Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Τα Φλουριά Ήταν Κρυμμένα | Αναμνήσεις ενός 93χρονου

Στο Ραπτόπουλο Ευρυτανίας συναντήσαμε τον 93χρονο κύριο Ηλία, έναν άνθρωπο που έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στον τόπο όπου γεννήθηκε.

Μέσα από τις αναμνήσεις του γυρίζουμε στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, στην πείνα του 1941, στον Εμφύλιο και στη σκληρή καθημερινότητα της ορεινής Ελλάδας. Μιλά για την οικογένειά του, τη ζωή με τα ζώα, τη φτώχεια, τον γάμο του, τα παλιά τραγούδια και όσα θεωρεί πραγματικά σημαντικά στη ζωή.

Μια αυθεντική μαρτυρία ζωής από το Ραπτόπουλο του Δήμου Αγράφων, στην Ευρυτανία.

Παραγωγή: Greek Village Life


Η ιστορία του θρυλικού λήσταρχου Γιαγκούλα

Η γέννηση του περιβόητου λήσταρχου Γιαγκούλα, του φόβου και τρόμου του Ολύμπου, παραμένει άγνωστη, αν και μία πιθανή χρονολογία είναι το 1894. Είδε το φως του κόσμου κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα στο χωριό Μεταξάς κοντά στα Σέρβια Κοζάνης. Ο θάνατός του στις 20 Σεπτεμβρίου 1925, υπήρξε ωστόσο, επεισοδιακός όσο και ο βίος του και έγινε πρώτη είδηση.

Ο αμφιλεγόμενος Φώτης Γιαγκούλας, ο άνθρωπος που λέγεται ότι είχε στο ενεργητικό του τόσους φόνους όσες και αγαθοεργίες, αγαπούσε την καλή ζωή, γοήτευε τις γυναίκες και ευκαιρίας δοθείσης, χλεύαζε και εξευτέλιζε τη χωροφυλακή.

Σύμφωνα με το βιβλίο του Βασίλη Τζανακάρη «Φώτης Γιαγκούλας: Ο απέθαντος και άλλες ληστρικές ιστορίες» (εκδόσεις Μεταίχμιο), «[…] Ο λήσταρχος Φώτης, γνωστός ως Φώτος ή Φώτης Γιαγκούλας [….] ξεκινά τη δράση του με ένα ‘έγκλημα τιμής’, καθώς κατεβαίνει στην Αθήνα και φονεύει έναν υπομοίραρχο που είχε βιάσει μια ξαδέλφη του. Στη συνέχεια «βγαίνει στο κλαρί», επικηρύσσεται το 1920 και σκοτώνεται σε συμπλοκή με τα καταδιωκτικά αποσπάσματα. Έδρασε κυρίως στην περιοχή του Ολύμπου, με φόνους, ληστείες και απαγωγές να καταγράφονται στο ενεργητικό του, ενώ για ένα μικρό διάστημα διέμεινε στην Αθήνα, όπου ανέπτυξε σχέση με κυρία της αριστοκρατίας, φυσικά».

Κατά μία άλλη εκδοχή, στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου, ο νεαρός Γιαγκούλας κατηγορήθηκε για ζωοκλοπή από τους συγχωριανούς του, σε μια εποχή πείνας και εξαθλίωσης. Φώναζε ότι είναι αθώος, αλλά φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες στη Λάρισα. Βγαίνοντας πήρε τα βουνά και τον δρόμο της παρανομίας. 

O θρυλικός λήσταρχος λοιπόν, έδρασε την άγρια εποχή του Μεσοπολέμου στον Όλυμπο και στα Πιέρια, την Ελασσόνα και την Κοζάνη. Έστηνε τα καρτέρια του στις κλεισούρες και με τη συμμορία του, ριχνόταν σε ληστείες και απαγωγές. Η ιστορία του, όπως και οι ιστορίες άλλων ληστών και λησταρχαίων της εποχής, κυκλοφορούσαν σε φτηνά αναγνώσματα ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και τροφοδοτούσαν τη λαϊκή φαντασία. Ίσως, επειδή, όπως λέγεται, με τα κέρδη του βοηθούσε φτωχούς. 

«Ο βασιλεύς των Ορέων»

Ο Γιαγκούλας ήταν επικηρυγμένος (αντί 600.000 χλμ δραχμών, ποσό πολύ υψηλό για την εποχή) και η χωροφυλακή τον κυνηγούσε μανιωδώς.

Για να μπορεί να κυκλοφορεί -και να πηγαίνει στις αγαπημένες του ταβέρνες- μεταμφιεζόταν. Συχνά πυκνά δε, καθόταν ακριβώς δίπλα στους χωροφύλακες και τους άκουγε να φλυαρούν για κείνον και να εξυφαίνουν σχέδια για τη σύλληψη του.

