν στο Μικρό Χωριό. Μόλις έφτασαν έστειλε ο Μάρκος τρία ψυχωμένα παλικάρια να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τον εχθρό. Τα ξαδέρφια του, Θανάση (Τούσια) Μπότσαρη, τον Θανάση Κουτσονίκα και τον Γιάννη Μπαϊραχτάρη. Τον μπαϊραχτάρη του (σημαιοφόρο του).
Ήταν 7 Αυγούστου που τούτα τα παλικάρια μπήκαν στο εχθρικό στρατόπεδο να το κατασκοπεύσουν, αφού τίποτα δεν διέφερε από τον εχθρό, ούτε στο ντύσιμο ούτε στην γλώσσα. Τιμή σε τούτα τα παλικάρια. Γύρισαν την ίδια μέρα και είπαν όσα είδαν και άκουσαν στον Μάρκο. Αμέσως ο αρχικαπετάνιος έστειλε γράμμα στα Λακώματα:
«Αδερφοί καπεταναίοι. Εγώ ήρθα και έχω σκοπό να προσβάλω τον πασά. Αν θέλετε κατεβάτε κάτω στον Άγιο Νικόλαο του χωριού Κλαψίου να κουβεντιάσουμε και να τον χτυπήσουμε μαζί κι αν δεν θέλετε μην έρχεστε».
«Δεν είμαστε γυναίκες να μην πάμε», είπαν οι Σουλιώτες και πήγαν στον Άη Νικόλα. Εκεί τους περίμενε ο Μάρκος και μιλήσανε.
Αποφάσισε ο Μάρκος το βράδυ 8 με 9 Αυγούστου να μπει από την είσοδο της κοιλάδας ακολουθώντας το ρέμα και θα χτυπούσε άξαφνα. Εκείνοι θα ’πρεπε να πέσουν πάνω στον εχθρό από την άλλη μεριά, από το διάσελο του Άη Αντρέα και από το γεφύρι του Δεσπότη, έτσι θα έβαζαν τον εχθρό στην μέση.
Έμαθαν οι Τουρκαλβανοί Γκέγκηδες από μαντατοφόρο που δείλιασε και πήγε προσκύνησε, τις προθέσεις του Μάρκου. Δεν πίστευαν ότι θα τους χτυπήσουν 1.250 άνθρωποι και μάλιστα τον «υπερήφανο» στρατό των Σκοντράνων.
Σύνθημα: Τσίλι γιε τι; Παρασύνθημα: Χέκουρ
Στις 8 Αυγούστου την νύχτα οι οπλαρχηγοί με τον Τζαβέλλα, έφτασαν στον Άη Αντρέα και έστειλαν ανιχνευτές.
Από την άλλη μεριά ο Μάρκος με τους άντρες του έμπαινε στην ρεματιά το βράδυ 10,15΄ που όρισαν, όπως είχαν μιλήσει. Με ακρίβεια κινήθηκε και ο Τζαβέλλας. Σύνθημα για να μη σκοτωθούν μεταξύ τους είχαν το: Τσίλι γιε τι; (ποιος είσαι) και παρασύνθημα: Χέκουρ (σίδερο).
Ξαφνικά, την γαλήνη της νυχτιάς την αναστατώνει η σάλπιγγα της επίθεσης. Τότε άρχισε το μεγάλο γιουρούσι, μοναδικό στην ιστορία των Σουλιωτών. Το Κεφαλόβρυσο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μετατρέπεται σε ένα απέραντο σφαγείο Τουρκαλβανών. Το απερίγραπτο μακελειό συνεχίστηκε ως πριν χαράξει στο Κεφαλόβρυσο και γέμισε η κοιλάδα σφαγμένα κουφάρια.
Τους βρήκε τέτοιο κακό μέσα στην νύχτα στο ορδί τους που νόμισαν ότι ήταν λάθος, ατύχημα και φώναζαν: «Χατάς…χατάς…». Απάντησε ο ίδιος ο Μάρκος φωνάζοντας:
Δεν είναι χατάς (ατύχημα), σας σφάζει ο Μάρκος.


Οι Σουλιώτες, αλαλάζουν σαν δαιμονισμένοι και σφάζουν ασταμάτητα, για να μην προλάβουν οι τουρκαλβανοί να συνέρθουν. Τρέχουν πανικόβλητου οι «αήττητοι» του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας πανικοβλημένοι και πνιγμένοι στο αίμα. Οι Σουλιώτες ορμούν με ακόμα περισσότερη μανία και ατέλειωτο πάθος. Μεγάλος είναι ο πανικός και η σύγχυση που επικρατεί στους τουρκαλβανούς. Δεν ξέρουν από ποιον να φυλαχτούν και σφάζονται μεταξύ τους. Τα σπαθιά βούλιαζαν στις σάρκες των τουρκαλβανών και έκοβαν τα κεφάλια τους, σφύριζαν οι σφαίρες στην λαγκαδιά και στα φυλλώματα των πλατάνων. Μια σφαίρα βρήκε τον Μάρκο στο βουβώνα, μα δεν την κατάλαβε και συνέχιζε την σφαγή.
Ο Κουτσονίκας γράφει, ότι ο Κίτσος Τζαβέλλας με τους δικούς του πολέμησε από την άλλη μεριά ως πριν το χάραμα που υποχώρησαν όλοι.
Το σώμα υπό τον Κίτσο Τζαβέλα υποχώρησε μετά από σύντομη ανταλλαγή πυρών, γράφει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΒ’, σ. 303.
Αυτή είναι η πρώτη καταδρομική επίθεση στη παγκόσμια πολεμική ιστορία που έχει καταγραφή και ήταν σχέδιο του Μάρκο Μπότσαρη.
Με το χάραμα της 9 Αυγούστου οι Σουλιώτες αποχωρούν χωρίς τον κίνδυνο να τους ακολουθήσει κανείς. Οι Σουλιώτες λουσμένοι πατόκορφα απ’ το εχθρικό αίμα γελούν με το κατόρθωμά τους. Μαζί τους, εκτός τα πολλά λάφυρα, σέρνουν αιχμάλωτο και τον διοικητή του στρατοπέδου, τον Άγο Βασιάρη.


