Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Αλλαγή ώρας 2026 - Μάρτιος: Πότε γυρίζουμε τα ρολόγια μας μία ώρα μπροστά


Πότε γυρίζουμε τους δείκτες των ρολογιών στην θερινή;
 

Πλησιάζει η εποχή που όλοι αναρωτιούνται πότε θα αλλάξει η ώρα μιας και το Πάσχα πέφτει και νωρίς.

Η αλλαγή ώρας, ωστόσο, ακολουθεί το καθιερωμένο χρονοδιάγραμμα. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και το 2026 τα ρολόγια θα ρυθμιστούν στη θερινή ώρα την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου.

Συγκεκριμένα, τα ξημερώματα της Κυριακής 29 Μαρτίου, στις 03:00, οι δείκτες θα μετακινηθούν μία ώρα μπροστά και θα δείξουν 04:00.

Η θερινή ώρα θα παραμείνει σε ισχύ έως την Κυριακή 25 Οκτωβρίου, οπότε και θα γίνει η επιστροφή στη χειμερινή ώρα.

https://www.tampouloukia.gr/

Δείτε το Βίντεο με την αείμνηστη Φιλιώ Πυργάκη (σε μία από τις τελευταίες εμφανίσεις της), και τον Νίκο Φιλιππίδη.



Δείτε το βίντεο



Φωτο- βίντεο: Χριστόφορος Ευθυμίου

romiazirou.blogspot.gr

''Οι γεφυράδες της Ηπείρου''. Ένα ντοκιμαντέρ του Σπύρου Μαντά. Απολαύστε το.





Απολαύστε το ντοκιμαντέρ



www.romiazirou.blogspot.gr

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Πρόσληψη δύο μηχανικών στην Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου Ζηρού

Ο Δήμος Ζηρού, ανακοινώνει την πρόσληψη δύο μηχανικών με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας είκοσι τεσσάρων (24) μηνών για την κάλυψη των αναγκών στελέχωσης της Υπηρεσίας Δόμησής του.  

Στο δυναμικό του Δήμου εντάσσονται ο κ. Φώτιος Βάσσης, Πολιτικός Μηχανικός, και η κα. Βασιλική Κορδαλή, Αρχιτέκτων Μηχανικός, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η πρόσληψή τους πραγματοποιείται σύμφωνα με την αριθμ. πρωτ. ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΓΚΡ./116/12096/12-9-2025 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών.

Με την εργασιακή εμπειρία και την επιστημονική τους κατάρτιση αναμένεται να συμβάλουν ουσιαστικά στον σχεδιασμό, την ωρίμανση και την υλοποίηση τεχνικών μελετών και έργων του Δήμου Ζηρού, ενισχύοντας την Υπηρεσία Δόμησης που το προηγούμενο διάστημα αντιμετώπιζε σημαντική υποστελέχωση.

Ο Δήμος Ζηρού καλώς ορίζει τους δύο νέους του συνεργάτες και τους εύχεται καλή επιτυχία στα καθήκοντά τους.

Η Μπαζίνα, το φαγητό της Κατοχής… Γράφει η Μαρία Ν. Αγγέλη

 H μπαζίνα ήταν ένα φτωχικό φαγάκι που μαγείρευαν οι ξηρομερίτισσες γυναίκες στα πέτρινα χρόνια της Κατοχής, για να κρατήσουν ζωντανές τις οικογένειές τους…...

Βασικό υλικό της παρασκευής της ήταν το αλεύρι του καλαμποκιού, «το ροκίσιο», όπως το λέγανε στην περιοχή. Στα χωράφια του Ξηρομέρου καλλιεργούσαν καλαμπόκι. Αυτό το φαγητό έπαιρνε τη μορφή μιας παχύρευστης μάζας, πράγμα που υποδηλώνει και η ίδια η ονομασία του. «Μαζίνα», φαίνεται πως ήταν η αρχική ονομασία και στη συνέχεια έγινε «μπαζίνα» στην ντοπιολαλιά του Ξηρομέρου.

Η νοικοκυρά, υπεύθυνη για τη διατροφή της οικογένειας, με μια χούφτα καλαμποκίσιο αλεύρι, λίγο νερό, λίγο λαδάκι, αλατάκι κι ένα ξερό κρεμμύδι παρασκεύαζε την μπαζίνα. Την ετοίμαζε κυρίως για πρωινό, πριν ξεκινήσουν για τις δουλειές, αλλά και ως βραδινό φαγητό, όταν επέστρεφαν από τις αγροτικές εργασίες…

Ο υπέργηρος ξηρομερίτης Αλέξανδρος Κυριαζής (γεν. 1930) λέει:

«Έβαζε η μάνα στον τέντζερη το νερό να ζεσταθεί, πρόσθετε λίγο λίγο το καλαμποκάλευρο και αλατάκι και ανακάτευε με την ξύλινη κουτάλα. Το άφηνε μέχρι να πήξει, να είναι ένα παχύρευστο μείγμα και τότε το έβγαζε από τη φωτιά. Στο τηγάνι, είχαμε ένα μεγάλο τηγάνι, έριχνε λίγο λάδι, «ίσα με το μάτι της κότας»(!), τόσο λίγο ήταν το λάδι. Πώς είναι σαν δάκρυ, το μάτι της κότας; Ε, τόσο λάδι έσταζε στο τηγάνι. Δεν είχαμε λάδι τότε, ήτανε Κατοχή, πείνα, κατάλαβες; Άφηνε το λαδάκι να κάψει και έριχνε στο τηγάνι το κομμένο κρεμμύδι μέχρι να ροδίσει. Μετά το άδειαζε μέσα στην κατσαρόλα και ανακάτευε να πάει παντού.

Αχ αυτό το καμένο κρεμμύδι έφερνε μια «καρδοκαψίλα», μύριζε το στομάχι…

Δώδεκα κουτάλια πέφταμε με πείνα, να φάμε την μπαζίνα! Ήσουνα ευχαριστημένος τότε αν είχες μια μπαζίνα… Είμαστανε δυο οι γονείς, δυο οι παππούδες και οχτώ παιδιά, (το Χρήστο δεν τον είχαμε ακόμη), δώδεκα κουτάλια να χορτάσουμε με μια μπαζίνα! Έκαιγαμε τις γλώσσες μας για να φάμε, από τη λαιμαργία μας. Πείνα μεγάλη τότε…

Εμείς τα παιδιά, θυμάμαι, πηγαίναμε σε ένα μύλο, ανοίγαμε μια τρύπα με τα δάχτυλά μας και γεμίζαμε τις χούφτες μας αλεύρι και το κρύβαμε στις τσέπες από το ντρίλινο παντελόνι μας. Να κονομήσουμε λίγο αλεύρι να φάμε. Ήταν δυσεύρετο κι αυτό.

Όποιος είχε πράματα, πρόβατα, γίδια, είχε γάλα. Έφκιανε χυλό με γάλα. Το γάλα έχει βούτυρο, τον κράταγε. Αν είχαν βούτυρο οι νοικοκυρές έβαζαν ένα κομματάκι στο τηγάνι και μοσχοβόλαγε το σπίτι. Να φας αυγά τηγανητά με βούτυρο μοσχοβολάνε…

Αν είχαν ξίγκι από το γουρούνι, οι γυναίκες το έβαζαν αντί για λάδι…».

