Δευτέρα 15 Αυγούστου 2022

Συνέντευξη του Amar Bašić στην Κατερίνα Σχισμένου με αφορμή την ημέρα μνήμης και τιμής για τη σφαγή του Κομμένου στις 16. Αυγούστου 1943.


Ποιος είναι ο οργανισμός Respekt für Griechenland και ποιος ο Amar Bašić?

Το Respekt für Griechenland είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός με έδρα το Βερολίνο. Ο σύλλογος ιδρύθηκε το 2015 και υποστηρίζει με διάφορα περιβαλλοντικά και κοινωνικά εθελοντικά έργα την Ελλάδα. Έτσι και το Κομμένο όπως και άλλα μαρτυρικά σημεία στην Ελλάδα και όχι μόνο. Όλοι όσοι εργάζονται στον συγκεκριμένο οργανισμό φέρουν βαρέως το γεγονός που η Γερμανία δεν βοήθησε τα κατεστραμμένα χωριά και περιοχές να ανοικοδομηθούν μετά τον πόλεμο και πλήρωσε ελάχιστη ή καθόλου αποζημίωση στους επιζώντες των γερμανικών εγκλημάτων πολέμου και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Για το δικό μας οργανισμό το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων είναι τελείως διαφορετικό απ’ αυτό της γερμανικής κυβερνήσεως, δεν έχει κλείσει αλλά ούτε και λυθεί. Είμαστε υπέρ των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο χωρών για τις ανεξόφλητες οφειλές. Έτσι ακριβώς και τα υποστηριζόμενα προγράμματα στο Κομμένο προέρχονται από χρήματα που συγκεντρώθηκαν αποκλειστικά από δωρεές ιδιωτών. Δεν δεχόμαστε χρήματα για τη δουλειά μας από το γερμανικό κράτος ή από άλλες δωρεές που έμμεσα ενέχουν την κρατική υποστήριξη.

Έτσι εδώ και δύο χρόνια είναι ο Amar Bašić εργάζεται στον οργανισμό Respekt für Griechenland εθελοντικά και ως υπεύθυνος προγραμμάτων. Μετά την ολοκλήρωση του Εράσμους στο Πολυτεχνείο της Αθήνας και του Master Αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο Bauhaus στη Βαϊμάρη στη Γερμανία έμεινε στην Ελλάδα, ενώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στη Γιουγκοσλαβία το 1992 οι οικογένειά του μετακόμισε από τη Βοσνία στην Γερμανία.


Γιατί τελικά στο Κομμένο και τι σημαίνει για σας το Κομμένο;

Ελλάδα, καλοκαίρι του 1943. Τα ξημερώματα της 16ης Αυγούστου το χωριό Κομμένο της Ηπείρου δέχτηκε επίθεση από τα γερμανικά ορεινά στρατεύματα «Edelweiß». 317 πολίτες, άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας, νέοι, παιδιά και ηλικιωμένοι δολοφονούνται φρικτά μέσα σε λίγες μόνο ώρες χωρίς αντίσταση. Το χωριό και τα πτώματα κάηκαν. Σχεδόν πλήρης αφανισμός.

Μετά την επίσκεψη του μέλους του διοικητικού συμβουλίου μας Hilde Schramm στο Κομμένο, πρόσφερε υποστήριξη για έργα στον πρόεδρο του χωριού Δημήτρη Δήμου και στον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο, επισκέφτηκα το Κομμένο και εγώ. Παρατήρησα ότι υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία για το τρομερό συμβάν στο χωριό- εννοώ τα μέσα πληροφόρησης που ένας ξένος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως πηγές πληροφοριών για να «εκπαιδεύσει» τον εαυτό του περισσότερο στην ιστορία. Ως αποτέλεσμα αυτού, αναπτύξαμε μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μεταφερθεί και να μεταδοθεί η ιστορία επιτόπου και συνεργαστήκαμε με τον πρόεδρο του χωριού όπως και με τον πολιτιστικό σύλλογο. Δεδομένου ότι όχι μόνο ένα συγκεκριμένο σημείο είναι σημαντικό για το ιστορικό γεγονός της 16ης Αυγούστου 1943, αλλά πολλά σημεία συνδέονται με το θλιβερό αυτό γεγονός στον τόπο ταυτόχρονα, αποφασίσαμε μια πιο αποκεντρωμένη ιδέα. Αυτή η ιδέα προβλέπει τη σήμανση πολλών σημείων με συγκεκριμένους πίνακες πληροφοριών κειμένου και τη σύνδεσή τους με έναν ηχητικό περίπατο. Δημιουργήσαμε ένα τέτοιο ηχητικό περίπατο μαζί με τον Έλληνα ακουστικό καλλιτέχνη Λευτέρη Κρυσάλη. Με αυτό το «concept» πιστεύουμε επίσης ότι μπορούμε να κάνουμε τους επισκέπτες να μείνουν περισσότερο στο χωριό, να πάνε μια βόλτα και να μάθουν για την ιστορία του με διαφορετικούς και ενδιαφέροντες τρόπους.



Πώς προέκυψε η νέα εικαστική δημιουργία στο Κομμένο;

Η είσοδος ενός τόπου είναι η πιο σημαντική στιγμή όταν οι επισκέπτες φτάνουν σε ένα νέο μέρος. Επιθυμία του προέδρου και του πολιτιστικού συλλόγου ήταν να δώσουν πληροφορίες για τη σφαγή της 16ης Αυγούστου 1943 στην είσοδο του χωριού. Για το Κομμένο, είναι επίσης η αφετηρία της τρομερής στρατιωτικής επιχείρησης εκείνης της ημέρας και ο τόπος του πρώτου εγκλήματος που διέπραξαν οι Γερμανοί στρατιώτες κατά του άμαχου πληθυσμού τότε: η δολοφονία του ιερέα Λάμπρου Σταμάτη. Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα να σηματοδοτηθεί αυτό το μέρος με μια νέα εικαστική δημιουργία προς τιμήν των 317 θυμάτων. Το έργο λειτουργεί επίσης ως η πρώτη πηγή πληροφοριών για τους επισκέπτες που φτάνουν, μιας και αποτελεί επίσης την αφετηρία του ηχητικού περιπάτου μας.

Τι ακριβώς συμβολίζει η εικαστική δημιουργία ;

Το «concept» προβλέπει τη μετάδοση συναισθημάτων με αρχιτεκτονικά και αφηγηματικά συμβολικά στοιχεία. Ένας δομημένος, οικείος και στοχαστικός χώρος που φιλοξενεί μια φανταστική στιγμή της ιστορίας - μια ηπειρώτισσα μητέρα και τα παιδιά της που αντιμετωπίζουν την στρατιωτική απειλή. Βλέπουν ένα όπλο ακουμπισμένο στον απέναντι τοίχο και το μέλλον μέσα στις φλόγες επίσης. Ένα στενό άνοιγμα ευθυγραμμίζεται συμβολικά με το νεκροταφείο. Λόγω της δυναμικής διάταξης των τοίχων, ο χώρος απειλεί να καταρρεύσει, αλλά συγκρατείται με το διαρκές και υπαρξιακό ερώτημα "Γιατί;" σε 12 ευρωπαϊκές γλώσσες λειτουργεί με στόχο αφύπνισης και προβληματισμού για τους επισκέπτες.



Κατερίνα Σχισμένου

Παναγία: Πόσων ετών κοιμήθηκε η Θεοτόκος – Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα Της


Πόσων ετών ήταν η Παναγία όταν άφησε τη γη; Ποια ήταν η ζωή της Παναγίας; Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα Της; Αυτές είναι τρείς βασικές ερωτήσεις τις απαντήσεις των οποίων γνωρίζουν λίγοι.
Η Μαριάμ όπως ήταν το πραγματικό της όνομα της Παναγίας, πριν εξελληνιστεί σε Μαρία, ήταν η μονάκριβη κόρη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, της Άννας και του Ιωακείμ.
Όλη τους την ζωή πάλευαν να αποκτήσουν ένα παιδί όμως δεν είχαν σταθεί τυχεροί. Αντίθετα ζούσαν σε καθεστώς κοινωνικής απομόνωσης, αφού οι άτεκνοι εκείνη της εποχή θεωρούνταν λίγο έως πολλοί καταραμένοι ή όχι ευλογημένοι από τον Θεό.
Κατά την παράδοση η Αγία Άννα προσευχήθηκε στον Θεό δηλώνοντας πως αν της χάριζε ένα παιδί θα το αφιέρωνε σε Εκείνον. Λίγες μέρες μετά, ο αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε το ζευγάρι και τους ενημέρωσε πως οι προσπάθειες τους θα έχουν αποτέλεσμα και το παιδί τους θα είναι φορέας μιας ξεχωριστής αποστολής.
Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του ζευγαριού, τα λόγια του αγγέλου βγήκαν αληθινά και γέννησαν ένα όμορφο κορίτσι.
Της έδωσαν το όνομα Μαριάμ, το οποίο σημαίνει βασίλισσα, κυρία αλλά και ελπίδα.
Όταν η Μαριάμ έγινε τριών ετών, οι γονείς της, τήρησαν την υπόσχεση τους και την οδήγησαν το Ναό όπου την παρέλαβε ένας ιερέας ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον Προφήτη Ζαχαρία, τον πατέρα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Η Παναγία έζησε 12 χρόνια στο Ναό, στα Άγια των Αγίων. Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας αυτός που της έφερνε καθημερινά τροφή ήταν ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.
Όταν ήρθε η ώρα να βγει από τον Ναό, οι ιερείς αποφάσισαν να την δώσουν σε κάποια οικογένεια, δεδομένου πως οι γονείς της είχαν ήδη φύγει από τη ζωή.
Τότε, γνωρίζοντες κατά την παράδοση, την ειδική αποστολή της Μαριάμ, βρήκαν έναν μεγάλο σε ηλικία άνδρα, τον Ιωσήφ, ο οποίος ήταν χήρος και πατέρας τριών παιδιών.
Τέσσερις μήνες έμεινε κοντά στον Ιωσήφ η Μαριάμ μέχρι να ξεκινήσει πλέον το θεϊκό σχέδιο.
Στη Ναζαρέτ όπου ζουσε την επισκέφθηκε ξανά ο Γαβριήλ όπου της είπε το ιστορικό: «Χαίρε κεχαριτωμένη• ο Κύριος μετά σου». Τότε έμαθε και η ίδια ποια ήταν η αποστολή της την οποία αποδέχτηκε με χαρά.
Λίγους μήνες αργότερα ο Ιησούς γεννήθηκε και η μητέρα του ήταν πάντοτε κοντά του, ακόμη και την στιγμή της Σταύρωσης.
Από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων γνωρίζουμε ότι η Παναγία παρέμεινε κοντά τους μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής.
Η τελευταία συνάντηση με τον αρχάγγελο που την συντρόφευε από τα τρια της χρόνια, έγινε τρεις μέρες πριν την κοίμησή Της.
Τότε ο Γαβριήλ την ενημέρωσε ότι πλέον ήρθε η ώρα, δίνοντας της μεγάλη χαρά αφού θα έβλεπε ξανά το παιδί Της. Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ήμερα από την εμφάνιση του αγγέλου, λίγο πριν κοιμηθεί η Θεοτόκος, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο.
Τότε, ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμηση Της. Μαζί δε με τους Αποστόλους ήλθε και ο Διονύσιος Aρεοπαγίτης, ο Άγιος Ιερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Απόστολος Τιμόθεος, και άλλοι.

