Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Εν Έτει 1894: Αστυνόμος και μπανιστηρτζής και χαλάστρας, αλλά... «λαγωνικό»

Πίσω στο 1894. Μεγάλο λαγωνικό ο ενωμοτάρχης της Κούλουρης, ο οποίος πιάνει στο σκοτάδι ζευγάρι «εις στάσιν απρεπήν», χαλάει την προσωπική ερωτική στιγμή του ζευγαριού, και στη συνέχεια με στοιχείο μια παντούφλα αναζητά την κοπέλα στην «παγκόσμια ζωοπανήγυρη» της Κούλουρης. Τελικά κρατά και τη «σκελέαν ως πειστήριον».

Η αναφορά του ενωμοτάρχη Μιχάλη Ζουλαχμάκη εστάλη στις 10 Νοεμβρίου του 1894 από την Κούλουρη προς «το Σεβαστόν και Αξιότιμον Αρχηγείον Χωροφυλακής». Ακολουθεί ολόκληρη η αναφορά: 

«Χθες περί λύχνων αφάς καιροφυλακτίσας λάθρα και υπούλως συνέλαβον ζεύγος ερωτομανές, αποτελούμενον εκ μιας εγχωρίου νεανίδος και ενός αλλόφυλου άρρενος εις στάσιν απρεπή, αλλά λόγω του δημοτικού σκότους και ελλείψει ιδιωτικού φαναρίου εις χείρας μου, απέδρασαν και εξακολουθούν απέδρα, αφήσαντες ακουσίως εις τον τόπον του εγκλήματος τα τεκμήρια της ανόμου πράξεώς των, την τε γυναικείαν σκελέαν, την εγχώριον παντούφλαν και τον πήλον του αλλόφυλου άρρενος, άτινα συνέλαβον άνευ αντιστάσεως τίνος.
 
Ο ανήρ διετέλη ενταύθα εξ Αθηνών προσωρινώς και επί συστάσει, εις πανδοχείων και απέδρα περί το λυκαυγές κρυφίως και υπούλως δια του πορθμείου.
 
Αύριον επωφεληθώ της ενταύθα παγκοσμίου ζωοπανηγύρεως και θέλω προβάλλει την εγχώριον παντούφλαν εις τους πόδας των γυναικών προς αναγνώρισιν της ενόχου οικοδεσπότισης, ταύτης κηρυχθείσης εις άγνοιαν.
 
Την σκελέαν κρατώ ως πειστήριον.
 
Ευπειθέστατος ο Αναφέρων Αστυνόμος
 
Μιχάλης Ζουλαχμάκης
 
Ενωμοτάρχης»

 
* Η αναφορά δημοσιεύθηκε στο blog fourtounis.gr. 

Η συγκλονιστική ιστορία της Σάννας (Άννας) Τσίπα, από το Χλωμό Πωγωνίου, πού ἀντανακλᾶ τά βάσανα καί τόν πόνο πού βίωσε ὁ ἑλληνισμός τῆς Βορείου Ἠπείρου, κατά τή διάρκεια τῆς σκοτεινῆς δικτατορίας τοῦ Χότζα.

Σέ μία συγκλονιστική ἱστορία θά ἀναφερθοῦμε στό παρόν ἄρθρο μας, πού ἀναφέρεται σέ μία βορειοηπειρώτισσα γυναίκα πού εἶχε τό θλιβερό προνόμιο νά εἶναι ἀπό τίς λίγες- ἐλάχιστες γυναῖκες, πού καταδικάστηκαν ἀπό τά σταλινικά δικαστήρια τοῦ Χότζα ὄχι ἁπλά σέ ἐξορία ὅπως συνέβη σέ πολλές ἄλλες, ἀλλά σέ ἐγκλεισμό σέ φυλακές ὑψίστης ἀσφάλειας καί συγκεκριμένα στό τρομερό Σπάτς στή Βόρειο Ἀλβανία. Τήν ἱστορία μᾶς διέσωσε καί μετέφερε ὁ ἐπ’ ἀδελφή ἐγγονός της, Δημήτριος Παναγιώτου ἀπό τό Χλωμό Πωγωνίου, τόν ὁποῖο καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιατί μᾶς διέσωσε μία τραγική ὅσο καί ἄγνωστη ψηφίδα ἀπό τή ζοφερή ἐκείνη ἐποχή, πού εἶναι ὡστόσο χαρακτηριστική καί ἐνδεικτική τῶν ὅσων ὑπέφερε ὁ Ἑλληνισμός τῆς Βορείου Ἠπείρου κάτω ἀπό τό ἀθεϊστικό καθεστώς τοῦ Χότζα.

