Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Εμποροπανήγυρη Φιλιππιάδας 2026- Εγκρίθηκε η διοργάνωση

Στην έγκριση της διοργάνωσης της ετήσιας εμποροπανήγυρης Φιλιππιάδας για το 2026 προχώρησε κατά πλειοψηφία το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Ζηρού, ανοίγοντας ουσιαστικά τον δρόμο για την προετοιμασία ενός από τους πιο γνωστούς και δημοφιλείς θεσμούς της ευρύτερης περιοχής.

Η εμποροπανήγυρη θα πραγματοποιηθεί και φέτος στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο στην περιοχή της Γέφυρας Καλογήρου, ο οποίος χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια και έχει διαμορφωθεί ώστε να μπορεί να φιλοξενεί εκθέτες και επισκέπτες με τις απαιτούμενες υποδομές.

Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, τη διοργάνωση, εκμετάλλευση και διαχείριση της εμποροπανήγυρης αναλαμβάνει απευθείας ο Δήμος Ζηρού, έχοντας τη συνολική διοικητική ευθύνη για τη λειτουργία της.

Σύμφωνα με την εισήγηση της αρμόδιας Αντιδημάρχου Αγγελικής Παπακώστα, οι λεπτομέρειες για τη λειτουργία της εμποροπανήγυρης θα καθοριστούν με ξεχωριστή κανονιστική απόφαση.

Στην απόφαση αυτή θα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η χωροθέτηση των θέσεων, η διάθεση των χώρων στους εκθέτες, οι όροι συμμετοχής, καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις όσων λάβουν μέρος στη διοργάνωση.

Η σχετική κανονιστική απόφαση θα προετοιμαστεί από τις υπηρεσίες του Δήμου και θα έρθει προς έγκριση σε επόμενη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Η απόφαση για τη διοργάνωση δεν ήταν ομόφωνη.

Κατά τη συζήτηση του θέματος, μειοψήφησε ο δημοτικός σύμβουλος Χρήστος Ευαγγέλου, ο οποίος εξέφρασε τις ενστάσεις του σχετικά με τη μη παροχή απαντήσεων σε έγγραφα και οικονομικά στοιχεία που είχε ζητήσει.

Έτσι, με την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ξεκινά και επίσημα η προετοιμασία για την Εμποροπανήγυρη Φιλιππιάδας 2026, με τις επόμενες αποφάσεις να αφορούν πλέον τους αναλυτικούς όρους λειτουργίας και τη διάθεση των θέσεων στους συμμετέχοντες.

https://www.epiruspost.gr/

Στη Γερμανία Μας Λένε Ξένους, Εδώ Γερμανούς | 64 Χρόνια Ξενιτιάς

 Η Ζωή μιας Ελληνίδας στη Γερμανία.

Στον Αμάραντο Καρδίτσας συναντήσαμε την κυρία Ειρήνη, μια Ελληνίδα που έφυγε στα 20 της χρόνια για τη Γερμανία και έζησε εκεί για 64 ολόκληρα χρόνια. Μας μιλά για τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, το προξενιό, τη μετανάστευση, τη ζωή και τη δουλειά στη Γερμανία, αλλά και για τη νοσταλγία για την Ελλάδα και το χωριό που ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί πατρίδα της.

Μια αληθινή ιστορία ζωής, ξενιτιάς και επιστροφής στις ρίζες, από τον όμορφο Αμάραντο της ορεινής Καρδίτσας.

Παραγωγή: Greek Village Life

''Η Μαριόλα''... Τό μοιρολόι του ξενιτεμένου, πού γυρίζοντας από τήν ξενητειά δε βρίσκει τήν γυναίκα του. Ο μακάβριος διάλογος ενός ζωντανού μέ μιά νεκρή.

Αποτέλεσμα εικόνας για μαργιολα μοιρολοι

Αποτέλεσμα εικόνας για μαργιολα μοιρολοι

Αποτέλεσμα εικόνας για κληματια ιωαννινων

«...Κάποιοι πόνοι
πού δέν τούς κλεί
κι ό πλατύτερος θρήνος...»
Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ

Ό κάθε άνθρωπος εκδηλώνει το συναίσθημα της χαράς με το δικό του τρόπο. Τό συναίσθημα όμως τής λύπης, τής βαθειάς λύπης, όλοι οί άνθρωποι τό εκδηλώνουν με τον ίδιο τρόπο. Με ψυχικό πόνο, με θρήνους, με μοιρολόγια από τις γυναίκες, μέ δάκρυα. Τά δάκρυα εναποθηκευμένα στο δακρυϊκό ασκό, στη λήκυθο, αυτή του ανθρωπίνου πόνου, δέν έχουν προορισμό από τη Φύση νά ξεπλένουν μόνο το βολβό του οφθαλμού, άλλα καί να ανακουφίζουν από τούς αβάσταχτους ψυχικούς πόνους. Διαυγή κι αστραφτερά κατά τή ροή τους καίνε και τό μαντήλι. Έχουν οί Ήπειρώτισσες μεγάλη εμπειρία με τούς ακένωτους ασκούς των δακρύων τους.

«...Σου στέλλω καί το δάκρυ μου 
σε ενα χρυσό μαντήλι.
Το δάκρυ είναι καφτερό 
καί καίει το μαντήλι...»

Άπό τήν άρχαιοτάτη ακόμα εποχή όλοι οί συγγραφείς μάς παρουσιάζουν τον ψυχικό σπαραγμό σ’ όλες τις κλίμακες. Ό Θουκυδίδης άναφέρει οτι οί Αθηναίοι, κατά τό 431 π.Χ. 
«...τω πατρίω νόμω δημοσία ταφάς έποιήσαντο 
των εν τώδε πολέμω πρώτω άποθανόντων».
 Ό Πρίαμος όταν έμαθε το θάνατο του γυιού του Εκτορα (Ίλιάς X στιχ. 54) 