Η ιστορία της Τίμιας Ζώνης της Παναγίας

Όταν εκοιμήθη, με ψαλμούς και ύμνους την τοποθέτησαν στο μνήμα της στη Γεσθημανή. Ο μοναδικός που δεν ήταν παρών στο γεγονός ήταν ο Απόστολος Θωμάς.
Λέει η παράδοση πως όταν η νεφέλη, το σύννεφο δηλαδή, μετέφερε τον Θωμά στη Γεσθημανή συνάντησε την Θεοτόκο την στιγμή της ανόδου Της στον ουρανό.
Εκείνη του χάρισε την ζώνη Της για να μπορεί να αποδείξει την συνάντησή τους.
Όταν ο Θωμάς πήγε και εξιστόρησε το γεγονός στους υπόλοιπους Αποστόλους, άνοιξαν τον τάφο και είδαν πως το σώμα έλειπε.

Η ηλικία της Παναγίας όταν κοιμήθηκε

Η Παναγία όταν μπήκε στο Ναό ήταν τριών ετών. Έμεινε στο ιερό δώδεκα χρόνια. Τρείς μήνες αφού βγήκε από το ιερό μέχρι τον Ευαγγελισμό και εννέα μήνες κυοφορία, δεκαέξι ετών γεννά τον Χριστό. Έζησε με τον Χριστό τριάντα δύο χρόνους, άρα 48 ετών ζει την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψή Του. Έζησε μετά απ’ την Πεντηκοστή άλλα έντεκα χρόνια και εκοιμήθη στη Γεσθημανή.
Ήταν 59 ετών.

κοίμηση της Θεοτόκου

Η Παναγία λοιπόν, όπως όλοι οι θνητοί, «τη νομίμω ταφή παραδίδοται». Το πανάγιο, αλλά φθαρτό ακόμη σώμα της κατατέθηκε στον τάφο. Εκεί όμως δεν το άγγιξε η φθορά του θανάτου. Δεν μπήκε στη διαδικασία της αποσύνθεσης. Συνέβη σ’ αυτήν «νέκρωσις άφθορος». Η μητέρα της Ζωής δεν μπορούσε να μένει κάτω από την κυριαρχία του θανάτου. Από το μνήμα το σώμα της «τριταίον και άφθαρτον προς ουρανίους δόμους μετεωρίζεται» (Αγ. Ιω. Δαμασκηνός). Στις τρεις ημέρες από την Κοίμησή της ο Υιός και Θεός της την ανέστησε. Της έδωσε αμέσως το άφθαρτο, ένδοξο και αιώνιο σώμα που θα της έδινε κατά τη Δευτέρα Παρουσία του. Και την ανέβασε ολοζώντανη και ολοφώτεινη στον ουρανό, κάνοντάς την χαρά και βασίλισσα αγγέλων και ανθρώπων και μητέρα του κόσμου.
Έτσι λοιπόν, αν και, μιμούμενη τον Υιό της, υποκύπτει στους νόμους της φύσης, ταυτόχρονα νικάει τη φύση. Αν και αποθνήσκει, όμως «συν τω Υιώ εγείρεται διαιωνίζουσα». Δεν έχουμε μόνο Κοίμηση, αλλά και Μετάσταση. Και το γεγονός αυτό είναι για μας ο,τι καλύτερο θα μπορούσε να μας συμβεί. Διότι δεν θα ξεχάσει ποτέ τους οικείους της, εμάς, η Παναγία. «Συγγενούς οικειότητος μη επιλάθη, Δέσποινα»!

Ας χαρούμε λοιπόν απέραντα όλοι για τη Μητέρα μας!

Το μυστήριο της Κοίμησης και Μετάστασης της Θεοτόκου

Σήμερα, λοιπόν, γιορτάζουμε απ’ άκρη σε άκρη της γης, την αγία Μετάσταση της Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας. Είναι η στιγμή, πού ο Χριστός μας επέλεξε να παραλάβει κοντά Του πλέον τη Μητέρα Του, γνωστοποιώντας της τη Μετάστασή της από τη γη με Άγγελο τρεις μέρες νωρίτερα και λέγοντας· «Έφτασε ὁ καιρός, εσένα τη Μητέρα μου, να σε πάρω κοντά μου. Να μη θορυβηθείς, λοιπόν, καθόλου γι’ αυτό, αλλά χαρούμενη να δεχτείς την είδηση, γιατί μεταβαίνεις στην αιώνιο ζωή».
Όταν το έμαθε αυτό η Παναγία Μητέρα του Χριστού μας, χάρηκε. Αμέσως, λοιπόν, οδεύει στο όρος των Ελαιών με ζήλο για να προσευχηθεί. Μετά την προσευχή της, επιστρέφει σπίτι της και αμέσως συγκεντρώνει τούς συγγενείς και τούς γείτονές της, καθαρίζει το σπίτι, ετοιμάζει το νεκρικό κρεβάτι της και ό,τι άλλο χρειάζεται για την ταφή της, αποκαλύπτει στους γύρω της τα λόγια, πού της είπε ο Άγγελος για τη Μετάστασή της στον ουρανό.
Οι γυναίκες, πού είχαν συγκεντρωθεί στην οικία της, όταν άκουσαν αυτά τα λόγια από την Παναγία, ξέσπασαν σε θρήνους και οδύρονταν γοερά. Όταν, όμως, σταμάτησαν το κλάμα, την παρακαλούσαν να μην τίς αφήσει ορφανές. Η Παναγία Μητέρα μας διαβεβαίωσε όχι μόνον αυτές, αλλά και όλον τον κόσμο, ότι μετά τη Μετάστασή της θα περιφρουρεί και θα επιβλέπει τούς πάντας.
Ενώ στο σπίτι της Θεομήτορος διαδραματίζονται όλα όσα αναφέρουμε πιο πάνω, ξαφνικά ακούγεται ένας ισχυρός θόρυβος και οι Μαθητές του Χριστού με θαυμαστό τρόπο, φθάνουν όλοι μαζί στο σπίτι της Θεομήτορος. Ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονται ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Ιερόθεος και μαζί του ο Τιμόθεος, οι πεπληρωμένοι με Άγιο Πνεύμα Ιεράρχες, πού με νέφη μεταφέρθηκαν από μακριά και αυτοί στην οικία της. Όλοι, όταν έμαθαν την αιτία της συγκεντρώσεώς τους, της έλεγαν τα εξής· «Εσένα, Δέσποινα, όταν παρέμενες στον κόσμο σε βλέπαμε σαν να βλέπαμε τον ίδιο τον Δεσπότη και Δάσκαλό μας και γι’ αυτό παρηγοριόμασταν· τώρα, όμως, όπως βλέπεις, γεμίσαμε από λύπη και δάκρυα, εξαιτίας της Μεταστάσεώς σου. Επειδή, όμως, πηγαίνεις στα υπερκόσμια, χαιρόμαστε, πού έτσι αποφάσισε ο Θεός για σένα». Ενώ τα έλεγαν αυτά, η Παναγία τούς απαντούσε· «Μη, φίλοι και Μαθητές του Υιού και Θεού μου, μη μετατρέπετε τη χαρά μου σε πένθος, αλλά το σώμα μου να το κηδεύσετε, όπως θα το τακτοποιήσω εγώ πάνω στην κλίνη μου».
Αφού διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά, φθάνει και ο θεσπέσιος Παύλος, ο οποίος πέφτει στα πόδια της Θεοτόκου, την προσκυνά και αρχίζει να της λέει πολλά εγκώμια· «Σέ χαιρετώ, Μητέρα της Ζωής και θεμέλιο του κηρύγματός μου. Αν και δεν είδα τον Χριστό, βλέποντας εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».
Έπειτα τούς αποχαιρετά όλους η Παρθένος, ξαπλώνει στο κρεβάτι της, τακτοποιεί το άχραντο σώμα της όπως ήθελε, δέεται για την ευρυθμία του κόσμου και για ειρηνική συμπεριφορά των ανθρώπων, δίδει την ευχή της σε όλους και έτσι, τέλος, παραδίδει το πνεύμα της στα χέρια του Υιού και Θεού της.
Μετά απ’ αυτά, ο Πέτρος αρχίζει να ψάλλει νεκρικά τροπάρια, ενώ μέρος του αποστολικού χορού σηκώνει το νεκρικό φορείο κι άλλοι με λαμπάδες και ύμνους προχωρούν και συνοδεύουν το θεοδόχο σώμα στο μνήμα. Τότε λοιπόν ακριβώς, ακούγονταν Άγγελοι να υμνολογούν και φωνές από τίς υπερκόσμιες τάξεις των Αγγέλων να γεμίζουν τον αέρα. Εκείνη τη στιγμή, οι άρχοντες των Ιουδαίων παρακίνησαν μερικούς από τον όχλο και τούς πείθουν να δοκιμάσουν να ανατρέψουν το φορείο, όπου είχε τοποθετηθεί το ζωαρχικό σώμα, και να το ρίξουν κάτω. Όμως, ἡ δικαιοσύνη του Θεού, προφταίνει και τιμωρεί με τύφλωση όλους τούς αυθάδεις. Ενός απ’ αυτούς του στερεί και τα δύο χέρια, κόβοντάς τα στους καρπούς, επειδή με μεγαλύτερη μανία όρμησε και άγγιξε το ιερό εκείνο φορείο. Αυτός δίπλα στο φορείο με κομμένα τα μιαρά χέρια του από το ξίφος της δικαιοσύνης και κρεμασμένα στο κενό, έμεινε εκεί, ελεεινό θέαμα, μέχρις ότου πίστεψε μ’ όλη του τη ψυχή και θεραπεύτηκε και έγινε πάλι υγιής, όπως ήταν και προηγουμένως. Μάλιστα δε, θέλοντας με κάθε τρόπο να σώσει τούς τυφλούς, παίρνοντας ένα κομμάτι κλαδί φοινικιάς από το φορείο και αγγίζοντας με αυτό τούς παθόντες, τούς γιάτρεψε, επειδή πίστεψαν κι αυτοί.
Οι Απόστολοι, όταν έφτασαν στο χωριό, πού λεγόταν Γεθσημανή, και απόθεσαν στον τάφο το σώμα, που υπήρξε η πηγή της Ζωής, παρέμειναν εκεί τρεις μέρες, ακούγοντας μόνον αυτοί τις αγγελικές φωνές, οι οποίες δεν σταμάτησαν καθόλου. Η παράδοση μάλιστα λέει ότι, σύμφωνα με θεία οικονομία, ένας από τούς Αποστόλους, ο Θωμάς, δεν παρευρίσκετο την ώρα της κηδείας του σώματος, πού ήταν η πηγή της Ζωής, γιατί έφτασε την τρίτη μέρα. Το έφερε δε αυτό βαρέως και στενοχωριόταν, πού δεν αξιώθηκε κι αυτός να πάρει μέρος στην τελετή, όπως όλοι οι άλλοι συναπόστολοι. Έτσι αποφάσισαν, για χάρη του Αποστόλου πού δεν πρόφτασε, να ανοίξουν τον τάφο για να προσκυνήσει κι αυτός, αλλά αυτό πού είδαν τούς άφησε άναυδους. Βρήκαν τον τάφο άδειο από το άγιο σώμα. Τί θαύμα! Και μόνον το σάβανο ήταν εκεί, παρηγοριά για όλους, όσοι στο μέλλον θα γνώριζαν λύπη και πόνους και θάνατο, αλλά και αδιάψευστη απόδειξη για τη Μετάστασή της. Μέχρι σήμερα, βέβαια, φαίνεται ο λαξεμένος στην πέτρα τάφος, κενός από το σώμα της Θεοτόκου, αλλά πλήρης από την ευλογία και την χάρι, με την οποία τον περιέβαλλε ο Υιός και Θεός της.

Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

Η μεταφορά του νερού τα παλιά χρόνια


Τις προηγούμενες δεκαετίες ένα από τα αγαθά που έχουμε σήμερα το νερό, δεν υπήρχε σε κάθε σπίτι. Έτσι, ο άνθρωποι εκείνης της εποχής έπρεπε να το μεταφέρουν από τα διάφορα πηγάδια ή τις βρύσες που υπήρχαν σε δημόσιους χώρους, συνήθως στις πλατείες. Η μεταφορά  τους γινόταν με τις παραδοσιακές στάμνες. Οι τυχεροί που είχαν ζώα φόρτωναν το νερό σε τσίγκινους τενεκέδες και το μετέφεραν σε μεγαλύτερες ποσότητες. Αυτό γινόταν κάθε μέρα, ήταν δηλαδή ένας διαρκής αγώνας. Κάθε χωριό είχε τη δική του βρύση που έτρεχε γάργαρο, δροσερό και καθαρό νερό αλλά επίσης και πολλά πηγάδια και πηγές που είχαν τη δική τους ονομασία.

Τι θέλει να πει ο Εύζωνας όταν χτυπάει το όπλο στο έδαφος!!!


Πολλοί το έχουν δει, λίγοι, όμως, έχουν καταλάβει τι ακριβώς σημαίνει. Ίσως οι πιο μυημένοι στα «μυστικά» της προεδρικής φρουράς γνωρίζουν τι σημαίνει όταν ένας Εύζωνας χτυπάει το όπλο στο έδαφος.
Επί της ουσίας και με δεδομένο πως ο τσολιάς που είναι σε υπηρεσία δεν μπορεί να μιλήσει, το χτύπημα του όπλου στο έδαφος είναι ένας τρόπος επικοινωνίας. Ένας σημάδι πως κάτι ή κάποιος τον ενοχλεί.
Ο στόχος διπλός. Αν πρόκειται για κάποιον ενοχλητικό υπάρχει πιθανότητα να τρομάξει και να φύγει. Αν δεν φύγει τότε ο επόπτης -που έχει ακούσει το χτύπημα του όπλου στο έδαφος- σπεύδει να βοηθήσει και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Σύμφωνα με τους ίδιους του Εύζωνες από τους πιο ενοχλητικούς τουρίστες είναι οι Κινέζοι, οι πιο «ήσυχοι» οι Ευρωπαίοι, ενώ τον μεγαλύτερο σεβασμό δείχνουν οι Ιάπωνες.

Οι επόπτες είναι επιφορτισμένοι με το να προσέχουν τι κάνουν όσοι πλησιάζουν τους Εύζωνες. Απαγορεύουν τις απρεπείς χειρονομίες, το προκλητικό ντύσιμο, τα γυαλιά ηλίου, τα καπέλα, τα χέρια στις τσέπες και τις… σέλφι. Όλα αυτά αρκεί να τα δουν βέβαια. Αν δεν τα δουν τότε ο τσολιάς θα χτυπήσει το όπλο του στο έδαφος.
Πάντως, έκτος από τους ενοχλητικούς τουρίστες το χτύπημα του όπλου στο έδαφος σημαίνει και άλλα πράγματα. Μπορεί να «δείχνει» από μια μικρή ενόχληση ή αδιαθεσία μέχρι την παρουσία κάποιου αδέσποτου σκύλου, που εμποδίζει τον βηματισμό.
Όταν ο επόπτης δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι αυτό που ενοχλεί τον Εύζωνα, τον πλησιάζει, στέκεται μπροστά του και αναλαμβάνει με καίριες ερωτήσεις, πάντα χαμηλόφωνα,  να «εκμαιεύσει» το πρόβλημα. Η επικοινωνία μεταξύ των δύο ανδρών σε αυτά τα έκτακτα περιστατικά γίνεται συνθηματικά με νεύματα των ματιών.

Σάββατο 13 Αυγούστου 2022

Σκληρή ανακοίνωση της Ομοσπονδίας Ραδοβιζινών για την απάντηση του ΥΜΕ για τα προβλήματα στα Ραδοβίζια

Επιτέλους! Υπουργική απάντηση για τα προβλήματα στα Ραδοβίζια Άρτας

Είδαμε φως! Πώς και πώς το περιμέναμε να ασχοληθεί ένα Υπουργείο με τα Ραδοβίζια. Και ήρθε το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών (ΥΜΕ) να το κάνει.

Μας φώτισε!

Σε απάντηση Ερώτησης στη Βουλή που έκανε το ΚΚΕ στις 27/6/2022 με αριθμό 6065, μετά από ολόκληρο ενάμιση μήνα, το ΥΜΕ έδωσε την εξής αποστομωτική απάντηση:

«…το θιγόμενο θέμα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου μας».

Μας άφησε κυριολεκτικά άφωνους. Τέτοια επιμέλεια, τέτοιο ενδιαφέρον, τέτοια υποστήριξη, …ούτε καν περνούσε απ’ το μυαλό μας. Άμα έχεις τέτοια Υπουργεία, τι άλλο να ζητήσεις;

Την αρμοδιότητα ξέρουμε ότι την περάσατε στους Δήμους, στις Περιφέρειες, στη ΔΕΗ, στον ΟΤΕ και σε κάθε λογής παρόχους. Τι σόι υποδομές παρέχουν όλοι αυτοί στον κοσμάκη, εσάς εκεί στο ΥΜΕ σας μέλλει; Ποιος έχει την κεντρική ευθύνη για αυτές; Εσάς γιατί σας λένε Υποδομών και Μεταφορών άμα δεν έχετε αρμοδιότητα; Γιατί να μην σας λένε Εκχωρητές Αρμοδιοτήτων Υποδομών και Μεταφορών; Ή μήπως είναι καλύτερα το Αναρμόδιοι;

Το ΚΚΕ δεν την έκανε ξεκάρφωτα την Ερώτηση στη Βουλή αγαπητό ΥΜΕ. Όλοι οι εκπρόσωποι των κομμάτων της Βουλής, σε μια Ημερίδα που διοργανώσαμε στις 26/6/2022 για το γεγονός ότι κλείνουν οριστικά τα ορεινά χωριά μας, μας είπαν όλοι ανεξαιρέτως ότι γνωρίζουν το πρόβλημα και ότι χρειάζονται μεγάλες αλλαγές για να μην ερημώσει ο τόπος μας.

Άμα εσένα αγαπητό ΥΜΕ δεν σε μέλλει πώς μετακινείται ο κοσμάκης στα χωριά μας, άμα δεν ξέρεις ότι το ρεύμα κόβεται με το πρώτο φτέρνισμα του καιρού, ότι το τηλέφωνο και το ίντερνετ στα Ραδοβίζια κάθε μέρα ανεβοκατεβαίνει χωρίς φτέρνισμα κι ότι το νερό πάει με το δελτίο στα σπίτια, τότε καλύτερα ρώτα τον Πρωθυπουργό σου πριν βγάλεις τέτοιες απαντήσεις. Πάρε στο τηλέφωνο και κανα Δήμαρχο να ρωτήσεις να μάθεις τι τραβάει κάθε μέρα ο δημότης του. Πέρνα και λίγο απ’ τα μέρη μας, έλα ινκόγκνιτο καλύτερα για να πάρεις μυρωδιά. Επίσημα άμα έρθεις για φωτογραφίες και χαιρετούρες, άστο, μην μπαίνεις στον κόπο, το έχουμε δει πολλές φορές το έργο.

Θυμήσου μόνο αγαπητό ΥΜΕ, πριν πάρεις εκείνο το δρόμο από το Πέτα προς τα πάνω για τα Ραδοβίζια, να πάρεις και καμιά δραμαμίνη για τις στροφές και, καλού κακού, κάνε κι έναν έλεγχο στα ασφαλιστήρια συμβόλαιά σου. Μη σκιαχτείς. Εθνική οδός είναι: Άρτα – Τρίκαλα και Άρτα – Καρδίτσα κι ας υπάρχει και λίγη χωμάτινη διαδρομή εκεί προς τη Θεσσαλία. Άλλον δρόμο δεν έχει. Ο άλλος δρόμος απ’ το Κομπότι για το Δημαριό που ήταν από παλιά ο βασικός δρόμος για τα Ραδοβίζια, έμεινε λίγο πίσω μετά το 1952, μόνο 70 χρόνια, κι ακόμα να γίνει.

Μέχρι να τα μάθεις αυτά αγαπητό ΥΜΕ, πάρε πίσω αυτή την απάντηση που έδωσες και ξανασκέψου το για τις αρμοδιότητες. Κι άμα επανέλθεις με καινούργια, γράψε μας και τις απαντήσεις απ’ τους τοπικούς φορείς που ενόχλησες για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται. Δεν είναι δα και τόσος κόπος.

Το λινκ της Ερώτησης – Απάντησης στη Βουλή είναι εδώ:

https://www.hellenicparliament.gr/Koinovouleftikos-Elenchos/Mesa-Koinovouleutikou-Elegxou?pcm_id=35a7822a-d149-4178-b4f4-aec100ebc56f

Για την Ομοσπονδία Ραδοβιζινών Άρτας

Ο Πρόεδρος – Γιώργος Μανιώτης

omospondia.radovizinon@gmail.com

Αμίλητος ο 29χρονος στην Αστυνομική Διεύθυνση Άρτας

Στην Αστυνομική Διεύθυνση Άρτας προσήχθη λίγο μετά τις δέκα το πρωί ο 29χρονος που κατηγορείται για την δολοφονία του πεθερού του στο Αστροχώρι του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη.

Ο ίδιος πολύ νωρίς το πρωί τηλεφώνησε στην Αστυνομία, ανέφερε ότι βρίσκεται στο χωριό Δαφνούλα της Ευρυτανίας και επιθυμεί να παραδοθεί.

Δύναμη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Άρτας μετέβη στο χωριό και προχώρησε στη σύλληψή του.

Ο 29χρονος δεν είπε ούτε λέξη φτάνοντας στην Αστυνομική Διεύθυνση της Άρτας και δεν απάντησε σε καμία από τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων αν μετάνιωσε για την πράξη του.

Ο νεαρός το απόγευμα της Πέμπτης πυροβόλησε και σκότωσε τον πεθερό του ενώ είχε πυροβολήσει και εναντίον της πρώην συζύγου του.

Είχε μεταβεί στο σπίτι τους προκειμένου να δει το δίχρονο παιδί τους. Ακολούθησε καβγάς καθώς απαίτησε να πάρει για λίγες μέρες το παιδί στο σπίτι του.

Τότε ο 29χρονος πήρε το όπλο και πυροβόλησε αρχικά εναντίον της 36χρονης πρώην συζύγου του και στη συνέχεια εναντίον του πατέρα της ο οποίος θέλησε να προστατεύσει την κόρη του και το εγγόνι του.

Στη συνέχεια πήρε το αυτοκίνητό του και κινήθηκε προς την ορεινή περιοχή. Το αυτοκίνητο βρέθηκε στα όρια των Νομών Άρτας και Αιτωλοακαρνανίας αργά τη νύχτα.

Νωρίς το πρωί του Σαββάτου το ανθρωποκυνηγητό που είχε εξαπολύσει η αστυνομία για τον εντοπισμό του πήρε τέλος καθώς παραδόθηκε στις αρχές.

https://www.epiruspost.gr/

Ιωάννης Λαμπρίδης: Ένας Ηπειρώτης ανθρωπογεωγράφος του 19ου αιώνα, θερμός «εραστής» της Ηπείρου…


Γράφει ο  Σπύρος Εργολάβος 
φιλόλογος-συγγραφέας

Φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, ανέλαβα, στο μάθημα της “Νεώτερης Ιστορίας”, φροντιστηριακή εργασία με θέμα: “Η πνευματική και κοινωνική κατάσταση της Ηπείρου από το έτος 1830 μέχρι το έτος 1913˙ η συμβολή της Ηπειρωτικής ευποιΐας”.