Μια φορά φεύγοντας από ένα ταβερνείο άφησε κάτω από το πιάτο του ένα χαρτάκι που έγραφε «βασιλεύς των Ορέων, Γιαγκούλας».

Ο εστιάτορας το βρήκε και το έδειξε στους κυνηγούς του. Εκείνοι φυσικά, έγιναν έξαλλοι.

Το γράμμα προς τον αρχηγό της χωροφυλακής

Κάποια στιγμή έφτασαν στα αφτιά του ιστορίες ότι οι χωροφύλακες κακομεταχειρίστηκαν χωρικούς, πρακτική που ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη κατά την καταδίωξη ληστών.

Εξοργισμένος έστειλε στον αρχηγό της χωροφυλακής ένα γράμμα, στο οποίο του εξηγούσε (με πολύ γλαφυρό τρόπο) τον λόγο για τον οποίον κανένας βοσκός δεν επρόκειτο να τον προδώσει.

Το γράμμα έγραφε τα εξής: «Τί πιέζεις τους εργατικούς ανθρώπους και τους κτηνοτρόφους αφού βρε κωλογαλονάδες γαμώ τ’ αστέρια σας και όλη την οικογένειά σας, αφού σας στέλλω είδηση όπου περνώ και δεν έρχεστε να πολεμήσωμε. Τί φταίγει ο κόσμος ο εργατικός και τους κακοπιέζεις; Έλα εσύ ρε αρχίδι και γίνε τσομπάνος και αν θέλης πρόδωσέ με. Την μίαν την βραδυάν θα με προδώσεις, την άλλη την βραδυάν θα σε κόψω σαν τ’ αρνάκι. Από σήμερα και εντεύθεν να ξεύρης εάν κακοποιήσεις τους ανθρώπους θα σε κάνωμε στρατοκαρτέρια και θα σε πελεκήσωμε με τα σπαθιά μας. Τ’ άντερα σου θα σου τα κάνωμε κοκορέτσι και θα σου τα δώσουμε να τα φας. Κι αυτή τη στιγμή σε καλούμε να έλθης βρε αρχίδι να έλθης να πολεμήσωμε εδώ απάνω εις τον άγιον Προφήτην Ηλίαν...»

Η μεγάλη απόδραση

Η πρώτη μεγάλη, επισήμως καταγεγραμμένη, προσβολή προς τις αρχές ήταν όταν ο Γιαγκούλας απέδρασε σιδηροδέσμιος, μέσα από το τρένο που τον μετέφερε στο Γκεντί Κουλέ στη Θεσσαλονίκη για να εκτίσει την ποινή του.

Οι αρχές τον είχαν συλλάβει λίγο νωρίτερα, αλλά ο Γιαγκούλας κατάφερε να γλιστρήσει μέσα από τα χέρια τους.

Η απόδραση έγινε για άλλη μια φορά θέμα στον Τύπο της εποχής, κυρίως εξαιτίας της… τακτικής του: Τους έβαλε να πιουν κρασί, έκανε τον κοιμισμένο και όταν οι χωροφύλακες όντες ζαλισμένοι αποκοιμήθηκαν, εκείνος πήδηξε έξω από το τρένο....

Με δυό σφαίρες 

Ο Γιαγκούλας σκοτώθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1925, στην Κλεφτόβρυση Ολύμπου. Η συμπλοκή κράτησε οκτώ ολόκληρες ώρες.

Ο Γιαγκούλας και η συμμορία του βρέθηκαν αντιμέτωποι με 27 χωροφύλακες, αγροφύλακες και καταδότες.

Επικεφαλής ήταν ο μοίραρχος της χωροφυλακής και ορκισμένος εχθρός του, Ιωάννης Πετράκης. Τελικά, ο Φώτος έπεσε νεκρός με δύο σφαίρες στην κοιλιά.

Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν επίσης, ο συνεργάτης του, Πάνος Μπαμπάνης, ο λήσταρχος Τσαμήτρας και ο χωροφύλακας Κωνσταντίνος Σαλιώρας.

Τα κεφάλια των ληστών εκτέθηκαν σε κοινή θέα στην Κατερίνη, επάνω σε ένα κοντάρι μπροστά στο κτίριο του δικαστηρίου.

«Στις 26 Σεπτεμβρίου 1925 τα κεφάλια των Γιαγκούλα, Μπαμπάνη, Τσαμήτρα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και παραδόθηκαν στο ιατροδικαστικό εργαστήριο της οδού Σωκράτους. Και τα τρία διατηρούνταν σε καλή κατάσταση».