«... ώμωξεν ό γέρων κεφαλήν... 
παίειν καί τ’ άλλα ποιεΐν καί λέγειν, 
ό συμβαίνει τοις περιπαθούσι».
Άπό τον τραγικότερο των τραγικών, τον Ευριπίδη, στήν τραγωδία "Τρωάδες", τήν τραγική αυτή συναυλία του ανθρωπίνου πόνου,, πού την εκτελούν οι Τρωαδίτισσες, ακούμε τούτο τό μοιρολόγι (στιχ. 1180) τής Εκάβης, όταν αντίκρυσε τό μικρό Άστυάνακτα νεκρό απάνω στήν ασπίδα του πατέρα του.
«...Ώ, χέρια τί αντίγραφο των πατρικών χεριών πού είστε. Χάθηκες λοιπόν γλυκό μου στόμα, πού, πολλές φορές μου έλεγες, όταν ορμούσες στο κρεβάτι μου και μου φώναζες : Γιαγιά, εγώ γιά σένα μιά τρανή πλεξούδα θά κόψω άπό τά μαλλιά μου καί τήν παρέα τών συνομιλήκων μου θά φέρω μπροστά στον τάφο σου νά σου πούμε γλυκό χαιρετισμό...»
Ή Παναγιά κλαίει καί οδύρεται: «Ω γλυκύ μου έαρ». Ό Παλαμάς θα αφήσει στή μάνα του νεκρού του παιδιού, του Άλκη τη φροντίδα «...καί τό στερνό τό χτένισμα μέ τά χρυσά τά χτένια πάρτε απ’ τή μανούλα σας μαλλάκια μεταξένια...» Ή μάνα στο «Ματωμένο γάμο, του Λόρκα μοιρολογεί στο σκοτωμένο παιδί της: «...Ποιός τόλπιζε νά γίνουνε τά μούσκλια τά νυχτιάτικα στεφάνι στά μαλλιά σου...». Ό Σολωμός στήν «Τρελλή μάνα»: «...Με λύπη εγκάρδια έθεωρούσε, όλα τά μνήματα...». Ό Ρίτσος στον «Επιτάφιο»: «...και μούλεες, γυιέ, πώς όλ’ αυτά τά ώραία θάναι δικά μας και τώρα έσβήστης κι εσβησε τό φέγγος κι ή φωτιά μας...».

Τά Ηπειρώτικα και τά Μανιάτικα μοιρολόγια είναι εκείνα, πού τρυπούν μέ νυστέρι τήν καρδιά. Νά μιά πικρή γεύση από Μανιάτικο μοιρολόι, από μιά μάνα:
«...Λιάκο καί Λιάκο μ’ Λιάκο μου 
καί χίλιες φορές Λιάκο, 
χίλια μαχαίρια στήν καρδιά 
καί χίλια δυο φαρμάκια.


Σήκω λεβέντη μ’ νά μέ ίδείς 

τήν πόρτα μ’ νά χτυπήσης.

—Μάνα μ’ νά πείς ώρα καλή 

καί μάνα μ’ καλημερα...»
Όλα τά Ηπειρώτικα μοιρολόγια κλαίνε γιά τούς ξενητεμένους και πιο πολύ γιά κείνους, πού δε γύρισαν. 'Ένα μόνο ξεφεύγει άπό τον κανόνα αύτόν. Είναι τό μοιρολόι του ξενητεμένου, πού γυρίζοντας από τήν ξενητειά δε βρίσκει τήν γυναίκα του τή Μαριόλω. Τραγική ή ιστορία της. Έτσι μου την είπαν τα παληά χρόνια:
Δίπλα από τό χωριό μου, τό Γραμμένο, είναι ή Βελτσίστα (σήμερα Κληματιά). Νειόποαντρος ό νοικοκύρης του σπιτιού άκουσε τό κάλεσμα τής ξενητειάς και πορεύτηκε στο Μπουκουρέστι τό πικρό, απάνω σ’ ένα άλογο του Ρόβα, αφήνοντας τή γυναίκα του τή Μαριόλω μέ τήν κοιλιά μέσα στήν οποία κάτι χαρχάλευε.
Πέρασαν χρόνια. Μιά μέρα όμως, πικρή μέρα, ή γρεντά του παλιού σπιτιού άπό αγριοβελανιδιά, ρημαγμένη άπό τήν πολυκαιρία κι’ άπό τό σαράκι κόπηκε, στά δύο. Τό ασήκωτο εκείνο βάρος άπό τις πλάκες τσαπάλιασε τή Μαριόλω, πού εκείνη τήν ώρα ζύμωνε μοιρολογώντας τό «ξενητεμένο μου πουλί καιπαραπονεμένο». Τήν κουβάλησαν ενα σακκί κόκκαλα και ματωμένες σάρκες στο κοιμητήρι...

Ήρθε τον άλλο χρόνο ό άντρας από τήν ξενητειά. Χύθηκαν νά τόν αγκαλιάσουν οί συγγενείς καί φίλοι. Φώλιασε στήν άγκαλιά του κι ενα άχαμνό παιδόπουλο, το παιδί του. Κι όλοι έκλαιγαν. Ή αντάμωση υστέρα άπό τόσα χρόνια φέρνει και δάκρυα. Τόσα όμως δάκρυα καί τόσος σπαραγμός. Άπόρεσε. Δέν είδε τή Μαριόλω. Τή βρήκε στο κοιμητήρι. Κι άρχίζει αύτός ό μακάβριος διάλογος ενός ζωντανού μέ μιά νεκρή. Μοναδικός σ’ όλη τή λογοτεχνία μας. 'Όλοι οί τραγουδιστές μας, όταν τραγουδάν τούτο τό μοιρολόι δίνουν κάτι από τήν ψυχή τους. 'Όταν όμως τούς συνοδεύει κι ό κορυφαίος μας λαλητής ό Χαλκιάς, ό Τάσος μέ τό κλαρίνο του, μέ τους λυγμούς και τα αναφιλητά του, τότε γίνεται μαχαίρι πού κόβει κοψίδια τήν καρδιά μας:
—Σήκω Μαριόλω άπό τή γη 
κι άπό τό μαύρο χώμα. 
—Πώς νά σκωθώ λεβέντη μου 
καί πώς νά έβγω όξω; 
—Φτιάσε τά νύχια σου τσαπιά, 
τις απαλάμες φτιάρια, 
ρίξε τό χώμα από δεξιά, 
τις πλάκες από πέρα.
Κι άπό τή δέξια τή μεριά 
κάνε ένα παραθύρι 
νά μπαίνει ο ήλιος του Μαγιού 
τ Αυγούστου τό φεγγάρι, 
νά μπαινοβγαίνουν τά πουλιά 
νά κάνουν τις φωληές τους...
Κώστας Ντούλας