Με την μπαζίνα κρατήθηκαν όρθιοι οι φτωχοί άνθρωποι της ελληνικής επαρχίας στα πέτρινα χρόνια της Κατοχής, όπως προκύπτει από προφορικές αφηγήσεις…

Άλλαξαν οι εποχές, οι άνθρωποι πια έχουν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν διάφορα φαγητά. Η μπαζίνα όμως εξακολουθεί να παρασκευάζεται στο Ξηρόμερο, κυρίως τα χειμωνιάτικα πρωινά ή βράδια, ως ένα απλό φαγητό που «στυλώνει» τον άνθρωπο της αγροτικής κοινωνίας. Οι νοικοκυρές φροντίζουν να προμηθευτούν το καλαμποκίσιο αλεύρι και συνεχίζουν την παραδοσιακή συνταγή. Εμπλουτίζουν τη γεύση προσθέτοντας χοντροτριμμένο τυρί.

Η Παναγιώτα Δοκανίκη στα Βλυζιανά Ξηρομέρου, με χαρά, παρασκευάζει την μπαζίνα που αρέσει πολύ στο σύζυγό της Γεράσιμο.

Τη σερβίρει ζεστή και εκείνος την απολαμβάνει.

Αυτές οι νοικοκυρές μαγειρεύουν υπολογίζοντας τα υλικά με το μάτι. Δεν έχουν γραμμένες τις συνταγές στις σελίδες ενός τετραδίου, ούτε τις κατεβάζουν από το ίντερνετ. Με τη βιωμένη εμπειρία, με το μάτι και τα χέρια τους παρασκευάζουν εξαιρετικά παραδοσιακά φαγητά…

Είναι πρόθυμες να τις περιγράψουν με απλά λόγια ή και να τις εκτελέσουν με μεγάλη ευκολία και καλή διάθεση. Με καλοσύνη επίσης, προσφέρουν τα φαγητά τους στον καλεσμένο και τον επισκέπτη… Ζήτησα τη συνταγή και την ποσότητα αλευριού και νερού από την Παναγιώτα και εκείνη με καλοσύνη με προσκάλεσε στο χωριό, να ετοιμάσει μια ζεστή μπαζίνα για να τη δοκιμάσω! Η φιλοξενία της είναι συγκινητική…

Τα τρία από τα πιο ΟΜΟΡΦΑ Ελληνικά Χωριά. Πετρόχτιστα σπίτια που κουβαλούν αιώνες ζωής!












Πετρόχτιστα σπίτια που κουβαλούν αιώνες ζωής, καλντερίμια που αγκαλιάζονται από τη φύση, υπέροχα τοπία, απολαυστική ησυχία και λιγοστά ταβερνάκια που σερβίρουν καταπληκτικό σπιτικό φαγητό.

Εικόνες μιας Ελλάδας περασµένων δεκαετιών σε γραφικά χωριουδάκια με ανόθευτη ομορφιά και αυθεντικό χαρακτήρα που μοιάζουν ξεχασμένα στο χρόνο.
Έξι τέτοια μέρη, από διάφορες γωνιές της χώρας, επιλέξαμε και σας παρουσιάζουμε παρακάτω. Δεν έχετε παρά να τα ανακαλύψετε και να περάσετε γαλήνιες στιγμές.

Συρράκο – Καλαρρύτες, Τζουμέρκα


Δυο γραφικά χωριά της Ηπείρου που στέκονται αντικριστά και συναγωνίζονται σε ιστορία και φυσική ομορφιά. Μια βαθιά χαράδρα τα χωρίζει κι ένα μονοπάτι τα ενώνει… Σε απόσταση 53 χλμ. περίπου από τα Ιωάννινα, φωλιασμένο σε μια πλαγιά του όρους Λάκμος, σε υψόμετρο 1.150 μέτρων, το Συρράκο θα σας γοητεύσει με την ιδιαίτερη ατμόσφαιρά του. Χαρακτηρισμένο παραδοσιακός οικισμός, αποτελεί διαμάντι της λαϊκής ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής.
Αφού αφήσετε το αυτοκίνητο στην πέτρινη πύλη, μέσα σε λίγα βήματα θα κάνετε ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο. Απολαύστε τη βόλτα σας στα πέτρινα καλντερίμια και στην πλατεία με τα αιωνόβια πλατάνια που προστατεύουν με τον ίσκιο τους το ναό του Αγίου Νικολάου και στη συνέχεια επισκεφτείτε το λαογραφικό μουσείο όπου στεγάζεται στο σπίτι του Κώστα Κρυστάλλη.
Απέναντι, στους Καλαρρύτες ο χρόνος κυλά αργά και όμορφα. Αρκούν λίγες ώρες για να νιώσετε οικεία με το χωριό, να περπατήσετε στα καλντερίμια του, να επισκεφτείτε το Μουσείο της Κατερίνας Μουσαφίρη στην πλατεία -ένα υπέροχο αρχοντικό του 19ου που έχει μετατραπεί με πολύ αγάπη σε θησαυρό κειμηλίων- και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου όπου θα απολαύσετε βουνίσια θέα και στο τέλος να συναντηθείτε με ντόπιους και μη στο καφενείο του Ναπολέοντα.
Αξίζει επίσης να επισκεφτείτε την Μονή της Κηπίνας που βρίσκεται σε απόσταση περίπου δέκα λεπτών με το αυτοκίνητο. Για να πάτε από το ένα χωριό στο άλλο θα πρέπει να κάνετε έναν μεγάλο κύκλο οδικώς (περίπου 18 χλμ.) ή να περπατήσετε το πανέμορφο μονοπάτι που διασχίζει το φαράγγι του Χρούσια.

Καστάνιτσα, Πάρνωνας


Χτισμένη στις πλαγιές του Πάρνωνα, σε υψόμετρο 840 μέτρων, η Καστάνιτσα θεωρείται ένας από τους ομορφότερους παραδοσιακούς διατηρητέους οικισμούς της Πελοποννήσου όπου ακόμα οι παλιότεροι μιλούν την τσακώνικη διάλεκτο. Βρίσκεται κοντά στα σύνορα των νομών Αρκαδίας και Λακωνίας, 72 χλμ. από την Τρίπολη και 65 χλμ. από τη Σπάρτη. Παραδοσιακά πέτρινα σπίτια, που κουβαλούν τρεις αιώνες ζωής, ασπρισμένα με ασβέστη, ξύλινα μπαλκόνια και στέγες από πλάκες σχιστόλιθου του Μαλεβού, δίνουν σε συνδυασμό με τους ασβεστωμένους πλακόστρωτους δρόμους μια ειδυλλιακή όψη στο χωριό.
Η θέα από το ύψωμα – το κάστρο – στο επάνω μέρος του οικισμού, όπως και από την πλατεία, είναι υπέροχη. Γύρω-γύρω απλώνεται πυκνό και παρθένο δάσος από έλατα και καστανιές. Το χωριό είναι γνωστό για τη γιορτή του κάστανου που διοργανώνει κάθε χρόνο στα τέλη Οκτωβρίου. Ιδανικά για κοντινές εξορμήσεις είναι τα χωριά Άγιος Πέτρος, Πραστός και Τσίντζινα.