Τον Μάρκο έμελλε εκείνο το βράδυ να τον σταματήσει μόνο ο θάνατος από το να πιάσει τον Σκόντρα αιχμάλωτο ή να του πάρει το κεφάλι!
Ο Μουσταή Πασά της Σκόντρας ταμπουρωμένος πίσω από την μάντρα με όλους τους σωματοφύλακες και ο Μάρκος όρμησε κατά κει. Από κοντά του o ξάδερφός του Νάσης Κουτσονίκας, αδερφός του Λάμπρου, καθώς ο άλλος ξάδερφός του Τούσιας Μπότσαρης, έσφαζε τουρκαλβανούς λίγο πιο πέρα. Δεν πρόκανε ο Κουτσονίκας να κρατήσει το λαβωμένο στο βουβώνα θηρίο, τον «ισόθεο» Μάρκο (έτσι τον αποκαλεί ο Νίκος Ζιάγκος) προτού βγάλει το κεφάλι από τον τοίχο να χιμήξει. Μέσα στην νύχτα το θανατηφόρο βόλι τον βρήκε πάνω από το δεξί μάτι.
Ο Νάσης Κουτσονίκας τον σηκώνει με πόνο και συντριβή και τον μεταφέρει πιο πίσω και τον φορτώνεται ο Τούσιας Μπότσαρης μέχρι να τον κατεβάσουν μέσα στην νύχτα προτού το αντιληφτούν τα παλικάρια ότι ο Μάρκος πάει και χάσουν το ηθικό τους.
Η είδηση για τον χαμό του Μάρκου Μπότσαρη έγινε στριγγιά φωνή και μεγάλο μοιρολόι και πέταξε πάνω από βουνά, φαράγγια και κάμπους από όλη την  επαναστατημένη Ελλάδα. Και έφτασε και πάνω στην Ήπειρο, στην Θεσπρωτία και στο ερημωμένο Σούλι στην γενέτειρα του Μάρκου και όλων των Σουλιωτών.
Όταν απομακρύνονται αρκετά από το διαλυμένο στρατόπεδο οι Σουλιώτες και χάνονται οι κραυγές του πόνου και της απελπισίας, φτάνουν σε ένα αναπάντεχο θέαμα. Σε ένα πλάτωμα του Κώνισκου, βλέπουν τον αρχηγό τους, το Μάρκο, νεκρό. Δίπλα του, οι συνοδοί του σκυφτοί και αμίλητοι. Η χαρά της νίκης μετατρέπεται σε οδύνη και το μίσος της εκδίκησης τρελαίνει το μυαλό τους. Με μιας γονατίζουν τον αιχμάλωτο Άγο Βασιάρη μπρος στο σώμα του αρχηγού τους, όπως ορίζουν τα αρχαία πολεμικά έθιμα, και τον σφάζουν.
Ο Μάρκος είχε πιάσει τον Άγο Βασιάρη που ήταν αρχηγός του στρατοπέδου και τον παρέδωσε στους Σουλιώτες να τον κρατήσουν. Εκείνοι όμως μετά τον θάνατο του Μάρκου, τον σκότωσαν.
Τον Μάρκο τον πήγαν στο Μεγάλο Χωριό 5 η ώρα το πρωί και από κει συνοδεία 100 Σουλιώτες για το Μεσολόγγι. Έφτασαν 11 η ώρα στο μοναστήρι του Προυσού όπου είχε αποσυρθεί ο Καραϊσκάκης μετά την αρρώστια του. Φτάνοντας η πομπή των Σουλιωτών, βγήκε κλαίγοντας ο Καραϊσκάκης και πάει στον νεκρό Μάρκο και τον ασπάζεται. Αποχαιρετώντας τον δε, λέει:
«Μακάρι αδερφέ Μάρκο από τέτοιον θάνατο να πάενα κι εγώ».
Περπατώντας πολύ γρήγορα και ασταμάτητα οι Σουλιώτες με τον νεκρό Μάρκο, έφτασαν στο Αγρίνιο 11 η ώρα προτού τα μεσάνυχτα και από εκεί στο Μεσολόγγι στις 10 Αυγούστου στις 9 με 10 η ώρα το πρωί.
Βαρύ πένθος για τον 33χρονο αρχικαπετάνιο Μάρκο Μπότσαρη στο Μεσολόγγι. Ο πρώτος έπαρχος υποδέχτηκε τον Μάρκο και τον ασπάστηκε. Η Μάρω, αδερφή του Μάρκου ζήτησε να τον πάρει στο σπίτι της για τις τελευταίες φροντίδες και να τον κλάψει.
Συνηθισμένη από θανάτους η φάρα των Μποτσαραίων, όπως και όλων των Σουλιωτών.
«Ήταν γραμμένο έτσι να πάει και ο Μάρκος μου, από τότε που γεννήθηκα δεν άκουσα και δεν είδα τίποτε άλλο από σκοτωμούς, πόλεμο και κακό».
Είπε μέσα στα άλλα η αδερφή του Μάρκου η Μάρω. Κι έκλαψε τον αδερφό της με έναν γοερό θρήνο, που εξιστορούσε την ζωή του από το Σούλι που γεννήθηκε ως την Κέρκυρα, στην Ιταλία, στα νησιά, παντού όπου περπάτησε ο ήρωας και ανέβασαν τον θρήνο πολύ ψηλά και έφτασαν και στο Καρπενήσι που άφησε την τελευταία του πνοή τούτος ο αετός που ήταν του Σουλίου και έγινε ολόκληρης της Ελλάδας.
Συμφωνία επιβλητική οι 33 κανονιές όσες και τα χρόνια του Μάρκο Μπότσαρη του Σουλιώτη, που αντηχούσαν κάθε ένα τέταρτο.
Η κηδεία του Μάρκου
Ο ίδιος ο έπαρχος Κ. Μεταξάς γράφει: «Ο νεκρός πέρασε στο σπίτι του θριαμβευτικά, ντυμένος με τα καλά του και σκεπασμένος με την Ελληνική σημαία. Κι ο λαός σε ατελείωτη σειρά περνούσε και φιλούσε τον ελευθερωτή της πατρίδας».
Το απόγευμα έγινε η κηδεία, ξεκινώντας από το σπίτι του έπαρχου για να δειχτεί πως τον κηδεύει το έθνος. Τούτη η πομπή έμοιαζε με έναν θρίαμβο σαν εκείνο των αυτοκρατόρων της Ρώμης ή των Βυζαντινών στρατηγών. Μπροστά οι τουρκαλβανοί αιχμάλωτοι, άλογα των πασάδων με τις τούρκικες σημαίες από πάνω. Ακολουθούσαν οι παπάδες με τον Δεσπότη, κι αμέσως ύστερα ο νεκρός που τον σήκωναν ψηλά, στα δυνατά τους μπράτσα 12 παλικάρια του, ενώ κοντά στο φέρετρο ακολουθούσε η Μάρω και οι άλλοι συγγενείς του, ο Έπαρχος οι καπεταναίοι, ο λαός. Γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά ριγμένα στην πλάτη συμπλήρωναν την πορεία, ενώ ακολουθούσαν φορτιάτικα ζώα με όλα τα όπλα και τα σπαθιά, που πιάστηκαν στην μάχη. Τελευταία έρχονταν οχτώ χιλιάδες γιδοπρόβατα και έκλεινε ο θρίαμβος.
Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία θάφτηκε μπροστά στον ιερό ναό της εκκλησιάς «Παναγία» δίπλα στον τάφο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη.
Δεν υπήρχε άνθρωπος απλός κι επίσημος που να μην τον συγκίνησε ο θάνατος του Μάρκου, μας γράφει ο Νίκος Ζιάγκος στο βιβλίο του: «Μάρκος Μπότσαρης»
Ήταν νύχτα πριν ξημερώσει η 9η Αυγούστου 1823 που ο Μάρκος Μπότσαρης από την μάχη στο Κεφαλόβρυσο πέρασε στην αιωνιότητα.
Οι απώλειες της μάχης εκατέρωθεν
Το νυχτερινό γιουρούσι που ξημέρωνε η 9 Αυγούστου 1823, στα Πλατάνια του Κεφαλόβρυσου, οι Έλληνες – Σουλιώτες είχαν ακόμη 59 νεκρούς, εκτός του Μάρκου και 42 τραυματισμένους. Σκότωσαν 1.500 Τουρκαλβανούς και πλήγωσαν λιγότερους. Έπιασαν αιχμαλώτους και πήραν 1.600 τουφέκια, 1.800 πιστόλες και 300 σπαθιά. Πήραν ακόμα, 1.200 άλογα, 30 μουλάρια, 4 σημαίες και χιλιάδες γιδοπρόβατα.
Όμως κάποιοι ιστορικοί μιλάνε για 3.000 απώλειες των Τούρκων, ο Πρόκες Όστεν για 2.000 και ένα τραγούδι για 1.200.
Πολλά τραγούδια γράφτηκαν για τον Μάρκο. Τραγούδια που εξυμνούσαν την παλικαριά του, τις μάχες που έδωσε αλλά και θρήνοι και μοιρολόγια, για τον θάνατό του σε αρβανίτικα και σε ελληνικά. Όλη η Δυτική αλλά και η υπόλοιπη Ελλάδα θρήνησε αυτό το παλικάρι, τον μετρημένο, τον ντροπαλό και λιγομίλητο και γνωστικό, τον άξιο και έξυπνο αρχικαπετάνιο, που στις μάχες γινόταν θηρίο ανήμερο και τον έτρεμαν και σέβονταν και οι εχθροί του. Κάποιοι έκλαψαν την απώλεια τέτοιου παλικαριού, όπως ο πασάς Ισμαήλ Πλιάσα, από σεβασμό στον Μάρκο κι ας ήταν οχτρός.
Έγραψαν πολλοί ποιητές και συγγραφείς για τον Μάρκο. Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη συγκίνησε τους φιλέλληνες σε Ευρώπη και Αμερική. Αρκετά ποιήματα αφιερωμένα σ’ αυτόν από πολλούς Ευρωπαίους ποιητές, ακόμη και ο Ζακυνθινός συνθέτης Παύλος Καρρέρ το1858 παρουσίασε την όπερα «Μάρκος Μπότσαρης». Μία πλατεία του Στρασβούργου έχει το όνομα του Έλληνα οπλαρχηγού και μια ταμπέλα γράφει εν συντομία ποιος ήταν ο Μάρκος Μπότσαρης. Το γαλλικό κράτος τίμησε το 1911 τον Μάρκο Μπότσαρη, δίνοντας σ’ έναν από τους σταθμούς του παρισινού μετρό τ’ όνομά του («Botzaris»). Στο Στρασβούργο υπάρχει πλατεία που έχει το όνομά του: «Square Markos Botzaris».
Μετά την Έξοδο και τη κατάληψη του Μεσολογγίου από τους οθωμανούς, οι τουρκαλβανοί άνοιξαν τον τάφο του Μπότσαρη αναζητώντας τα πολύτιμα όπλα του.
Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας. Είναι ο μόνος ίσως που δεν θα του βρει κάποιος ούτε ένα ψεγάδι, σε αυτό το ανδρείο παλικάρι, τον συνετό άνδρα, τον έξυπνο στρατιωτικό, τον ακέραιο χαρακτήρα. Ο μεγαλύτερος ήρωας που γέννησε η Ήπειρος και από τους μεγαλύτερους ήρωες της κατά την ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Γκιόλιας Μ., Ιστορία Της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1393 – 1821), Εκδόσεις «ΠΟΡΕΙΑ», Αθήνα 1999. 
Μαυρομύτης Γ.Α., Καρπενήσι 1810 – 1820, Εκδόσεις «ΠΑΝΕΥΡΥΤΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ», Αθήνα 2006. 
Μηχιώτης Χ., Τυμφρηστός και Τυμφρήστιοι, Εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΛΙΑ», Αθήνα 1990. 
Ν. Λιάγκου: Μάρκος Μπότσαρης
Κ. Μεταξά: Ιστορικά απομνημονεύματα