Πηγή: Δελτίο "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"-Τεύχος 47-48-49/9ος-10ος-11ος-1983


Σημείωση ιστολογίου: 
Το τραγούδι της εισαγωγής είναι παιγμένο από τους Παρακαλαμιώτες Χαλιγιανναίους, παλιά ηχογράφηση στο βιολί είναι ο Νίκος Χαλιγιάννης..
Δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να προσθέσω ένα ακόμη θαυμάσιο κατά την γνώμη μου παλιό μοιρολόι για το χωρισμό... "Νουμπέτι"... Ένα παλιό μοιρολόι για τον αποχωρισμό από τα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας




Κλαρίνο - Κώστας Βέρδης
Βιολι- Γιάννης Νίνης
Λαούτο - Σταύρος Σαδεδήν και Σωτήρης Μπούρμπος
Ντέφι - Βαγγέλης Βέρδης

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Λαϊκίζομεν ή Γαλλίζομεν…


Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

«Κάνε γρήγορα. Προκαλούμε την προσοχή του κοινού!» Αυτά ήταν τα λόγια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη προς τον Παύλο Νιρβάνα όταν του έβγαλε μία φωτογραφία (1906) στην πλατεία Δεξαμενής στο Κολωνάκι. Η φωτογραφία! Και η δικαιολογία ήταν «Γαλλίζομεν…».

Ο Παπαδιαμάντης! Ο μόνος «που μπορεί κανείς να τον διαβάζει και πάντα να τόνε βρίσκει νέον κι αναπάντεχο», (Κώστας Βάρναλης). Ταπεινός και λιγομίλητος˙ αυτός κι αν είχε να δείξει με τη φωτογραφία του… Περιορίστηκε στη μία και μάλιστα δεν ήθελε καν να είναι επεισοδιακή. Ήρεμα, σεμνά και ταπεινά. Μιλούσε το έργο του.

Οι καιροί αλλάζουν. Εξέλιξη μέχρι τα μπούνια. Δεν χρειάζεται όχι να γράφει κάποιος, (ιεροσυλία να μιλάμε για Παπαδιαμάντη) αλλά να έχει καλό κινητό, να βγάζει καλές φωτογραφίες από όλες τις μεριές και ακολούθως να τις αναρτούμε στο διαδίκτυο για να «πληρώσουμε» τα υπαρξιακά μας κενά και τα χίλια δυο αδιέξοδα που μας βαραίνουν σε μόνιμη, καθολική, αλλά και διαρκή βάση. Πρόσωπα και όχι προσωπεία, μουσατένιες προβατοπροβιές που δεν ενδύουν αλλά απεκδύουν την κενότητά μας και το ανούσιο του περιεχομένου μας. Όλοι όλους συμβουλεύουν, φιλοσοφούν, «σκέπτονται» και αποσυνθέτουν σκέψη, όραμα και διάθεση. Τα πάντα φωτογραφία. Όχι, δεν ισοδυναμεί μια φωτογραφία με χίλιες λέξεις. Το αντίθετο. Χίλιες φωτογραφίες και θα είμαστε τυχεροί, αν βρούμε μια λέξη. 
«Γαλλίζομεν» διαρκώς. Ξεμπλετσωθήκαμε για τα καλά, πετάξαμε από πάνω μας την όποια πνευματική πανοπλία, ξεχάσαμε –μήπως τους ξέραμε;-, ασφαλώς και δεν τους είχαμε διαβάσει Όμηρο, Αισχύλο, Θουκυδίδη, Σολωμό και τόσους και αναμασάμε κάποιους… Αρκεί να έχουν ξένο όνομα. Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης! Καλά κάνουμε και καλά μας κάνουν. Τη γλώσσα τη μαζέψαμε κουβάρ’ κι η πραγματικότητα λέει πως ακμάζει το φαινόμενο της αθρόας εισβολής και της άκρατης αποδοχής ξένων λέξεων, οι οποίες δεν εντάσσονται και οργανικά στο ελληνικό λεξιλόγιο. Το σιντί, τα σιντιά και τα Ταξιά. Κατά το ο νεροχύτης, τα νεροχύτια. Φωτογραφίζομαι, άρα υπάρχω. 
Και να ήταν μόνο αυτό; Έχουμε και άλλο. Δεν «Γαλλίζομεν» αλλά και «λαϊκίζομεν». Κατσαρίδες βρήκαμε στα υπουργικά γραφεία, δεν είχαμε χαρτί τουαλέτας, κλειδωμένα τα γραφεία κ.α. Τώρα, αν «κλειδωμένες» είναι και οι λύσεις των προβλημάτων, αυτό είναι άλλη υπόθεση. Υπερβολική και μη αυθεντική λαϊκότητα και κατ' επέκταση δημαγωγία και προπαγάνδα και το σπουδαιότερο˙ πολιτική περιθωριοποίηση. Στην άκρη, χώρος για τους μεσσίες παρακαλώ. Ο λαϊκισμός είναι αποτύπωμα μιας κακοφορμισμένης κοινωνικής πληγής στην οποία επωάζονται τα αυγά του φασισμού. Το ζήσαμε, μ’ όσους θεώρησαν πως τα μπράτσα λύνουν τα προβλήματα. Και βέβαια δεν έρχεται από το πουθενά. Αναβλύζει από συγκεκριμένη πηγή. Ονομάζεται πολιτική απάθεια. Η αδιαφορία του λαού για συμμετοχή του στη δημόσια ζωή αφενός, και η υπερβολική φιλοδοξία ορισμένων πολιτικών αφετέρου, καθιστούν τον λαό εύκολο θήραμα των λαϊκιστών/προπαγανδιστών.

