Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Το παλαιότερο σπίτι της Αθήνας

Σε ποια οικογένεια ανήκε;

Το πρώτο του τμήμα κατασκευάστηκε τον 16ο αιώνα. Από τότε στέκει στο ίδιο σημείο της Πλάκας, κάτω από την Ακρόπολη στην οδό Ανδριανού. Πρόκειται για ένα κτίριο που για αρκετό καιρό ήταν παρατημένο, αλλά με τις απαραίτητες ενέργειες, έχει ανακαινισθεί και έχει ανοίξει τις πόρτες του για το κοινό, αφού πλέον λειτουργεί ως μουσείο.

Πρόκειται για το αρχοντικό των Μπενιζέλων – Παλαιολόγων, μιας οικογένειας που είναι συνώνυμο της Αθήνας. Σε αυτό το σπίτι γεννήθηκε η Ρηγούλα ή Ρεβούλα, όπως ήταν το κοσμικό της όνομα. Η κοπέλα αυτή μεγάλωσε για να γίνει μοναχή και εν τέλει, να ανακηρυχτεί Αγία. Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία.

Οι γονείς της την πάντρεψαν παρά την θέλησή της όταν ήταν ακόμα 14 ετών, με τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Ανδρέα Χειλά. Ο γάμος ήταν καθαρά για λόγους συμφέροντος, αφού έτσι θα ενώνονταν δυο αρχοντικές οικογένειες της πόλης.

Η Ρεβούλα έμεινε χήρα μετά από μόλις τρία χρόνια. Σε αντίθεση με την οικογένειά της που ήθελε να την ξαναπαντρέψει, εκείνη προτίμησε να γίνει μοναχή και να πάρει το όνομα Φιλοθέη.

Το φιλανθρωπικό της έργο ήταν τεράστιο, αλλά αυτό ήταν που εξόργισε τους Τούρκους οι οποίοι την συνέλαβαν κατά την διάρκεια μιας ολονυχτίας. Την βασάνισαν μέχρι θανάτου.

Το σπίτι της παραχωρήθηκε στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών το 2000 και έξι χρόνια αργότερα, το σχέδιο αναστήλωσης μπήκε σε εφαρμογή. Σήμερα, το αρχοντικό είναι ανοικτό για το κοινό με ελεύθερη είσοδο, όπου ο καθένας μπορεί να θαυμάσει το παλιότερο σπίτι της Αθήνας και να μάθει την πλούσια ιστορία του.

Πέτρος Καλογεράς

e-daily

https://www.tampouloukia.gr/

Πώς πορεύαμαν στα χειμαδιά, (στο τσιφλίκι του Μητροκώστα στη Ρωμιά). Πραγματικές ιστορίες.

 Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Δεκαετία του 50ήντα, παιδάκια μαξούμια τα περισσότερα με φουστανάκια παιδιά κορίτσια μαζί με τους γονιούς στα χειμαδιά, εκεί σκορπισμένα στα λιβάδια της Ρωμιάς, της Φιλιππιάδας και Άρτας βοσκώντας τα ζωντανά μας. 

Όλοι από άγονα μέροι της Ηπείρου μας, Βλάχοι, Σαρακατσαναίοι, Αρβανίτες, Ανωγιάτες, Κραψίτες, Μελιανίτες.  Ο καθένας κουβάλαγε και την ιστορία του χωριού τους μα όλοι για ένα σκοπό, να βγει το τσουκάλι του φτωχού και με έναν θεό στα παρακάλια μας. 

Κραψίτες και Ανωγιάτες σχεδόν μια φάρα, μάλλον οι Ανωγιάτες να το είχαν και κρυφό καμάρι μόνο για μερικά καλά που κάναν οι κλέφτες οι Ρετζαίοι που ήταν χωριανοί τους. Συνήθειο όταν βρισκόταν μαζί η φιλοφρόνηση ήταν [ α να σε πάρει ο αέρας ]. 'Όταν περάσαν οι κατακτητές έρχουντε φώναζαν οι Γιουρμανοί και τους πλάκωσαν με τις κοτρώνες. Οι δε Κραψίτες που δεν πάτησε Γερμανός στο χωριό μας και την νίλα που τους κάναν στην Μπαλτούμα. Βέβαια σε αυτούς ακολουθούσε η ρετσινιά, [λύκος δεν πέρασε Κραψίτης δεν πέρασε κάπου εδώ είναι η προβατίνα]. Αφού είχαν τόσες απώλειες σε επτά μέρες δρόμο από Κράψη για Ρωμιά, τι θα κάναν και αυτοί τσοπαναραίοι χωρίς κοπάδι θα ήταν; Πέντε τους κλέβανε δεκαπέντε αυτοί. Και να μην αδικήσω και τους Κρανιώτες και αυτοί για την παλικαριά τους να συμπληρωθεί αυτό που λέμε συχνά στη πατρίδα μας, "Κράψη, Ανώι και Κρανιά" τα τρία ηρωικά χωριά.  

Τα τσελιγγάτα τα μεγάλα λειβάδια ήταν τρία, του Κώστα Μάστορα που αν θυμάμαι καλά ήταν από τα Ζαγόρια, του Μπαρέκα απο τα χωριά του Μετσόβου και του Μητροκώστα του χωριανού μου που ξεκινάγανε αυτά τα τσελιγκάτα απο την λίμνη Ζηρού και φτάνανε μέχρι τα Λιοβούνια για βοσκή.  