Παλιά Περίθεια, Κέρκυρα


Σε απόσταση 40 χλμ. βορειοδυτικά της πόλης της Κέρκυρας, θα ανακαλύψετε ένα ιστορικό χωριό που χρονολογείται από τον 13ο αιώνα. Στους πρόποδες του όρους Παντοκράτορας και σε υψόμετρο 400 μ. η Παλιά Περίθεια αποτελείται από πέτρινα, εγκαταλειμμένα, μισογκρεμισμένα σπίτια, που δημιουργούν μια απόκοσμη ατμόσφαιρα.
Το χωριό αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα του νησιού, καθώς δεν είναι λίγοι εκείνοι που το επισκέπτονται για να παρατηρήσουν από κοντά την ιδιαίτερη και μυστηριακή ομορφιά του. Μάλιστα, τις Κυριακές κατακλύζεται από κόσμο που έρχεται εδώ για βόλτα, συνδυάζοντάς τη με παραδοσιακό γεύμα σε κάποια από τις ταβέρνες, που τα τελευταία χρόνια έχουν αναδείξει την Παλιά Περίθεια ως το κυριακάτικο must do.
Φαγητό: Δοκιμάστε τις νοστιμιές της κερκυραικής κουζίνας, κόκορα παστιτσάδα και μοσχάρι σοφρίτο, στις ταβέρνες Παλιά Περίθεια (τηλ. 26630 98055), Ωγνίστρα (τηλ. 26630 98050) και Φόρος (τηλ. 6955950459).

πηγή:news.gr

https://xiromeropress.gr

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Ωτία, το Ποντιακό Γλυκό της χαράς

Παραδοσιακά ποντιακά ξεροτήγανα.

Στον Άγιο Νικόλαο Αιτωλοακαρνανίας, η Αρχοντία μας ανοίγει το σπίτι της και μας δείχνει βήμα-βήμα πώς φτιάχνονται τα ποντιακά “Ωτία” (ή “ορίσκες”) – το γλυκό που συνοδεύει γάμους, βαπτίσεις και κάθε χαρά. Με σπιτικό γιαούρτι, χωριάτικα αυγά, λεμόνι, βανίλια και το μυστικό της σόδας, ζυμώνουμε, ανοίγουμε φύλλο, “πλέκουμε” το χαρακτηριστικό σχήμα και τηγανίζουμε μέχρι να πάρουν το σωστό χρώμα και την τραγανή υφή.
Στο τέλος, η Αρχοντία μιλά για τη μνήμη του Πόντου, τις χαμένες πατρίδες και μας δείχνει και μικρά οικογενειακά κειμήλια.

Παραγωγή: Greek Village Life


Γεύση και παράδοση: Λαχανόπιτα στα κάρβουνα, όπως παλιά.

Στη Φραγκίστα Ευρυτανίας, η κυρία Αλεξάνδρα, μια γυναίκα γεμάτη ζεστασιά και μνήμες από τα παλιά, μας μάγεψε με μια αυθεντική συνταγή: λαχανόπιτα στα κάρβουνα.

Η πίτα αυτή, φτιαγμένη με αγάπη και ντόπια υλικά, αποτελεί μια ζωντανή κληρονομιά από τα χρόνια που το φαγητό ήταν λιγοστό, αλλά γεμάτο νοστιμιά. Η κυρία Αλεξάνδρα, άνοιξε τα φύλλα της πίτας και τα γέμισε με ψιλοκομμένα χόρτα: λάχανο, σπανάκι, μαρούλι και μπόλικο πράσο. Πρόσθεσε τυρί και αυγά, δημιουργώντας ένα μείγμα πλούσιο σε γεύσεις και αρώματα.

Στη συνέχεια, η πίτα βρήκε τη θέση της στην πυροστιά, όπου ψήθηκε σιγά σιγά, αποκτώντας μια μοναδική γεύση. Κάθε μπουκιά ξυπνούσε μνήμες από τα παλιά χρόνια, από εποχές λιτότητας, αλλά και ζεστασιάς και οικογενειακής θαλπωρής.

Η λαχανόπιτα της κυρίας Αλεξάνδρας δεν είναι απλά ένα νόστιμο φαγητό. Είναι μια ιστορία, μια παράδοση, μια ζωντανή σύνδεση με το παρελθόν. Μέσα από τα απλά υλικά και την αυθεντική συνταγή, γευόμαστε την ουσία της ελληνικής κουζίνας, την τέχνη του "φτιάχνω με ό,τι έχω", και την αξία της μοιρασιάς και της ζεστασιάς.

Η κυρία Αλεξάνδρα, με την ευγένεια και την φιλοξενία της, μας χάρισε όχι μόνο μια γευστική εμπειρία, αλλά και ένα πολύτιμο μάθημα για την ιστορία και την παράδοση του τόπου της.

Παραγωγή: Greek Village Life






Το χωριό που κρύβει ξεχασμένες ιστορίες και έναν θησαυρό χαμένο στον χρόνο!

Ένα χωριό γεμάτο μυστικά: Από τα πηγάδια και τη χαμένη τέχνη της ραβδοσκοπίας, μέχρι το θρυλικό κάστρο και τις γεύσεις της παράδοσης!

Ανακαλύπτουμε το χωριό Σκουρτού στην Αιτωλοακαρνανία, ένα μέρος γεμάτο ιστορία και φυσικές ομορφιές! Μαζί με τον πρόεδρο του χωριού και ένα γκρουπ περιπατητών, εξερευνούμε το βελανιδόδασος, επισκεπτόμαστε τα απομεινάρια του κάστρου και μαθαίνουμε την αρχαία τεχνική ραβδοσκοπίας για την ανεύρεση νερού. Στη συνέχεια, ανακαλύπτουμε τα πηγάδια που ακόμα έχουν νερό και καταλήγουμε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, όπου εκτίθενται προϊόντα από βελανίδια. Η ημέρα κλείνει με παραδοσιακές πίτες και γλυκά, φτιαγμένα από τις γυναίκες του χωριού.

Ένα ταξίδι στην παράδοση, τη φύση και την ιστορία του Ξηρομέρου!

Παραγωγή:Greek Village Life


"Συνελήφθη λακτίζων αρειμανίως το πέος του". Ο έρωτας στα μαθητικά μας χρόνια. (Για γέλια και για κλάματα)


                                        Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

Είχα γράψει κάποτε, μαθητής ων, σ’ ένα τετράδιο πως «έρωτας είναι η πρόσαψις δύο επιδερμίδων». Δε θυμάμαι πού το είχα διαβάσει και μού έκανε τέτοια εντύπωση, ώστε να το αντιγράψω στο τετράδιο των αρχαίων ελληνικών. Αυτό ήταν μέγα λάθος. Το διάβασε ο καθηγητής μου και μού απάντησε μειδιώντας… « Ποια επιδερμίδα. Η δική σου είναι από καλώδιο και δεν επηρεάζεται στο συναίσθημα. Κακός, κάκιστος αγωγός». Παράλληλα μού άστραψε κάτι χαστούκια που μού «ήρθε ο ουρανός σφοντύλ’». Παραλίγο να ξεκολλήσ’ το κεφάλ’.

Έρωτας! Απαγορευμένη λέξη στην κοινωνία των Τζουμέρκων. Ειδικότερα οι μαθητές και περισσότερο οι μαθήτριες. Απαγορεύονταν. Κι αν τυχόν ζευγαρώνονταν, εκεί να δεις σκουσμός, κατάρες, αναθέματα και ουρλιάσματα. «Μωρή παλιοσουλτούκου. Δεν έχω μούτρα να βγω στην κοινωνία». Και επακολουθούσαν χίλια δυο ανείπωτα. Πέρα από το μπερντάκι είχε και αναγκαστικό εγκλεισμό κατ’ οίκον η διάρκεια του οποίου ποίκιλε ανάλογα με το «ύψος του αμαρτήματος» και «την ηθική της οικογένειας». Να πούμε ακόμη πως οι τιμωρίες αφορούσαν το γυναικείο φύλο. Σκληρές, πολύ σκληρές, αδιανόητες για τη σημερινή κοινωνία.