Η ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου του λαού, καθιστά τον πολίτη ικανό να αντιταχθεί στην ευτέλεια του λαϊκισμού και σε κάθε μορφή προπαγάνδας. Η συμμετοχή του στα «κοινά» παραγκωνίζει τους λαϊκιστές και τους προπαγανδιστές ηγέτες και τις πολιτικές τους. Παρά ταύτα «Γαλλίζομεν» αληθώς και διαρκώς. Και αύριο, όταν μας παραμάσουν τα προβλήματα «φταίει ετούτος, φταίει ο άλλος, φταίει και ο παραάλλος!». Ωστόσο χαρές και πανηγύρια. Με το καινούριο κινητό μπορούμε να μεταφέρουμε όλα τα δεδομένα από το παλιό κινητό μας στο νέο. «Επαφές, φωτογραφίες, μουσική, μηνύματα και άλλα δεδομένα».
«Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόµατί µου», αφού « … Η βλασφημία είναι φυσικόν προϊόν της δυστυχίας και ουχί της απιστίας… » Αλ. Παπαδιαμάντη “Οι έμποροι των εθνών”



Χρήστος Α. Τούμπουρος

Ο Δάσκαλος και τα Παιδιά...στο χωριό μου τα χρόνια τα δικά μου.


 Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Έχουν περάσει τρεις μήνες από τότε που ήρθε ο καινούριος δάσκαλος στο σχολείο. Η δασκάλα που είχαμαν έφυγε από φόβο γιατί είδε πάνω στο κρεβάτι τς έναν μπουτσκάιρα. Αλλά και ο καινούριος δεν μου φαίνεται για σόι. Όλο μπαταλομάρες λέει να δεις πόσο χαζός είναι μια μέρα λύθηκε ο γάιδαρος τ Κωσταμάρκ και κατέβαινε το σοκάκ τ Πάλιουρα και τ φώναζε ου Κώσταμάρκους πρόγγατου κατά δώ δάσκαλε και αυτός έβγαλε ένα μαντήλ απ την τζέπ να του κυνηγείς τόλεγα στουν πάππου΄και γέλαε και μ λέει" ένα γαιδούρ δεν μπόρσε να καν ζάπ πως να κάν καμιά σαρανταριά που είστε εσείς"
Καλά Πάππου τ λέου θα του καρφώσου τσ Βάβου για κάτ καραμέλες που πας στ Θύμιαινα. Αλήθεια Πάππου εσύ τσ καραμέλες αυτή τι σδήν;  κόκαλο ο Πάππους 
Μια μέρα είχαμαν αριθμητική.
Στον πίνακα είναι η Μαρίτσα τ Κωτσιοβήτ δεν ήξερε τίποτα και κατρήθκε άπο τουν φόβου τς
Λέει ο Δάσκαλος στον αδερφό τς του Χρίστου ΄΄Όταν πάτε σπίτι βοήθησέ την λιγάκι
Ου Χρίστους στο διάλειμμα τσ λέει:
ένα του στυλιάρ στα αλών τ Άλεξ, δυο τα πουδάρια τς κότα, τέσσερα τα πουδάρια τς μαλτέζας,πέντε τα γρούνια τς Θανάσαινας, δέκα τα παιδιά τ Γιωργουνίκ.
Ετσι καταλάβαινε η Μαρίτσα αριθμητική Μια μέρα κάλεσε ο δάσκαλος τον μπάρπα Σιούλα τον Καραμπίνα να τ πει τι να τ πεί για τ αγγόνι τ τουν Σιούλα.
-Ακούστε κύριε Καραμπίνα εγγονός σας μου δημιουργέι προβλήματα 
Λέει και Ο Μπάρπα Καραμπίνας
- ε για αυτό σε έχουμε δάσκαλο να μάσ λύνς τα προυβλήματα
 -Άκούστε κύριε Καραμπίνα το ξέρω τα παιδιά σας πήγαν να εργαστούν στη Γερμανία και σας αφήσαν εδω να προσέχετε τον μικρό Αναστάση το ξέρω οτι είναι μεγάλη ευθήνη αλλά ο Αναστάσιος είναι απροσάρμοστο παιδί 
-Απροσάρμωστος είσαι εσύ ακούς εκει να μην μπορείς να κάνς ζάπ τον Σιούλα πάρε μια βίτσα και βάρα 
-Κύριε Καραμπίνα αυτά γινώταν στις μέρες σας σήμερα δεν χρησιμοποιούμε βία,  προχθές ξέρετε τι έκανε;
-Ώρε δάσκαλε σε μένα το λες η να τα ακούσουν και άλλοι 
-Σε σας χάρη σεβασμού σας μηλάω στον πλυθηντικό Που λέτε άρπαξε δυο παιδιά και τα χτύπαγε κεφάλι με κεφάλι 
-Καλά τα έκανε λέει Καραμπίνας γιατί αυτά τον περγελάγανε και τ λέγανε Σιούλα Σιούλα είσαι σαν γατούλα 
-Αμ το άλλο λεει δάσκαλος προχές ήταν στο πίνακα η Ελένη η Καραμπίνα αυτός είχε βάλει έναν καθρέπτη απο κάτω και καθώς τα κορίτσια δεν φορούνε περισκελή ξέρετε τι έβλεπε -Αμάν τς ξαδέρφη του πράμα τώρα θα τον σιάσω εγώ 


Μια μέρα είχαμαν ιστορία για τη 28η Οκτωβρίου. Λέει ο δάσκαλος η Παναγιά ευλόγησε τα όπλα και νικήσαμε τους Ιταλούς,  πετάζεται ο Κωτσιοθανάς και τ λέει δηλαδή υπάρχουν δυό Παναγίες και η θκιά μας είναι πιό γερή; 
Τι να τ πη γελάγαν τα παιδιά, αλλ βουλά μας έλεγε για έναν μαρμαρωμένο βασιλιά και οτι μια Κυρα Δέσποινα κάτι ψάρια και φύγανε απο το τηγάνι και μετά δεν ξέρω τι γήνκε πάντως αυτό που ξέρω μάλλον δεν τον βλέπω για πολύ καιρό στο σχολειό πάντως τσιάτρα πάτρα το βγάλαμε το σχολειό
Περάσαν χρόνια ο Θύμιος έρξε την ιδέα να μαζευτόυμε όλη η έκτη τάξη του εξήντα τρία το καλοκαίρι στο χωριό Έτσι και έγινε μέχρι και ο Μητρογάκς απο τ Γερμανία ήρθε Μαζι μας ήρθε και ο δάσκαλος Βλέπω τους παλαιούς συμμαθητές ο Σιούλας έγινε αρχιτσέλιγγας παντρεύτηκε την Ελέν τ Καραμπίνα εκεί που δεν ήξερε δυό κλείτσες γράμματα τώρα έχει με το Σιούλα εφτακόσια πρόβατα. Όλοι είχαμε προοδεύσει, άλλοι βιοτεχνες,  άλλοι μαγαζάτορες Έρχετε οδάσκαλος που΄μου είχε μεγάλη συμπάθεια Γιωργάκ σήμερα γέμισε ηψυχή μου και εμάς Δάσκαλε να ανταμώσουμε πάλι. Και όπως λέμε και εδώ δάσκαλε του χρόνου στο μέτρο 

μέτρο= να μην χαθή κανενας 
ζαπ = να τα  καταφέρης
μαλτέζα= γίδα 
μπουτκάιρας = σκορπιός 



Γιώργος Γιαννάκης
Απόδημος Κραψίτης

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Αδελφότητα Πηγιωτών Αρτας. Γιορτές Σέλτσου 2026


 ’Άγιο ήταν το Σέλτσο, μα αγίασε ακόμη ποιό  πολύ.....