Η ζωή στα χειμαδιά ήταν πολύ δύσκολη, να φανταστείτε ότι τα μαντριά ήταν σκεπασμενα με τσίγκια και η καλύβα που μέναμε με άχυρο.  Το ψωμί δεν χορταινότανε με τίποτα, ήμασταν και μεγάλη φαμήλια βλέπετε.  Θυμάμαι τις Κυριακές κάτι ύπνους που έριχνα τα μεσημέρια στα μαντριά μέσα στα άχυρα και να βρέχει [ να ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμάμε ].    Ο τσέλιγγας είχε ένα σπίτι που το λέγαν Κούλια όπως η κούλια της Παραμυθιάς, ένα σπίτι οχυρό, δεν ξέρω κανένας μπέης θα το είχε φτιάξει που έβλεπε όλο το βοσκοτόπι. Είχε έναν μπαξέ εκεί στην Μαυρή, (μια αποξηραμένη λίμνη). Πέρναμε τα πορτοκάλια και τις φλούδες τις πετάγαμε στην αυλή της κούλιας, οπότε πως να ήταν κλεμμένα κι άμα ήταν χαζοί ήμασταν να πετάγαμε τς φλούδες στην πόρτα του τσέλιγγα; Βέβαια κάτι του πήγαινε στραβά αλλά το έπινε με το ζουμί του.  

Θυμάμαι  την περίπτωση με το Βελλή τον σκύλο. Ήταν άνοιξη, στο κακκάβι έβραζε έξω στην λάκκα το κουνέλι πού πιάσαμε στην παγίδα. Μια ούντα πέρασε ο σκύλος ο Βελλής που κυνήγαγε μια γάτα και πηδάει πάνω από την φωτιά του μπαίνει σαν λαιμοδέτη το αρβάλι από το κακκάβι, αρέντα εγώ να κυνηγώ το Βελλή, πωπώ τι στο καλό τι θα πω τώρα στον τσέλιγγα, νάτος και έρχεται. 

-Γάκου πως βρέθηκε τό κακάβι στο λαιμό στου σκυλί, με αυτό βρήκες να παίξεις; 

Αφού του εξήγησα ότι το κακάβι είχε δήθεν λαγό και ο Βελλής κυνήγαγε την γάτα και χώθηκε το αβάλι στο λαιμό του βελή, τώρα τον κυνηγάω εγώ για να πάρω τον λαγό. 

-Μπράβο μου λέει ο αφέντης, καλά έκανες για να μη μας κυνηγάει ο βελλής τα κουνέλια. Και που να ήξερε ότι Βελλής ήταν ο αδερφός ο μεγάλος που δεν άφηνε τα δυό αντάμα.   Εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω την θειά Θύμιαινα, (που την θυμήθηκα, τώρα να είναι καλά εκεί ψηλά με τον αδικοχαμένο άντρα της). Όταν κατέβαζε ένας ξηροπόταμος μας έπαιρνε στό λαιμό και μας πέρναγε απέναντι, αυτή η ανδρογυναίκα χήρα σαν την γριά Τζαβέλαινα φερόταν με τους τρόπους της και την παλλικαριά της.     

Ο χειμώνας πέρασε, μπήκε ο Απρίλης καιρός για το χωριό. Μια Κυριακή του Απρίλη πήρα το λεωφορείο από την Φιλιππιάδα για Γιάννενα.  Στις πρώτες θέσεις καθότανε ένας πάππους με το εγγόνι του, εκεί κοντά στα πλατανάκια μας πιάνει μια βρώμα σαν να ήταν απο χαλέ. Ακούω το μικρό που φώναζε "Πάππου πάππου" και του έδειχνε τον πισινό του. 

-Τι είναι χέσκες ωρέ του λέει ο πάππους. 

-Ναι χέσκα πάππου του απαντάει το αγγόνι. 

Σταματάει το λεωφορεί στο ποτάμι, του πλένει ο πάππους τον κώλο του παιδιού σε μια γούρνα, το σκουπίζει το παιδί με ένα μαντίλι που σκούπιζε την μύτη του ο παππούς που είχε μια κόρα μύξα, ευκαιρία πλύθηκε και το μανήίλι του πάππου και ξεκινησαμε. Εκεί στην Κανέτα άρχιζα και ζαλιζόμουνα, άνοιξα το παράθυρο και έφτυνα έξω. Καμιά βολά ακούω έναν μπάρμπα που ήταν από πίσω να φωνάζει, [ωρέ κάποιος με φτύν απόξω ωρέ]. Με τα πολλά κατάλαβα τι γινότανε και του λέω: 

-Μπάρμπα δεν αλλάζουμε θέση που είμαι μικρός και δεν με πιάνουν οι σφαίρες, και έτσι έγινε.   Ο μπάρμπας είχε ξεχάσει ένα πακέτο τσιγάρα εκεί στο κάθισμα, (τα θυμάμαι καλά έθνος κόκκινο ήταν). Τα πήρα εγώ και τα έριξα στο τρουβαδάκι μου. Θα το δώκω στον μπάρμπα Βαγγέλη που όλη μέρα παιδεύεται με εκείνον το κολοκοτρωναίικο σουγιά πάνω σε μιά σανιδούλα να φτιάκει δυό τσιγάρες και τά χέρια του και τα μπουστάκια του γινήκαν σαν λεμόνι και το ντουμανιάζει σαν μπουχαρής. Γυρνάει ο μπάρμπας κα μου λέει, [α ρε παλιοντατκανάρ πολύ εξυπνο παιδί είσαι, αυτός σταμάτησε να φτύνει απόξω ωρέ ]. Εγώ είχα την αγγούσα μην πάρει χαμπάρι το πακέτο, ευτυχώς κατέβηκε εκεί στο Αυγό. 

Κατεβήκαμε στο πρακτορείο, τώρα τι κάνω Κυριακή δεν έχει λεωφορείο για Κλαζιάδες [μέχρι εκεί πήγαινε το λεωφορείο] .Λέω δεν βαριέσαι τι Κλαζιάδες τι Λογγάδες, παίρνω το καραβάκι σχεδόν μονόξυλο, αφού δεν μας έκανε να βρούμε την κυρα Φροσύνη πάλι καλά και βγαίνω απέναντι.  