Αυτό το θέμα το βρήκα αρκετά ενδιαφέρον· δεν περιορίστηκα μόνο στη συλλογή του υλικού για μια φροντιστηριακή εργασία, αλλά επεξέτεινα την έρευνά μου σε σημείο που από τότε σημάδεψε, σε μεγάλο βαθμό, την πνευματική και κοινωνική μου δραστηριότητα. Βρήκα την ευκαιρία να γνωρίσω κάτω από ποιες συνθήκες λαμπροί και δημιουργικοί Ηπειρώτες, τα πιο εκλεκτά τέκνα της Ηπείρου, αναγκάστηκαν, κατά τα δίσεχτα χρόνια της σκλαβιάς, να εγκαταλείψουν την πατρική γη, να εξαπλωθούν σε πολλά από τα τότε γνωστά μέρη του κόσμου, να αναπτύξουν αξιόλογη δραστηριότητα, να αποκτήσουν τεράστια περιουσία και, το σπουδαιότερο, να διαθέσουν τους καρπούς των κόπων τους για κοινωφελείς σκοπούς στην ιδιαίτερη πατρίδα τους που στέναζε τότε κάτω από τον τουρκικό ζυγό. 

Ονόματα λαμπρά που από τότε αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μου: Ν. Ζωσιμάς, Γ. Σταύρου, Γ. Χατζηκώστας, Ζώης Καπλάνης, Ευάγγελος και Κων/νος Ζάππας, Μάνθος και Γ. Ριζάρης, Γ. Αβέρωφ, Ν. Στουρνάρης, Μ. Τοσίτσας, και μια ακόμα μεγάλη χορεία ευεργετών, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην αναγέννηση της νεότερης Ελλάδας και στην πνευματική ανάπτυξη της Ηπείρου, με επίκεντρο τα Γιάννινα που απέβησαν, επί αιώνες, ένα από τα σπουδαιότερα πνευματικά κέντρα του αλύτρωτου Ελληνισμού

Μου δόθηκε επίσης η ευκαιρία να γνωρίσω τον τρόπο με τον οποίο οι εδώ διαχειριστές της περιουσίας τους τις διαχειρίστηκαν. Εδώ τα πράγματα μάλλον θλίψη και οργή μου προκάλεσαν. Διάβασα επίσημες εκθέσεις των “Ελεών”, διάβασα την “Ανέκδοτη Αλληλογραφία των Ζωσιμάδων” δημοσιευμένη στο περιοδικό “ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ” και αρκετά ακόμα ντοκουμέντα εκείνης της εποχής. Εκείνο όμως το βιβλίο που μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν το περίφημο σύγγραμμα του γνωστού Ιατροφιλόσοφου, ιστορικού και θερμού Ηπειρώτη, Ιωάννη Λαμπρίδη, με τον τίτλο “Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων”, που είχε εκδοθεί, το 1880, από το τυπογραφείο Ν. Ρουσόπουλου.

Ο Ιωάννης Λαμπρίδης γεννήθηκε στα Επάνω Σουδενά, τώρα Άνω Πεδινά, του Ζαγορίου το 1839. Στα ένδεκά του χρόνια ορφάνεψε από τη μητέρα του την οποία υπεραγαπούσε. Το 1854 τελείωσε τη φημισμένη Ελληνική Σχολή του χωριού του. Έρχεται στη συνέχεια στην Αθήνα με τη φιλοδοξία να εισαχθεί στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή. Στην προσπάθειά του να φοιτήσει στη Ριζάρειο Σχολή τον βοήθησαν αποτελεσματικά, εκτιμώντας την ευφυΐα του και την προχωρημένη παιδεία του, ο Δάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος από τα Δολιανά και ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιωαννίκιος από το Μακρίνο. Ο Ιωάννης Λαμπρίδης αγάπησε το Ζαγόρι και την ιδιαίτερη πατρίδα του τα Επάνω Σουδενά με πάθος.

Τελείωσε τη Ριζάρειο Σχολή το 1856 και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών. Έλαβε το δίπλωμα της ιατρικής από το Πανεπιστήμιο των Αθηνών το 1863 σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών. Τα επόμενα τρία χρόνια άσκησε το επάγγελμα του γιατρού σε πόλη της Βουλγαρίας ή της Θράκης, κοντά στη Φιλιππούπολη. Το 1868, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι, εγκαθίσταται οριστικώς στα Γιάννενα, όπου διέπρεψε ασκώντας ως αληθινά κοινωνικό λειτούργημα το επάγγελμα του γιατρού. Στα χρόνια που επακολούθησαν γίνεται επίλεκτο μέλος της γιαννιώτικης κοινωνίας χάρη στο επαγγελματικό του ήθος, την επιστημονική του κατάρτιση και την πνευματική του καλλιέργεια. Εκτιμώντας μάλιστα οι συμπολίτες του Γιαννιώτες τα παραπάνω χαρίσματά του που τον κοσμούσαν του απένειμαν το αξίωμα του Γενικού Γραμματέως της Εμπορικής Λέσχης «Πρόοδος», η οποία ήταν η σημαντικότερη εστία εθνικής, πνευματικής και κοινωνικής δράσης την εποχή εκείνη στην πόλη.

Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1868 έως 1890 για είκοσι – δύο χρόνια, παράλληλα με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και την κοινωνική του δραστηριότητα, αφιερώνεται με ιδιαίτερο ζήλο στην περισυλλογή και αξιολόγηση του ιστορικού και λαογραφικού θησαυρού της Ηπείρου. Με την ενασχόλησή του αυτή ο Ιωάννης Λαμπρίδης μετουσίωσε τα όνειρα της παιδικής του ηλικίας σε σκοπό ζωής.
Η Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών επανέφερε στο φως το 1971 και παρέδωσε στους ερευνητές αλλά και στο ευρύτερο κοινό τα πολύτιμα και περιζήτητα έργα που έγραψε και τύπωσε τον προπερασμένο αιώνα ο Ιωάννης Λαμπρίδης και που είχαν σχεδόν ξεχαστεί.

Τώρα θα μου πείτε, πώς και τα θυμήθηκα όλα αυτά, ύστερα από τόσα χρόνια; Δύο ήταν τα αίτια: 
Πρώτα μια σύντομη, αλλά περιεκτική βιογραφία του Ι. Λαμπρίδη, γραμμένη από τον εξαίρετο δικαστικό – αντιπρόεδρο επίτιμο του Αρείου Πάγου και γνήσιο Ηπειρώτη, Βασίλειο Λαμπρίδη. 
Έπειτα η πρόσφατη συζήτηση στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, με θέμα “Ηπειρωτικά Κληροδοτήματα”. Είχα εκεί την ευκαιρία, με βάση το έργο του Ι. Λαμπρίδη, να παρουσιάσω την κατάσταση που επικρατούσε στο χώρο της διαχείρισης των Κληροδοτημάτων, στην πόλη μας, κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Διάβασα, στην Επιτροπή, χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το λαμπρό αυτό σύγγραμμα. Άκουγαν, με ιδιαίτερη προσοχή, οι βουλευτές – μέλη της Επιτροπής και δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι συνέβαιναν τέτοια πρωτοφανή πράγματα με τις περιουσίες των Ευεργετών μας.

Ιωάννη Λαμπρίδη. ''Περί 

Των Εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων''











Ιωάννη Λαμπρίδη. ''Ηπειρώτικα Αγαθοεργήματα και Ηπειρωτικά Μελετήματα''. Τόμοι 2

Παραθέτω αυτά τα αποσπάσματα, γιατί διατηρούν και σήμερα την επικαιρότητά τους, και κάτω από την τραγική κατάσταση που επικρατεί στο χώρο των Κληροδοτημάτων, όπως αυτή παρουσιάστηκε στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, μπορεί να αποβεί πολύ χρήσιμη. Γράφει, λοιπόν, ο Ι. Λαμπρίδης στο βιβλίο του “Περί των Εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων”:

“Οι επί της εποχής του Αλή Πασά επίτροποι των εκκλησιών, ως και του νοσοκομείου, ου μόνον εσέβοντο τας διαθήκας των αοιδίμων ευεργετών της πόλεως και εξετέλουν μετά θρησκευτικής ευλαβείας τας εντολάς αυτών, αλλά και εξ ιδίων προθύμως ούτοι επλήρουν το ελλείπον, οσάκις τα υπέρ των διαφόρων αγαθοεργών διατεθέντα δεν επήρκουν. Μετά δε την πτώσιν του σατράπου εκείνου σπανίως η διαχείρισις κατά το πνεύμα και γράμμα των διαθηκών εξετελέσθη.
Αποτέλεσμα εικόνας για λαμπριδης ιωαννης
Εκ συνεννοήσεως και κατά σειράν διεπραγματεύοντο οι κηφήνες εν τη ιερά μητροπόλει, κεκλεισμένων των θυρών, τας ασσιγνατσίας. Έκαστος δε των φαύλων τούτων διαχειριστών μετά την πώλησιν των άσσιγ. ελάμβανεν υπό μάλης και σωρόν τινα χρημάτων προς μυστικήν διανομήν αυτών εις εκπεπτωκυίας οικογενείας αγνώστους, ως δήθεν μη στεργούσας την απονομήν βοηθείας δημοσία. Και τας μοναστηριακάς προσόδους αυθαιρέτως και ιδιοτελώς η επάρατος αυτή ολιγαρχία εξεμίσθωνεν.

Εις την ιδιοτελή και φαύλην ταύτην διαχείρισιν οφείλεται κατά μέρος ου μόνον η οπισθοδρόμησις της πόλεως και η πρόοδος της παρά τε των Θεών και ανθρώπων, καθ’ Ησίοδον ειπείν, μισουμένης αργίας και οκνηρίας.
Διότι εκ των εν Ιωαννίνοις 2,000 χριστιαν. οικογενειών αι 1800 περίπου ελεοδοτούντο! Οποία διαφθορά χαρακτήρων και διαθέσεων εκ της ολεθρίας ταύτης διδασκαλίας των διαχειριστών τούτων !

Εκάστη των δύο τούτων αρχοντικών φατριών προς βλάβην των κοινωφελών της πόλεως εκίνει πάντα λίθον, ίνα τας ηνίας της διαχειρίσεως αναλάβη.
Το δε ταμείον των ελεών πάσαν πίστιν είχεν απωλέσει, οι άθλιοι εκείνοι διαχειρισταί, χάριν των αγαθοεργών καταστημάτων, κατέφευγον και εις ατομικά δάνεια, δια λογαριασμόν όμως του ταμείου ελεών! Το ποτήριον της ανομίας είχεν υπερεκχειλίσει. «Και σεις εφάγετε, και εγώ θα φάγω. Δόσατε λόγον, να δώσω». Οι άτιμοι διαχειρισταί καταγίνονται εις εξισώσεις· Μεταξύ δε των πολλών περιουσιών, ας οι διαχειρισταί της εποχής εκείνης εσφετερίσθησαν, κατεβρόχθισαν και το δια την οικοδομήν της Ζωσιμαίας Σχολής παρά των εκτελεστών της διαθήκης εκείνων αποσταλέν ποσόν εκ 231,444 γρ. (1850)”.

Και ο Ι. Λαμπρίδης, καταλήγει:

“Προς άρσιν πάσης υπονοίας, προς γνώσιν του πανελληνίου και προς ενίσχυσιν της αμίλλης και άλλων φιλοπατρίδων ανδρών απαιτείται αναδιοργάνωσις του συστήματος συμφώνως ταις των ελεοθετών διατάξεσι και πιστή του γράμματος και πνεύματος των διαθηκών εκπλήρωσις και ενιαύσιος λογοδοσία, ακριβώς δημοσιευμένη”.

Ένα φλογερό μήνυμα μας στέλνει, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του, ο λαμπρός αυτός Ηπειρώτης. Μήνυμα που μας διδάσκει πως “αν τα παρεληλυθότα μνημονεύσης, άμεινον περί των μελλόντων βουλεύσει”.