         Κοινώνησε των Σουλιωτών το αίμα΄΄
 
                                     ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΠΗΓΙΩΤΩΝ ΑΡΤΑΣ
               ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΔΡΑ ΔΗΜΟΥ Γ.ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ
                                    Ι.ΜΟΝΗ ΣΕΛΤΣΟΥ 23-8-2026
 
 
                                 ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗΣ
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ   "ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ " ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ 
                                                                           
 
                        Εορτάζονται εφέτος τα ΔΙΑΚΟΣΙΑ ΕΙΚΟΣΙ ΔΥΟ  χρόνια ( απο το 1804) της Μάχης του Σέλτσου και του Ολοκαυτώματος των Σουλιωτών που επακολούθησε. Όμως για δεκαετίες παρέμενε άγνωστη  και οι μάρτυρές της Σουλιώτες ήταν οι αγνοούμενοι της Ιστορίας.

       Οι εκδηλώσεις  μνήμης  στον χωρο της Ι.Μονής συνδιοργανώνονται   απο την Περιφ.Ενότητα Αρτας τον Δήμο Γ.Καραισκάκη και την Αδελφότητα Πηγιωτών Αρτας σύμφωνα  με το επισυναπτόμενο    πρόγραμμα 
       Άγνωστο  παρέμεινε το Σέλτσο γιά πάνω απο διακόσια χρόνια. Αγνοούμενοι της Ιστορίας οι Σουλιώτες που θυσιάστηκαν εκεί για της Πατρίδας την ελευθερία. Ομως τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε  να γίνεται γνωσή η ένδοξη ιστορία του.



Η παρουσία στο Σέλτσο -Για πρώτη φορά- του ανώτατου Πολιτειακού Άρχοντα Προκόπη Παυλόπουλου   στις 23-8-2016 σηματοδότησε πλέον την αλλαγή των μέχρι τώρα δεδομένων για την ανάδειξη της Ιστορικής Μονής και της θυσίας των Σουλιωτών. 
Ακολούθησε  το 2022  η  έκδοση Προεδρικού διατάγματος  για την καθιέρωση της 23ης Αυγούστου ως  επίσημη εορτή του δήμου Γ.Καραισκάκη και ημέρας μνήμης του Ολοκαυτώματος των Σουλιωτών.
         Μια νέα σελίδα άνοιξε για το Σέλτσο. Επιτέλους με δικαιωματικό τρόπο παίρνει τη θέση που του αξίζει στις σελίδες δόξας των αγώνων του Ελληνικού έθνους, δίπλα στο Κούγκι στο Ζάλογγο στο Μεσολόγγι και στο Αρκάδι.......   Απομένει  να υπενθυμίσουμε προς όλους τους αρμόδιους φορείς ότι δεν είναι αίτημά μας αλλά αυτονόητη υποχρέωση της πολιτείας  να αντιμετωπίσει  το Σέλτσο με την ιδιαίτερη φροντίδα και τιμή που του αξίζει.
      Σε αυτό δεν μπορούμε παρά να υπογραμμίσουμε την  καταλυτική  συμβολή της Περιφέρειας Ηπείρου και προσωπικά του Περιφερειάρχη Ηπείρου κ. Αλ. Καχριμάνη, που άφησε τη σφραγίδα του στο Σέλτσο,ως επίσης, της Περιφερειακής Ενότητας Άρτας και   του Δήμου Γεωργίου Καραΐσκάκη  για την  ανάδειξη και αναγέννηση του  σημαντικού Ιστορικού μνημείου .Σημαντική και η προσφορά του  μακαριστού  Ιερέα της μονής Παπαγιώργη Φώτου που ήταν  η ψυχή του Σέλτσου για  πάρα πολλά χρόνια. συνέβαλλε αρκετά με τις ενέργειές του. 
      Ήδη μετά τα σημαντικά έργα αναστήλωσης των ερειπωμένων κελιών, τη Διαμόρφωσης Περιβάλλοντος χώρου πρόσβασης, την ανακατασκευή της στέγης του κυρίως ναού   την ολοκλήρωση της οδικής πρόσβασης με τσιμεντόστρωση-ασφαλτοστρωση  απο Πηγές μέχρι την Ι.Μονή μήκους 4,5 χιλιομ. και η ηλεκτροδότηση της, το Σέλτσο αναδεικνύεται με τον καλύτερο τρόπο..   
Σημαντική ηταν η συμβολή και η συνεισφορά της Αδελφότητας Πηγιωτών Άρτας σε αυτή την προσπάθεια της ανάδειξης και προστασίας της Ι.Μονης. Οι ενέργειές της και οι δράσεις της σχετικά με το Σέλτσο τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι αναρίθμητες και απέδωσαν  τα μέγιστα. Αφήσαμε παρακαταθήκη για το μέλλον.   Εχουμε αναπτύξει με τους απογόνους των Σουλιωτών στενούς δεσμούς  όπως με το ΙΔΡΥΜΑ ΜΠΟΤΣΑΡΗ και   με τον ΕΠΑΧΤΟ, τον σύλλογο Αναβίωσης  της Ναυπάκτου με τον οποίο έχουμε αδελφοποιηθεί. Καθε χρόνο μας τιμούν με την παρουσία τους στις εκδηλώσεις του Απριλίου. Επισης ο δήμος μας αδελφοποιήθηκε  πέρυσι με τον δήμο Σουλίου
    
  Το μοναστήρι  του ΣΕΛΤΣΟΥ έμελλε να γίνει ο αιώνιος  τόπος  μαρτυρίου των  αδούλωτων  Σουλιωτών. Η «ΚΙΒΩΤΟΣ» της θυσίας των. Μια ΘΥΣΙΑ-ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ άγνωστη ακόμη και σήμερα σε πολλούς και  που «δεν μπορεί να χωρέσει ιστορικού νους» -όπως έγραψε ο Πουκεβίλ- ή να κατανοήσει το μέγεθος της.
 