Εκεί στην ανηφόρα στο Δρίσκο βλέπω τον Μένη τον κερατζή, είχε τρία μουλάρια κανταρέλα τράβαγε για το χωριό. Αφού τα είπαμε και τι γυρίζει και μου λέει ο αθεόφοβος: 

-Γιωργάκ αν είχα ένα τσιγάρο τώρα θα σε πήγαινα γκότσια μέχρι το χωριό 

-Θα σου δώκω δυό αλλά θα μπω στα πανοκάπουλα στο άλογο μέχρι το χωριό. 

Σιγά μην του τα έδινα όλα μην ξεχάσω και τον μπάρπα μου το Βαγγέλη, που μόλις τα είδε και του έδωσα το πακέτο μου λέει, [ μπράβο Γάκο να σε φλήσω εκεί που δεν σε φίλσε η μάνα σ ωρέ ].



Γιώργος Γιαννάκης

Απόδημος Κραψίτης

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Η «έξυπνη» πινακίδα!!!

Πόσα και πόσα δεν έχουμε ακούσει για την έξυπνη πόλη, την βιώσιμη κινητικότητα και άλλες ωραίες έννοιες..
Στο πλαίσιο λοιπόν κάποιου τέτοιου, μεγαλόπνοου προγράμματος, περιλαμβάνεται και η πινακίδα που… κοσμεί τον χώρο μπροστά από το Δικαστικό Μέγαρο!
«Προσοχή… Μέγιστο ύψος διέλευσης»… αναγράφει θέλοντας προφανώς να ενημερώσει τους οδηγούς των οχημάτων!

Και κείνοι πρέπει να αναπτύξουν τις μαντικές τους ικανότητες για να μάθουν το μέγιστο ύψος!

Ο ήχος της παράδοσης | Ένας δημοτικός τραγουδιστής με πάθος

Ο Σεραφείμ Μπακούσης είναι ένας αξιοσέβαστος δημοτικός τραγουδιστής από την Βαλαώρα Ευρυτανίας, ο οποίος γεννήθηκε το 1949. Από μικρός ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία, αλλά σύντομα ανακάλυψε την αγάπη του για το τραγούδι. Στα 18 του ξεκίνησε να τραγουδά σε πανηγύρια, γάμους και άλλες εκδηλώσεις στα γύρω χωριά. Ο κόσμος τον αγάπησε και η φωνή του έγινε σύμβολο της ελληνικής παράδοσης και πολιτισμού στην περιοχή.

Ο κ.Μπακούσης μας αφηγείται μερικές από τις εκδηλώσεις λατρείας που βίωσε από τους θαυμαστές του. Άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα ερχόντουσαν να τον ακούσουν να τραγουδάει, ακόμη και άγνωστοι τον πλησίαζαν ζητώντας τραγούδια για την παραμονή τους σε ξένες χώρες.

Η μουσική του Σεραφείμ έχει γίνει ένα αγαπημένο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας. Η αγάπη του για την τέχνη του και το πάθος με το οποίο τραγουδούσε άγγιξαν τις καρδιές αμέτρητων ανθρώπων και η μουσική του θα συνεχίσει να ζει ως απόδειξη της ομορφιάς και της δύναμης της παραδοσιακής δημοτικής ελληνικής μουσικής.

Παραγωγή: Greek Village Life

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

55 Χρόνια με τα Γίδια | Μια Ζωή με τον Τορβά στον Ώμο

Σε 10 Χρόνια Δεν Θα Υπάρχει Κτηνοτροφία στα Βουνά.

Ένα μικρό ντοκιμαντέρ από τα βουνά της κεντρικής Μακεδονίας όπου συναντήσαμε τον κύριο Νίκο, έναν κτηνοτρόφο που ζει από μικρό παιδί κοντά στα ζώα. Για 55 χρόνια περπατά στα βουνά με το κοπάδι του, φροντίζοντας γίδια, σκυλιά και το άλογό του, σε μια ζωή χωρίς ωράριο, χωρίς γιορτές και χωρίς ξεκούραση.

Μέσα από τη μαρτυρία του μιλά για την ορεινή κτηνοτροφία, τις δυσκολίες της καθημερινότητας, το κόστος των ζωοτροφών, τους λύκους, τις αρκούδες, τη μοναξιά στο βουνό και το μέλλον της ελληνικής υπαίθρου.
Μια αυθεντική ιστορία από την Αγροτική Ελλάδα, για έναν άνθρωπο που έμεινε δεμένος με τα ζώα και τον τόπο του.

Παραγωγή: Greek Village Life


«Ψήφισμα του Δημ. Συμ. για τη στήριξη των εργαζομένων στις κοινωνικές δομές στον Δήμο Ζηρού»

Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Ζηρού, αναγνωρίζοντας τον κρίσιμο ρόλο των Κοινωνικών Δομών (Παιδικοί – Βρεφονηπιακοί Σταθμοί, ΚΔΑΠ, ΚΔΑΠ – ΑμεΑ, Κέντρα Κοινότητας, Κοινωνικά Παντοπωλεία) στην κοινωνική συνοχή και τη στήριξη των οικογενειών, εκφράζει την έντονη ανησυχία του για τις προωθούμενες αλλαγές στο καθεστώς απασχόλησης των εργαζομένων στις κοινωνικο - προνοιακές δομές των Δήμων.

Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στις δομές αυτές απασχολείται επί σειρά ετών μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, με πολύτιμη εμπειρία και ουσιαστική προσφορά στις τοπικές κοινωνίες.

Οι προβλέψεις για συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας και η αποκλειστική εξάρτηση από συστήματα voucher δημιουργούν σοβαρά λειτουργικά προβλήματα, δεν διασφαλίζουν τη σταθερότητα στη λειτουργία των δομών και ενέχουν τον κίνδυνο υποβάθμισης των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες.

Παράλληλα, το Δημοτικό Συμβούλιο συμμερίζεται τις θέσεις της ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τις οποίες οι προτεινόμενες αλλαγές:

1.      Μετατρέπουν μια μόνιμη κοινωνική ανάγκη σε εποχική απασχόληση.