Ιωάννης Λαμπρίδης: Ένας ανθρωπογεωγράφος του 19ου αιώνα

Ο διορατικός Κώστας Φρόντζος, πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, προλογίζοντας την έκδοσή της "Ηπειρωτικά Μελετήματα", αναφέρει, μεταξύ των άλλων, για τον άμεπτο Ιωάννη Λαμπρίδη και το συγγραφικό έργο του: 
Ιστορία, λοιπόν, κι ανθρωπογεωγραφία είναι τα "Ηπειρωτικά Μελετήματα", που τα περιεχόμενά τους υπογραμμίζουν το πάθος της έρευνας του συγγραφέα, την ιεραποστολική του διάθεση, την παρρησία της γνώμης του, την αγωνιστική του προσπάθεια, την ποιότητα του ήθους του, την ανιδιοτέλεια των προθέσεών του, τη συναίσθηση του Χρέους. Το χρέος σημειώνεται με Χι κεφαλαίο από τον προλογίζοντα. 
Μ' αυτόν τον απέριττο και, συγχρόνως, ακριβολόγο τρόπο, ο πρωτομάστορας Κώστας Φρόντζος δεν εκφράζει μόνον τις θεμελιώδης παραμέτρους της βασικής θεώρησης και μεθοδολογίας του συγγραφέα, αλλά και τις ουσιώδεις πτυχές του συγγραφικού έργου του. Για τον προικισμένο με νοημοσύνη Κώστα Φρόντζο, εν ολίγοις λόγοις, τα Ηπειρωτικά Μελετήματα του αμιγούς Ιωάννη Λαμπρίδη δεν είναι παρά Ιστορία και Ανθρωπογεωγραφία.

Η χρήση του όρου ανθρωπογεωγραφία από το Δωδωναίο Κώστα Φρόντζο είναι αποκαλυπτικής εμπνεύσεως, γιατί διατυπώνεται σε μία εποχή, κατά την οποία η επιστήμη της ανθρωπογεωγραφίας, όχι μόνο δε διδάσκεται στην Ελλάδα, αλλά και, διεθνώς, οροθετεί ακόμη το πλαίσιο των θεωρήσεών της και των μεθοδολογικών προσεγγίσεων του αντικειμένου της. Κι αν, βεβαίως, εν έτει 1971, η χρήση και μόνον του όρου ανθρωπογεωγραφία από τον φωτισμένο Κώστα Φρόντζο είναι αποκαλυπτικής εμπνεύσεως, τότε, ασφαλώς, η εφαρμογή ενός εκτενούς μέρους, τόσο των θεωρήσεων όσο και των μεθοδολογικών προσεγγίσεων της ανθρωπογεωγραφίας από τον αμίμητο Ιωάννη Λαμπρίδη –και μάλιστα στα τέλη του 19ου αι.– έχει, άκρως, προδρομική απόχρωση και εις το έπακρον προφητικό χαρακτήρα. Χωρίς, λοιπόν, κανέναν απολύτως ενδοιασμό, ο εμβριθής Ιωάννης Λαμπρίδης είναι, κατά την ημετέρα επιστημονική αντίληψη, ένας ανθρωπογεωγράφος του 19ου αιώνα.

Αλλ' όμως, τι πραγματεύεται ο ανθρωπογεωγράφος; 

Το κατ' εξοχήν αντικείμενο της ανθρωπογεωγραφίας είναι η διερεύνηση των σχέσεων, τις οποίες αναπτύσσει ο άνθρωπος εντός των ορίων του δικού του γεωγραφικού χώρου, στην πάροδο, βεβαίως, του ιστορικού χρόνου. Οι σχέσεις αυτές αφορούν, εν πρώτοις, στο γεωγραφικό χώρο και, ακολούθως, στην κοινωνία, την οικονομία, τον πληθυσμό, τη διοίκηση, την παιδεία, τη θρησκεία, την οικιστική κι αρχιτεκτονική τέχνη, τα ήθη και τα έθιμα, την πολιτική και τον πολιτισμό και ό,τι, γενικώς, αναφέρεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα, τα ίχνη της οποίας, ορατά και αόρατα, εντυπώνονται στο φυσικό χώρο. 


Οι σχέσεις του ανθρώπου με το γεωγραφικό χώρο μεταβάλλονται, διαρκώς, και τούτο οφείλεται, εν πολλοίς, στις αλλαγές της ίδιας της κοινωνίας. Τοιουτοτρόπως, επί παραδείγματι, οι σχέσεις, οι οποίες καταγράφονται, περιγράφονται, διερευνώνται και σχολιάζονται στα "Ηπειρωτικά Μελετήματα", αναφέρονται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ήτοι, εκείνη του πριν το 1870. Αλλά, οι σχέσεις του ανθρώπου με το δικό του γεωγραφικό χώρο μεταβάλλονται, επίσης, άλλοτε διατηρώντας κι άλλοτε χάνοντας την αποκαλούμενη ιστορική συνέχειά τους. Το τελευταίο, δηλαδή, η ιστορική ή όχι συνέχεια των περί ου ο λόγος σχέσεων, μία σύγκριση των σχέσεων της παρούσης εποχής με εκείνες της εποχής του ακούραστου Ιωάννη Λαμπρίδη θα ήταν, εξαιρετικώς, ενδιαφέρουσα και, ιδιαιτέρως, παραδειγματική.

Η μακράς χρονικής διάρκειας συγκυρία, κατά την οποία συγγράφονται τα "Ηπειρωτικά Μελετήματα", προσδίδει μία ιδιάζουσα ανθρωπογραφική χροιά, υψίστης σημασίας, στο δημοσιευμένο έργο του ακάματου Ιωάννη Λαμπρίδη, ακριβώς, γιατί αυτός ο οτρηρός ερευνητής και συγγραφέας συλλέγει, καταγράφει, διασταυρώνει, σχολιάζει και παρουσιάζει τις σχέσεις της ηπειρώτικης κοινωνίας με το γεωγραφικό χώρο της, σε μία χρονική περίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται από καθολική ρευστότητα και μεταβατικότητα. Χωρίς καμία αντίρρηση, βεβαίως, τα "Ηπειρωτικά Μελετήματα" έχουν και την ιστορική σημασία και αξία τους. Εν τούτοις, και, πάντα κατά την ταπεινή επιστημονική άποψή μας, η βαθύτερη ουσία τους πλησιάζει πολύ περισσότερο στην ανθρωπογεωγραφία παρά σ΄ αυτήν καθεαυτή την ιστορία. Ούτως ή άλλως, όμως, οι επιστήμες της ιστορίας και της ανθρωπογεωγραφίας, όχι μόνον συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, αλλά και η κάθε μία απ΄ αυτές είναι, εντελώς, αναγκαία, απαραίτητη και συμπληρωματική στην άλλη.











Η Ζαγορίσια Ιστορία του Λαμπρίδη












Ιωάννη Λαμπρίδη. ''Η διάσωσις της ιδιοκτησίας του Ζαγορίου''

Επανερχόμενοι, για λίγο, στη ρευστότητα και μεταβατικότητα της εποχής, για την οποία, πιο πάνω, έγινε αναφορά, διευκρινίζουμε, ιδιαιτέρως, ότι μ' αυτούς τους όρους δεν εννοούμε, αποκλειστικώς και μόνον, τα ιστορικά γεγονότα, αλλά, προ παντός, τις γεωγραφικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές, μεταβολές και ανακατατάξεις, οι οποίες, κατά τη διάρκεια του 19ου αι., συντελούνται σε τοπικό (Ήπειρος), περιφερειακό (χερσόνησος του Αίμου) και διεθνές επίπεδο (Δυτική Ευρώπη).

Ας δούμε, όμως, ένα και μόνο, πολύ μικρής έκτασης, απόσπασμα από τα Ηπειρωτικά Μελετήματα, το οποίο τεκμηριώνει, απολύτως, την αντίληψή μας για τον ανθρωπογεωγραφικό χαρακτήρα του ογκώδους Λαμπρίδειου έργου. Κι αφού είμαστε στα Άνω Πεδινά, ας πάρουμε, την αναφορά του οιστρήλατου Ιωάννη Λαμπρίδη στη γενέτειρά του, διατηρώντας τη γλώσσα του πολυτάλαντου συγγραφέα: 
“Άνω Σουδενά εις το κυρίως Παλαιοβούνιον, ων τας κανονικάς και αξιολόγους οικίας ουδεμία του τμήματος κώμη έχει”. 
Ποιο, αληθώς, είναι το στοιχείο αυτής της απλής φράσης, που προσδίδει, όντως, στην παρατήρηση, την καταγραφή, τη διερεύνηση, το σχολιασμό και, τελικώς, στην ίδια την πληροφορία χροιά ανθρωπογεωγραφική; Η απάντηση για τον απερίσπαστο παρατηρητή του γεωγραφικού χώρου, αλλά και τον προσεκτικό σχολιαστεί της συλλεγμένης πληροφορίας είναι απλή: Η ανθρωπογεωγραφία είναι από τη φύση της ανθρωπιστική επιστήμη πολυδιάστατη, πολύπλευρη και πολυσήμαντη, γιατί, πολύ απλά, το αντικείμενό της, ήτοι, οι σχέσεις, τις οποίες διερευνά έχουν τέτοιο χαρακτήρα. Ο ιδιοφυής, λοιπόν, Ιωάννης Λαμπρίδης, περιγράφοντας τη φυσική τοποθεσία, στην οποία βρίσκονται τα Άνω Πεδινά, συνδυάζει, συγχρόνως, κι άλλες πληροφορίες γι΄ αυτά, όπως, παραδείγματος χάριν, Άνω Σουδενά, την παλιά ονομασία τους. Και, δεν αρκείται μόνο σ΄ αυτό, σχολιάζει ως κανονικά και αξιόλογα τα σπίτια στα Άνω Πεδινά και τελειώνει, την όντως λακωνική φράση του, συγκρίνοντας τον οικισμό με όμοιούς του της ευρύτερης περιοχής.