Το σκίρτημα, ο πόθος, το καρδιοτσίμπημα γινόταν συνεχώς, αλλά «το πίναμε με το ζουμί μας» ή επιδιδόμασταν σε ατέλειωτη χειράντληση, όπως μας είπε κάποιος καθηγητής μας, «γι’ αυτό πάθατε άμβλυνση εγκεφάλου, δηλαδή μαλάκυνση». Και με σχετική ή όχι άμβλυνση εγκεφάλου, όταν βλέπαμε θηλυκό νιώθαμε έντονα πως αποπνέει έρωτα, μοναδικό και ανεπανάληπτο και κυρίως ακατανίκητο. Και γράφαμε, και γράφαμε αβέρτα ερωτικές επιστολές, αφού νομίζαμε πως μας πλήγωσαν κατακρίκελα τα βέλη του ΄Ερωτα που όλες τελείωναν με τον όρκο: «Μέχρι τον τάφου σ’ αγαπώ» που σήμαινε πως και τη ζωή μας δίναμε γι’ αυτήν. Δεν ήταν να μας χαμογελάσει μια κοπελιά. Την κίνηση εμείς τη μεταφράζαμε, όπως θέλαμε, πως δήθεν ένιωθε για μένα έντονη αγάπη, επιθυμία για ερωτική συνεύρεση. Ατέλειωτη ονειροφαντασία. Και το ρίχναμε στο γράψιμο ερωτικών επιστολών και στην αυτοδιαχείριση.

Πολλές φορές, αν καταλαβαίναμε πως κάποιος ήταν αρκούντως τσιμπημένος -οργίαζε η φαντασία- δεν τον αφήναμε σε ησυχία. Ολόκληρες ερωτικές επιστολές, με αποστολέα δήθεν την «καψούρα» του, έφταναν ταχυδρομικώς ή δια αγγελιοφόρου στα χέρια του και μάλιστα του δίναμε και ραντεβού στο ποτάμι. Και πήγαινε ο κακόμοιρος άγρια μεσάνυχτα και περίμενε. Και όσοι ξέρουν από ποτάμι το χειμώνα καταλαβαίνουν πως πούντιαζε και «έπεφτε δερμάτ’ στο κρεβάτ’ απ’ την πούντα».

Για τυχόν ερωτική πράξη δραστηριοποιούνταν και ο Σύλλογος Καθηγητών και έπεφταν κάτι αποβολάρες «Παναγία βόηθα»…

«[…] , κατά το προεκτεθέν ιστορικόν της υποθέσεως, προκύπτουν πλείστα όσα ελαφρυντικά υπέρ του μαθητού στοιχεία, το μεγαλύτερον των οποίων είναι, ότι ούτος δεν εβίασεν την νεάνιδα, ούτε καν συναντήθη μετ’ αυτής εντός της οικίας της ή εν υπαίθρω, προς διακόρευσίν της, αλλ’ εδέχθη κοιμώμενος εν τω δωματίω του την 3ην μετά μεταμεσονύκτιον ώραν την επίσκεψιν της φίλης του νεάνιδος, πράγμα το οποίον αποτελεί σκανδαλώδη προκλητικότητα, προ της οποίας δεν θα ηδύνατο να αντιδράση, ούτε ώριμος ανήρ, όχι εις έφηβος 18ετής, ευρισκόμενος, ως γνωστόν, εις ψυχικήν και σωματικήν επανάστασιν. (…)

Εις ψυχικήν και σωματικήν επανάστασιν συνελήφθη μαθητής και απεβλήθη επί οκταήμερον! Η αιτιολογία της αποβολής του δικαιολογεί τον επαναστατικόν χαρακτήρα. «Αποβάλλεται διότι συνελήφθη λακτίζων αρειμανίως το πέος του».



Χρήστος Α. Τούμπουρος

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Μια γυναίκα, η Ακακία Κορδόση. Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου

Η Ακακία Κορδόση (1940, Μεσολόγγι – 26 Μαρτίου 2015, Μεσολόγγι) δεν υπήρξε απλώς μια σημαντική λογοτεχνική παρουσία. Υπήρξε μια πνευματική δύναμη με ρίζες βαθιές στον τόπο της και βλέμμα στραμμένο στην Ευρώπη. Πεζογράφος, μεταφράστρια, δοκιμιογράφος, με σπουδές Κλασικής Γαλλικής Φιλολογίας στην Ελλάδα και Μοντέρνας Φιλολογίας στη Γαλλία, έφερε στη γραφή της εκείνη τη σπάνια σύνθεση πειθαρχίας και ευαισθησίας που μιλά μέσα από τη δύναμη της σιωπής και γίνεται κραυγή φτάνοντας έως τις μέρες μας.

Οι εγκύκλιες σπουδές της στην Παλαμαϊκή Σχολή και η μετέπειτα ακαδημαϊκή της διαδρομή, από την Ελλάδα έως τη Ντιζόν, δεν ήταν απλώς τίτλοι. Ήταν θεμέλια για την ίδια και ψηφίδες για τα έργα της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Γαλλικών στη δημόσια εκπαίδευση και στην Υπηρεσία Τύπου της Γαλλικής Πρεσβείας — μια πορεία που καταδεικνύει όχι μόνο τη γλωσσική επάρκεια αλλά και την ουσιαστική διαπολιτισμική γέφυρα. Και αυτή η γέφυρα διακρίνεται καθαρά στο έργο της: ελληνική ψυχή, ευρωπαϊκή παιδεία.

Η πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα το 1967, με διήγημα στη «Νέα Εστία», δεν ήταν πυροτέχνημα. Ήταν η αρχή. Ακολούθησαν συνεργασίες με το «Έθνος» και τα «Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας», αλλά η ουσία βρισκόταν αλλού: στη σταθερή, εσωτερική της πορεία ως δημιουργού που δεν έγραφε για να ακουστεί δυνατά, αλλά για να ακουστεί βαθιά.

Η γραφή της Ακακίας Κορδόση εντάσσεται σε εκείνο που ονομάζουμε λυρική γυναικεία πεζογραφία — με την ουσιαστική έννοια του όρου. Όχι ως ταμπέλα, αλλά ως στάση. Οι ηρωίδες της δεν κραυγάζουν, βιώνουν, προχωρούν. Οι χαρακτήρες της δεν επιδεικνύουν το δράμα τους, το κουβαλούν σιωπηλά, το επεξεργάζονται. Και εκεί, μέσα σε αυτό το «κουβάλημα», αναδύεται η δύναμη.

Το έργο της είναι εκτενές και πολυδιάστατο. Στα διηγήματα —από τις Γκρίζες μέρες (1973) έως το Δεν πειράζει που δεν μ’ άκουσες (2011)— διακρίνεται μια σταθερή ενασχόληση με τη μνήμη, τη φθορά, την απουσία, την εσωτερική σύγκρουση. Στο Σαν μουσική τη νύχτα (1997) και στους Γερανούς (1993), η γλώσσα αποκτά σχεδόν μουσική υφή. Δεν είναι τυχαίο: η Ακακία Κορδόση ήξερε να ακούει τις παύσεις.