Η μαρτυρία για τον αποκεφαλισμό του

Σχετικά με τα όσα ακολούθησαν τον θάνατο του λήσταρχου, διασώζεται η εξής μαρτυρία:

«Ύστερα από το τέλος των τριών λήσταρχων, ένας κτηνοτρόφος, ονόματι Καλαϊτζής, παρακάλεσε το μοίραρχο Πετράκη να αναλάβει το μακάβριο έργο να κόψει αυτός το κεφάλι του Φώτη Γιαγκούλα, και μάλιστα με το ίδιο μαχαίρι με το οποίο, όταν ο λήσταρχος ήταν εν ζωή, κατά τα λεγόμενα του Καλαϊτζή, τον είχε απειλήσει τέσσερις φορές να τον σφάξει. Ο μοίραρχος το αποδέχθηκε, ‘διότι κανείς άλλος δεν ήθελε να κάνει το έργον του χειρούργου’. Και ο κτηνοτρόφος ‘όρμησε κατά του άψυχου Γιαγκούλα και τον ήρπασεν από τα μαλλιά. Έσυρε στο κατόπιν το μαχαίρι του ίδιου του λήσταρχου (ένα μικρό ευτελέστατον που κόβουν το ψωμί) και μετ’ ολίγον εχώριζε την κεφαλήν από το σώμα κρατήσας το μαχαίρι ως ενθύμιον αφού του το προσέφερεν ο κ. Πετράκης’».

Στις τσέπες του θα βρεθεί μια ερωτική επιστολή της Μπήλιως. Λέγεται ότι οι ερωμένες του ήταν τουλάχιστον πέντε, παρότι υπήρξε παντρεμένος με συγχωριανή του.

Η περίφημη, φονική «Παρδάλα»

Το κεφάλι του Γιαγκούλα, μαζί με την περίφημη «Παρδάλα» (με την οποία εκτιμάται ότι δολοφόνησε 54 ανθρώπους) εκτίθενται στο Εγκληματολογικό Μουσείο.

Στην «Παρδάλα», τη μαχαίρα του, που είχε αποκτήσει το 1917 και η οποία θεωρείται δείγμα της παρορμητικής, ιδιόμορφης και φλογερής ιδιοσυγκρασίας του, είχε χαράξει τα εξής λόγια:

«Προς τους πάντας. Μη δηνάμενος να εύρο ίδινος δικαίου παρά της δυκαιοσήνης των Ελλήνων, ηναγγάσθην να τονίσο το δίκαιον της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Όθεον η ύψηστος αυτή λειτουργός της ανάνδρου Δικαιοσύνης ονόματι Παρδάλα έχη τον λόγον από σήμερον εις πάντας τους αιωθούντας και απίστους. Η λειτουργία αυτής έσετε πάντοτε ειλικρινής και ουδέποτε θέλη λησμονήση τα Ιερά καθήκοντά της προς αναμονή του δικαίου. Μαρτίου 1917».

Ελεύθερη απόδοση στη νέα ελληνική:

«Προς όλους. Επειδή δεν μπορώ να βρω δίκαιο στη δικαιοσύνη των Ελλήνων, αναγκάσθηκα να τονίσω το δίκαιο της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Από τώρα και στο εξής η ύψιστη αυτή λειτουργός της άνανδρης Δικαιοσύνης, η ονομαζόμενη ‘Παρδάλα’, έχει τον λόγο απέναντι σε όλους τους υπεύθυνους και άπιστους. Η λειτουργία αυτής της μαχαίρας θα είναι πάντα ειλικρινής και πότε δεν θα λησμονήσει τα ιερά της καθήκοντα για την απονομή του δικαίου. Μάρτιος 1917».

Το 1928 η ζωή και η δράση του Γιαγκούλα αποτέλεσαν το θέμα ομώνυμης ταινίας του Κομινάκη, σε μια εμβρυακή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου.

https://tvxs.gr

Η διαδρομή από το Γιαννιώτι προς τα Κανάλια Άρτας. Εκεί που Τελειώνει η Άσφαλτος. Προς έναν Έρημο Οικισμό

Συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας στην ορεινή Άρτα. Ξεκινάμε από το Γιαννιώτι και κατευθυνόμαστε προς τα Κανάλια Μεσόπυργου, έναν μικρό ορεινό οικισμό περίπου στα 1.000 μέτρα υψόμετρο.

Στη διαδρομή η άσφαλτος τελειώνει και συνεχίζουμε σε χωματόδρομο, μέσα από δάση, ορεινά λιβάδια και το άγριο τοπίο του Γάβρογου. Θα δούμε την πραγματική κατάσταση του δρόμου, θα γνωρίσουμε την ιστορία της περιοχής και θα φτάσουμε σε έναν τόπο όπου στην απογραφή του 2021 καταγράφηκαν μόλις 9 μόνιμοι κάτοικοι.

Παραγωγή: Greek Village Life


Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Μονή Μαλεβής | Ένας Ιερός Τόπος Κρυμμένος στον Πάρνωνα

Στις πλαγιές του Πάρνωνα, κοντά στον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας, βρίσκεται η ιστορική Μονή Μαλεβής.