2.      Αγνοούν τη μακρόχρονη εμπειρία του υφιστάμενου προσωπικού.

3.      Δημιουργούν κινδύνους αποδυνάμωσης των δομών και διατάραξης της εύρυθμης λειτουργίας τους.

4.      Οδηγούν σε εργασιακή ανασφάλεια και πιθανές δικαστικές εμπλοκές.

Η διατήρηση της παιδαγωγικής συνέχειας, της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εργαζομένων και ωφελούμενων και η απρόσκοπτη λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών αποτελούν βασική προϋπόθεση για τη στήριξη των πολιτών και την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος.

Το Δημοτικό Συμβούλιο προχωρά στην έκδοση του παρόντος ψηφίσματος και διεκδικεί:

1.      Την προώθηση νομοθετικής ρύθμισης για τη μονιμοποίηση των εργαζομένων ΕΣΠΑ που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

2.      Την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 37 του ν. 4915/2022 στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 102 του Συντάγματος (διοικητική – οικονομική αυτοτέλεια Δήμων).

3.      Τη θέση του, ότι ο δημόσιος και κοινωνικός χαρακτήρας των υπηρεσιών αυτών είναι αδιαπραγμάτευτος.

4.      Την ενίσχυση της κρατικής χρηματοδότησης για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών δομών.

5.      Τη διασφάλιση της συνέχισης λειτουργίας των κοινωνικο – προνοιακών δομών, χωρίς αποδυνάμωση προσωπικού ή υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών.

6.      Τη στήριξή του στα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων και των γονέων – ωφελούμενων των δομών ΕΣΠΑ.

7.      Τη συμπαράστασή του με κάθε νόμιμο και θεσμικό μέσο στη διασφάλιση των θέσεων εργασίας για τις κοινωνικές δομές των Δήμων.

Θυμιούμε και δακρύζω....

 

Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Ο μερακλης καθότανε στην ακρη στο πεζουλι
αναπολουσε και ελεγε να μαζεφτουνε ουλοι
Να αναψη λεει ο χορος φρασια και ζαγορισιος
κατω απο τον γερο πλατανο
πουνε δασυς ο ισκιος

Ναρθη ο Λιακος ο Γοτιστινος Νασιος απ το Δεματι
για να χορεψουν τσαμικο ζαγορι μπερατι
Να ρθη ο Γουλας μερακλης απ τη Μεγαλη Κραψη
κανεις δεν αποκρινεται
του ρχετε για να κλαψη

Και με τα κεφια τα πολλα μπρατιμια θα γεννουνε
αφου το αιμα θα σμιχθη αδερφια θα πονιουντε
Καθως ο νους του αρμενιζε κι στο βουνο στον πατο
οσπου η ρημαδα ηζωη το πηρε απο κατω

Σαν το θεριο ακουρμενε σε λογγα και σε δαση
μα οτι ονειρευοτανε τα ειχε πια ξεχασει
Μα το μυαλο εφυρανε και δεν μπορη να γιανη
παρακαλουσε τον θεο να ρθη για να τον παρη

Οσπου μια μερα ενα πρωι και μεσα απο τον θρηνο
ζουρνας νταουλια και βιολια και ήχος του κλαρινου
Ολα βαρουσανε γιαυτον του φτιαξανε το κεφι
και ο μερακλης ο φιλος μας τοσο καιρο αντεχει



Γιώργος Γιαννάκης
Απόδημος Κραψίτης




Ανταπόκριση εκ Λελόβων Φιλιππιάδος, 8 Ιουλίου 1926. Ο ληστής Μπέκας: Μια από τας θρασυτέρας ληστείας του εις τα Λέλοβα.

Από τον τόπο μας.

Γράφει ο Αθανάσιος Δημ. Στράτης.


Εκ Λελόβων Φιλιππιάδος.

Στην εφημερίδα ΕΛΛΗΝΙΚΗ με ημερομηνία 8 Ιουλίου 1926, δημοσιεύτηκε ανταταπόκρισις από τα Λέλοβα επ’ ευκαιρία των ερευνών για την μεγάλη ληστεία της Πέτρας. Ο δημοσιογράφος καταγράφει μεταξύ των άλλων γεγονότα από την περιοχή. Μια περιοχή σε μια εποχή ληστοκρατούμενη, ληστότροφη, γεμάτη φόβο και τρόμο. 

Την παραθέτουμε:



Επί τα ίχνη των δραστών.

Σημείωμα μιάς βοσκοπούλας.

Ο ληστής Μπέκας: Μια από τας θρασυτέρας ληστείας του εις τα Λέλοβα.

Δύο που γνωρίζουν τους ληστάς.