Στα μυθιστορήματά της —Ο εμπρησμός (1992), Το διπλό ταξίδι (1994), Τα νοερά καλοκαίρια (1995), Ο μυστικός κόσμος του καθηγητή Αναγνώστου (2001), Απ’ το ροζ ως το κόκκινο (2010)— διαφαίνεται μια συγγραφέας που τολμά να εξερευνήσει την ανθρώπινη συνείδηση χωρίς να την απλοποιεί. Δεν την ενδιαφέρει το εύκολο σχήμα. Την ενδιαφέρει η ρωγμή.

Ξεχωριστή θέση στο έργο της κατέχει το διήγημα Δεκατρείς φωνές της σιωπής, που τιμήθηκε το 1991 με το Μέγα Βραβείο Γραμμάτων της Γαλλικής Ακαδημίας και κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1992. Ο τίτλος από μόνος του είναι δηλωτικός: φωνές και σιωπή σε διαρκή διάλογο. Εκεί συμπυκνώνεται η αισθητική της. Η σιωπή, για την Ακακία Κορδόση, δεν είναι κενό. Είναι φορτισμένος χώρος. Είναι το σημείο όπου η ψυχή μιλά χωρίς να θορυβεί. Προσωπικά «Το ραδιόφωνο» από τις δεκατρείς σιωπές μιλά στις ψυχές των γυναικών κάθε εποχής…

Αυτή η ενασχόληση με τη σιωπή —ως υπαρξιακή και λογοτεχνική συνθήκη— διατρέχει ολόκληρη την πεζογραφία της. Οι γυναικείες μορφές της δεν είναι σύμβολα, είναι πρόσωπα. Κι όμως, μέσα από τη μοναδικότητά τους, γίνονται οι ηρωίδες της καθημερινότητας. Η μητρότητα, η απώλεια, ο έρωτας, η απογοήτευση, η εσωτερική αξιοπρέπεια — όλα αποδίδονται με γλώσσα λυρική αλλά πειθαρχημένη. Χωρίς μελοδραματισμούς. Χωρίς περιττές εξάρσεις. Με εκείνη τη λεπτή ένταση που σε ακολουθεί και μετά το τέλος της ανάγνωσης, και μετά τη σιωπή.

Η συμβολή της δεν περιορίζεται στην καθαυτό λογοτεχνία. Το θεατρικό της έργο Ένας άνθρωπος που λεγόταν Μπάυρον (1974) αποκαλύπτει την ευρύτερη πνευματική της καλλιέργεια, ενώ τα δοκίμια και οι μελέτες της —Αναλογίες (1974), Γνωρίστε το Μεσολόγγι (1976), Το Μεσολόγγι της ομορφιάς και του πνεύματος (2003), Από την Πίζα στο Μεσολόγγι (2011)— μαρτυρούν βαθιά ιστορική και πολιτισμική συνείδηση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η γλωσσική της μελέτη Μιλήστε μεσολογγίτικα (1981), που τιμήθηκε με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν πρόκειται για μια απλή καταγραφή ιδιωματισμών, είναι πράξη πολιτισμικής αυτογνωσίας είναι η βαθιά αγάπη για τον τόπο της. Η  Ακακία Κορδόση δεν έβλεπε τη γλώσσα ως εργαλείο. Τη θεωρούσε ζωντανό οργανισμό, φορέα μνήμης και ταυτότητας.

Ως μεταφράστρια, έφερε στο ελληνικό κοινό έργα του Μπαλζάκ και σύγχρονων Γάλλων συγγραφέων όπως του Φρανς Ρος και της Κατρίν Αλεγκρέ. Μετέφρασε επίσης την Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Ογκίστ Φαμπρ. Οι μεταφράσεις της δεν ήταν τεχνική άσκηση, ήταν διάλογος πολιτισμών. Και αυτό απαιτεί ευαισθησία, όχι απλώς γνώση.

Η παρουσία της στο Μεσολόγγι υπήρξε καταλυτική. Συμμετείχε στην έκδοση νεανικών λογοτεχνικών περιοδικών, ίδρυσε την Κινηματογραφική Λέσχη Μεσολογγίου, υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πνευματικού Κέντρου και, μαζί με τον αδελφό της Νίκο Κορδόση, ίδρυσαν τον πολιτιστικό οργανισμό «Διέξοδος». Δεν αποσύρθηκε στον πύργο της γραφής της. Ήταν παρούσα. Ενεργή. Ανήσυχη.

Η αναγνώριση ήρθε θεσμικά αλλά και ουσιαστικά. Το 2003 εξελέγη επίτιμη διδάκτωρ Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2004 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών για το σύνολο του έργου της. Στις 26 Μαρτίου 2015, η Ακακία Κορδόση έφυγε από τη ζωή στο σπίτι της στο Μεσολόγγι, σε ηλικία 75 ετών. Έφυγε ήσυχα, όπως έγραφε. Όμως το έργο της παραμένει. Και παραμένει ζωντανό.

Στην Ημέρα της Γυναίκας, η μορφή της δεν προσφέρεται για εύκολες εξιδανικεύσεις. Δεν χρειάζονται περιγραφές και εικόνες σε μια εποχή που η εικόνα χάνεται στην κενότητα των λόγων και φωνασκιών. Χρειάζεται ανάγνωση, χρειάζεται σιωπή. Χρειάζεται επιστροφή στα κείμενά της, εκεί όπου η γυναικεία εμπειρία δεν παρουσιάζεται ως σύνθημα αλλά ως σύνθετη, απαιτητική αλήθεια, η αλήθεια της σιωπής! Με ρίζες από το Μεσολόγγι και φτερά στη γαλλική παιδεία. Με γραφή λυρική αλλά αυστηρή. Με σιωπές που μιλούν. Σε μια εποχή που συχνά μπερδεύει την ένταση με το βάθος, εκείνη απέδειξε πως η αληθινή δύναμη μπορεί να είναι χαμηλόφωνη. Και ακριβώς γι’ αυτό, αδιαπραγμάτευτη. Μια γυναίκα- η Ακακία Κορδόση!



Κατερίνα Σχισμένου

Οδοιπορικό στην Παιδόπολη του Ζηρού: Τα παιδιά που σκότωσαν (;) τη θλίψη του εμφυλίου.

carte postale
Καρτ ποστάλ της Παιδόπολης. Διακρίνεται ο κεντρικός δρόμος, κτίρια διοίκησης, θάλαμος παιδιών και στο βάθος το αναρρωτήριο και η εκκλησία. (αρχείο Παιδόπολης Ζηρού)

Στις όχθες της λίμνης Ζηρού ακόμα έλιωνε το χιόνι, ενώ τα απέναντι ηπειρωτικά βουνά ήταν λευκά, ένα τοπίο σαν αλπικό, μόλις λίγα χιλιόμετρα από την κωμόπολη της Φιλιππιάδας. Η λίμνη φαίνεται «βυθισμένη» στο πράσινο, η βλάστηση στους λόφους που την περικλείουν είναι πυκνή- δρυς, φτελιές, πλατάνια και νερόφραξοι συνθέτουν μια εντυπωσιακή, πολυποίκιλη φύση. Στην μια άκρη της λίμνης, όπως φτάνει ο δρόμος από τον «έξω κόσμο», παρατετάγμενα ή διάσπαρτα, κεραμοσκεπή κτίρια ή τα απομεινάρια τους, κάποια ερείπια, κάποια ανακαινισμένα- με μια πρώτη ματιά και αν δεν ξέρεις την τοπική ιστορία μάλλον θα νομίσεις πως πίσω από τον φράχτη που ζώνει τον χώρο «κείτεται» κάποιο παλιό, εγκαταλελειμμένο χωριό. Όλα είναι πολύ ήσυχα, οι επισκέπτες αραιοί και αν δεν πετύχεις κάποιο από τα σχολεία που απ’ όλη την Ελλάδα επισκέπτονται το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, ο τόπος μπορεί να σου φανεί έρημος. Κι όμως, βρισκόμαστε σε ένα μέρος που από το 1948, μια σκοτεινή, αιμάσσουσα εποχή για την Ελλάδα, έσφυζε από τη ζωή μιας «Παιδόπολης». Οι κάτοικοί της; Εκατοντάδες παιδιά, ορφανά ή απλώς πάμφτωχα, που μεταφέρθηκαν στον Ζηρό από τον (Εθνικό) Στρατό- ο Εμφύλιος είναι στο αποκορύφωμά του και αυτή είναι μια από τις παράλληλες με τα πεδία των μαχών, απότοκες ιστορίες του. Άγνωστη σε πολλούς, αμφίσημη για όλους.