Σπ. Τρικούπη: «Ιστορία του» Τ. Γ΄.



  Σωτήρης Λ. Δημητρίου

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Θέατρο Μηλιανών Άρτας. Θεατρικήη παράσταση 11 Αυγούστου 2026

Αξιότιμοι επικεφαλής ή εκπρόσωποι Αρχών ή Φορέων,

Αγαπητοί συνδημότες,
Αγαπητοί φίλοι του θεάτρου,

Σε μια αδιάκοπη συνέχεια 25 ετών, από το 2001, η θεατρική ομάδα Μηλιανών Άρτας (ΘΕΑ.Μ.Α.), η οποία διευθύνεται από τον υπογράφοντα και την κυρία Αγγελική Αρκουμάνη-Κούρτη και λειτουργεί σε στενή συνεργασία με τον 49ετή Σύλλογο των απανταχού Μηλιανιτών Άρτας, έχει την τιμή να σας καλέσει στη φετινή 26η ετήσια παράστασή της, την Τρίτη 11 Αυγούστου 2026, ώρα 8.30 μ.μ., στο θέατρό της που βρίσκεται στην πλατεία Κοιμήσεως Θεοτόκου στα Μηλιανά.

Η παράσταση θα αρχίσει με την ξεκαρδιστική μονόπρακτη κωμωδία του κορυφαίου παγκόσμιου θεατρικού συγγραφέα Άντον Τσέχωφ "Πρόταση γάμου" και θα συνεχισθεί με το κεντρικό έργο της βραδιάς, την αστυνομική κωμωδία του Ρομπέρ Τομά "Οκτώ γυναίκες" (οκτώ γυναίκες ύποπτες φόνου). Δύο ταλαντούχες κοπελίτσες θα έχουν επίσης μια σύντομη παρουσία επί σκηνής.

Επισυνάπτεται η αφίσα μας.

Η παρουσία σας θα είναι χαρά και τιμή για μας.

Ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Γεωργίου Καραϊσκάκη για τη διαρκή και έμπρακτη στήριξή του, καθώς και όλους όσους συνέβαλαν και συμβάλλουν στο έργο μας.

Αριστείδης Λαυρέντζος, σκηνοθέτης της παράστασης 
Αγγελική Αρκουμάνη-Κούρτη, διευθύντρια σκηνής

Το Αργυρόκαστρο του Ισμαήλ Κανταρέ.

Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου.

To Αργυρόκαστρο, η πόλη της Αργυρούς, μια πόλη μέσα στην πέτρα και την ιδιαίτερη ομορφιά της φύσης, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο έργο του Ισμαήλ Κανταρέ που ήταν και η γενέτειρά του. Από το μυθιστόρημά του το «Χρονικό στην πέτρα» μέχρι το τελευταίο μυθιστόρημα «Λάθος Δείπνο».

Το σπίτι του που βρίσκεται στο Αργυρόκαστρο και λειτουργεί σήμερα ως μουσείο, το περιέγραψε ο συγγραφέας με κάθε του λεπτομέρεια στο βιβλίο του το «Χρονικό σε πέτρα». Σε αυτό το σπίτι έμενε με την οικογένειά του και υπάρχει περιγραφή πως καθόταν κοντά στο παράθυρο ως μικρό αγόρι, ενώ παρακολουθούσε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο να διαδραματίζεται στον έξω κόσμο. Το σπίτι χτίστηκε αρχικά το 1799 και ανακαινίστηκε αφού ανακηρύχθηκε πολιτιστικό μνημείο το 1991. Το σπίτι άνοιξε για το κοινό στις 28 Ιανουαρίου 2018, στα 80ά γενέθλια του Κανταρέ. Επίσης πολλά τα κειμήλια αλλά και τα προσωπικά αντικείμενα του συγγραφέα.