Ο αξιοζήλευτος Ιωάννης Λαμπρίδης, συνεχίζοντας την ανωτέρω φράση του, μας λέει τα εξής: 
“Πολλά των οικημάτων αυτών είναι μεγαλοπρεπή και εν είδει εξοχικών πύργων περιφραττόμενα υπό λιθίνων περιβόλων, εγκλειόντων πλην της οικίας αυλάς ευρυχώρους, κήπους μικρούς και ομβροδέκτας, ως παραρτήματα οικιών καταχθόνια”. 
Ουδέν απολύτως σχόλιο στο συγκεκριμένο εδάφιο, γιατί ο όποιος σχολιασμός του θα ήταν, εκ των πραγμάτων, ασέβεια βαθυτάτη προς την ωραία αρχιτεκτονική τέχνη. Συνεχίζουμε, λοιπόν, την περιγραφή του αυτόβουλου Ιωάννη Λαμπρίδη για τα Άνω Πεδινά Ζαγορίου. 
“Η εν τω μεσοχωρίω βαθεία σκιά μεγαλοπρεπούς πλατάνου αναψύχει εν ώρα θέρους τους εκ των ασπρολίθων οικιών και λόφων θαμβωμένους οφθαλμούς και τα καταπεπονημένα σώματα εκ του γυμνού εδάφους”. 
Σημειώνοντας, επί τάχη, την ποιητική έξαρση του Λαμπρίδειου λόγου, ξεχωρίζουμε, χωρίς ίχνος καμίας αμφιβολίας, μία πολύτιμη πληροφορία για την αισθητική της αρχιτεκτονικής τέχνης του οικισμού, που είναι η άσπρη πέτρα (ασβεστόλιθος), ήτοι, το πλέον άφθονο πέτρωμα της ευρύτερης περιοχής (δυτικώς της χαράδρας του Βίκου), στην οποία είναι κτισμένα τα Άνω Πεδινά και, ταυτοχρόνως, το μοναδικό δομικό υλικό, εξαιρουμένου του ξύλου, όλων, ανεξαιρέτως, μικρών και μεγάλων, θρησκευτικών και κοσμικών, οικοδομημάτων του.
Αποτέλεσμα εικόνας για λαμπριδης ιωαννης
Αναντιρρήτως, μελετώντας τα "Ηπειρωτικά Μελετήματα", ταξιδεύουμε στο γεωγραφικό χώρο και τον ιστορικό χρόνο της ευρύτερης Ηπείρου. Μολαταύτα, η εκδήλωση μνήμης στον Ιωάννη Λαμπρίδη μας κρατά, διακριτικώς, στα Άνω Σουδενά. Όντως, ιστάμεθα, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, στην Πλατεία του οικισμού, στα Άνω Πεδινά, που με τόσο αγάπη περιγράφει ο υψιπετής Ιωάννης Λαμπρίδης. Άραγε, πότε ξανά θα έχουμε κάποια παρόμοια συγκυρία; Αλλά, ζητώντας συγγνώμη από την υπόλοιπη Ήπειρο, συνεχίζουμε με το απόσπασμα για τα Άνω Πεδινά. Λέει, λοιπόν, επί λέξει, ο αξιοθαύμαστος Ιωάννης Λαμπρίδης: 
“Η από του κατασκίου όμως τούτου μέρους θέα τριών πρώην μεν μεγαλοπρεπών οικιών, νυν δε υπό ληστρικής επιδρομής (1880) αποτεφρωμένων καταθλίβει έκαστον· (και προσθέτοντας άλλη πληροφορία στην περιγραφή του, συνεχίζει περαιτέρω:) η κυριωτέρα όμως οδός αυτών μήκους 20΄, εις χείμαρρον εν καιρώ μεγάλων υετών μεταβαλλομένη, είνε πλήρης πετρών και χαλίκων (και τελειώνει τη φράση του, σχολιάζοντας καυστικώς:) και διότι ρίπτονται τυπικώτατα οι εκ των οικοδομών υπολειπόμενοι χάλικες (σόκια)”.
Σ' αυτό, πράγματι, το συντομότατο απόσπασμα, το οποίο καταλαμβάνει μόλις το εν τρίτον της σελίδας, ενός βιβλίου σχήματος όγδοου, ο πολυπράγμων Ιωάννης Λαμπρίδης κατορθώνει, ιδιαζόντως, να περιλάβει ένα σημαντικό, ως προς τον αριθμό και την ποιότητα, πλήθος πληροφοριών για τα Άνω Πεδινά. Οι πληροφορίες αυτές από τη φύση τους σχετίζονται με πολλές και διάφορες επιστήμες. Προς τούτο, παραθέτουμε, τουλάχιστον, μία ορισμένη πληροφορία και την επιστήμη, στην οποία, κατά τη γνώμη μας, αντιστοιχεί, χωρίς αυτό να σημαίνει, βεβαίως, ότι οι παρά κάτω πληροφορίες δε σχετίζονται με άλλη ή άλλες επιστήμες.
1η. Το Παλαιοβούνι (πληροφορία) – φυσική γεωγραφία (επιστήμη).2η. Η ληστρική επιδρομή του 1880 (πληροφορία) – ιστορία (επιστήμη).3η.Η συγκρότηση της οικίας (πληροφορία) – οικιστική τέχνη ή και πολεοδομία αποκαλούμενη (επιστήμη).4η. Οι ασπρόλιθες οικίες (πληροφορία) – αρχιτεκτονική τέχνη (επιστήμη).5η. Ο μεγαλοπρεπής πλάτανος στην πλατεία (πληροφορία) – οικολογία (επιστήμη).6η. Η κατάσταση της κεντρικής οδού (πληροφορία) – ανθρωπολογία (επιστήμη).7η. Οι ομβροδέκτες και οι λαχανόκηποι (πληροφορίες) – ανθρωπογεωγραφία (επιστήμη)
Πέραν του πλήθους των πατριωτικών συναισθημάτων, που διεγείρει η μελέτη των "Ηπειρωτικών Μελετημάτων", διακρίνεται, διαυγώς, στη γραφή τους η ελεύθερη βούληση του συγγραφέα να μην κατηγοριοποιηθούν και να μην απομονωθούν, κατά γενικό κανόνα, οι πληροφορίες του. Ως προς αυτό, βεβαίως, δεν είναι μόνον ο ανήσυχος Ιωάννης Λαμπρίδης, που δε θέλει την κατηγοριοποίηση και την απομόνωση των πληροφοριών του, τυχαίνει, μετά το πέρασμα ενός αιώνος και πλέον, να επιθυμεί, ακριβώς, το ίδιο και η επιστήμη της ανθρωπογεωγραφίας. Κι αυτό, βεβαίως, γιατί το κάθε ένα αντικείμενο της εν λόγω ανθρωπιστικής επιστήμης διαθέτει τα χαρακτηριστικά ή, αν θέλουμε, προσωπικά γνωρίσματα, ή, ακόμη, τη δική του ταυτότητα. Πως, επομένως, τα "Ηπειρωτικά Μελετήματα" να μη χαρακτηριστούν από τον πρωτότυπο Κώστα Φρόντζο ιστορία κι ανθρωπογεωγραφία; 

Αναφερόμενοι, περαιτέρω, στην πληροφορία, σημειώνουμε, επιπροσθέτως, ότι η κατηγοριοποίηση και απομόνωσή της αφαιρεί, αν όχι όλη, σίγουρα ένα μεγάλο μέρος από την ταυτότητά της ή την ταυτότητα κάθε ανθρώπου, κάθε ιδέας, κάθε τόπου ή κάθε αντικειμένου. Ο ακέραιος, λοιπόν, Ιωάννης Λαμπρίδης, απ΄ ό,τι φαίνεται στα κείμενά του, το γνωρίζει αυτό, και επιλέγει διαφορετικές πληροφορίες για κάθε ένα, επί παραδείγματι, Ζαγορίσιο οικισμό. Κατ' αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνει, θεαματικώς, να μεταφέρει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου οικισμού, ήτοι, την ταυτότητά του.

Η γραφή είναι σημαντική και εξέχουσα παράμετρος της ανθρωπογεωγραφίας. Άλλωστε, δεν είναι καθόλου τυχαίο, που κατέχει την τρίτη θέση στην ονομασία της εν λόγω ανθρωπιστικής επιστήμης. Έτι, περαιτέρω, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή, αν λέγαμε, ευγενώς, ότι η γραφή και, ιδιαιτέρως, το ύφος της, είναι ένα είδος υπογραφής στις ανθρωπογεωγραφικές έρευνες και μελέτες. Υπό μίαν έννοια, και, κατ' αυτόν τον τρόπο, οι ανθρωπογεωγραφικές εργασίες αποκτούν την ταυτότητα του ανθρωπογεωγράφου, η οποία πολύ δύσκολα αντιγράφεται, έστω κι αν η αντιγραφή αφορά σ' ένα μόνο πολύ μικρό κομμάτι τους. Δοκιμάστε, για παράδειγμα, αντιγράφοντας ένα μικρό απόσπασμα από τον εναργή Ιωάννη Λαμπρίδη. Αμέσως, θα προδοθείτε, ακόμη, κι αν έχετε μεταφέρει κάποιες πληροφορίες του στη νέα ελληνική γλώσσα. Ούτω, πως, η γραφή του εμφαντικού Ιωάννη Λαμπρίδη και, κυρίως, το ύφος της, πέραν από κάθε άλλη σημασία και σημειολογία, που μπορεί, πιθανώς, να της δοθεί, αποτελεί συγγραφική ταυτότητα και, ταυτοχρόνως, ισχυρά ασπίδα προστασίας του πολυσήμαντου, πολυδιάστατου, πολύπλευρου και πολυμερούς ερευνητικού, μελετητικού και συγγραφικού έργου του.

Η ενδιαίτησις του ανθρωπογεωγράφου στο γεωγραφικό χώρο της κοινωνίας, την οποία παρατηρεί, διερευνά, καταγράφει και σχολιάζει, όχι μόνον είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά και επιβαλλόμενη προϋπόθεση. Εργασία ανθρωπογεωγραφίας εξ αποστάσεως ή από αρχεία, βιβλιοθήκες, εργαστήρια ή από τρίτους δεν εννοείται. Ο ανιδιοτελής Ιωάννης Λαμπρίδης ακολουθεί τους παρά πάνω κανόνες, λόγος, που προσδίδει μία επί πλέον χροιά ανθρωπογεωγραφίας στα "Ηπειρωτικά Μελετήματα". Την ίδια, ακριβώς, πειθαρχία με τον μελίφθογγο Ιωάννη Λαμπρίδη ακολουθεί κι ένας άλλος Ζαγορίσιος, ο φίλεργος Κώστας Λαζαρίδης από το Κουκούλι, ο ανθρωπογεωγράφος τούτη τη φορά του 20ου αι. Το έργο του είναι εξ ίσου σημαντικό και παρουσιάζει πολλές πτυχές ανθρωπογεωγραφίας.

Με την αναφορά μας στον κορυφαίο Κώστα Λαζαρίδη, η σύντομη διαδρομή μας στα Άνω Πεδινά του 19ου αι. έφτασε στο τέλος της. Ο χυμώδης Ιωάννης Λαμπρίδης υπήρξε το όχημά μας. Η αρχή και το τέλος του λόγου είναι ο χρόνος του. Η αρχή του λόγου, όντως, σου δίνει τη δυνατότητα να μεταφερθείς στον τόπο και την εποχή της επιθυμίας σου, αλλά το τέλος του σε επαναφέρει στην κατάσταση της αναπνοής. Μιλήσαμε με την καρδιά μας, αλλά και με ειλικρίνεια και, προ παντός, χωρίς υπερβολές. Με τον ίδιο τρόπο, θα θέλαμε, κλείνοντας, να κάνουμε μία ευχή, η οποία πηγάζει στην επιστημονική άποψή μας: Ο φωτοβόλος Ιωάννης Λαμπρίδης μπορεί, κάλλιστα, να θεωρηθεί πατέρας της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας.
Μιχάλης Η. Αράπογλου
[Ομιλία στην εκδήλωση του Πολιτιστικού Συλλόγου Πανωσουδενιωτών αφιερωμένη στη μνήμη του Ιωάννη Λαμπρίδη, στις 22 Ιουνίου 2008 στην πλατεία του χωριού μας]


www.anopedina.blogspot.gr
www.520greeks.com

www.romiazirou.blogspot.gr

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2022

Ο πάππος μου.....


Αντίκρυ μου, στον τοίχο της κάμαρας, έχω τη φωτογραφία του, τη «ζουγραφιά μ'» όπως λέει και ο ίδιος. Πρόσωπο αδύνατο, μάτια λαμπερά, θαρρείς αγναντεύουν ψηλά απ' τη τζούμα, μαλλιά -στα 90 χρόνια- κατάμαυρα. Με δυο λόγια : τζουμερκιώτικη ράτσα. Έχει ανασηκωμένο τόνα φρύδι και τα χείλια σφαλισμένα μ' ένα πεισματάρικο σφίξιμο: δεν θάβλεπε με καλό μάτι το φωτογράφο με τη διαολομηχανή του!

Τον έχω αντίκρυ μου κι' όταν παίρνω τα μάτια μου απ' τα χαρτιά, δεν κοιτάζω τίποτε άλλο, (σαν τι να δω; τις σκάλες υπηρεσίας των πολυκατοικιών ή τα δυο - τρία ψωρόδεντρα;), δεν θαυμάζω τίποτε άλλο, μα τον πάππο μου. Τον κοιτάζω, τον καμαρώνω, και τώρα το θέρος, που με ζώνουν οι κάψες και δεν αφήνουν κύτταρο ανίδρωτο, τον μακαρίζω. Είναι να, μη τον μακαρίζεις; Ζει κατάμονος στο «Κονάκι του», στα ριζά του Άη - Λια, ψηλότερα απ' τ' άλλα σπίτια του χωρίου. Απ' τα τρία παραθύρια του χαίρεται, μισοκρυμμένες απ' τα κλαριά, τρεις ξέχωρες ομορφιές: Τα Τζουμέρκα που φαντάζουν, πέφτοντας τα ίσκια, σα λαβωμένος γιγαντόσωμος Αρματολός, το βουερό Άραχθο, καμωματού νεροφίδα, και από πάνω, πάνω απ' τα βράχια και τα σύγνεφα, σαν πουλί που κούρνιασε να ξαποστάσει, το ρημοκλήσι του Άη - Λια.