«Στη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου, τόσο οι κυβερνητικές δυνάμεις (ΕΣ), όσο και ο Δημοκρατικός Στρατός (ΔΣΕ), όπου την ηγεμονία είχε το ΚΚΕ, μετακίνησαν παιδιά από τα σπίτια και τις οικογένειές τους», μας λέει η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη που έχει μελετήσει συστηματικά τις δεκαετίες του ’40 και του ’50. «Πολλοί γονείς δεν ήθελαν να αποχωριστούν τα παιδιά τους αλλά αρκετοί τα άφησαν να φύγουν, αδυνατώντας να τα θρέψουν, για να γλιτώσουν από τον πόλεμο και να έχουν ένα καλύτερο μέλλον. Ο Δημοκρατικός Στρατός τα μετέφερε σε ανατολικές χώρες «για να σωθούν από τη λύσσα και τη βαρβαρότητα των μοναρχοφασιστών»- θεωρούσαν ότι η Φρειδερίκη θα τα μετέτρεπε σε γενίτσαρους. Από την άλλη πλευρά, οι κυβερνητικές δυνάμεις τα συγκέντρωσαν στις «Παιδοπόλεις» που είχαν ιδρυθεί από τον «Έρανο ‘Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος’ υπό την Υψηλήν Προστασία της Α.Μ. της Βασιλίσσης». Η Κυβέρνηση της Αθήνας κατηγορούσε τους κομμουνιστές ότι «απήγαγαν» παιδιά για να τα «αφελληνίσουν» και ονόμαζε την τακτική τους «παιδομάζωμα», ενώ τη δική της, «παιδοφύλαγμα».

Στο «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού» (Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2009), η κ. Βερβενιώτη γράφει ότι ο Έρανος της βασίλισσας ήταν το επιστέγασμα των προσπαθειών τόσο του βασιλικού θεσμού, όσο και της Φρειδερίκης προσωπικά, να εδραιώσουν την πολιτική τους εξουσία και να αυξήσουν τη δημοφιλία τους- το δεύτερο, ειδικά για τη Φρειδερίκη ήταν επιτακτική ανάγκη. Η Φρειδερίκη ήταν γενικά αντιπαθής- οι αριστεροί την κατηγορούσαν ότι υπήρξε μέλος της χιτλερικής νεολαίας, ενώ και στους δεξιούς δεν άρεσε η γερμανική της εθνικότητα, ούτε η προσωπικότητά της που ήταν πιο δυναμική από του βασιλιά. Πάντως η Φρειδερίκη μέσω του Εράνου έστησε έναν πυραμιδοειδή μηχανισμό με δικούς της ανθρώπους, σε κάθε επαρχία και μέχρι το τελευταίο χωριό. Ο Έρανος εξελίχθηκε αμέσως στο «Κόμμα της Φρειδερίκης», που χρηματοδοτούνταν από δωρεές μεγαλοαστών αλλά, κυρίως, από τα λεφτά του κοσμάκη- είτε μέσω κουπονιών (που πολλοί αγόραζαν από τον φόβο του χωροφύλακα), είτε με «φόρους υπέρ τρίτων». 

paidopoli zirou
Ο επικεφαλής της ομάδας κατασκευής της Παιδόπολης Ζηρού, Ελβετός μηχανικός Rudolph Pfenniger

«Μέχρι τα τέλη του ’47, επτά Παιδοπόλεις με «ανταρτόπληκτα» και «προσφυγόπουλα» λειτουργούσαν υπό τον Έρανο», λέει η ιστορικός. «Στην περίπτωση του Ζηρού οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός της Παιδόπολης ανήκαν στον ελβετικό Ερυθρό Σταυρό, στα τέλη του ’47 όμως ο Έρανος ζήτησε να στεγάσει εκεί 750 παιδιά. Στις 14/01/1948, λόγω των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή της Κόνιτσας, μέσα σε 48 ώρες και με τα έργα υποδομών στον χώρο της Παιδόπολης ανολοκλήρωτα, μεταφέρθηκαν στον Ζηρό όλα τα παιδιά της Παιδόπολης «Αγία Ελένη». Αργότερα, ο Ελβετός Λαμπέρ, εκπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, περιγράφει παραστατικά την άφιξη στο Ζηρό 65 παιδιών από το Ορφανοτροφείο Πωγωνίου, που στρατιωτικοί λόγοι επέβαλλαν να εκκενωθεί».

«Τα νεοφερμένα παιδιά ήταν ψειριασμένα και τα περισσότερα χωρίς παπούτσια. Τα ψέκασαν με DDT για να φύγουν οι ψείρες, κούρεψαν τα αγόρια και λίγα κορίτσια και τα σαπούνισαν όλα καλά. Σε πολλά παιδιά αυτή η διαδικασία προξένησε φόβο. Μετά τα έντυσαν με καθαρά εσώρουχα, τους έδωσαν καινούργια ρούχα και παπούτσια. Χτένισαν τα κορίτσια και έγινε νέος ψεκασμός με DDT και πετρέλαιο. Τα παιδιά μεταμορφωμένα πλέον πήγαν στο εστιατόριο, όπου μερικά συναντήθηκαν ξανά με τα αδέλφια τους. Οι «παλιοί» ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν τους «καινούριους», να τους εξηγήσουν τι έπρεπε να κάνουν. Κάποιοι ενήλικες παρατήρησαν ότι ένα παιδί δεν άγγιζε το φαγητό του, μέχρι που κατάλαβαν ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει πιάτο και δεν είχε δεχθεί ποτέ μια μερίδα όλο δική του», σημείωνε ο Λαμπέρ. 