Το Αργυρόκαστρο από την άλλη επιβλητικό, βρίσκεται στις απότομες πλαγιές της κοιλάδας του Πλατοβουνίου και του ποταμού Δρίνου, σε κυρίαρχη θέση πάνω από ένα τοπίο πλούσιο σε ιστορία, τριγυρισμένο από ψηλές βουνοκορφές. Αυτή είναι η «πόλη των χιλίων βημάτων» που περιλαμβάνει εκατοντάδες πυργόσπιτα με τις ιδιαίτερες γκριζόμαυρες πέτρινες στέγες, ξύλινα μπαλκόνια και πέτρινους τοίχους, όλα διατηρημένα από τους κατοίκους του και αξιοποιημένα με σεβασμό, αγάπη και προσοχή που τα τελευταία χρόνια συγκεντρώνουν όλο και περισσότερους τουρίστες απ’ όλον τον κόσμο. Σε όλη την ιστορία του, το Αργυρόκαστρο υπήρξε σημαντικό διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο και αυτό διαγράφεται μάλιστα από το καλοδιατηρημένο του κάστρο.

Μια πόλη με μια ιδιαίτερη καταγωγή η ονομασία του από την Αργυρώ που τόσο λυρικά έχει μεταφέρει ο Κώστας Κρυστάλλης σ΄ένα του διήγημα αλλά και ο λόγιος Ιωάννης Λαμπρίδης. Επίσης και ο Νικόλαος Πολίτης έχει γράψει γι’ αυτή την παράδοση όπως και ο Ισμαήλ Κανταρέ το ποίημα, "Princesha Argjiro", «…η πριγκίπισσα με μια κούνια στην αγκαλιά κατέβηκε ορμητικά τον πύργο, είδες τα χελιδόνια; Πότε μαθαίνουν τα πουλιά για το φθινόπωρο;».

Για το συγγραφέα που πριν λίγο καιρό χάθηκε από τη ζωή «H λογοτεχνία και η δικτατορία είναι δύο αγρίμια εξίσου φoνικά» ενώ η μοναξιά αποτελεί μια φυσική επιλογή του κάθε συγγραφέα. Κατά πόσο γεννιέται ή γίνεται κάποιος συγγραφέας, ο Ισμαήλ Κανταρέ απαντά: «…γεννιόμαστε συγγραφείς, όμως από την άλλη, λέγοντας ότι κάποιος γεννιέται συγγραφέας, δεν πιστεύω πως αυτό εμπεριέχει κάτι το μυστηριωδώς θείο. Ίσως πάλι να πρόκειται για ένα ιδιαίτερο χάρισμα του εγκεφάλου, βάσει του οποίου τα εκλογικευμένα πράγματα-όπως συμβαίνει και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές- δέχονται μία επεξεργασία ιδιαιτέρως γρήγορη. Aυτού του είδους οι εγκέφαλοι μπορούν να δουλεύουν πολλά «προγράμματα» ταυτόχρονα. Mπορούν να περνούν από το λογικό στο μη λογικό εξαιρετικά γρήγορα και από την πραγματικότητα στον συμβολισμό με την ίδια πάντα ευκολία. Μπορούν να καταβυθιστούν στην άβυσσο και να ξανανέβουν στον ουρανό, να περπατούν οριζοντίως και καθέτως.»

Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα βιβλία του: «Aισχύλος ο μεγάλος αδικημένος», «H εκκλησία της Aγίας Σοφίας και άλλες ιστορίες», «H κόχη της ντροπής», «H πυραμίδα», «H σκιά», «Kρύα λουλούδια του Mάρτη», «Mια πόλη χωρίς διαφημίσεις», «O αετός», «Ποιος έφερε την Nτορουντίν;», «Πρόσκληση στο εργαστήρι του συγγραφέα», «Pημαγμένος Aπρίλης», «Tαμπούρλα της βροχής», «Tο γεφύρι με τις τρεις καμάρες», «Tο κοντσέρτο», «Tο λυκόφως των θεών της στέπας», «Tο παλάτι των ονείρων», «Tο πέταγμα του αποδημητικού», «Tο τέρας», «Tο χρονικό της πέτρινης πόλης», «Tρία τραγούδια πένθιμα για το Kοσσυφοπέδιο», «Φάκελος O», «Φεγγαρόφωτο», «Spiritus».



Κατερίνα Σχισμένου



Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Το Πωγώνι του Χριστόφορου Μηλιώνη


Tου αείμνηστου  συγγραφέα, φιλόλογου Χριστόφορου Μηλιώνη 

Λένε πώς όλα τά χέλια του κόσμου ξεκινούν άπό λίμνες καί ποταμούς, διασχίζουν ώκεανούς διαβαίνουν στεριές καί έπιστρέφουν στή θάλασσα τών Σαργασσών γιά νά γεννήσουν καί νά πεθάνουν. Ή κανούρια γεννιά θά κάνη άντίστροφα τό δρόμο τής προηγούμενης ύπακούοντας σ’ ένα άνεξήγητον άταβιστικό νόμο...

"Εναν τέτοιο νόμο άκολουθούν κι’ οί Πωγωνήσιοι (κοινόν άλλωστε στούς πιό πολλούς Ήπειρώτες) χρόνια καί χρόνια τώρα πού άλλοτε έσερνε τό ρεύμα γιά τήν Πόλη καί τή Βλαχιά, καί τώρα πρός τά μεγάλα άστικά κέντρα τής Ελλάδος κι έξω άπ’ αύτήν Αύστραλία Αμερική.
Δέν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο νά μιλώ γιά τό Πωγώνι μακρυά άπ’ αύτό. Τό Πωγώνι είναι πάντα καί μονάχα άνάμνησι καί νοσταλγία.
Τά παιδικά μας χρόνια χαμένα μέσ’ τούς μεγάλους ίσκιους τών βουνών μέ τά σκληρά όνόματα, άνάμεσα Μουργκάνα, Νεμέρτσικα, Κασιδιάρη κι Άκροκεραύνεια. Βουνά, πού οί άνθρωποι μιά καί δέν είναι άναγκασμένοι νά φιλιωθούν μαζί τους, τά παρακάμπτουν καί προτιμούν τις μικρές κοιλάδες καί τις ύπώρειες. Οταν όμως γέρνη νά βασιλέψη ό ήλιος μακρυά πρός τό Αργυρόκαστρο, πίσω άπό τ’ ’Ακροκεραύνεια, άπλώνουν οί ίσκιοι τών βουνών καί κάθονται πλάκωμα πάνω στό στήθος, Κι άντίκρυ, στόν κάμπο τής Δερόπολης τά νερά του Δρίνου στέλνουν άνταύγειες άπό τό ήλιοβασίλεμα, πρώτο έρέθισμα στήν παιδική φαντασία πού τ’ άπλώνει τά κάνει θάλασσα κι άπάνω ρίχνει τά καράβια τής φυγής.