Ἡ Σάννα Τσίπα (Ἄννα Δημουλά, τό πατρικό της) γεννήθηκε στό Χλωμό Πωγωνίου τῆς ἐπαρχίας Ἀργυροκάστρου τό 1902. Παντρεύεται τό 1928 καί τό 1930 γεννιέται ὁ γιός της Ἀλέξης Τσίπας. Ἡ πρώτη συμφορά τήν χτυπάει τόν ἴδιο χρόνο, ὅταν ὁ σύζυγός της πού ὑπηρετοῦσε ὡς φαντάρος στόν ἀλβανικό στρατό, πνίγεται στό ψάρεμα, ἀφήνοντας χήρα τή σύζυγο καί ὀρφανό τό παιδί του πού οὐσιαστικά δέν πρόλαβε νά γνωρίσει. Ἡ γυναίκα του Ἄννα (Σάννα τό χαϊδευτικό της) δέν ξαναπαντρεύεται καί μεγαλώνει μέ χίλια βάσανα τό μοναχοπαίδι της μέσα στίς στερήσεις καί τίς δυσκολίες τῆς ἐποχῆς μέ τή βοήθεια τῶν συγγενῶν της. Τό παιδί της μεγαλώνει, βιώνουν μαζί τόν πόλεμο τοῦ 1940, τήν ὀλιγόμηνη ἀπελευθέρωση ἀπό τόν ἑλληνικό στρατό καί τά βάσανα τῆς ἰταλογερμανικῆς κατοχῆς πού καταλήγει στήν κατάληψη τῆς ἐξουσίας ἀπό τίς ἀντάρτικες ὁμάδες τοῦ Χότζα. Νεαρό παλληκαράκι, ὁ Ἀλέξης Τσίπας, διαβλέποντας τίς δυσκολίες πού ἔρχονται καί ποθώντας τήν λευτεριά, δέν ἀντέχει τήν καταπίεση καί πρίν κλείσουν ἐντελῶς τά σύνορα δραπετεύει γιά τήν Ἑλλάδα, τό 1946 ἀφήνοντας πιά ἐντελῶς μόνη τή μητέρα του. Δέν τήν ξεχνᾶ ὅμως καί προσπαθεῖ συνεχῶς νά ἔλθει σέ ἐπαφή μαζί της, χωρίς νά τό κατορθώσει ὅμως καθώς ὁ ἐμφύλιος πόλεμος εἶναι σέ ἐξέλιξη. Πιάνει δουλειά στά Ἄνω Ραβένα Ἰωαννίνων (γιά νά εἶναι κοντά στό χωριό του) ὡς βοηθός τσαγκάρη καί νυμφεύεται μία κοπέλα ἀπό τούς Σχωριάδες Πωγωνίου, τήν κόρη τοῦ Ἀντώνη Καλύβα, χωρίς νά ἀποκτήσουν παιδιά. Σχεδιάζει νά φύγει γιά τήν Ἀμερική καθώς ἡ ἐξεύρεση μόνιμης  ἐργασίας εἶναι πολύ δύσκολη ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἀφήσει τή μητέρα του.