Ένα από τα πρώτα παιδιά στο Ζηρό ήταν ο κύριος Κώστας Τραγανός- «Eδώ ήταν το χοιροστάσιο, από πάνω η εκκλησία», λέει καθώς περπατάμε σε ένα μονοπάτι από τότε, που ακόμα κυκλώνει τη λίμνη. «Να εδώ ήταν ο μώλος, δέναμε τη βάρκα μας. Ήταν κλεισμένος ο τόπος, η λίμνη ήταν περιμετρικά φραγμένη για να μην πνίγονται τα παιδιά στη λίμνη. Χασαμε δυο παιδιά, το ’52 και το ’62, από πνιγμό». Ο ίδιος είναι από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες της Παιδόπολης, αφού έζησε εκεί από παιδάκι 8 χρονών ως τρόφιμος, έως να συνταξιοδοτηθεί, ως ηλεκτρολόγος και αρτοποιός, 42 χρόνια στο ίδιο ίδρυμα.

konstantinos traganos
Κωνσταντίνος Τραγανός. «Αυτό το δέντρο είναι νερόφραξος, βέργα το πήρα από τη λίμνη και το φύτεψα εδώ το ‘60»

«Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος του ΕΛΑΣ στον Δομοκό, από εκεί είμαι. Σκοτώθηκε στον Όθρυ, δολοφονήθηκε δηλαδή από σύντροφό του που μετά παραδόθηκε και ανέφερε ότι σκότωσα τον καπετάν Μήτσο. Τη μάνα μου την έκρυβαν και μείναμε μόνα μας με την αδερφή μου. Μας πήρανε, λοιπόν, οι σύντροφοι καμιά 10αριά παιδιά και διασχίσαμε με ζώα όλο τον κάμπο της Θεσσαλίας από κρυφά περάσματα. Στα Τέμπη, όμως, πέσαμε πάνω σε απόσπασμα Χωροφυλακής. Η αδερφή μου, 4,5 χρονών τότε, «υιοθετήθηκε» από τη βασίλισσα, μαζί της κι εγώ. Μετά από 3 μήνες μας χώρισαν- αυτή έμεινε στη Λαμία κι εγώ μεταφέρθηκα εδώ».

Πως νιώθατε για τη Φρειδερίκη; Εσείς και τα άλλα παιδιά. 

-Οκτώ χρονών ήμουν αλλά ήξερα ποιοι είναι οι γονείς μου και ότι για το κακό που με βρήκε ευθυνόταν η άρχουσα τάξη. Γενικά δεν την αγαπούσαμε τη Φρειδερίκη, τη σεβόμασταν όμως. Τα παιδιά της Παιδόπολης βγήκαμε αυτοπειθαρχημένα άτομα και μαθαίναμε να σεβόμαστε τους θεσμούς. Η εντελώς προσωπική μου γνώμη για την Φρειδερίκη είναι ότι άδραξε την ευκαιρία «να πουλήσει μούρη». 
ziros
Παιδιά και προσωπικό της Παιδόπολης, 1948. (προσφορά Σωτ. Φασουλή)

Τελικά τι ήταν η Παιδόπολη, κολαστήριο ή παράδεισος;
Ένα αναγκαίο κακό ήταν, που έβγαλε όμως πολύ καλά παιδιά. Κοίτα, τότε ήμασταν στο απόλυτο μηδέν. Η χώρα είχε περάσει λαίλαπα. Στην Παιδόπολη είχαμε πολλά πράγματα, ήτανε μέρος να το χαίρεσαι. Δεν ήταν γκέτο. Η γενιά μας πείνασε πολύ, εδώ είχαμε τα πάντα- το φαγητό μας κάθε μέρα καλομαγειρεμένο, τα ρούχα μας πεντακάθαρα, γιατί οι εργαζόμενοι προσπαθούσαν. Υπήρχαν πάντα, βέβαια, και οι εγκάθετοι αλλά μην ξεχνάς ότι ήταν βασιλικό ίδρυμα.

Το κλίμα μεταξύ των παιδιών;

Αδελφικό, παρότι δεν ήταν ήμασταν όλα παιδιά ανταρτών, υπήρχαν και αρκετά που ο πατέρας τους ήταν στον Εθνικό Στρατό, τον έχασαν και βρέθηκαν εδώ. Αλλά ποτέ δεν έγινε μπροστά μου καβγάς για πολιτικούς λόγους, σαν παιδιά δε μας χώριζε τίποτα. Μετά αρχίζαμε να καταλαβαίνουμε άλλωστε την πραγματικότητα, όταν μας αποκλείανε. Εμένα με έκοψαν από υπαξιωματικό στο Πολεμικό Ναυτικό λόγω «αριστερής πλατυποδίας», το πιστεύεις; Γιατί κυριολεκτώ... 

ziross
Πάσχα 1951 στον Ζηρό. (αρχείο Π. Μπούνια)

Ξύλο δεν έπεφτε στην Παιδόπολη;
Ναι, αυτό ήταν το κακό. Είχε επικρατήσει αυτό το άθλιο «το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο. Υπήρχαν και κακοί άνθρωποι με άγρια ένστικτα που τους έφερναν εδώ σαν γορίλες. Εγώ έχω φάει μόνο κάτι μπάτσες, ήμουν γεροδεμένο παιδί και δεν μπορούσαν να με βαρέσουν. Μια μέρα ένας κοινοτάρχης (υπεύθυνος) ξεχώρισε ένα παιδί, τον έδεσε από τα χέρια σε εκείνη τη μουριά και μας έβαλε έναν- έναν να περνάμε μπροστά του και να τον φτύνουμε, γιατί «δεν ήταν καλό παιδί». Όταν ήρθε η σειρά μου, έφτυσα τον κοινοτάρχη- έβγαλε την βέργα να με χτυπήσει, την έπιασα και την έσπασα, πήγε να με χτυπήσει και τον κλώτσησα, «πιαστήκαμε» και τον έστειλα στο νοσοκομείο. Ήταν ένας τύπος σαδιστής, στους «απ’ έξω» φαινόταν η καλή «βιτρίνα» της Παιδόπολης, οι παλιοί τον ξέραμε όμως. Την επόμενη μέρα μεταφέρθηκα στην Παιδόπολη της Βέροιας... Όποιο παιδάκι της Παιδόπολης να βρεις τώρα, γέρο σαν κι εμένα, θα σου πει ότι το ξύλο φοβήθηκε εδώ. Κάποια παιδιά φάγανε πολύ ξύλο, με τη σανίδα, από ακατάλληλους παιδαγωγούς- άτομα άρρωστα που εκτονώνονταν με όποιον έβαζαν στο μάτι. Αλλά ήταν μειοψηφία, οι άλλοι δάσκαλοι και υπάλληλοι όταν έβλεπαν βία, έμπαιναν στη μέση και τους σταμάταγαν. Οι περισσότεροι μας αγαπούσαν, κάποιοι δάσκαλοι μας στέκονταν σαν πατεράδες μας. 
Οι υπάλληλοι της Παιδόπολης ήταν όλοι δεξιών πολιτικών φρονημάτων; 
Οπωσδήποτε. Πολλοί, «βασιλικότεροι του βασιλέως», όπως έγιναν και πολλά παιδιά που πέρασαν από ‘δω.