Οχι γιά τήν περιπέτεια. Πριν ώριμάσουν τά παιδιά έχουν κιόλας άποχτήσει τήν σκυθρωπή σοφία του γέρου χωρίς νάχουν περάσει άπό τό στάδιο τής έξαλλης όρμής. Καί θά τήν κρατήσουν σ’ όλη τους τή ζωή τή βαρύτητα στό ύφος. Ισως νάναι αύτός ό ίσκιος τών βουνών, ίσως τά σκαμμένα πρόσωπα τής καθημερινής συναναστροφής, ίσως άκόμη τούτος πού σέρνεται σέ κάποιο φαράγγι - όλος νοσταλγία, συγκρατημένο παράπονο καί στέρηση. 
«Γιώργο μέ πήρε ή άνοιξι, 
πήρε τό καλοκαίρι 
χώρα φουντώνουν τά κλαριά 
καί κλειούν τά μονοπάτια 
Γιώργο καί σύ δέ φαίνεσαι 
δέν κούγεσαι γιά νάρθης».
Τά παιδικά μας χρόνια νανουρίστηκαν μ’ αύτό τό παράπονο τής μάννας πού ζή δίχως τόν άντρα, μέ ιστορίες γιά ληστές, Αρβανίτες καί Καστρινούς μπέηδες. Ακόμα τις θυμούμαστε: Οπως έκείνη γιά τό Βασίλη Δούκα, πού τή δεύτερη μέρα τού γάμου του, τού ζήτησε ό μπέης τή νύφη, τάχα γιά νά ζυμώση τό ψωμί του...
Μπέη μου του άπάντησε, άκόμα δέν τήν είδα έγώ καί θά τή στείλω στό σπίτι σου;
Καί τήν άλλη μέρα βρήκαν τό Βασίλη Δούκα στή μέση του δρόμου μ’ ένα μεγάλο κόκκινο τριαντάφυλλο στό στήθος - τριαμερίτικος γαμπρός.
Η τήν άλλη γιά τό άλογο του γέρου Χρήστου, πού ήταν ρούσο κι όμορφο κι ό μπέης τόχε βάλει στό μάτι κι όλο τό άγγάρευε γιά νά πηγαινοέρχεται στό γονικά του κάστρο ώσπου ό γέρος δέν άντεξε πειά κι ένα πρωί άντί νά τό στολίση μέ χάμουρα καί τραχηλιέο, του φερε μιά στό κούτελο μέ τό τσεκούρι, τάνοιξε στά δυό τό κεφάλι καί τό ξάπλωσε έκεί στή μέση τής αύλής του, νά μή μπορή πειά κανείς νά τού τό πάρη... Κι όταν τόν ρώτησε ό μπέης γιατί τόκανε, του άπάντησε πώς ήταν καιρός νά τό χαρή κι αύτός λίγο....

Θυμούμαστε βέβαια καί τούς παστρικούς όντάδες, κάποιον άγέρα άρχοντιάς στήν ψυχή πειό πολύ καί στά φερσίματα, θυμούμαστε πειό πολύ άκόμα τούς Πωγωνίσιους χορούς μέ άργό βάδισμα, τάσπρα σεγκούνια μέ τά χρυσά κουμπιά καί έκείνες τις όμπόλιες άπό ζοφρανισμένο μετάξι... Καί γύρω στό χορτάρι τούς γερόντους καί τούς ξενητεμένους πού είχαν γυρίσει μέ μιά χρυσή καδένα στό γιλέκο καί τό (τζάνουμ) πρόθυμα πάντα, πού δήλωνε πλούσια καρδιά πειό πολύ, παρά πουγκί.

Κι υστέρα ήρθε ό πόλεμος κι ή κατοχή μέ τό άντάρτικο πού μάς έξοικείωσε μέ άλλα πράματα πού ώς τότε δέν τά ξέραμε: τις καθημερινές μάχες (αύτές οί σφαίρες είναι τροχιοδεικτικές, αύτός ό κρότος ντουφεκιού είναι άπό μάουζερ, τό πολυβόλο πού κροταλίζει είναι Μπρέν), τό θάνατο, τή φωτιά, τούς καπνισμένους τοίχους, καί τήν έλονοσία πού στεφάνωνε τά μάτια μέ μαύρους κύκλους καί έκανε τά κορμιά νά ριγούν στόν Αύγουστιάτικο ήλιο, ξαπλωμένα στή μέση του δρόμου. Μή μου ζήτάτε νά μιλήσω γιά τις καμένες σάρκες...
















Λέγαμε πώς πειά δέν θά ξανάρθη Ειρήνη. Κάποτε ήρθε, μά δέν μάς βρήκε. Είχαμε φύγει έμείς. Λίγοι τώρα μένουν έκεί. Κυρίως αύτοί πού περιμένουν σειρά νά κοιμηθούν. Ωστόσο ώσπου νά τούς έρθη ή ώρα κρατούν άνοιχτό τό σπίτι φτιάχνουν τούς δρόμους καί καθαρίζουν τίς αύλές γιά νά μήν κλείσουν άπ' τούς άρκουδόβατους. Γιατί τό καλοκαίρι θά ρθούν τά παιδιά γιά δέκα μέρες νά χορέψουν καί νά τραγουδήσουν Πωγωνήσια τραγούδια στόν τόπο τους...

Ά, τά Πωγωνήσια τραγούδια! Ποιός ξένος μπόρεσε νά τά νοιώση; Κανείς πού δέν είδε ν’ άρχίζη μέ μοιρολόγι γεμάτο πάθος (άλήθεια τί άντινομία) καί νά τελειώνει μέ μοιρολόγι, πού δέν άκουσε τούς μσκρόσυρτους συρτούς ν’άνταλλάσωνται άνάμεσα στό χορό τών άντρών καί τό χορό τών γυναικών, όταν γυρνούν άπό τά μακρυνά ξωκκλήσια:
"Τόν άμμον ά— ή μαύρη έγώ 
τόν άμμον άμμο πήγαινα 
κι άγνάντευα τή θάλασσα."
Τό άκουσα τούτο τό τραγούδι, χαμηλόφωνα, ένα βράδυ κάτω άπό τά φοινικόδεντρα, στήν παραλία τής Βηρυτού.’Ηταν ένας γέρος μέ στεγνό πρόσωπο άκουμπισμένος σ’ έναν τοίχο τού λιμανιού.
Πήγα καί στάθηκα δίπλα του, άρπαξα τόν γνώριμο σκοπό καί συνέχισα μέ βαθύτερη φωνή:
«θάλασσα πι ή μαύρη έγώ
θάλασσα πικροθάλασσα 
τί μούκανες τόν άντρα μου».
Υστερα άπό λίγη ώρα ό γέρος άπό τά ριζά τής Νεμέρτσικας είχε άκουμπήσει στόν ώμό μου πάνω άπ’ τό τραπέζι μέ τά δυό ποτήρια, μιλούσε μέ φωνή πού έτρεμε καί μου ζητούσε νά τού πώ μοιρολόγια. Χάΐ—χάϊ είπε ύστερα, δέ βαστώ άλλο, θά γυρίσω...
—Καιρός είναι τού είπα.
Ό νόμος πού σάς ελεγα είχε άρχίσει νά γίνεται έπιτακτικός μέσα του.
Πήγαινε ν’ άναπαυθή...

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα "Φωνή του Πωγωνίου" - Φύλλο 651

www.adelfotitavissanis.blogspot.gr

Παραδοσιακά Ελληνικά φαγητά που χάθηκαν με τα χρόνια


Η μπομπότα

Γνωστή και ως το ψωμί ή η πίτα των φτωχών, η μπομπότα ήταν η εναλλακτική λύση έναντι του σπάνιου σε δύσκολες περιόδους αλευριού από σιτάρι. Ήταν στην ουσία ένας χυλός από καλαμποκάλευρο, αλατισμένο νερό και λάδι, αυγό ή κάποια γέμιση, αν υπήρχε.