Ένα σύντομο οδοιπορικό στον παλιό ναό, τη μεγάλη εκκλησία και τον χώρο της Μονής, μέσα από εικόνες που ενώνουν την ιστορία, την πίστη και το αρκαδικό τοπίο.

Παραγωγή: Greek Village Life


Του γεφυριού της 'Αρτας. Απολαύστε όλα τα video





Απολαύστε τα video














Γεφύρι της Άρτας
To Γεφύρι της Άρτας (στην λαϊκή παράδοση γιοφύρι της Άρτας) είναι λιθόκτιστη γέφυρα του ποταμού Αράχθου, του 17ου αιώνα μΧ, στην πόλη της Άρτας, που έγινε πασίγνωστη από το ομώνυμο θρυλικό δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην "εξ ανθρωποθυσίας" θεμελίωσή του. Ο ίδιος όρος αποτελεί επίσης σύγχρονη μεταφορική έκφραση όταν αναφέρονται έργα τα οποία αργούν να ολοκληρωθούν όπως και στο θρύλο του τραγουδιού ("Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν").

Η Ιστορία του Γεφυριού της Άρτας 
Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας, είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό βέβαια το χρωστάει στο θρύλο για τη "θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα", που η λαϊκή μούσα τον έκανε τραγούδι. Η αρχική κατασκευή του γεφυριού τοποθετείται στα χρόνια της κλασικής Αμβρακίας επί βασιλέως Πύρρου Α. Αυτό είναι φυσικό, δεδομένου ότι σε αυτά τα μέρη αναπτύχθηκε αξιόλογος πολιτισμός από τα προχριστιανικά ακόμη χρόνια. Συνεπώς, οι αρχαίοι Αμβρακιώτες είχαν ανάγκη να κατασκευάσουν στο σημείο αυτό κάποιο πέρασμα, γεφύρι, έργο που ασφαλώς θα βελτιώθηκε στα Ελληνιστικά χρόνια, όταν ο βασιλιάς Πύρρος Α' έκανε την Αμβρακία πρωτεύουσα του κράτους του, κι ακόμη αργότερα - στα ρωμαϊκά χρόνια - με την άνθηση της διπλανής Νικόπολης και την αύξηση της εμπορικής κίνησης. Τη σημερινή του μορφή, το Γεφύρι της Άρτας απέκτησε το έτος 1602-1606 μΧ. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι τη χρηματοδότηση της κατασκευής του Γεφυριού της 'Αρτας έγινε από έναν Αρτινό παντοπώλη, τον Ιωάννη Θιακογιάννη ή Γυφτοφάγο, ο οποίος προφανώς είχε εμπορικές δραστηριότητες και είχε ενδιαφέρον για τη διάβαση του Αράχθου ποταμού από τα μουλάρια με τα φορτία του. Δυστυχώς τα στοιχεία που μας παρέχουν οι αρχαίες πηγές είναι ελάχιστα και γι' αυτό είμαστε αναγκασμένοι να στηριχθούμε για τη μελέτη του στο ίδιο το κτίσμα.




Περιγραφή του γεφυριού της Άρτας 
Το σημερινό μήκος του πέτρινου γεφυριού της Άρτας φτάνει στα 145 m, και το πλάτος του είναι 3,75 m. Οι τέσσερις ημικυκλικές καμάρες δεν έχουν καμία συμμετρία μεταξύ τους. Τα βάθρα του είναι κτισμένα με μεγάλους κανονικούς λίθους κατά το ισοδομικό σύστημα, με επίστεψη, έτσι που θυμίζουν τοιχοποιία ελληνιστικών μεγάρων. Αυτή λοιπόν η δομή των βάθρων μαρτυρεί ότι το γεφύρι θεμελιώθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, και - κατά την άποψη του μελετητή Γιάννη Τσούτσινου - πιθανότατα είναι έργο του Πύρρου Α (3ος π.χ. αιώνας). Σύμφωνα με διαπιστώσεις του Φ. Πέτσα, αρχαιολόγου που παρακολούθησε τις εκσκαφές για τη στήριξη σιδερένιας γέφυρας πλάι στην παλιά στα χρόνια της κατοχής, το ίδιο χτίσιμο συνεχίζεται μέχρι τα κατώτατα θεμέλια του γεφυριού. Πάνω σ' αυτά τα βάθρα, κατά την άποψη ορισμένων μελετητών, κτίστηκαν κατά τη Βυζαντινή εποχή (πρώτη περίοδος του Δεσποτάτου της Ηπείρου) ή κατά την άποψη άλλων στην πρώτη μεταβυζαντινή περίοδο, τέσσερις μεγάλες καμάρες, μεταξύ των οποίων παρεμβλήθηκαν στα ποδαρικά τους καθώς και στα ακρινά σκέλη του γεφυριού οκτώ συνολικά μικρά τοξωτά ανοίγματα, για να διοχετεύονται τα νερά σε περίπτωση πλημμύρας.Η τοιχοποιία της πολύ ωραία είναι ομοιόμορφη με μικρούς κανονικούς λίθους. Φαίνεται ότι η μεγαλύτερη καμάρα, που λόγω του ανοίγματός της ήταν περισσότερο επισφαλής, από άγνωστη αιτία γκρεμίστηκε και ξαναχτίστηκε στην τουρκοκρατία, και είναι ακριβώς αυτή η ανακατασκευή της ψηλής καμάρας που γέννησε το θρύλο της στοίχειωσης της γυναίκας του πρωτομάστορα και το αντίστοιχο δημοτικό τραγούδι. Σύμφωνα με σωσμένες γραπτές μαρτυρίες η κατασκευή αυτή έγινε το έτος 1612 μΧ, οι εργασίες κράτησαν τρία χρόνια, μέχρι το 1615 μΧ και η νέα καμάρα έγινε ακόμη ψηλότερη.