Τό 1950 μετά τήν ἥττα τῶν ἀνταρτῶν ἀποφασίζει νά στείλει μήνυμα μέ ἕνα συγχωριανό τους, ἐπίσης φυγά πού θά ἔμπαινε κρυφά ἀπό τά σύνορα, γιά νά τῆς πεῖ νά ἑτοιμαστεῖ γιά νά δραπετεύσει κι αὐτή μέ τήν πρώτη εὐκαιρία. Ὁ γνωστός του πηγαίνει ὄντως στό χωριό, βρίσκει τό σπίτι, ἀνεβαίνει τή σκάλα καί τῆς κτυπάει τό παράθυρο. Ὡστόσο γιά κακή τους τύχη ἐκείνη τήν ὥρα ἐπέστρεφε ἀπό τή συγκέντρωση τῆς κομματικῆς ὀργάνωσης, ὁ γείτονάς της, φανατικός κομμουνιστής. Χωρίς νά τόν ἀναγνωρίζει καθώς ἦταν μισοσκόταδο, τόν ὑποψιάζεται καί τοῦ ἐπιτίθεται. Ἀκολουθεῖ συμπλοκή κατά τήν ὁποία ὁ γνωστός τῆς Ἄννας τραυματίζει καί ρίχνει κάτω τόν γείτονα καί κατορθώνει νά ξεφύγει μολονότι ξέσπασε συναγερμός στό χωριό καί σέ λίγες ὧρες ἡ περιοχή ὡς τά σύνορα γέμισε μέ στρατό καί ἀστυνομία. Δέν προλαβαίνει ὡστόσο νά παραδώσει τό μήνυμα στήν Ἄννα πού δέν εἶχε ἰδέα γιά τόν σκοπό τῆς ἐπίσκεψης. Ὁδηγεῖται στήν ἀσφάλεια τοῦ Ἀργυροκάστρου ὅπου παρά τήν πίεση καί τίς ἀνακρίσεις δηλώνει ὅτι δέν γνωρίζει οὔτε τόν ἄνθρωπο πού τήν ἐπισκέφτηκε καθώς δέν πρόλαβε νά τόν δεῖ, ἀλλά οὔτε καί τό σκοπό τῆς ἐπίσκεψής του. Οἱ ἀνακριτές τήν ἀφήνουν νά ἐπιστρέψει στό χωριό ἀλλά πιά βρίσκεται στό στόχαστρο τῶν ἀρχῶν. Ὁ κλοιός γύρω της εἶναι ἀσφυκτικός καί οἱ χαφιέδες τοῦ καθεστῶτος, Ἀλβανοί καί Ἕλληνες παρακολουθοῦν κάθε της βῆμα καί κίνηση. Περνοῦνε ἔτσι 2 χρόνια καί ἡ Σάννα τό 1952 ἀποφασίζει νά δραπετεύσει μόνη της, μήν ἀντέχοντας ἄλλο τήν κατάσταση καθώς γιά τό καθεστώς εἶναι μητέρα φυγά (ἄρα ἐν δυνάμει ἐχθρός) ἀλλά καί τήν ἀπουσία τοῦ ἀγαπημένου της καί μονάκριβου γιοῦ. Παραπλανᾶ τή μητέρα της λέγοντάς της πώς θά πάει στό Ἀργυροκάστρο καί τῆς ζητά νά τῆς φυλάει τό σπίτι. Αὐτή ἐκμεταλλευόμενη τό πρωινό σκοτάδι φεύγει γιά τά σύνορα. Περνάει τήν κορυφή πάνω ἀπό τό Χλωμό καί κατευθύνεται πρός τούς Δρυμάδες. Μέ τή βοήθεια καί τῆς ὁμίχλης περνάει τά σύνορα (δέν εἶχαν μπεῖ ἀκόμη τά ἠλεκτροφόρα συρματοπλέγματα) ἀλλά τότε κάνει τό μοιραῖο λάθος. Ἀπό μία κοντινή στάνη τή μυρίζονται σκυλιά πού τῆς ὁρμοῦνε. Αὐτή ἀκούγοντας τούς τσοπαναραίους νά μιλοῦν ἑλληνικά φωνάζει γιά νά μαζέψουν τά σκυλιά. Ὡστόσο αὐτοί, φανατικοί κομμουνιστές καταλαβαίνουν ὅτι προσπαθεῖ νά δραπετεύσει καί πυροβολοῦν στόν ἀέρα γιά νά τήν ἐκφοβίσουν. Ἀπό τό φόβο της κοκαλώνει στό σημεῖο πού βρίσκεται μέ ἀποτέλεσμα νά τή συλλάβουν ὕστερα ἀπό λίγη ὥρα οἱ Ἀλβανοί στρατιῶτες πού ἔσπευσαν μόλις ἄκουσαν τούς πυροβολισμούς.