   
   Η θυσία του Σέλτσου ας αποτελέσει αφορμή για  αφύπνιση  της ιστορικής μνήμης που σε καιρούς χαλεπούς  για την πατρίδα μας,  δεν πρέπει να την ξεχνούμε. διακόσια δώδεκα  χρόνια από τότε δεν στάθηκαν ικανά να την  ξεθωριάσουν.  Ας τους φέρουμε στο νου μας έστω και για μια στιγμή και ας προσευχηθούμε στη μνημη τους. 
        Τον Πανηγυρικό της ημέρας θα εκφωνήσει η διακεκριμένη τ. Λέκτορας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων  Ερευνήτρια Ιστορικός κ.  Αναστασία Καρρά   
      ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΜΕ  όλους  τους  συνδημότες, όλους τους  συμπατριώτες μας  φίλους και ευλαβείς  προσκυνητές,  να παρευρεθούν μαζί μας στο Σέλτσο την Κυριακή  23 Αυγούστου 2026 για να αποτίσουμε τον  ελάχιστο  φόρο τιμής  και ευγνωμοσύνης  στους «αγνοούμενους» ήρωες της ιστορίας μας. 
      
    Δεν παύει ο υπέρ πατρίδος να είναι ο γλυκύτερος θάνατος............
     ΑΙΩΝΙΑ ΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ.....    
                                
                              
                    Μετά τιμής
           ΧΡΗΣΤΟΣ Β.ΚΑΠΕΡΩΝΗΣ              
  ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑΣ ΠΗΓΙΩΤΩΝ ΑΡΤΑΣ










Οι Ξενιτεμένοι Γυρίζουν στο Χωριό | Η Μεγάλη Επιστροφή του Αυγούστου

Δεκαπενταύγουστος στο Χωριό.

Κάθε Αύγουστο τα ελληνικά χωριά αλλάζουν εικόνα. Άνθρωποι που ζουν στην Αθήνα, στην Αμερική, στον Καναδά και σε άλλες γωνιές του κόσμου επιστρέφουν για λίγες ημέρες στις ρίζες τους.

Στην Ελευθέριανη Αιτωλοακαρνανίας συναντήσαμε ξενιτεμένους που μας μίλησαν για τη νοσταλγία, την επιστροφή, τις αναμνήσεις και την αγάπη για τον τόπο όπου γεννήθηκαν. Ένα χωριό με ελάχιστους μόνιμους κατοίκους τον χειμώνα, που κάθε Αύγουστο γεμίζει ξανά φωνές, παρέες και ζωή.

Παραγωγή: Greek Village Life


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

ΣΕΛΛΑΔΕΣ ΕΙΣΑΙ....ο απόλυτος προορισμός του Δεκαπεννταύγουστου στην Ήπειρο. ΒΙΝΤΕΟ και ΦΩΤΟ

Το πανηγύρι στις Σελλάδες Άρτας 14 και 15 Αυγουστου σημείωσε τεράστια επιτυχία, με το αδιαχώρητο να επικρατεί από νωρίς το βράδυ. Ο κόσμος κατέκλυσε τον χώρο της εκδήλωσης, δημιουργώντας μια μοναδική, γιορτινή ατμόσφαιρα. -Κοσμοσυρροή: Γέμισαν ασφυκτικά όλα τα τραπέζια.
-Διασκέδαση: Το κέφι και ο χορός κράτησαν μέχρι το πρωί.
-Παράδοση: Το ζωντανό δημοτικό πρόγραμμα ξεσήκωσε τους παρευρισκόμενους.
-Φιλοξενία: Οι διοργανωτές ανταποκρίθηκαν άψογα στις απαιτήσεις της μεγάλης προσέλευσης.
Το αδιαχώρητο στις Σελλάδες απέδειξε για ακόμα μια φορά πόσο βαθιά ριζωμένα είναι τα παραδοσιακά πανηγύρια στην κουλτούρα της περιοχής

.  
 






Χωριά... Οι δεσμοί με τις ιδιαίτερες πατρίδες, παραμένουν παράδοξα ενεργοί.



Κατά βάση είμαι παιδί της πόλης. Παιδί, βέβαια, δεν με λες πια, αλλά της πόλης είμαι σίγουρα. Αν και διαθέτω τόπο καταγωγής στην ύπαιθρο, ουδέποτε τον υιοθέτησα ως ιδιαίτερη πατρίδα, κι αυτός με τη σειρά του μάλλον δεν με αναγνώρισε ως γνήσιο τέκνο του. Η Αθήνα είναι η μόνη διαθέσιμη ιδιαίτερη πατρίδα μου, μ’ όλη τη γοητεία και την αποκρουστικότητά της. Παρ’ όλα αυτά, ζηλεύω όσους αναφέρονται με τρυφερότητα και νοσταλγία στις ιδιαίτερες πατρίδες τους κι έχουν να αφηγηθούν κάτι ιδιαίτερο για τους δεσμούς τους μ’ αυτές. Ίσως αυτή η ζήλεια είναι κι ο λόγος που εδώ και πολλά χρόνια έχω αποδεχθεί μάλλον αδιαμαρτύρητα έναν εξ αγχιστείας δεσμό με την ιδιαίτερη πατρίδα της συμβίας μου, κάπου στη Λάκκα Σούλι –δεν έχει σημασία πού ακριβώς. Δυο με τρεις φορές τον χρόνο βρισκόμαστε για λίγα εικοσιτετράωρα εκεί, οικογενειακώς. Η συνήθεια επαναλήφθηκε το Πάσχα, στις γνωστές συνθήκες πρώιμου γαϊδουροκαλόκαιρου, που μας έκαναν όλους κατά τι πιο ευτυχείς απ’ όσο μας επιτρέπει η τρόικα.
Όσοι τυχαίνει και επισκέπτονται τα χωριά τους και τις κωμοπόλεις -εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ιδιαίτερες πατρίδες τους- εκτός εορταστικών περιόδων ή θέρους, έρχονται αντιμέτωποι με τη θλιβερή τους παρακμή. Ιδιαίτερα στην ηπειρωτική Ελλάδα, στις περιοχές που δεν διαθέτουν τα συμβατικά τουριστικά θέλγητρα και ζουν από τη γεωργία, την κτηνοτροφία ή ό,τι έχει απομείνει από αυτά, τρομάζει κανείς από τα κλειστά ή εγκαταλελειμμένα σπίτια, από την απουσία νέων και παιδιών, από την ανησυχητική συχνότητα που η καμπάνα της εκκλησίας αναγγέλλει πένθιμα την προϊούσα δημογραφική κρίση της περιφέρειας. Το φαινόμενο είναι παλιό, υπόθεση μισού και πλέον αιώνα, για να το παρατηρήσουμε μόλις τώρα. Η κρίση, ωστόσο, το υπογραμμίζει διπλά. Προφανώς, το χωριό μετατρέπεται και σε ένα είδος κοινωνικού κρυψώνα για ένα μέρος των ανέργων που εκτοπίζονται από τις πόλεις. Αλλά, αυτό δεν γίνεται παράγοντας αναζωογόνησής του. Αντιθέτως, μπορεί και να ενισχύει τη θλίψη που εκπέμπει.