Το Λαογραφικό Μουσείο Άρτας που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη γέφυρα ήταν το παλιό Οθωμανικό Τελωνείο και κτίσθηε με σχέδια του γνωστού αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλερ. Οι κάτοιοι διήρχοντο από την Ανατολική Ελληνική πλευρά στήν Δυτική Οθωμανική με χρήση διαβατηρίου, μέχρι τό έτος 1912 

Το γεφύρι της Άρτας μετά την απελευθέρωση
Το έτος 1881, όταν απελευθερώθηκε de jure (με συμφωνία) η Άρτα, το γεφύρι ήταν το σύνορο της ελεύθερης Ελλάδας με την τουρκοκρατημένη Ελλάδα. Το διώροφο νεοκλασικό κτίριο στο δυτικό άκρο του γεφυριού, που κτίστηκε το έτος 1864 μΧ από αυστριακό αρχιτέκτονα και σήμερα στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο Άρτας, αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως Οθωμανικό φυλάκιο της Γέφυρας και αργότερα, μετά το έτος 1881 μΧ, ως μεθοριακός σταθμός, Τελωνείο των Τούρκων. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930 πλάϊ στα αρχαία βάθρα προστέθηκαν και τσιμεντένια - αισθητικά εκτρώματα - για τη στήριξη ξύλινης αρχικά γέφυρας, την οποία οι Γερμανοί κατακτητές, ενίσχυσαν με σιδηροδοκούς για τη διέλευση των οχημάτων τους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1944 όταν οι Γερμανοί ναζί αποχώρησαν, διέταξαν να ανατιναχθεί το πέτρινο Γεφύρι της Άρτας, αλλά ο γερμανός σαμποτέρ προφανώς εκτίμησε το μέγεθος του εγκλήματος, δεν υπάκουσε στη διαταγή και το γεφύρι σώθηκε. Άλλη άποψη αναφέρει ότι κάποιος Γερμανός στρατιώτης Λούντβιχ, μάλλον αρχαιολόγος, γύρισε κρυφά πίσω και απενεργοποίησε τον εκρηκτικό μηχανισμό. Το έτος 1945 κατασκευάσθηκε κανονική σιδηρογέφυρα η οποία σε συνδυασμό με τις χονδροειδείς τσιμεντοβάσεις της κατέστρεψε τη βόρεια όψη του παλιού γεφυριού. Μόλις πριν λίγα χρόνια, την δεκαετία του 80, επί εποχής υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, απαλλάχτηκε το μνημείο απ' αυτούς τους «κακοήθεις όγκους» του και με τις εργασίες στερέωσης ξαναβρήκε την αρχική του λάμψη. Έγιναν σημαντικές στερεωτικές εργασίες και πολλές τσιμεντενέσεις. Μετά την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος της ΔΕΗ στο Πουρνάρι του Πέτα, από Σοβιετική Εταιρεία κατά τα έτη 1976-1981 δεν υπάρχει πλέον συνεχής ροή στο ποτάμι του Αράχθου. Έτσι «το μνημείο έπαψε να δροσίζει τα πόδια του, κατάντησε εκκλησιά χωρίς εικόνες, βρύση χωρίς νερό» όπως έχει γραφεί γλαφυρά. Το έτος 1983 για τον ίδιο λόγο της ακανόνιστης ροής υδάτων το γεφύρι διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο και τότε τοποθετήθηκαν σειρές από ενσύρματες κροκάλες στον πυθμένα της κοίτης.