Ἀπό τή στιγμή ἐκείνη ξεκινάει ἡ ὀδύσσειά της. Σιδηροδέσμια τή σέρνουν στό Ἀργυροκάστρο ὅπου ὑφίσταται σκληρότατες ἀνακρίσεις καί βασανιστήρια, στόν φοβερό καί φρικτό Καλιά τοῦ Ἀργυροκάστρου ὅπου ἑκατοντάδες Βορειοηπειρῶτες μαρτύρησαν ἀπό τά νύχια τῶν αἰμοδιψῶν ἀνθρωπόμορφων τεράτων τῆς Σιγκουρίμι. Κατά παράβαση κάθε ἔννοιας δικαίου, μένει προφυλακισμένη γιά 3 χρόνια, ὡς τό Μάρτιο τοῦ 1955, γιά νά ἀποκαλύψει πιθανούς συνεργούς της ἀλλά καί τήν «προδοτική ὀργάνωση» τῆς ὁποίας ἦταν μέλος ὅπως ὑποστήριζαν οἱ ἀνακριτές. Ὅταν τελικά γίνεται ἡ δίκη ἡ ποινή εἶναι ἐξοντωτική. 12 χρόνια φυλάκιση στό κολαστήριό τοῦ Σπάτς στή Βόρεια Ἀλβανία, στέρηση τῶν πολιτικῶν τῆς δικαιωμάτων, δήμευση ὅλης τῆς κινητῆς καί ἀκίνητης περιουσίας της ἀλλά καί ἐπιπλέον 3 χρόνια φυλάκιση γιά λίγα χρυσά νομίσματα πού βρέθηκε νά ἔχει πάνω της κατά τή σύλληψή της. Στό Σπάτς παραμένει ὡς τό 1957 γιά 2 χρόνια καί κληρονομεῖ ἀπό κεῖ ἀναπνευστικά προβλήματα πού τήν ταλαιπωροῦν σέ ὅλη της τή ζωή! Τή μεταφέρουν ἀπό κεῖ ἐπειδή ἦταν μόνη καί μέ προβλήματα ὑγείας ἔπειτα ἀπό αἴτηση τῆς ἀδελφῆς της Κυριακῆς πού εἶχε μείνει καί ἐκείνη χήρα. Στή διάρκεια τῶν 2 ἐτῶν ἔχει 1-2 ἐπισκέψεις μόνο, ἀπό συγγενεῖς της, πού τή συναντοῦνε γιά 30 λεπτά τό πολύ, σέ μία αἴθουσα μέ κιγκλίδωμα στή μέση, χωρίς νά ἔρχονται σέ ἐπαφή καί μέ τήν παρουσία ἀστυνόμου πού τούς ἀπαγορεύει νά μιλᾶνε ἑλληνικά. Γιά τήν ὀλιγόλεπτη αὐτή συνάντηση οἱ συγγενεῖς τόσο τῆς Ἄννας ὅσο καί τῶν ἄλλων φυλακισμένων ἔκαναν πολύωρο ταξίδι πού στήν περίπτωση τῆς Ἄννας πού καταγόταν ἀπό τό Πωγώνι, μπορεῖ νά ἔφτανε ἀκόμη καί τίς 30 ὧρες μέ ὅτι μέσο ἦταν διαθέσιμο, ζῶα, λεωφορεῖα, φορτηγά, τρένα κ.α. Μία φρικτή «λεπτομέρεια» ἀπό τή ζωή ἐκεῖ, ἦταν καί τό γεγονός ὅτι ἄν κάποιος φυλακισμένος πέθαινε κατά τήν διάρκεια τῆς ποινῆς του, ἡ σορός του δέν παραδιδόταν στούς συγγενεῖς του παρά μόνον ἀφοῦ ὁλοκληρωνόταν τό διάστημα τῆς ποινῆς πού τοῦ εἶχε ἐπιβληθεῖ, συχνά μετά ἀπό 3 ,4, ἤ καί 5 χρόνια! Τό καθεστώς δηλαδή σέ βασάνιζε καί μετά θάνατον.
Τό 1957 ἐξορίζεται στήν Κάμζα τῶν Τιράνων, σέ μία φάρμα μέ καλαμπόκια ὅπου παραμένει ἐργαζόμενη σκληρά ὡς τό 1969-1970 ὥσπου ὁλοκλήρωσε κανονικά τήν ποινή τῆς φυλάκισής της. Ἀφήνεται ἐλεύθερη χωρίς ὅμως νά τῆς ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιστροφή στό χωριό της. Διαμένει στό Ἀργυροκάστρο καί ἐργάζεται σέ ἐργοστάσιο καπνοῦ, μέ τήν ὑποχρέωση νά παρουσιάζεται κάθε ἑβδομάδα στό ἀστυνομικό τμῆμα. Τό 1973 ἐπιστρέφει τελικά στό χωριό της ὅπου συναντᾶ μία νέα πραγματικότητα καθώς εἶναι ξένη στήν ἴδια της τήν πατρίδα. Οἱ περισσότεροι συγγενεῖς ἔχουν πεθάνει ἐνῶ τό πατρικό της σπίτι δέν εἶναι πιά δικό της. Νοικιάζει ἕνα μικρό σπιτάκι καί παλεύει νά ἐπιβιώσει μέσα στήν μοναξιά καί τήν ἐξαθλίωση παλεύοντας μέ τά πολλά προβλήματα ὑγείας πού τῆς ἄφησαν οἱ ἀλβανικές φυλακές. Ὡστόσο παρά τήν ἡλικία της ἕνας πόθος καί καϋμός τήν κρατᾶ ζωντανή. Νά ξαναδεῖ τόν γιό της πρίν πεθάνει. 