Στις γιορτές, ωστόσο, η εικόνα αλλάζει ριζικά. Τα ΜΜΕ την παρατηρούν από απόσταση κι απ’ την ανάποδη. Καταγράφουν την έξοδο από τις πόλεις, αλλά σπάνια τη μαζική είσοδο που συντελείται στα χωριά. Απεικονίζουν τις άδειες πόλεις, αλλά σχεδόν ποτέ τα γεμάτα από κόσμο χωριά. Σιωπηλά και σκοτεινά σπίτια φωτίζονται, γεμίζουν φωνές, στενοί χωριάτικοι δρόμοι πήζουν από αυτοκίνητα (με κάμποση από την αλαζονεία της πόλης στις λαμαρίνες τους), οικογένειες ανασυντίθενται, τρεις (καμιά φορά και τέσσερις) γενιές ανιόντων και κατιόντων συγγενών στριμώχνονται γύρω από μεγάλα τραπέζια, έρχονται οι φοιτητές από τις πανεπιστημιουπόλεις, φτάνουν και τα παιδιά που εργάζονται στις πόλεις, να και οι απρόθυμοι σνομπ έφηβοι με τα αξεσουάρ της ψηφιακής αποχαύνωσης στα χέρια, παρέες ξανασμίγουν στις πλατείες, διηγήσεις νεανικών ανδραγαθιών, εκμυστηρεύσεις ερωτικών περιπετειών, οικτιρμοί της κοινής τροϊκανής μοίρας, απολογισμοί περικοπών στους μισθούς, εναγώνιες ερωτήσεις για καμιά δουλειά, ό,τι να ’ναι,  βρισίδι στους πολιτικούς, πίτες με φύλλο ανοιγμένο στο χέρι και χόρτα από τον κήπο, κρασιά και τσίπουρα ιδιωτικής παραγωγής, ο μόσχος και η κότα και η γίδα η σιτευτή, το αυγό με τη ζέστη της πουλάδας ακόμη στο τσόφλι, οι γεμάτες καφετέριες, τα τσιπουράδικα, οι περαντζάδες, τα κουτσομπολιά, οι ασπασμοί…
Αυτές οι ολιγοήμερες εκρήξεις ζωής στα χωριά και στις κωμοπόλεις δεν έχουν τίποτα το τουριστικό και αποκαλύπτουν μια ιδιομορφία της ελληνικής κοινωνίας. Παρά την αδιάλειπτη, μακρόχρονη και μαζική αστικοποίηση του πληθυσμού, που οδήγησε σε έναν ακραίο υδροκεφαλισμό, σε σημείο ώστε σχεδόν το ήμισυ των κατοίκων της χώρας να συνωθείται στα πολεοδομικά συγκροτήματα Αττικής και Θεσσαλονίκης, οι δεσμοί με τις ιδιαίτερες πατρίδες παραμένουν παράδοξα ενεργοί. Οι πληθυσμοί που τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο επιστρέφουν στα χωριά συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται στον φυσικό τους χώρο, λες και ποτέ δεν έφυγαν απ’ αυτόν. Κι αυτό συμβαίνει σε κάποιο βαθμό ακόμη και σε δεύτερης ή τρίτης γενιάς εσωτερικούς μετανάστες, που υιοθετούν με σχετική ευκολία τις ιδιαίτερες πατρίδες των γονιών ή των παππούδων τους. Κάποιο ρόλο παίζει και η ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δικαιώματα ή οι μικρής κλίμακας παράλληλες οικονομικές δραστηριότητες που διατηρούνται στο χωριό από εργαζόμενους της πόλης, οι οποίοι θέλουν να είναι και λίγο αγρότες μερικές μέρες τον χρόνο -για τις ελιές ή το παλιάμπελο-, αλλά τον κύριο ρόλο τον παίζει ακόμη ο οικογενειακός δεσμός, οι γηραιοί γονείς που περιμένουν τα παιδιά από την πόλη, η τελευταία γενιά γηγενών που λειτουργεί ως ομφάλιος λώρος ανάμεσα στα χωριά και στον αστικό πληθυσμό.
Αποτέλεσμα εικόνας για χωριά της ηπείρου