Ο Γέρικος Πλάτανος του Αλή Πασά Τεπελενλή
Στην ανατολική όχθη του Αράχθου, κοντά στην αρχή της γέφυρας, μπροστά στην ταβέρνα-καφετέρια «Πρωτομάστορας» σώζεται ο μεγάλος πλάτανος του Αλή Πασά. Λέγεται ότι στον ίσκιο του καθόταν ο Αλή Πασάς Τεπελενλής και απολάμβανε κρεμασμένους απ' τα κλαδιά του όσους είχε καταδικάσει σε θάνατο με απαγχονισμό. Σ' αυτό το μακάβριο θέαμα μας μεταφέρει το δημοτικό τραγούδι: «Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος με τις ριζούλες στο νερό; Αλή πασάς επέρασε και δεν μπορώ να πιώ».

Το Γεφύρι της Άρτας και ο σχετικός Θρύλος 
Η γέφυρα αυτή, κατά τον Χρονογράφο της Ηπείρου, είναι κτίσμα των προ Χριστού Ρωμαϊκών χρόνων. Σύμφωνα όμως με μερικές παραδόσεις, κτίσθηκε όταν η Άρτα έγινε πρωτεύουσα πόλη στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, ίσως και επί Δεσπότη Μιχαήλ Β' Δούκα. Ως χρονολογία οικοδόμησης φέρονται κατ' άλλους το 1602 και κατ' άλλους το 1606. Ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος έχει σημειώσει ότι αυτή κτίσθηκε κατά μία παράδοση από κάποιον Αρταίο ορθόδοξο παντοπώλη. Κατά το δημοτικό τραγούδι που ανήκει στα άσματα του ακριτικού κύκλου, 1300 κτίστες, 60 μαθητές, 45 μάστοροι (μηχανικοί) υπό τον Αρχιμάστορα, προσπαθούσαν να κτίσουν τη γέφυρα της οποίας τα θεμέλια κάθε πρωί ήταν κατεστραμμένα. Τελικώς -σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση- ένα πτηνό με ανθρώπινη φωνή γνωστοποίησε πως για να στεριώσει η γέφυρα απαιτείται η ανθρωποθυσία της συζύγου του Πρωτομάστορα. Το οποίο και έγινε με κατάρες που καταλήγουν σε ευχές.





Το τραγούδι αυτό είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο (πολιτικό στίχο). Η ιστορική έρευνα διατυπώνει ότι ο θρύλος αυτός έκρυβε πολλά χρόνια μια ιστορική αλήθεια για την περιοχή της Άρτας και γενικότερα της Ηπείρου. Όταν χρειάστηκε να περάσει από τη περιοχή μεγάλη δύναμη τουρκικού στρατού ζητήθηκε η βοήθεια των κατοίκων για τη δημιουργία μιας γέφυρας. Τότε προστρέξανε πάρα πολλοί δηλώνοντας ότι γνωρίζουν να κτίζουν, προκειμένου να κερδίσουν κάποια εύνοια. Όταν όμως έμαθαν οι κάτοικοι το σκοπό για τον οποίο θα πέρναγε το τουρκικό ασκέρι πήγαιναν τη νύκτα και γκρέμιζαν ότι την προηγούμενη οι ίδιοι είχαν φτιάξει. Όταν οι Τούρκοι ζήτησαν να μάθουν γιατί αργεί τόσο πολύ το έργο εκείνοι απάντησαν ότι τελικά είναι στοιχειωμένο το μέρος πιστεύοντας ότι οι Τούρκοι ή δεν θα περνούσαν ή ότι θα επέστρεφαν. Τότε ο τούρκος διοικητής (πουλάκι) διέταξε τη σύλληψη του Πρωτομάστορα και της γυναίκας του και τη θανάτωσή τους. Τότε φοβούμενοι όλοι οι άλλοι εμπλεκόμενοι στο έργο της ανέγερσης Έλληνες για τη τύχη που θα τους περίμενε έσπευσαν και ολοκλήρωσαν το γεφύρι συνοδεύοντας με κατάρες το τουρκικό ασκέρι αναπολώντας την αλλοτινή δόξα της φυλής που επί Μ. Αλεξάνδου έφθασαν από Δούναβη μέχρι Ευφράτη. Μετά όμως την εθνεγερσία του 1821 και αναμένοντας την απελευθέρωσή τους από τον ελληνικό στρατό (αδελφό στη ξενιτιά) οι προηγούμενες κατάρες έγιναν ευχές.

Το δημοτικό ποίημα:
Της Άρτας το Γιοφύρι «Παρά πλείστοις λαοίς επικρατεί η δοξασία, ότι προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος, απαιτείται να προσηλωθή εις αυτό ζώον, κατορρυτόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον· όσον δε ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δύναμιν προς προστασίαν του Κτίσματος».