Λέλοβα Φιλιππιάδος 3 Ιουλίου 1926. Θα προτιμούσα να γίνω Βεδουϊνος κάτι περισσότερον, να κάμω τον γύρο του κόσμου, παρά να ανέλθω δια μίαν ακόμη φοράν εις το χωρίον Λέλοβα της Φιλιππιάδος. Επί τρείς και ημίσειαν ώρας εκλυδωνιζόμην επί της ράχεως ενός αχαμνόοντος μέχρις ότου, επί τέλους, ο αγωγιάτης με ειδοποίησεν ότι το μαρτύριον έληξε. Είχομεν φθάσει εις τα Λέλοβα. Εδόξασα τον Ύψιστον ότι σώον με διεφύλαξε και ερρόφησα μετά του αγωγιάτου ένα «αποσταμένο». Η αποστολή μου ήταν βαρεία. Επρόκειτο να εξακριβώσω αν και κατά πόσον η μικρούλα Αικατερίνη Αναστασίου έλεγε την αλήθειαν όταν έγραφε το σημείωμα, του οποίου το κείμενον σας ετηλεγράφησα, προς τον εκεί αποσπασματάρχην. Ήτο δε δύσκολον τούτο. Ο κ. Γάσπαρης μετά του κ. Γκισερλή και του κ. Μακρυγιάννη διενήργησαν την ανακρισίν των και ανεχώρησαν χωρίς να ανακοινώσουν τίποτε. Λάθος! Κάτι ανεκοίνωσεν ο κ. Γάσπαρης: «Προχωρούμεν εις το έργον μας με στοιχεία συγκεκριμένα». Αποκαλύπτω εις τον κ. Γάσπαρην ότι γνωρίζω το κείμενον του σημειώματος του αποσταλέντος εις τας αρχάς. τούτο εξεγείρει τον κ. Γάσπαρην. «Βρέ αδερφέ, δεν είνε δουλειά αυτή. Δεν ημπορούν να προχωρήσουν αι ανακρίσεις κατ’ αυτόν τον τρόπον». Τολμώ να είπω εις τον κ. Γάσπαρην ότι η μυστικότης, η απ’ αρχής των ανακρίσεων τηρηθείσα, με υποχρεώνει να αμυνθώ. Άλλως θα επελανθόμην των καθηκόντων μου. Δύναται να τηρή οιανδήποτε μυστικότητα η ανάκρισις και η καταδιωκτική αρχή, αλλά η κοινή γνώμη έχει την απαίτησιν να ικανοποιηθή η αγωνία της. με γρίφους δεν είνε δυνατόν να ικανοποιηθή. Σεβαστόν το έργον των αρχών αλλά μέχρις ενός σημείου. Οπωσδήποτε υπόσχομαι εις τον κ. Γάσπαρην να παρασιωπήσω πλέον ωρισμένα πράγματα σχετικά με το έργον των ανακρίσεων. Ο κ. Γάσπαρης θεωρεί την δοθείσαν υπόσχεσιν ως «τιμίαν» και ησυχάζει. Τηρώ τον λόγον μου και αρχίζω το έργον μου.

Είνε αληθές ότι το κείμενον του σημειώματος της μικράς Αικατερίνης; Γνωρίζουν οι Σιόρης και Γεωργαλής πράγματι τους ληστάς; 

Να γίνω μάντις είνε αδύνατον. Καφετζού δεν υπάρχει εδώ εις τα βουνά δια να επικαλεσθώ την τέχνην της. οι δυο μάρτυρες απήχθησαν υπό των αρχών εις την Φιλιππιάδα. Παρά ταύτα κατόρθωσα να μάθω πολλά πράγματα μεταξύ των οποίων τα εξής:

Είνε γεγονός αναμφισβήτητον ότι οι δύο μάρτυρες, Σιώρης και Γεωργαλής, είδον τους ληστάς μετά το έγκλημα τραπέντας προς την θέσιν Μαυρή. Εκεί εσταμάτησαν να ξεκουρασθούν, εκάθησαν δε περί την ημισείαν ώραν. Επειδή όμως το μέρος εκείνο είνε πολυσύχναστον από ποιμένας, έφυγαν αμέσως τραπέντες προς την πλαγιάν των Λελόβων. Που επήγαν; Άγνωστον. Η καταδιωκτική αρχή μέχρι της στιγμής δεν απεκάλυψε το μυστικόν. 

Οι χωρικοί διατείνονται ότι δεν γνωρίζουν τίποτε. Μάτην ο κ. Μακρυγιάννης προσπαθεί να τους πείση να είπουν την αλήθειαν, διότι αναμφισβητήτως ξεύρουν. Ο Κόκαλης, είνε είς των συλληφθέντων γνωστών υποθαλπών, υπεσχέθη ότι εντός τριημέρου θα αναφέρη εις τον κ. Μακρυγιάννην τα αποτελέσματα των ερευνών του. θα προσπαθήση να πείση τους χωρικούς να τω αποκαλύψουν το μυστικόν δια να αποφύγουν δευτέραν ανάκρισιν παρά του κ. Μακρυγιάννη.

Τούτ’ αυτό υπεσχέθη και ο εκ Ποδογόρας Γρηγόριος Μιχάλης, ο κρατούμενος εις το ενταύθα Α’  αστυνομικόν τμήμα. Ο συλληφθείς ούτος πολλάκις εχρησίμευσεν εις τους ληστάς ως πρόσωπον έμπιστον ιδία δε εις τους πολυθρηλήτους Ρετζαίους.


Συνηθέστατα εις την στάνην του εριτιμοτάτου κ. Γρηγορίου Μιχάλη μετέβαινε και ο ληστής Μπέκας, του οποίου η δράσις είνε γνωστή εις την ύπαιθρον της Ηπείρου. Γνήσιος κατσικοκλέφτης, εκ παραδόσεως οικογενειακής δεν ελησμόνει το επάγγελμά του ακόμη και όταν η λεία του εκ ληστειών τας οποίας διέπραττε ήτο πλουσία.

Μία των ληστειών τούτων ήτο και η εξής την οποίαν μου αφηγήθησαν εις Λέλοβα.

Πέρυσι τον Μάϊον του 1925, ο Μπέκας ενεφανίσθη εις τα Κατσανοχώρια, εις πολλούς δε τσελιγγάδες έστειλε χαμπέρι να του έχουν έτοιμα διάφορα ποσά, απειλών εν εναντία περιπτώσει δια θανάτου πάντα παραβάτην.

Είς όμως εκ των τσελιγγάδων της περιφερείας εκείνης, ο Δημήτριος Καλφούρας, δεν έλαβε σοβαρώς υπ’ όψιν την «παραγγελίαν» ταύτην του ληστού, εδήλωσε δε παρουσία πολλών συγχωριανών του ότι θα προσεπάθη να «χτυπήση» τον Μπέκαν όπου και αν εκρύπτετο. Την απειλήν ταύτην επληροφορήθη ο Μπέκας την ιδίαν ημέραν άγνωστον πώς και το βράδυ την ώραν που ο τσέλιγγας εστρούγγιζε τα πρόβατά του από την αντικρυνήν ράχιν ηκούσθη ένα συνθηματικόν σφύριγμα.