Διαμορφώνεται έτσι το παράδοξο, ενώ ο τυπικός πληθυσμός των αγροτικών περιοχών να αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 25% των κατοίκων της χώρας (συντηρούμενος κι αυτός σε έναν βαθμό από τους μετανάστες, που υποκατέστησαν την τελευταία εικοσαετία τους τυπικούς ιδιοκτήτες της γης στην καλλιέργειά της), ο ηθικός ή συναισθηματικός πληθυσμός των χωριών, αν επιτρέπεται ο όρος, να διατηρείται στα επίπεδα της δεκαετίας του 1950, δηλαδή σχεδόν στο 50% του συνολικού πληθυσμού. Γι’ αυτό και η δεύτερη ή τρίτη ερώτηση που ακούγεται στο πλαίσιο της κοινωνικότητας των κατοίκων των πόλεων είναι το «από πού είσαι». Ίσως αυτή η ερώτηση να υποκρύπτει και μια παρεπόμενη: «πού θα επιστρέψεις».Αυτή η πραγματικότητα, εμπειρικά διαπιστωμένη, εμπεριέχει και κάποιες δυνατότητες. Η συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις, ιδιαίτερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, λειτουργεί αντικειμενικά ως πολλαπλασιαστής και μεγεθυντής της κρίσης. Οι οικονομικές δομές που συγκεντρώθηκαν στα αστικά κέντρα και γύρω από αυτά, για να αξιοποιήσουν το φθηνό, ανειδίκευτο δυναμικό που συσσωρευόταν επί δεκαετίες εκεί, εύκολα κατέρρευσαν υπό το βάρος της πρωτοφανούς ύφεσης. Η μεγαλούπολη επιταχύνει τρομακτικά και χαοτικά τις επιδράσεις της βίαιης αναδιάρθρωσης στην απασχόληση, στην κατανάλωση, στα εισοδήματα, στις περιουσίες, στις αποταμιεύσεις. Το χωριό επιβάλλει μια βραδύτητα στην ίδια διαδικασία, βραδύτητα που σχετίζεται ακόμη και με τον κύκλο των εποχών και της φύσης. Ακόμη και η βραδύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, που οφείλεται στο ότι πολλές συναλλαγές γίνονται ακόμη χωρίς αυτό, με αντιπραγματισμό, αντισταθμίζει την έλλειψή του.
Αυτές οι παρατηρήσεις δεν είναι προϊόν κάποιας διάθεσής αναχωρητισμού και φυγής. Είναι απίθανο να κρυφτούμε από την  κρίση και τον μνημονιακό διωγμό, ακόμη κι αν καταφύγουμε όλοι στα χωριά ή πάρουμε τα βουνά. Στην καλύτερη περίπτωση, θα επιτύχουμε να εξαγάγουμε εκεί τα χειρότερα συμπτώματα της κρίσης. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα αν μπορούν να αξιοποιηθούν οι βαθιοί δεσμοί που διατηρεί ακόμη ο αστικός πληθυσμός με την περιφέρεια, με το χωριό. Αναρωτιέται κανείς τι θα συνέβαινε, αν όλος αυτός ο κόσμος που στις γιορτές πλημμυρίζει τα έρημα, γερασμένα χωριά επέλεγε να τα επανεποικίσει. Ένα πρώτο, ορατό αποτέλεσμα θα ήταν η αχρήστευση της διοικητικής μεταρρύθμισης, που επιλέγει τη συγκέντρωση και την αστικοποίηση έναντι της αποκέντρωσης. Ένα δεύτερο αποτέλεσμα θα ήταν μια αντιστροφή στην άνιση σχέση ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση εργασίας, ιδιαίτερα αν σ’ αυτή την εσωτερική μετανάστευση περιλαμβανόταν το μορφωμένο και εξειδικευμένο δυναμικό των πόλεων. Κι ένα τρίτο, ίσως το σημαντικότερο, θα ήταν ένας συλλογικός αναστοχασμός πάνω στο παραγωγικό μοντέλο που ταιριάζει σ’ αυτή τη χώρα, αυτό που χρεοκόπησε καταστρέφοντας και τα χωριά και τις πόλεις και τους βίαια και άναρχα διαμορφωμένους πληθυσμούς τους.
Μπορεί το γερμανικό σχέδιο για τον μετασχηματισμό του ευρωπαϊκού Νότου να προβλέπει ότι δεν νοείται οικονομία της Ε.Ε. χωρίς έναν στοιχειώδη βιομηχανικό τομέα, όπως συχνά διακηρύσσει η κ. Μέρκελ, κι αυτό να έχει βάση. Αλλά, πολύ περισσότερο, μπορεί να αντιτείνει κανείς, δεν νοείται οικονομία χωρίς πυρήνα παραγωγής τροφής. Και σ’ αυτό τα χωριά, ιδιαίτερα τα μεσογειακά χωριά, κι ακόμη πιο ιδιαίτερα τα ελληνικά χωριά, με τους ζωντανούς ακόμη συναισθηματικούς δεσμούς των προσωρινών, εορταστικά παλιννοστούντων πληθυσμών τους, έχουν ένα αναντικατάστατο συγκριτικό πλεονέκτημα. Δεν λέω πως όλοι θα γίνουμε νεοφώτιστοι βουκόλοι και αδέξιοι καλλιεργητές. Αλλά η εναλλακτική της μετατροπής του πληθυσμού σε φθηνό πληβειακό δυναμικό για πιθανούς αλά καρτ επενδυτές ή σε εξειδικευμένους μετανάστες είναι προοπτική παραγωγικής και κοινωνικής παρακμής. Μερικές φορές, πρόοδος μπορεί να σημαίνει να επιστρέφεις. Να κάνεις βήματα πίσω.


Θεωρίες για την υπεραξία

Ήρθε μια βλάχα απ’ το βουνό στην ξελογιάστρα Αθήνα,

άφησε αρνιά και έλατα, για να περάσει φίνα.

Μα όταν έφτασε η δόλια στην πόλη,

την κοροϊδεύανε στον δρόμο όλοι

γιατί φορούσε μακρύ φουστάνι.

Γι’ αυτό την βλάχα το πείσμα την πιάνει.

Κοντή φουστίτσα φόρεσε, έκοψε τα μαλλιά της

και έδειξε τα κάλλη της κι όλη την ομορφιά της.

Τώρα μοντέρνα η βλάχα γυρνάει,

μα ούτε ένας άνθρωπος δεν την κοιτάει.

Και έγινε η βλάχα μας χωρίς φουστάνι

χαμένο πρόβατο σε ξένη στάνη.

Κανείς δεν της μιλούσε πια, ξέχασε το όνομά της,

κι άρχισε να σκέφτεται τα γιδοπρόβατά της.

Και στο χωριό της η βλάχα γυρνάει

και μαύρη πέτρα πίσω πετάει.

Εκεί τη βγάζει ζωή και κότα!

Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα…

Νίκου Στρογγυλάκου, Βασίλη Χρυσανθακόπουλου, «Μια βλάχα στην Αθήνα» (καλαματιανός)



του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

www.ependitis.gr
http://anopedina.blogspot.gr