Ζητώ από τον κ. Κώστα να περιγράψει τον τρόπο οργάνωσης της Παιδόπολης και την καθημερινότητα των παιδιών. «Ήταν πολύ οργανωμένα όλα», απαντάει. «Ήμασταν μια κοινότητα που λειτουργούσε αυτόνομα, είχαμε χοιροστάσιο και λαχανόκηπο, ράφτρες και πλύντρες για τα ρούχα μας, είχαμε θέατρο, εκκλησία, γήπεδο. Τα παιδιά ήμασταν χωρισμένα σε 12 ομάδες των 44 ατόμων, ανάλογα με την ηλικία μας. Επικεφαλής κάθε ομάδας ήταν μια γυναίκα, η «μάνα» μας. Κοριτσάκια 18- 19 χρονών ήτανε, όλες ανύπαντρες- όταν παντρευόντουσαν, απολύονταν. Μερικές γινότανε κακιές αναγκαστικά, τους επέβαλλαν να κρατάνε τη βίτσα... Άντρας ήταν ο κοινοτάρχης, που είχε 4 ομάδες υπό την εποπτεία του. Αλλά κάθε Παιδόπολη ελεγχόταν από τις Εντεταλμένες Κυρίες της Βασιλίσσης- ήταν γυναίκες της μεγαλοαστικής τάξης, εθελόντριες όλες. Καθεμιά τους είχε υπό τον έλεγχό της δυο Παιδοπόλεις- σε εμάς ήταν υπεύθυνη η Αμαλία Λυκουρέζου, μια πολύ σπουδαία γυναίκα».
«Ξυπνούσαμε στις 6 το πρωί, στρώναμε τις κουκέτες μας- να δεις κρεβάτι στρωμένο από παιδοπολίτη... Ούτε στο στρατό τόσο άψογα. Σάκα μπλε πάνινη στον ώμο, πρωινό, προσευχή και έπαρση σημαίας σε σχηματισμό σαν π. Και συχνά αντικομμουνιστική θεωρία, ερχόταν «ειδικός» να μας μιλήσει. Ήθελαν να μας κάνουν εθνικιστές, αυτοί βέβαια έλεγαν «Έλληνες»».
Ο κ. Κώστας περιγράφει μια ατμόσφαιρα που αναδύει βαριά εθνικοφροσύνη, την ομάδα με τα νήπια και τα παιδιά μέχρι 6 ετών μου λέει ότι την αποκαλούσαν «Ιερό Λόχο»...
«Και μετά σχολείο, κανονικά. Το απόγευμα τα μεγάλα παιδιά πήγαιναν στα συνεργεία- αρτοποιείο, ξυλουργείο αλλά και υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, τσαγκάρηδες και κηπουροί, σε έξι επαγγέλματα μαθητεύαμε και για δυο χρόνια μετακινούμασταν κάθε μήνα από εργαστήριο σε εργαστήριο μέχρι να καταλήξουμε. Ήταν ένα (περίπου) σωστό σύστημα, σχολείο, όχι γκέτο- ένα σύστημα κολεκτιβοποίησης, «κομμουνιστικό» που, ομως, δούλεψε εδώ, στην καρδιά της βασιλοφροσύνης και του εθνικισμού, καλύτερα από ότι στο εξωτερικό...»

esoteriko koitona
Εσωτερικό κοιτώνα

Η ψυχολογική κατάσταση των παιδιών;
Κάποια στιγμή ερχόταν ο καιρός να σκεφτείς. Και ήθελες να το σκάσεις, να φύγεις από ‘δω γιατί δεν άντεχες πλέον την ρουτίνα. Στην εφηβεία κυρίως μας την έδινε... Πολλά παιδιά το έσκαγαν. Κι εγώ το έκανα. Αλλά δεν ήξερα που να πάω. Περπάτησα πολλά χιλιόμετρα, ούτε θυμάμαι που κοιμήθηκα και την επόμενη μέρα επέστρεψα. 
Τι σας ενοχλούσε περισσότερο εδώ;
Ο τρόπος που αναφέρονταν στους αριστερούς γονείς μας, «συμμορίτες» τους αποκαλούσαν- ο πατέρας μου ήταν αντάρτης έλεγα εγώ. Είχα τσακωθεί άσχημα με κάποιους δασκάλους, φώναζαν την αρχηγό, την «μάνα», με χάιδευε, προσπαθούσε να με πάρει με το καλό και να μας συμβιβάσει, αλλά εγώ επέμενα, ότι δεν θα ξαναπάω σχολείο με δάσκαλο που βρίζει τον νεκρό πατέρα μου. Κι αργότερα, όταν γίναμε αντράκια, μας πείραζε που στις αργίες έπρεπε να πηγαίνουμε στην πόλη συντεταγμένα και με τον ομαδάρχη μας, θέλαμε να βγαίνουμε από την Παιδόπολη σε παρέες. Αυτό το κατέκτησαν τα παιδιά μετά την μεταπολίτευση, όταν πια ήμουν υπάλληλος εδώ. 

ergastirio tsagaridon
Eργαστήριο τσαγκάρηδων

Άλλαξε τότε η κατάσταση συνολικά;
Ναι, άλλη «ατμόσφαιρα», πιο χαλαρή. Λιγότερα παιδιά, λίγα ορφανά και τα περισσότερα από πολύτεκνες και άπορες οικογένειες, ή εγκαταλειμμένα, «αγνώστων στοιχείων». Θυμάμαι τα επώνυμα που τους έδιναν συχνά- Ζωίδης, Ζωητός, Υπαρκτός... Τα τελευταία παιδιά έφυγαν από την Παιδόπολη το ’89. Και το ’99 οι εγκαταστάσεις έκλεισαν- έβαλαν λουκέτο κι έναν φύλακα, όταν έληξε η σύμβασή του νέκρωσε το μέρος. Ευτυχώς στεγάστηκε εδώ το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Τώρα το όνειρό μου είναι να δημιουργηθεί σ’ αυτόν τον όμορφο τόπο ένα διεθνές συνεδριακό κέντρο, θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης για όλη την περιοχή. 

Τελικά περάσατε καλά εδώ ; 
Όπου παιδί, χαρά- τα παιδιά σκοτώνουν τη θλίψη. Και μεγαλύτερη θλίψη από αυτή του εμφυλίου δεν υπάρχει. Το μεγάλο κέρδος των παιδιών της Παιδόπολης είναι που σκοτώσαμε αυτή τη θλίψη.. Τώρα έχω παραγγείλει στα παιδιά μου όταν πεθάνω να με κάψουν και να ρίξουν τη στάχτη μου σ’ αυτή τη λίμνη. 

omada podosfairou
Oμάδα ποδοσφαίρου, 1969

«Τα παιδιά που μετακινήθηκαν και «σώθηκαν» και «απήχθησαν». Σώθηκαν από τον πόλεμο, σιτίστηκαν καλύτερα από όσα έμειναν πίσω, πολλά μορφώθηκαν», μου λέει στην Αθήνα η Τασούλα Βερβενιώτη.
«Τα έχουν απαγάγει όμως, γιατί και τα δύο στρατόπεδα ήθελαν να τα εκπαιδεύσουν σύμφωνα με τα δικά τους πιστεύω, να τα εγκλωβίσουν στον δικό τους κόσμο. Βρέθηκαν τα παιδιά αυτά εγκλωβισμένα στη δίνη του ψυχροπολεμικού παιχνιδιού- αυτό καθόρισε τη ζωή τους».
  • Η αίθουσα ψυχαγωγίας
  • Αίθουσα ψυχαγωγίας, πάνω από το τζάκι η πρώτη πινακίδα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού
  • Το θέατρο της Παιδόπολης
  • Το θέατρο της Παιδόπολης
  • Το γήπεδο ποδοσφαίρου. «Η μπάλα ήταν η μεγαλύτερη χαρά μας», λέει ο Κ.Τραγανός, απαριθμώντας επαγγελματίες ποδοσφαιριστές που μεγάλωσαν στην Παιδόπολη
  • Ψηφιδωτό του Αγίου Αλεξάνδρου, έργο παιδιών της Παιδόπολης
  • Το εκκλησάκι του Αγίου Αλεξάνδρου με το απρόσμενο αίθριο εσωτερικό. «Την Κυριακή είχε εκκλησιασμό, άλλος μπελάς κι αυτός... .
    Εμείς μόνο μπάλα θέλαμε να παίζουμε
  • *Ευχαριστούμε το ΚΠΕ Φιλιππιάδας, και τον υπεύθυνο καθηγητή Δημήτρη Μπάσιο για το φωτογραφικό υλικό που μας παραχώρησε και τη συνδρομή του στο ρεπορτάζ.
Αλέξης Γαγλίας