Ο ατυχής τσέλιγγας «εδαγκώθηκε».

Μαύρα του σκόρδα και άραχλα. Είχε πικράν πείραν των  σφυριγμάτων αυτών. Εφώναξε τους τσοπάνηδες και τους είπε να «βαρέσουν» στο σταυρό όποιον ροβολήση κατά τη στάνη του. η διαταγή του όμως επέπρωτο να μείνη ανεκτέλεστος. Προ ού προφθάση να σηκωθή από το «στρουγγολίθι» - πέτρα επί της οποίας κάθηνται οι τσέλιγγες όταν πρόκειται να παραλάβουν το αμελχθέν γάλα – ενεφανίσθη ο Μπέκας ωπλισμένος σαν αστακός.

-Γειά σου Μπάρμπα Δημήτρη.

-Γειά σου και σένα λεβέντη μου. 

-Πώς πάν τα «μπερμπέτια» μπάρμπα Δημήτρη;

-Δόξα νάχει ο ύψιστος, καλά παιδί μου. Παιδευόμαστε για να ζήσουμε. Φέτο είχαμε ανέχεια. Μας έμειναν τα περισσότερα  στέρφα. 

-Δεν μου λές μπάρμπα Δημήτρη μπορής να μου ειπής κάτι που θα σε ρωτήσω;

-Αν ξέρω λεβέντη μου, μόλη μου την καρδιά.

-Δεν μπορείς να μη ξέρης. Δεν μου λές ποιος ήταν εκείνος που είπε σήμερα στο χωριό πώς θα με «χτυπήση» όπου και νάμαι;

Εις την ερώτησιν ταύτην του ληστού ο ατυχής Καλφούρας έμεινεν άναυδος. Εγνώριζε καλά τι τον επερίμενε.

-Γιατί δεν απαντάς ορέ μπαρμπαμήτρο; Τι σκιάζεσαι; Εδώ ο κόσμος όλος σε ξέρει για παλληκάρι.

-Τι να σου πώ παιδί μου!...

-Ότι ξέρεις μπάρμπα Μήτρο. Σε αυτό που σε ρώτησα να απαντήσης.

-Δεν ξέρω παιδί μου.

-Κρίμα ορέ μπάρμπα Μήτρο που σε νόμιζα παλληκάρι. Τώρα κατάλαβα ότι είσαι ντίπ γυναίκα. Δεν πειράζει μη μου λές εσύ. Θα μαρτυρήσουν τα πρόβατά σου εκείνο που θέλω. Για στούγγισέ τα. Άϊντε…

Ο ατυχής Καλφούρας που εγνώριζε καλά τι εσήμαινεν αυτό προσεπάθησε να μεταπείση τον ληστήν.

-Παιδί μου μην με παίρνεις…

-Κάμε εκείνο που είπα μπάρμπα Μήτρο για να μη μετανοιώσης.

Ο μπάρμπα Μήτρος τη βοηθεία των κατατρομαγμένων τσοπαναραίων εστρούγγιασε τα πρόβατα. Ο ληστής εστάθη εις την έξοδον της στρούγγας. 

-Άϊντε τώρα σαλάγα να περάσουνε… και αμέσως έσυρε το γιαταγάνι του. κάθε πρόβατο που περνούσε το έσφαζε. Μάτην ο ατυχής Καλφούρας έκλαιε και εφώναζε. Ο ληστής ήτο ασυγκίνητος. Εις διάστημα ολιγώτερον της ημισείας ώρας είχε σφάξει περί τα πενήντα πρόβατα. Την καταστροφήν ταύτην βλέπων ο Καλφούρας απεφάσισε να ομιλήση.

-Στάσου μωρέ παιδί μου και θα σου ειπώ…

Ο ληστής μόλις ήκουσε τον Καλφούραν εσταμάτησε.

-Λέγε ορέ γέρο κολασμένε ειδεμή δεν θα αφήσω ποδάρι από τα «μαγκούφικά» σου. 

-Νάρθη από κεί; Είπε τρομαγμένος ο Καλφούρας.

-Καλά είσαι αυτού, λέγε!...

-Εγώ ήμουνα παιδί μου που είπα ότι θα σε βαρέσω. Μα τώρα πιστεύω πώς είσαι ένα καλό παλληκάρι και δεν θα θελήσω να σου κάμω κακό. Η στάνη μου και το σπήτι μου είνε δικά σου. 

-Και να μη θέλης ορέ Καλφούρα, είπεν εξηγριωμένος ο ληστής, είνε δικά μου όλα. Εγώ διαφεντεύω εδώ στα βουνά. Σα σου βαστάει τράβα να μαρτυρήσης. Και τώρα αφού μου είπες την αλήθεια έλα κοντά. Έχουμε να κανονίσουμε κάτι λογαριασμούς.

Ο Καλφούρας επλησίασε τον ληστήν κίτρινος από τον φόβον του.

-Τι θέλεις παιδί μου;

-Θηλιά στο λαιμό σου μαγκούφη. Κάτι λογαριασμούς πρέπει να ξεμπλέξουμε αν θέλης να τάχουμε καλά.

-Λέγε παιδί μου.

-Να στείλης να μου φέρουν πενήντα χιλιάδας δραχμάς μέσα σε δύο ώρες. Ξέρω πως δεν έχεις απάνω σου τόσα λεπτά. Να πάη ένας από τους τσοπαναραίους στο σπήτι σου και να μου φέρη τα λεπτά αυτά. Εσύ θα καθήσης εδώ…

-Δεν έχω τόσα λεπτά παιδί μου.

-Ξέρω πώς έχεις ορέ Καλφούρα γι’ αυτό σου τα ζητάω.

-Μα…

-Ξέρω και που τάχης κλειδωμένα ορέ Καλφούρα. Είνε στο μεγάλο «φορτσέρι» - κιβώτιον που λαμβάνουν ως προίκα οι χωρικοί – που είνε κοντά στο τζάκι σου. Δόσε τώρα το κλειδί.