Θρεψίνη και πετιμέζι


Ως την δεκαετία του ’60, τότε που δεν υπήρχαν… πραλίνες φουντουκιού και maple syrup για να αλείφουμε στο ψωμί, οι φέτες αλείφονταν κατά κόρον με πετιμέζι ή θρεψίνη. Το πετιμέζι είναι το παχύρρευστο προϊόν που προκύπτει από τον μούστο των σταφυλιών, ενώ η θρεψίνη, που κυκλοφορούσε στο εμπόριο σε κουτί με μια χαρακτηριστικότατη φωτογραφία ενός μικρού παιδιού, ήταν μια κρέμα που αποκαλούταν και σταφιδίνη, επίσης από τα σταφύλια.
Αυτό ήταν το πλέον συνηθισμένο και θρεπτικό κολατσιό των παιδιών τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.

Ζαχαρόψωμο


Μια φέτα ψωμί με ζάχαρη ήταν ο πιο γρήγορος και οικονομικός τρόπος να ξεκινήσουν τα παιδιά τη μέρα τους πριν φύγουν για το σχολείο, τις περασμένες δεκαετίες. Η «συνταγή» είναι πολύ απλή: Το ψωμί απλώς βρεχόταν ελαφρώς με νερό και πασπαλιζόταν με ζάχαρη.

Τσιγαρίδες


Σε παλαιότερες εποχές ανά την Ελλάδα – και σε κάποιες επαρχίες ακόμη – κάθε οικογένεια είχε το γουρουνάκι της, που «θυσιαζόταν» κοντά στα Χριστούγεννα. Επειδή όμως δεν έπρεπε να πάει χαμένο καθόλου κρέας, τα μικρά κομμάτια από ξύγκι που περίσσευαν, έμπαιναν σε καζάνια με νερό και αλάτι, και προέκυπταν κομμάτια χοιρινού σαν μπέικον, που διατηρούνταν ως και τα επόμενα Χριστούγεννα.

Μπλουγούρι και τραχανάς


Στην ύπαιθρο το μπλουγούρι (γνωστό πλέον ευρέως ως πλιγούρι) και ο τραχανάς ήταν πάντα χειροποίητα και πιο διαδεδομένα από τα ζυμαρικά όπως τα μακαρόνια και το ρύζι που μπήκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην κουζίνα και κέρδισαν το… μονοπώλιο των συνοδευτικών στα πιάτα.
Το πλιγούρι είναι ψιλό δημητριακό από αποξηραμένο σιτάρι και ο τραχανάς, ξινός ή γλυκός, είναι ζυμαρικό φτιαγμένο με αλεύρι και γάλα ή γιαούρτι. Ευτυχώς, τα δύο χαμένα τρόφιμα αυτά, επανήλθαν το τελευταίο διάστημα, ακόμη και στις κουζίνες μεγάλων σεφ, οι οποίοι αποφάσισαν να πρωτοτυπήσουν με μια επιστροφή σε παλιές αξίες, κάνοντας τάση το «τραχανότο» ή βρίσκοντας στο πλιγούρι το «νέο» super food.

Ρεβιθόψωμο

Τα ρεβίθια στην Κατοχή ήταν χρήσιμα ακόμα και για την παρασκευή υποκατάστατου ροφημάτων όπως ο καφές. Αλλά με το συγκεκριμένο όσπριο και αλεύρι, φτιαχνόταν και ψωμί, το λεγόμενο ρεβιθόψωμο το οποίο με λίγο αλεύρι και λάδι, γέμιζε το τραπέζι σε εποχές ανέχειας.


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Δείτε δύο ερασιτεχνικά βίντεο από την κηδεία του Λάκη Χαλκιά.

Στην κηδεία του Ηπειρώτη καλλιτέχνη Λάκη Χαλκιά που έγινε χθες  στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών παραβρέθηκε το μέλος του Δ.Σ. της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας  Παναγιώτης Ανυφαντής. (όχι πάντως  σαν εκπρόσωπος της Π.Σ.Ε.).

Κατέγραψε με το κινητό του δύο βίντεο τα οποία μας τα έστειλε  και τα δημοσιεύουμε.

 

Η Παράδοση Ξαναπιάνει το Νήμα της | Κανάλια Άρτας

Από το Πρόβατο στον Αργαλειό.

Στα Κανάλια Μεσόπυργου της Άρτας, έναν ορεινό τόπο που συνδέθηκε με τη ζωή των μετακινούμενων κτηνοτρόφων, η παράδοση του πρόβειου μαλλιού και της υφαντικής ζωντανεύει ξανά.

Μαζί με την ομάδα Το Ποκάρι γνωρίζουμε τον κύκλο του μαλλιού, από το πλύσιμο και το ξάσιμο μέχρι το λανάρισμα, το γνέσιμο και τον αργαλειό. Ένα ταξίδι στη γνώση, στη δημιουργία και στις μνήμες των ανθρώπων που κρατούν ζωντανή την παράδοση της ελληνικής υπαίθρου.

Παραγωγή:Greek Village Life




Χρόνια πολλά στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Άρτης κ.κ. Καλλίνικο

Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου

Με αισθήματα βαθύτατου σεβασμού και αγάπης, η τοπική κοινωνία της Άρτας εύχεται ολόψυχα στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Άρτηςκ.κ. Καλλίνικο χρόνια πολλά και ευλογημένα με αφορμή την ονομαστική του εορτή.

Η ημέρα αυτή αποτελεί μια ξεχωριστή ευκαιρία για όλους μας να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη και την αγάπη μας προς τον πνευματικό μας πατέρα, ο οποίος εδώ και δέκα χρόνια διακονεί με συνέπεια, ταπείνωση και αυταπάρνηση την Ιερά Μητρόπολη Άρτης.

Από την ημέρα της ενθρόνισής του μέχρι σήμερα, ο Σεβασμιώτατος έχει συνδέσει το όνομά του με ένα ποιμαντικό, κοινωνικό και πνευματικό έργο. Με διακριτικότητα αλλά και αποφασιστικότητα βρίσκεται πάντοτε δίπλα στον άνθρωπο που δοκιμάζεται, στηρίζει τις πολύτεκνες οικογένειες, τους νέους, τους ηλικιωμένους και κάθε συνάνθρωπο που έχει ανάγκη από μια λέξη παρηγοριάς ή μια έμπρακτη βοήθεια. Με το προσωπικό του ενδιαφέρον και την φροντίδα του λειτουργεί άριστα και απρόσκοπτα το Γηροκομείο της Άρτας που αποτελεί μοναδικό ίδρυμα για την πόλη μας. 

Ιδιαίτερη υπήρξε η μέριμνά του για την πνευματική καλλιέργεια του λαού της Άρτας, την ενίσχυση των ενοριών, την ανάδειξη της εκκλησιαστικής μας παράδοσης και τη στήριξη του φιλανθρωπικού έργου της Μητροπόλεως, την στήριξή του στη νεολαία, στα κατηχητικά- σε κάθε πνευματική εκδήλωση της πόλης μας. Με τον λόγο του, τη σεμνότητά του, το ήθος του και το προσωπικό του παράδειγμα εμπνέει τον κλήρο και τον λαό να πορεύονται με πίστη, ελπίδα και αγάπη. Ξεπερνώντας τα όρια και τα οράματα της τοπικής μας εκκλησίας ο Σεβασμιώτατος εργάστηκε για την διοργάνωση και επιτυχία  του Συνεδρίου της Ιεράς Συνόδου για τον θρησκευτικό τουρισμό με την παρουσία εκλεκτών συνέδρων και την τιμητική για την πόλη μας παρουσία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου. Μέγιστο γεγονός για την πόλη μας και επιβράβευση της εκκλησιαστικής πορείας και συνέπειας του Σεβασμιωτάτου υπήρξε η επίσκεψη του Οικουμενικού μας Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου και η Πατριαρχική θεία λειτουργία που τελέστηκε στον ιερό ναό του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.

Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια καλλιέργησε σχέσεις εμπιστοσύνης και συνεργασίας με τους φορείς της περιοχής, αποδεικνύοντας ότι η Εκκλησία μπορεί να αποτελεί δύναμη ενότητας, αλληλεγγύης και προσφοράς προς την κοινωνία.

Η συμπλήρωση δέκα ετών αρχιερατικής διακονίας στην Ιερά Μητρόπολη Άρτης αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό, όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για ολόκληρη την τοπική Εκκλησία. Είναι μια δεκαετία γεμάτη έργο, αγώνα, ποιμαντική φροντίδα και διαρκή παρουσία δίπλα στους ανθρώπους της Άρτας, στις χαρές και στις δυσκολίες τους.

Σεβασμιώτατε, σας ευχόμαστε από καρδιάς ο Πανάγαθος Θεός, με τις πρεσβείες του Αγίου Καλλινίκου, να σας χαρίζει υγεία, δύναμη, μακροημέρευση και πλούσια τη θεία Του χάρη, ώστε να συνεχίσετε για πολλά ακόμη χρόνια να ποιμαίνετε με σοφία, αγάπη και διάκριση την ιστορική Ιερά Μητρόπολη Άρτης.

Χρόνια πολλά και ευλογημένα!



Κατερίνα Σχισμένου


Η Εταιρεία Βυζαντινών και Ιστορικών Μελετών για τις Επετειακές Εκδηλώσεις στη Μπαμπίνη.

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΠΡΕΒΕΖΗΣ

Η Εταιρεία Βυζαντινών και Ιστορικών Μελετών Νομού Πρεβέζης χαιρετίζει τις επετειακές εκδηλώσεις μνήμης που πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 2 Αυγούστου 2026 στη Μπαμπίνη Αιτωλοακαρνανίας, αποτίοντας παράλληλα τον οφειλόμενο φόρο τιμής στους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και στους πεσόντες της τοπικής κοινωνίας στους εθνικούς αγώνες.

Οι εκδηλώσεις άρχισαν με την τέλεση Αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Δαμασκηνού. Ακολούθησε επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στο Μνημείο Πεσόντων Μπαμπινιωτών, υπέρ αναπαύσεως των συμπατριωτών τους που θυσιάστηκαν στους αγώνες του Έθνους, από τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 έως το Έπος του 1940–1941, καθώς και των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και της Πολιορκίας και της ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου της 10ης Απριλίου 1826, με αφορμή τη συμπλήρωση διακοσίων ετών από το κορυφαίο αυτό ιστορικό γεγονός.

Ξεχωριστή στιγμή των εκδηλώσεων αποτέλεσαν τα αποκαλυπτήρια της αναθηματικής στήλης, τα οποία πραγματοποίησαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Δαμασκηνός και ο Δήμαρχος Ξηρομέρου κ. Ιωάννης Τριανταφυλλάκης. Το νέο μνημειακό έργο ανεγέρθηκε ως συμπλήρωμα του Μνημείου Πεσόντων Μπαμπινιωτών και φέρει χαραγμένα τα ονόματα των Μπαμπινιωτών που συμμετείχαν και έπεσαν κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, καθώς και κατά την Πολιορκία και την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου. Η πρωτοβουλία αυτή συνιστά πράξη ιστορικής δικαίωσης και διατήρησης της συλλογικής μνήμης, αναδεικνύοντας τη σημαντική συμβολή της τοπικής κοινωνίας στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες.

Στη συνέχεια, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αιτωλοακαρνανίας κ. Δαμασκηνός επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Πόρτας Μπαμπίνης, με αφορμή τη συμπλήρωση 300 ετών από την ανέγερση του Καθολικού της (1726–2026). Κατά την επίσκεψη, παρουσία εκπροσώπων των τοπικών αρχών και φορέων, πραγματοποιήθηκε ενημέρωση σχετικά με τις αναγκαίες εργασίες συντήρησης, προστασίας και διαφύλαξης του ιστορικού αυτού μνημείου, το οποίο αποτελεί σημαντικό θρησκευτικό, ιστορικό και πολιτιστικό σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή.

Το απόγευμα της Κυριακής 2 Αυγούστου 2026 και ώρα 19:00, στο Δημοτικό Σχολείο Μπαμπίνης, πραγματοποιήθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία επετειακή ημερίδα αφιερωμένη στη συμπλήρωση 300 χρόνων από την ανέγερση του Καθολικού της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Πόρτας Μπαμπίνης (1726–2026). Κατά τη διάρκεια της ημερίδας αναδείχθηκαν η ιστορική διαδρομή της Ιεράς Μονής, η πνευματική, εθνική και πολιτιστική της προσφορά, καθώς και η ανάγκη προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης του σημαντικού αυτού μνημείου της ορθόδοξης και πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Η διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης αποτελεί διαρκές χρέος απέναντι στους προγόνους μας. Η ανάδειξη και η καταγραφή των ονομάτων των αγωνιστών δεν συνιστούν μόνο την ελάχιστη οφειλόμενη τιμή προς τη θυσία τους, αλλά και πολύτιμη παρακαταθήκη για τις νεότερες γενιές, οι οποίες καλούνται να γνωρίσουν, να κατανοήσουν και να διαφυλάξουν την ιστορική τους κληρονομιά.

Η Εταιρεία Βυζαντινών και Ιστορικών Μελετών Νομού Πρεβέζης εκπροσωπήθηκε στις εκδηλώσεις από τον Πρόεδρό της, κ. Ευάγγελο Κατσίμπρα, επιβεβαιώνοντας με την παρουσία της τη διαρκή προσήλωσή της στην ανάδειξη της ιστορικής αλήθειας, στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης και στην απόδοση της οφειλόμενης τιμής προς όλους όσοι αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας.

Η Εταιρεία συγχαίρει θερμά την Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας, τον Δήμο Ξηρομέρου, τους διοργανωτές και όλους όσοι συνέβαλαν στην επιτυχή πραγματοποίηση των εκδηλώσεων, στην ανέγερση της αναθηματικής στήλης, καθώς και στην ανάδειξη της επετείου των 300 ετών από την ανέγερση του Καθολικού της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Πόρτας Μπαμπίνης. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι ανάλογες πρωτοβουλίες αποτελούν πολύτιμη προσφορά στην ιστορική έρευνα, στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης και στην ανάδειξη της συμβολής των τοπικών κοινωνιών στους εθνικούς αγώνες.

Η ιστορική μνήμη δεν αποτελεί απλώς αναφορά στο παρελθόν αποτελεί ζωντανή παρακαταθήκη, θεμέλιο της συλλογικής μας ταυτότητας και πολύτιμο οδηγό για το μέλλον.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Έφυγε στα 14 και Έχτιζε ως τα 69 | Ο 93χρονος Μάστορας της Πέτρας

 Μνήμες από μια Άλλη Ελλάδα.