Σ' αυτό τον αγριότοπο γεννήθηκε ο πάππος, ήπιε τις χαρές του και τις πίκρες του, τον έσκαψε και τον ματάσκαψε, σε τέτοια πετροχώραφα είδε τα δέντρα του να τρανεύουν ν' απλώνουν σκιά και καρπούς, από κει είδε όλα τα παιδιά του να παίρνουν ένα - ένα το δρόμο για την πολιτεία, και σ' αυτά τα χώματα, πριν λίγα χρόνια, έθαψε στερνά τη γριά του, τη βαβούλα μας. Εκεί -ψηλά ζει ακόμα «π'στόβλιακος» με τα «ζωντανά του» και τις θύμησες. Με τις θύμησες του! Όσο κι αν ο αγώνας της ζωής σκληραίνει αυτούς τούς ανθρώπους, όμως κάτω απ' το τραχύ πετσί τους πάλλει μια καρδιά πλούσια σε συναίσθημα και ευαίσθητη σε συγκινήσεις.
Να, τώρα τον θυμάμαι στο περσινό πανηγύρι. Ώρα πολλή άκουγε αμίλητος τα μυριολόγια και τα κλέφτικα στο βιολί, κι άξαφνα πετάχτηκε ορθός, «άι, ορέ παιδί μ'» φώναξε στο βιολιτζή και βγήκε από την κάμαρη. Αργότερα, σαν πήγα πλάι του, τον είδα να κρύβει τα μάτια του στο μαντήλι. Κι άλλη μια φορά σαν φεύγαμε απ' το χωριό, με πήρε παράμερα, με κοίταξε ανάμεσα από κόμπους δάκρυα, με φίλησε με πρωτόγονη ορμή και μούβαλε στην τσέπη μια φούχτα λιασμένα αγριόγκορτσα για «να νοστιμεύω τσότσο στο δρόμο».
Τί να πρωτοθυμηθεί ο πάππος: "Όταν καθόμουν σιμά του και του γύρευα να μου ιστόρηση κάτι, κούναε το κεφάλι του και μούλεγε : «Τι τα θες αυτά; χαμένος κόπος. Κοίτα τ'ς φυλλάδες σ' παιδί μ'». Μα πάντα- «ζερζεβούλ'ς!»- κατάφερνα να μου πει κάποια ιστορία του «για την Απελευθέρωση της Άρτας το 81, για το ληστή Θύμιο Γάκη, για τον πόλεμο του 97, για τον οπλαρχηγό Πουτέτση, για το πως έγινε το χωριό 'Ελληνικό το 12. Κι όταν άρχιζε, αράδιαζε κατόπι ολάκερη τη ζωή του, μια ζωή άπαφτου Αγώνα στην πλαγιά του ξεροβουνιού, για να παραμερίσουν τα λιθάρια, ν' απομείνει λίγο χώμα και να φυτρώσει μια δράκα αρρωστημένο αραποσίτι. Ένας αγώνας ανθρώπων αποξενωμένων από κάθε ευεργετική επίτευξη του πολιτισμού, ενάντια σε μια φύση πανίσχυρη που προβάλλει, ακόμα και σήμερα, με τα ίδια προβλήματα, όπως στη λίθινη εποχή. Αγώνας όμοιος από γονιό σε γόνο, απ' τα πρώτα βήματα ως τα στερνά, απ' τα χαράματα ως τη νύχτα, όχι για να γίνεις πλούσιος, μα για να μη πεθάνεις νηστικός. Κι είναι μια ζωή ασήμαντη, σαν το τράνεμα ενός δέντρου, και αθόρυβη, σαν το περπάτημα του μπούρμπουνα, και ταπεινή, σαν τα βατόμουρα, ζωή χωρίς ιστορικούς σταθμούς και χρονολογίες και ασύλληπτα ιδεώδη. Μια ζωή που δε γνώρισε χαρές να φέρνουν «συγκοπή καρδίας» και λύπες να καταντούν σε ψυχώσεις και που δεν αισθάνθηκε στέρηση ευτυχίας, ίσως επειδή δεν έψαξε να τη βρει. Τέτοια κι η ζωή του πάππου . . . Ζωή; Θ' απορήσει κανείς. Περισσότερο όμως θ' απορήσει ακούοντας πως τον πάππο δεν τον βαραίνουν τα 90 τόσα χρόνια για να σκαλώσει και στα ψηλότερα κλαριά, χωρίς να τούρθει σκοτούρα, πως δεν πήγε ουδέ μια βολά σε γιατρό - μα και που να τον έβρισκε! - και δεν «έκοψε» ποτές κούπες (βεντούζες). Μια μέρα που μας είπε ότι αισθανόταν θέρμη, η θειά μου του δώσε το θερμόμετρο. «Τί είναι αυτό το πιρτσφλίδ;» έκανε περίεργος. «Βάλτο στη μασχάλη και θα μας πει τον πυρετό» - «Κρένει αυτό το πιρτσφλίδ; και χρειάζεται να το χώσου στην αμασκάλ' για να κρένει; Κι απέ θα μ' πέσει η θέρμ';». - «Δεν θα πέσει η θέρμη, αλλά θα μάθουμε τι πυρετό έχεις».
Ο πάππος το κοίταξε με περιφρόνηση και ξανάπε συλλοϊσμένος:
«Άιστε ορέ παιδιά μ' και μη σας τρων τ'ς παράδες οι μπαγαπόντες μ' αυτούνα τα σκανταλάρια!» Και τότε θυμήθηκε πώς τούχε πέσει μια μεγάλη θέρμη όταν ήταν παιδί: «Μ' είχε πιάσει τρανή χολέρα τότες έτρεμα σαν το κουνάβ'. Ο αδερφός μ' ο Νίκους μούριξε το καπότο και πήγαμε ως τη γούρνα, τάχα για να νυφτώ. Απέκια μου δίνει μια και χώνομαι ίσαμε τ' αυτιά στο νερό, χειμώνα πράμα! Μ' κόπηκε η θέρμη με το μαχαίρ'!».
Τέτοια η ζωή του πάππου. Και μη του πεις ν' αφήσει το κονάκι του και τα ζωντανά του και τα κλαριά του και να κατέβει να μείνει με κανένα παιδί του στην πόλη! «Το καλό που σ' θέλει το σπίτι σ' δε σ' το θέλει κανένας. Ιδώ έχω το γαλατάκι μ' και το κρύο νερό που το πίνεις και λαγαρίζουν τ' άντερα. Και δίπλα το γιατάκι μ'. Τρώω όποτε με πεινάει κι απέ-πουπ !- γέρνω και τον παίρνω».
Βαθειά η αγάπη του για τον τόπο και πιστή κι απέραντη. Κλείνεται ακέρια και ανάγλυφη σε -τούτα τα λόγια του: «Ξέρεις τί τράβηξα, παιδί μ', γι' αυτά τα παλιοχώραφα; Δεν μούχε απομείνει γίδα για να τα ξαγοράσω απ' τους Τούρκους. Γλέπεις αυτή την καρυά; Τη φύτεψα σαν γέν'κε ο πατέρας σου. Που ν' αφήκω μαθές αυτά τα κλαράκια να τα τσακάη ο ένας κι ο άλλος και γω να γυρνάω σαν την άδικη κατάρα.». Κι έχει τόσο δίκιο ο πάππος!  Ενενήντα χρόνια ζωής και αγώνα έχουν σταλάξει στην ψυχή του μέρα τη μέρα, με κόμπο-κόμπο ιδρώτα, αυτό που επαναστατεί τους διεθνιστές και τους κοσμοπολίτες τον πόνο για τον τόπο πού σε έταξε η μοίρα, την αγάπη για την πατρίδα. Να ξυπνάει «πουρνό-πουρνό» και ν' αγναντεύει τ' ανυπότακτα Τζουμέρκα,  να κινάει με τη βαρέλα για τη δροσοπηγή στο ρέμα, να νίβεται, να πίνει και ν' αγαλλιάζει να βοσκάει τις «γιδοδούλες του», να φυτεύει νέα κλαράκια και να αισθάνεται τη χαρά της δημιουργίας και της προστασίας, ν' αφουγκράζεται τον αγέρα να σουράει στο μπουχαρί και, πέρα, τα στεφάνια να γκρεμιώνται μπουμπουνίζοντας,  να λέει την «προσευχή» μόνος του, να παίρνει ευλαβικά τον κατήφορο για την εκκλησιά, ν' αναμεράει τις φτέρες απ' τον τάφο της γυναίκας του, της Βαβούλας..  Κι όλα αυτά να γίνονται «πάσα μέρα του Θεού» και «πάσα Κυριακή», ολόιδια πάντα, μα και πάντα με τη μυστική χαρά του πρωτόγνωρου, με τη λαχτάρα του ανθρώπου που δε χόρτασε, με το ρυθμό της κλεψύδρας. Κάπως έτσι νιώθει ο πάππος την πατρίδα, έτσι την ζει και τη χαίρεται και, μα την πίστη μου, κανένας ορισμός δεν θα τον έκαμε να την αγαπήσει πιότερο και καμιά θεωρία δεν θα τον έπειθε να την αρνηθεί. Κι ούτε κουβέντα να γίνει για πλήξη ή ρουτίνα ή μαρασμό.. Κι ούτε κουβέντα να γίνει για νέους τόπους και νέα ήθη και έθιμα και πολιτισμούς. Ο πολιτισμός κι όταν έφτασε με τη μια ή την άλλη μορφή στο χωριό ήταν «για ντροπές». Ο πολιτισμός, λέει, «άνοιξε τα μάτια του ανθρώπου πιότερο για να του τα βγάλει ευκολότερα». Να, μια μέρα ο πάππος έβοσκε τα «πράτα» και τον είχαν λαγοκοιμίσει -ντρίνγκ, ντρίνγκ- τα κυπράκια τους. Κάποια στιγμή όμως, αναπάντεχα, ένα βουητό, σαν μούγκρισμα τρισκατάρατου, διάβηκε πάνω απ' τα κεφάλια τους. Οι γίδες «προντίστ'καν» στον κατήφορο κι ο πάππος ανοίγοντας τα μάτια του μόλις πρόκανε να ξεχωρίσει ένα αεροπλάνο να χάνεται στον ορίζοντα. Έριξε μια ανήσυχη ματιά στις γίδες κι ύστερα,, τεντώνοντας το χέρι μ' ορθάνοιχτη παλάμη κατά το «πουλί του διαόλου» αναστέναξε με κακία: «Αχ μωρή ριμάδα Ευρώπ'!.». Αμ τις προάλλες στο πανηγύρι «τι ντροπές και γάνες» ήταν αυτές; «Σαν έπαψαν τ' άργανα, κάτι αρχίν'σε να γριτσανάει στο βιολάκι τ' ο  Δημητράκ'ς. Κι απέ μ'  σηκώθ'καν κάτι παλιοπαίδια, πήραν τις τσούπρες κι έφερναν γύρες αν τάμα. Κολλ'τός χουρός! Φτου, ντροπές και γάνες! Τί να τ'ς κάνω; Πήρα τα μάτια μ' κι έφυγα να μη τ'ς βλέπω και μοΰρχεται ανακατωσιά. Χρειάζονταν μαθές να τ'ς μαζώξ' όλους τ' απόσπασμα και να παίζει το βουρδούλ' στο χοροστάσ' - φαπ! φουπ! - να μ' δουν κολλ'τό οι λώβες!» -«Γιατί, παππού;» διαμαρτυρήθηκε τότε η αδερφή μου, «εξελίχθη ο κόσμος, θέλεις να ζει καθυστερημένος επ' άπειρον «Άι μωρή τσ'μπίδου» την απόκοψε ο πάππος πεισμωμένα, «κοίτα να κάν'ς κανένα .πλησιασμό (πολλαπλασιασμό) στα χαρτάκια σ' και μη σ' παίρνουν τα μυαλά αέρα!».