Πρό της αποκαλύψεως ταύτης του ληστού ο ατυχής Καλφούρας έμεινεν άναυδος. Έδωσε το κλειδί εις τον τσοπάνην ο οποίος ανεχώρησεν αμέσως.

-Να βάλης φτερά στα ποδάρια σου. Τώρα μονάχα μη πάς και κουβαλήσης τα αποσπάσματα. Ο αφεντικός σου εδώ είνε στα χέρια μου. Από το μέτρο δεν θα τον χάσω εγώ.

Πράγματι ο τσοπάνης κατέφθασεν την ορισθείσαν ώραν κομίζων το ορισθέν ποσόν των 50 χιλιάδων δραχμών. Ο ληστής παρέλαβε το χρηματόδεμα και εχαιρέτισε τον Καλφούραν συστήσας εχεμύθειαν.

-Τήρα καλά ορέ Καλφούρα μην πάς και πείς τίποτα στα αποσπάσματα γιατί ξέρεις πώς πληρώνω εγώ τους καταδότες. 

Ο Καλφούρας έμαθε πράγματι τι σημαίνει «ληστής» Μπέκας και συνεμορφώθη. Ού μόνον τούτο αλλά και έγινε και υποθάλπης.

Εκ των εικονιζομένων εν τη φωτογραφία ο πρώτος είνε ο Γρηγ. Μιχάλης, του οποίου η περιουσία είνε προϊόν αμοιβών των ληστών τους οποίους περιέθαλπε. Ο δεύτερος είνε ο τσοπάνης του Γεώργ. Τσιάτης καλόν υποκείμενον και ούτος. Και οι δύο μετεφέρθησαν ενταύθα υπό του κ. Μακρυγιάννη. Είνε δε βέβαιον ότι γνωρίζουν σχετικά της ληστείας της Πέτρας. Α. ΣΒΩΚΟΣ. 


Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Βαγγελιώ Χρηστιά. Από τα Χωράφια στην Κορυφή. Μια Συναρπαστική Πορεία στον Κόσμο του Δημοτικού Τραγουδιού

Η Μεγάλη Κυρία του Δημοτικού Τραγουδιού - Βαγγελιώ Χρηστιά.

Η Βαγγελιώ Χρηστιά, σημάδεψε τον ελληνικό πολιτισμό με τη φωνή και την προσωπικότητά της. Γεννημένη στη Βόνιτσα Αιτωλοακαρνανίας, η Βαγγελιώ αγάπησε το τραγούδι από μικρή ηλικία, συνδυάζοντας την αγάπη της για τη μουσική με τη ζωή στην ελληνική εξοχή.

Μεγάλωσε σε μια πολυμελή οικογένεια που αντιμετώπιζε τη φτώχεια και τη δυσκολία, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να ακολουθήσει το πάθος της. Από τα πρώτα της χρόνια, βρισκόταν δίπλα στα πρόβατα και στα χωράφια, τραγουδώντας αδιαλείπτως. Ακόμα και στο σχολείο, η φωνή της έλαμπε, με τον δάσκαλό της να την αναγνωρίζει και να την ενθαρρύνει.

Η Βαγγελιώ δεν είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει μαθήματα μουσικής ή φωνητικής. Όμως με τη βοήθεια του πατέρα της καθώς και η επαφή της με μεγάλους οργανοπαίχτες της εποχής τη βοήθησαν να αναπτύξει το ταλέντο της αυτοδίδακτα. Σε ηλικία 24 ετών, μετακόμισε στην Αθήνα για να ακολουθήσει το όνειρό της, ενώ στα 28 της χρόνια άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με το δημοτικό τραγούδι.
Η πορεία της δεν ήταν εύκολη. Αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες και αντίξοες συνθήκες στον χώρο της μουσικής. Ωστόσο, η αγάπη και το πάθος της για το τραγούδι την έκαναν να συνεχίσει ακάθεκτη. Με πείσμα και αφοσίωση, κατάφερε να καταξιωθεί στον χώρο και να αποκτήσει την εκτίμηση του κοινού.

Σήμερα, συνταξιούχος αλλά πάντα πιστή στην αγάπη της για τη μουσική, η Βαγγελιώ συνεχίζει να τραγουδάει. Για εκείνη, το τραγούδι δεν είναι απλά ένα επάγγελμα, αλλά μια πηγή ζωής και ευτυχίας. Με υπομονή και αγάπη, συνεχίζει να μοιράζεται το ταλέντο και την ενέργειά της με το κοινό, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη της προς εκείνους που την στήριξαν και την αγάπησαν.

Η Βαγγελιώ Χρηστιά είναι περισσότερο από ένας θρύλος της ελληνικής δημοτικής μουσικής. Είναι ένα παράδειγμα αφοσίωσης, πάθους και αντοχής, που μέσα από τη φωνή της μας θυμίζει την αξία της παράδοσης και της γνώσης που περνά από γενιά σε γενιά.

Παραγωγή:

Greek Village Life


Πολιτιστική Αδελφότητα Μεροπαίων Πωγωνίου. Η προσφορά δεν μετριέται με το μέγεθος, αλλά με τον σκοπό.

Η προσφορά δεν μετριέται με το μέγεθος, αλλά με τον σκοπό. Για εμάς στην Πολιτιστική Αδελφότητα Μεροπαίων Πωγωνίου, κάθε μικρή κίνηση είναι ένας κρίκος σε μια μεγάλη αλυσίδα αλληλεγγύης που κρατάει χρόνια.

​Με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση, καταφέραμε να αποκτήσουμε, χάρη στην πρωτοβουλία του προέδρου μας, Μιχάλη Πότση, το τρίτο αμαξίδιο για συνανθρώπους μας με κινητικές δυσκολίες. Είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας που ξεκίνησε από κάτι τόσο απλό όσο ένα πλαστικό καπάκι, αλλά κατέληξε σε κάτι τόσο ουσιαστικό.