Στην Αμπελακιώτισσα της ορεινής Ναυπακτίας συναντήσαμε τον 93χρονο κύριο Κώστα Τριανταφύλλου, έναν παλιό μάστορα της πέτρας που ξεκίνησε να εργάζεται μόλις στα 14 του χρόνια. Μέσα από τις αναμνήσεις του ζωντανεύουν η Κατοχή, ο Εμφύλιος, τα πέτρινα σπίτια, τα παλιά έθιμα, η αγάπη για τη γυναίκα του και ένα χωριό που κάποτε έσφυζε από ζωή. Μια αυθεντική ιστορία ανθρώπου, μόχθου και μνήμης από την ορεινή Ελλάδα.

Παραγωγή: Greek Village Life


Bλήτα: Ένα ταπεινό χόρτο. Μνήμες από τη ζωή στο χωριό και τις απλές γεύσεις

 

Γράφει η Μαρία Ν. Αγγέλη


«Ανάθεμα τα βλίτα κι όπου τα κάνει πίτα

 κι όπου τα μαγειρεύει παντρειά να μη γυρεύει».

(Ν.Γ. Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού: Παροιμίαι, Εν Αθήναις, 1899-1902).



 Υπάρχουν φαγητά που μας γυρίζουν πίσω στα παιδικά μας χρόνια, στις αυλές, στους κήπους των σπιτιών και στα καλοκαιρινά τραπέζια. Ένα από αυτά είναι τα βλήτα. Ένα από τα πιο ταπεινά και πιο αγαπημένα χόρτα του καλοκαιριού....

Στο χωριό μου, τον Μαχαιρά Ξηρομέρου, κάθε σπίτι διέθετε και τον δικό του λαχανόκηπο. Ανάμεσα στις ντομάτες, τις αγγουριές, τις πιπεριές, τις μελιτζάνες, τα φασολάκια, είχαν πάντα τη θέση τους και τα βλήτα.

Θυμάμαι τη μάνα που έμπαινε το πρωί και μάζευε στην ποδιά της βλήτα, κολοκυθάκια, ντομάτες κ.ά., πριν τα μαράνει ο ήλιος. Ύστερα καθάριζε τα βλήτα, πετούσε κάποια ξερά φύλλα και ξεφλούδιζε τα χοντρά κοτσάνια τους.

Μετά τα έπλενε σε μια λεκάνη και τα έβραζε. Σε λίγα λεπτά το ταπεινό πιάτο ήταν έτοιμο. Τα σερβίριζε με λάδι, ξίδι και σκόρδο ψιλοκομμένο ή ολόκληρο κεφάλι χλωρό σκόρδο από τον κήπο. Αυτό το απλό πιάτο, με ζυμωτό ψωμί και κατσικίσιο τυρί, ήταν ένα πλήρες μεσημεριανό γεύμα. Όχι συνοδευτικό σε ψάρια, κεφτεδάκια κ.λπ., όπως σήμερα. Βέβαια, κάποιες φορές και τότε, η μάνα έπαιρνε ψάρια κατεψυγμένα «φέτα», όπως τα έλεγαν. Μάλλον ήταν φιλέτο πέρκα. Τα πωλούσε στο παντοπωλείο του ο Δ. Ζαρκαδούλας.

Επίσης, εκτός από τα καλλιεργημένα,  άγρια βλήτα  φύτρωναν στα χωράφια μαζί με άλλα αγριόχορτα. Και αυτά χρησιμοποιούνταν στη μαγειρική. Θυμάμαι, η μάνα, όταν βοτάνιζε τον καπνό, μάζευε αγριόβλητα τα οποία έπνιγαν τα καπνόφυτα.

Τα βλήτα ήταν φαγητό του καλοκαιριού. Ένα πιάτο λιτό, αλλά γεμάτο άρωμα και γεύση.

Οι γυναίκες του χωριού αξιοποιούσαν κάθε τι που είχε ο κήπος τους. Είχαν μια φιλοσοφία ζωής η οποία στηριζόταν στην αυτάρκεια, στον σεβασμό στη φύση και στην εποχικότητα των προϊόντων.

Το βλήτο δεν έμεινε μόνο στο χωριάτικο τραπέζι. Πέρασε και στη λαϊκή γλώσσα, αφήνοντας το δικό του ίχνος. Καταγράφηκε σε παροιμίες και απέκτησε και μεταφορική σημασία.

Ο Λαογράφος Νικόλαος Γ. Πολίτης καταγράφει την παροιμία: «Ανάθεμα τα βλίτα κι όπου τα κάνει πίτα

 κι όπου τα μαγειρεύει παντρειά να μη γυρεύει».

Ο ίδιος ο Πολίτης γράφει: «Τα βλίτα είναι ευτελές έδεσμα και ήκιστα (καθόλου) κατάλληλον προς κατασκευήν πίττας, διότι είναι υποδεέστερον του σπανακίου και της γλυκείας κολοκύνθης, εξ ων κατασκευάζονται η σπανακόπιττα και η κολοκυθόπιττα».

Σύμφωνα με την αναφορά του Πολίτη, τα βλήτα θεωρούνταν κατώτερο υλικό σε σύγκριση με άλλα χόρτα και λαχανικά, τα οποία είχαν μεγαλύτερη αξία. Συγκεκριμένα υστερούσαν έναντι  του σπανακιού  και της κολοκύθας, με τα οποία παρασκευάζονταν εκλεκτές πίτες, σπανακόπιτες και κολοκυθόπιτες.

Η σημασία της παροιμίας συνδέεται με τις κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής. Επειδή τα βλήτα θεωρούνταν ευτελές υλικό, η νοικοκυρά κρινόταν και από το τραπέζι που μπορούσε να ετοιμάσει. Αν έφτιαχνε πίτα με βλήτα αντί με σπανάκι ή κολοκύθα, αυτό ερμηνευόταν ως ένδειξη φτώχειας και περιορισμένων δυνατοτήτων του νοικοκυριού. Επομένως δεν θα μπορούσε να παντρευτεί, σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής. Η παρασκευή καλής πίτας ήταν απόδειξη της νοικοκυροσύνης της γυναίκας στην αγροτική κοινωνία.

Η παροιμία όμως αποκαλύπτει και κάτι ακόμη: το χιούμορ με το οποίο ο λαός σχολίαζε τη φτώχεια, τη νοικοκυροσύνη και την απλή ζωή.

Υπάρχει και ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός ανθρώπου ως «βλήτο». Χρησιμοποιείται στην καθημερινή γλώσσα για να δηλώσει έναν άνθρωπο  ο οποίος θεωρείται ανόητος, κουτός, αφελής. Η λέξη έχει αρνητική σημασία και εκφράζει την υποτίμηση ή την ειρωνική διάθεση εκείνου ο οποίος τη χρησιμοποιεί.

Σήμερα, που η μεσογειακή διατροφή αναγνωρίζεται διεθνώς ως πρότυπο υγιεινής διατροφής, τα βλήτα επιστρέφουν δυναμικά στο τραπέζι μας. Από σύμβολο φτώχειας και λιτότητας έχουν αναδειχθεί σε πολύτιμο στοιχείο μιας ισορροπημένης διατροφής. Μας θυμίζουν ότι οι αυθεντικότερες γεύσεις γεννιούνται από τα πιο απλά υλικά και ότι η σοφία της παραδοσιακής κουζίνας παραμένει διαχρονική.