Με αυτή την αγάπη για τον τόπο σου και με τέτοια προσήλωση στις παραδόσεις ήρθε, πριν λίγα χρόνια, ο πάππος στην Αθήνα. Πώς τον καταφέραμε κι άφησε το κονάκι του; Από τη μια η μεγάλη μας επιμονή, απ' την άλλη ο τρανός πόθος του να μάς δη, υστέρα από τόσα χρόνια χωρισμού, τον έφεραν κοντά μας. Μα δεν είχε καλά - καλά ανέβει τα σκαλοπάτια και μάς μολόγησε τον καημό του: Θα κάτσω κάνα-δυο μήνες και θα ματαγυρίσω. Δεν κάνω γω για δω, χαμένος άνθρωπος.». Κι αλήθεια δεν έκανε ο πάππος για την Αθήνα, μ' ουδέ κι η πρωτεύουσα γι' αυτόν!
Ήταν το πουλί που το τσάκωσες στο λόγγο για να το κλείσεις στο κλουβί. Χρυσό νάναι το κλουβί; Κανναβούρι να το ταΐζεις; Τίποτα! Αυτό θέλει να «φλικαράη» όσο ν' αποστάσει και να τρώει σπόρους και ζουζούνια. Έτσι κι ο καημένος ο πάππος. Ζούσε στην Αθήνα κι ο νους του ήταν στο «χουριό». «Είχα και μια αρμάθα κρομμύδια στο κατώι», μας έλεγε, «θα τα φάει η μούχλα κι αυτά. Και τα ζλαπάκια ; Κείνη τη γάτα την αφ'κα με γατσούνια. Ποιός να τ'ς έχει την έγνοια τώρα;». Σε μας ολ' αυτά φαίνονταν αστεία και σώνει και καλά να κάνουμε τον πάππο Αθηναίο. Του βγάλαμε τα «σκουτιά» (τί; μάλλινη φανέλα δε βάζει κανένας στην Αθήνα!) κι επιμονή να του δέσουμε γραβάτα και καλτσοδέτες και να του περάσουμε μανικέττια και να ψαλλιδίσει λίγο τη μουστακάρα και να τρίβει πολύ ώρα τα χέρια με το σαπούνι για να μαλακώσουν και να βγάλει το σκούφο και.και..
Όλα τα δέχονταν καρτερικά ο πάππος μη κακοκαρδίσει τα' αγγόνια κι' όλο μουρμούριζε: «Άντε, μωρέ μπελιάδες, και το βάλαταν να με φκιάσετε μασκαρά!» Μα η δυσκολία μας ήταν στην εθιμοτυπία, στις βαθύτερες συνήθειες. Πως να χωρέσει το μυαλό του πάππου ότι μπορεί, λόγου χάριν, να μη λέει στον «πάσα ένα» καλημέρα κι ότι δεν ήταν δα και μεγάλη αμαρτία πρώτα να κολατσίζει κι ύστερα να πηγαίνει στην Εκκλησιά: «Πώς! Άνθρωποι του Θεού είμαστ' όλοι, να διαβαίνουμε σαν τα γελάδια χωρίς να λέμε μια καλημέρα;» διαμαρτυρόταν πολλές φορές, κι άλλες μας μάλλωνε: «Την πατώσαταν καλά τώρα και τραβάτε στην εκκλησία γι' αμφορά ! Αμ θα σας το πάρει ο Θεός το ψωμί, θα σας το πάρει.». Εξάλλου πως ν' ανταποκριθεί ο πάππος στις καθημερινές απαιτήσεις της «κοινωνικής ζωής» και να προσαρμοστεί στις ιδιοτροπίες του «προηγμένου πολιτισμού»; Γιατί ήταν αδύνατον να κοιμηθεί αν δεν «κουκούλωνε» και το κεφάλι κι ήταν γι' αυτόν τυραννία και αυτή ακόμα η φυσικότερη απ' τις σωματικές ανάγκες: «Δε μ' βολεΐ να τα ντκιάσω (πετύχω) σ' αυτό το φλώρο τέντζερη» μας έλεγε πηγαίνοντας στην «τουαλέτα» της ευρωπαϊκής μεγαλοφυΐας!
Ήταν χαρά μας και διασκέδαση να τον έχουμε μαζί μας στον περίπατο, στα θέατρα, στη θάλασσα, στα μουσεία κι όπου ξέραμε ότι κάτι το πρωτόφαντο θα ξένιζε τον πάππο. Τα βλέπε όλα πότε σιωπηλά, περίεργα και πότε με υποψία και ολοφάνερη ψυχική επανάσταση. Ο κόσμος, το παρδαλό και πολυκύμαντο πλήθος, τον ξάφνιαζε και τον κούραζε. Ασυνήθιστος, βλέπετε, σε τέτοια γυμνάσματα.
«Πως δεν χαθήκαταν, παιδιά μ', σ' αυτό τουν κουρνιαχτό! Ιγώ, δν μ' αφηνα' ταν έρμο, θα ζάρωνα σε μια γωνιά ώσπου να μ' βγει η ψυχή». Και σαν γυρίζαμε σπίτι και τον ρωτούσαμε πως του φάνηκε ο περίπατος, έσερνε την παλάμη στη «μπάλα» (μέτωπο) και μας έλεγε χαμογελώντας» «Ιδώ γυρνάν τώρα τα περίπατα».
Κάποιο βράδυ, «σκαθάρια» και μείς, τον πήραμε σε μια θεατρική Επιθεώρηση. Άλλο πράμα να τον βλέπει ! Σαν πρόβαλαν στη σκηνή φανταχτερές, μισόγυμνες θεατρίνες, πετάχτηκε απ' την καρέκλα σαν κεντρισμένος. Όλα κι όλα! μα την τιμή του, τη σεμνότητα του, την πατροπαράδοτη ηθική του, όπως αυτός τα αισθανόταν, δεν τα λώβιαζε ο Τζουμερκιώτης! Κοίταξε κατακόκκινος δεξιά - ζερβά, σα νάκανε κάτι το απαγορευμένο, και μας φώναξε θυμωμένα: «Άιστε να φύγουμε απ' αυτά τα μασκαρλίκια!» Αργότερα που του ζητήσαμε γνώμη για το Θέατρο, μας κοίταξε, σαν πως κοιτάξουν τα μολυσμένα πράγματα, και μας αποπήρε: «Θέατρο γίναμαν εμείς!».
Ανάμεσα σ' αυτό τον καινούργιο κόσμο της πρωτεύουσας με τις αστραπιαίες εντυπώσεις, τον άπαφτο θόρυβο, την αποπνικτική ατμόσφαιρα και τα αλλοπρόσαλλα ήθη, αισθανόταν πολλές φορές την ανάγκη μιας γαλήνης που να θυμίζει τις εσπερινές ώρες του χωριού, μιας απομόνωσης και περισυλλογής . Τότε τον άφηνα να παίρνει μόνος τον απόκεντρο δρόμο για το μεγάλο πάρκο. Αργά διάβαινε κάτω απ' τα δέντρα χάιδευε τα κλωναράκια τους, δρόσιζε το χέρι του στο τεχνητό αυλάκι, κοίταζε με πικρό παράπονο τα ζαρκαδάκια πίσω από τα σύρματα (πόσο συναισθανόταν τη φυλακή τους!) κι έπιανε κουβέντα με το γέρο φύλακα που πότιζε τα λουλούδια. Τούλεγε πως είχε κι αυτός κλαράκια στο χωριό -μήπως μπόραγε να του δείξει κατά που έπεφτε;-πως όμορφο θάταν να φυτέψουν στο πάρκο και «κολοκ'θιές» - κάνουν κι αυτές κίτερα άνθια,- πως θα μαράζωναν τα ζαρκαδάκια αν δεν τα ζευγάρωναν . «Α, ναι θάταν να τα χαίρεσαι αν τους πέρναγαν στο λαιμό κι' απόνα κύπρο».- «Που πήγες σήμερα παππού;» τον ρωτήσαμε μια μέρα που γύριζε από τη συνηθισμένη του στράτα. «Μέχρι τα κλαράκια» μας αποκρίθηκε, κι επειδή δεν καταλάβαμε ποιά κλαράκια εννοούσε, θυμήθηκε ένα χτυπητό σημάδι και μας είπε:
«Έφτακα μέχρι εκείνο τον ξεβράκωτο» Εννοώντας το άγαλμα του δισκοβόλου στο Ζάππειο. Κι ενώ μας είχε κοπεί η ανάσα από τα γέλια ο πάππος μουρμούρισε με δικαιολογημένη απορία: «Δεν τούβαζαν τσότσο βρακάκι, οι προκομμένοι!»
Δεν μπορέσαμε να τον κρατήσουμε για πολύ τον πάππο. Σαν μπήκε το καλοκαίρι του μπήκαν κι οι ψύλλοι στ'  αυτιά. Ύστερα κόντεψε να μας αρρωστήσει και που ν' ακούσει για γιατρό! «Θα πεθάνω ιδώ, μωρέ, στα ξένα σαν αναθεματισμένος!» έλεγε και ξανάλεγε» Στο τέλος έφυγε ο πάππος κι έχει από τότε να ξεστρατίσει απ' το κονάκι του κι ούτε θέλει να ματακούσει για «Αθήνα» μήτε για Γιάννινα ή για Άρτα. «Όμοιος στον όμοιο», λέει» «κι η κοπριά λάχανα»!
Στο χωριό είναι πια ο κοσμογυρισμένος. Πολλές φορές, τα δειλινά, τον τριγυρίζουν οι χωριανοί στον καφενέ και τον ψαρεύουν τί είδε και τι άκουσε. «Κόσμος παλιόκοσμος» τους λέει στοχαστικά, «κι ουδέ καπνός, ουδέ γάστρα. Τι τρώει αυτούνο το μυρμήγκιασμα; Πλήθεψαν κακά και σε λίγο θα φάει ο ένας τον άλλο». Και, μα την αλήθεια, δεν δίνει και τόσο καλές συστάσεις για τους «εκπροσώπους του συγχρόνου πολιτισμού»: «Λουμπουδύτες! Κοιτάν να σ' γδάρουν το τομάρ' και να μη σ' δώκουν τίποτις». Όμως δεν λαθεύει κάθε τόσο ν' αποσώνει τη διήγησή του με απλά και σοφά συμπεράσματα. «Αν οι γυναίκες μας ήξεραν πως καλοπερνάν οι γυναίκες στις πολιτείες θα ξεσήκωναν τρανή επανάσταση» λέει σιγά ο πάππος καθώς βλέπει τη χωριατόπουλα ν' ανηφορίζει αργά και καρτερικά με τη βαρεία βαρέλα στην πλάτη. Και βιαστικά ο γέρος σηκώνεται να φύγει, γιατί νοιώθει πώς σε λίγο, παρ' όλο το καψάλισμα των ματιών, δυο υγροί κόμοι θ' αυλακώσουν τα βαθουλωμένα μάγουλα, μια αυθόρμητη θερμή προσφορά στη μνήμη της κυράς του, της βαβούλας μας .
 Του Γεωργίου Ι. Χριστογιάννη 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 17, Σεπτέμβρης 1953.