​Το πρώτο μας αμαξίδιο βρίσκεται ήδη στην αγαπημένη μας Μερόπη.
​Το δεύτερο δωρίστηκε στο Κεφαλόβρυσο.
​Σήμερα, το τρίτο πήρε τον δρόμο για το Κέντρο Υγείας στο Δελβινάκι, όπου το καλοκαίρι θα γίνει και η επίσημη παράδοσή του.
​Συνεχίζουμε να δίνουμε το «παρών» στον τόπο μας, τιμώντας την ιστορία της Αδελφότητάς μας και αποδεικνύοντας ότι, όταν υπάρχει θέληση, ακόμα και τα «ψιλά γράμματα» της καθημερινότητας μπορούν να γίνουν σπουδαία έργα.

Η παραλαβή του αμαξιδίου έγινε μέσω του Δήμου Θεσσαλονίκης από τον Αντιδήμαρχο Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δημόσιας Υγείας της πόλης, τον γιατρό διαβητολόγο κύριο Σκούτα Δημήτριο και τον κύριο Κατσούλη Ιωάννη, διευθυντή κοινωνικής προστασίας του Δήμου, τους οποίους ευχαριστούμε θερμά όπως και όσους συνέβαλλαν για την επιτυχή έκβαση της προσπάθειάς μας.
Για τη Μερόπη, για το Πωγώνι, για τον άνθρωπο.

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Άνδρας καταπλακώθηκε από το τρακτέρ του

Τραγωδία σε χωριό της Λάρισας με 58χρονο άνδρα να σκοτώνεται από το τρακτέρ του, που τον καταπλάκωσε. Σύμφωνα με το onlarissa.gr το τραγικό περιστατικό έγινε το μεσημέρι στη Ραχούλα Λάρισας.

Ο 58χρονος Έλληνας άνδρας που οδηγούσε το τρακτέρ του κάνοντας εργασίες στο χωράφι του, κάτω από άγνωστες συνθήκες καταπλακώθηκε από το βαρύ όχημα.

Στο σημείο έσπευσαν ΕΚΑΒ, Αστυνομία και Πυροσβεστική, ωστόσο ήταν αργά, καθώς ο 58χρονος είχε εκπνεύσει. Η αστυνομία διερευνά τα αίτια του δυστυχήματος.

https://www.zougla.gr/

Σεπτέμβριος 1926.Ανταποκρίσεις εκ Παντάνασσας, Μελισσουργούς, Ζερμή, Πωτόπαπα, Λιβιάχοβο, Έλεζνα, Κάτω Ζάλογγον.


Από τον τόπο μας.

Γράφει ο Αθανάσιος Δημ. Στράτης.



Στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ιωαννίνων του Χ. Χρηστοβασίλη διαβάζομε στις 6 Σεπτεμβρίου 1926 τα παρακάτω:



Πληθώραν φόνων έχομεν εντός μιάς εβδομάδος καθ’ άπασαν την Ήπειρον! Ούτω:


1ον) Εις το χωρίον Παντάνασσαν της Φιλιππιάδος ο αιγοβοσκός Νικόλ. Ευαγγέλου εφόνευσεν εξ αμελείας τον συνάδελφόν του Επαμ. Καραμπούναν.

2ον) Ο Χρήστος Τζούρος εφόνευσεν εξ αμελείας και αυτός εις τους Μελισσουργούς των Τζουμέρκων τον Νικ. Κουτσιούμπαν.

3ον) Ο Γρηγ. Πεπόνης από το Ζερμή της επαρχίας Πρεβέζης απεπειράθη να φονεύση τον συγχωριανόν του Ευάγ. Γκόρισον, πυροβολήσας τρίς ανεπιτυχώς.

4ον) Ο Αναστ. Καραβίδας εφόνευσε εις το Κωλοβούτσολο της περιφερείας  Πρωτόπαπα της Ζίτσας τον εκ του αυτού χωρίου Πρωτόπαπα Αλέξ. Τζημογιάννην, αγροφύλακα, θελήσαντα να τον απομακρύνη εξ απηγορευμένου μέρους βοσκής, και ετράπη εις φυγήν, συλληφθείς υπό του δραστηρίου ενωματάρχου κ. Καραμπή εις την Μονήν του Ασπραγγέλου.

5ον) Ο χωροφύλαξ Χρήστος Τζώρτζης από το Λιβιάχοβο της Παραμυθίας εφόνευσε τον Γάκην Σταύρου Παπάν από την Έλεσναν των Κουρέντων υπό τας εξής περιστάσεις:

Ένας εχθρός του Γάκη Παπά από το ίδιο χωριό Έλεσνα έβαλε τον χωροφύλακα Χρήστον Τζώρτζη να τον δείρη στο χωράφι, που δούλευε. Ο αδελφός του δερομένου, βλέποντας από μακρυά τον αδελφόν του δερόμενον, έτρεξε προς βοήθειαν και οι δύο μαζί οι αδελφοί κατώρθωσαν και αφώπλισαν τον χωροφύλακα και έφεραν το όπλον του Μάουζερ και το περίστροφόν του εις την Εισαγγελία, αλλ’ ο χωροφύλαξ Χρήστος Τζώρτζης πήγε την νύχτα και σκότωσε τον Γάκην Παπά και έγεινε άφαντος!

6ον) Οι αδελφοί Νικόλας Δρόσος και Χρήστος Δρόσος, εις το Κάτω Ζάλογγο της Παραμυθίας, ποτίζοντες τους αγρούς των εμάλωσαν κατά την διανομήν του νερού, πιάστηκαν και σαν να ήταν θανάσιμοι εχθροί, ο Νικόλας εφόνευσε τον Χρήστον με το τσαπί, με’ ό κατέφυγαν εις τον Διευθυντών της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, προς συμβουλών δε ούτος τον παρουσίασαν εις τον Εισαγγελέα.