Σε τέτοια παράδοση στηρίζεται και το πανελλήνια γνωστό δημοτικό τραγούδι του γιοφυριού της Άρτας.

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.

Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:

"Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,

ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται."

Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,

δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,

παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:

"Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,

και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,

παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,

που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα."


Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.

Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι:

Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,

αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι."

Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
"Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
"Το δαχτυλίδι το 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;"
"Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ' το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω."
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
"Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα."

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
"Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."

"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει."
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
"Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.
Σημειώσεις
  • Μια άλλη παραλλαγή, πιο ήπια, στο επίμαχο σημείο της «βίαιης» ανθρωποθυσίας του θρύλου λέει πως μόλις έφθασε στο γεφύρι η γυναίκα του Πρωτομάστορα εκείνος:
«Ευθύς τον ίσκιο άρπαξε και παίρν΄ και τη στοιχειώνει»

Και αφού πήρε το ανάστημά της από τον ίσκιο, της λέγει:

«Σύρε, Κυρά μου, στο καλό και στη καλή την ώρα

κι όσο να πά΄ στο σπίτι της πέφτει και αποθαίνει» (Δηλαδή το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα αφού η γυναίκα του μένει σαν οπτασία, χωρίς πλέον ίσκιο, δεν ακούγεται όμως τόσο μακάβριο)

  • Ο συγκινησιακός φόρτος του ποιήματος με τα ανάμικτα συναισθήματα της υποταγής αλλά και της ελπίδας της ανεξαρτησίας όχι μόνο είχε ξεπεράσει τον ελλαδικό χώρο αλλά ακριβώς μέσα από τα μεγάλα «έργα» της εποχής πέρναγε και ως μήνυμα. Έτσι παραλλαγές του πέρασαν και σε άλλους βαλκανικούς λαούς ακόμη και σε ποντιακή διάλεκτο σε ανάλογες παραδόσεις. Την ελληνικότητα όμως του ποιήματος απέδειξε ο Κ. Ντίντεριχ (ή Ντίντρηχ) από τα στοιχεία που παρέχει αυτό το ίδιο το ποίημα.
  • Αξιοπρόσεκτα ακόμη λαογραφικά σημεία στο δημοτικό αυτό τραγούδι είναι η αξία του δακτυλιδιού, της βέρας, ως πετυχημένο εύρημα του ποιητή που εκτός από τα στέφανα του γάμου, δίπλα στα εικονίσματα, κανένα άλλο σύμβολο δεν θα μπορούσε να σημειώσει μεγαλύτερη επιρροή στη τότε εποχή. Επίσης το στοιχείο της πιστής συζυγικής αγάπης, αλλά και η σημασία του ξενιτεμένου και μονάκριβου αδελφού που αποτελεί πανηγυρική επανάληψη της βεβαίωσης του Ευριπίδη "Στύλοι δε οίκων παίδες άρσενες" ή όπως η αρχαία Αντιγόνη ομολογεί "Άνδρα μπορεί να πάρω οποιονδήποτε, όμως αδελφό δεν μπορώ να ξανάβρω".


Σύγχρονη χρήση / Παρομοίωση 
Στην καθομιλουμένη η φράση "Το γιοφύρι της Άρτας" χρησιμοποιείται για έργα τα οποία αργούν πολύ να τελειώσουν. Παραδείγματα: *σαν της Άρτας το γιοφύρι..., *ούτε της... Αρτας το γιοφύρι να ήταν!, *...κάτι σαν γιοφύρι της Αρτας, αν συλλογιστούμε πόσες φορές σχεδιάστηκε, κτίστηκε, γκρεμίστηκε, ξανασχεδιάστηκε..., *Σε σύγχρονο «γιοφύρι της Αρτας» εξελίσσεται το σχέδιο.... Επίσης έτσι είχαν χαρακτηριστεί, κατά καιρούς, από τον ελληνικό ημερήσιο τύπο διάφορα δημόσια έργα όπως οι διαμορφώσεις των πλατειών Ομόνοιας και Συντάγματος της Αθήνας, η έναρξη λειτουργίας δύο Νοσοκομείων (Θεσσαλονίκης και Ελευσίνας), το αεροδρόμιο των Σπάτων και ο σχεδιασμός του Μετρό της Αθήνας που κράτησε 30 χρόνια όσο δηλαδή η ανέγερση της μεγαλύτερης πυραμίδας της Αιγύπτου.

Λογοτεχνικές Επιρροές
Το Γεφύρι της Άρτας έχει γίνει πηγή έμπνευσης για πολλούς συγγραφείς και με βάση αυτό έχουν γραφεί αρκετά έργα, όπως:
  • Μπάμπης Δερμιτζάκης: «Τα τρία Γεφύρια της Άρτας» και
  • Μπάμπης Δερμιτζάκης: «Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες»,
  • «Το γιοφύρι της Άρτας» του Ηλία Βουτιερίδη, περιοδικό «Νουμάς», 1905
  • «Το ανεχτίμητο» του Παντελή Χορν δημοσιευμένο σε ανεξάρτητο τόμο μαζί με το μονόπραχτό του «Ο ξένος», 1906
  • «Ο Πρωτομάστορας», τραγωδία που έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης το 1909, μελοποίησε ο Μανώλης Καλομοίρης και παίχτηκε στην Αθήνα το 1916
  • «Θυσία της Άρτας» του Στέλιου Σεφεριάδη
  • «Της Τρίχας το γεφύρι» του Παν. Φωτιάδη, 1927
  • «Τη Τρίχας το Γεφύρ'» του Θόδωρου Κανονίδη, 1930
  • «Γεφύρι της Άρτας» του Γ. Θεοτοκά, 1942
  • «Η Γυναίκα του Πρωτομάστορα», του Φίλωνος Κτενίδη, στην ποντιακή διάλεκτο, 1950
  • «Το Γεφύρι της Άρτας» του Γιάννη Ανδρίτσου, 1960
  • «Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες» του Αλβανού συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ, 1989 

ΑΝΑΒΟΛΗ της σημερινής εκδήλωσης του Συλλόγου Ηπειρωτών Χαϊδαρίου

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Στη Δικαιοσύνη καταφεύγουν κτηνοτρόφοι για την ευλογιά, ζητούν αποζημίωση για τα ζώα και τις αποθηκευμένες ζωοτροφές

Στη Δικαιοσύνη περνά πλέον η διεκδίκηση κτηνοτρόφων για τις ζημιές που υπέστησαν από την ευλογιά των αιγοπροβάτων, με μία υπόθεση που επιχειρεί να ανοίξει τον δρόμο για συνολική κρίση του ζητήματος σε πανελλαδικό επίπεδο.

Σήμερα, Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου, ο δικηγόρος και πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Βασίλης Κόκκαλης, μαζί με κτηνοτρόφους από περιοχές της Μαγνησίας, βρέθηκαν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Βόλου, όπου κατατέθηκε αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου για τις οικονομικές συνέπειες της ζωονόσου.

Η κτηνοτρόφος κ. Μαρία Γκίζα, η οποία συμμετέχει στην προσφυγή, ανέφερε στον ΑγροΤύπο ότι «αναγκαστήκαμε να πάμε στα δικαστήρια γιατί δεν μας καταβλήθηκαν σωστές αποζημιώσεις. Επειδή καθυστέρησαν να θανατώσουν τα ζώα πολλά από αυτά πέθαναν λόγω της ευλογιάς. Με αποτέλεσμα όταν ήρθαν οι κτηνίατροι να θανατώσουν λιγότερα ζώα και να μην αποζημιωθούμε με δίκαιο τρόπο. Τα χρήματα που μας έδωσαν αφορούσαν μόνο τα ζώα που θανάτωσαν και όχι το σύνολο των ζώων που είχαμε στο κοπάδι. Εμείς είχαμε 294 και αποζημιωθήκαμε για τα 228. Επίσης ζητάμε αποζημιώσεις για τις ζωοτροφές που είχαμε αγοράσει και μέχρι σήμερα τις έχουμε αποθηκευμένες στους στάβλους. Δεν μπορούμε να τις καταστρέψουμε ούτε να τις πουλήσουμε σε άλλους αιγοπροβατοτρόφους».

«Από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος, η πολιτεία, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις απέναντι στους πολίτες και συγκεκριμένα στους κτηνοτρόφους για δίκαιη αποζημίωση, αναγκάζονται και άλλοι κτηνοτρόφοι να καταθέσουν αγωγή αποζημίωσης λόγω της ευλογιάς», δήλωσε ο κ. Κόκκαλης. Όπως εξήγησε, «το σημαντικό σήμερα είναι ότι ζητάμε τη διεξαγωγή πιλοτικής δίκης και να εισαχθεί η υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ώστε να κρίνει μία φορά για όλους τους κτηνοτρόφους της χώρας».

Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Κόκκαλης, βασικό σημείο της προσφυγής είναι η μη καταβολή αποζημιώσεων για ζώα που πέθαναν από την ασθένεια πριν φτάσουν οι αρμόδιες υπηρεσίες στη μονάδα για την επίσημη θανάτωσή τους. «Το επίδικο είναι η μη καταβολή αποζημίωσης για τα ζώα τα οποία απεβίωσαν πριν θανατωθούν, κατά παράβαση του Προεδρικού Διατάγματος του 1994. Η μη καταβολή αποζημίωσης για τις αποθηκευμένες ζωοτροφές, η οποία προβλέπεται από τον ευρωπαϊκό κανονισμό, και άλλα κονδύλια», σημείωσε.

https://www.agrotypos.gr/