Ὁ γιός τῆς Ἀλέξης πληροφορήθηκε τήν τύχη τῆς μητέρας του ἀπό τήν Ἀμερική ὅπου εἶχε μεταναστεύσει. Προσπάθησε νά μάθει νέα της ἀλλά ἦταν ἀδύνατο κατά τή διάρκεια τοῦ ψυχροῦ πολέμου, ἐνῶ καί κάποιες προσπάθειες πού ἔκανε γιά νά ἐξασφαλίσει ἄδεια ἐπίσκεψης στήν Ἀλβανία μετά τό 1985 καί τό θάνατο τοῦ Χότζα, προσέκρουαν στό γεγονός ὅτι ἦταν φυγάς, ἄρα ὑπόδικος καί πιθανή εἴσοδός του στή χώρα, θά ὁδηγοῦσε στήν ἄμεση σύλληψή του. Ὡστόσο τό 1990 μέ τή σταδιακή κατάρρευση τοῦ καθεστῶτος, ἐγκρίνονται ὁρισμένες αἰτήσεις γιά ἐπίσκεψη καί ἀνάμεσα σέ αὐτές καί τοῦ Ἀλέξη Τσίπα. Γίνονται οἱ συνεννοήσεις μέ τό μοναδικό τηλέφωνο τῆς κοινότητας τοῦ χωριοῦ, καί ὁ ἀνηψιός του Δημήτρης Παναγιώτου τόν ὑποδέχεται τόν Μάιο τοῦ 1990 στήν Κακαβιά γιά νά τόν ὁδηγήσει στό χωριό. Τότε διαδραματίζεται ἡ τελευταία πράξη τοῦ δράματος τῆς Σάννας. Μόλις τήν εἰδοποιοῦν ὅτι ἦλθε ὁ γιός της στό χωριό (καθώς ἦταν ἀπίστευτο καί ἀδιανόητο αὐτό πού συνέβαινε) ὁ ἔτσι κι ἀλλιῶς ἐξασθενημένος σωματικά καί ψυχολογικά ὀργανισμός της (ἦταν ἤδη 88 ἐτῶν) δέν ἀντέχει καί παθαίνει ἐγκεφαλικό. Ὁ γιός της τή βλέπει μπαίνοντας στό δωμάτιο  μισοξαπλωμένη στό κρεβάτι καί ὁρμάει στήν ἀγκαλιά της φωνάζοντας ΜΑΝΑ! Ἡ μητέρα του προλαβαίνει νά τοῦ πεῖ μόνο: «Ἦλθες παιδί μου…» καί ἀμέσως πέφτει σέ κῶμα! Δέν εἶναι δυνατόν νά τῆς προσφέρουν κάποια βοήθεια καί τήν αὐριανή ἡμέρα κατά τή διάρκεια ἑνός λιτοῦ γεύματος τῶν συγγενῶν πρός τιμήν τοῦ Ἀλέξη πού ἦλθε ἀπό τίς ΗΠΑ, ἡ πολυβασανισμένη Σάννα σβήνει στήν ἀγκαλιά τοῦ γιοῦ της πού τόσο ποθοῦσε νά δεῖ σέ ὅλη της τή ζωή. Ὁ γιός της Ἀλέξης ἀφοῦ ἔκανε τήν ταφή καί τό τριήμερο μνημόσυνο τῆς μητέρας του, ἐπιστρέφει στήν Ἀμερική μέ τήν προοπτική νά ἐπιστρέψει ἀργότερα στό χωριό του. Ὡστόσο οἱ ὑποχρεώσεις ἀλλά καί ἡ ἐπιβάρυνση τῆς ὑγείας του δέν τοῦ ἐπιτρέπουν νά ἔλθει ξανά καί πεθαίνει στίς ΗΠΑ τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1991 σέ ἡλικία 61 ἐτῶν.

Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Σάννας Τσίπα, μία ἱστορία πού ἀντανακλᾶ τά βάσανα καί τόν πόνο πού βίωσε ὁ ἑλληνισμός τῆς Βορείου Ἠπείρου κατά τή διάρκεια τῆς σκοτεινῆς δικτατορίας τοῦ Χότζα. Ἡ Σάννα πού εἶχε τό θλιβερό προνόμιο νά εἶναι ἀπό τίς λίγες γυναῖκες πού πέρασαν τίς πύλες τοῦ στρατοπέδου τοῦ Σπάτς μᾶς δίνει ἕνα μοναδικό παράδειγμα φιλοπατρίας καί μητρικῆς ἀγάπης πού ὑπέφερε τά πάνδεινα χωρίς νά προδώσει τόν γιό της. Εἶναι πεποίθησή μας ὅτι οἱ ψυχές ὅλων τῶν μαρτύρων τῆς πίστης καί τῆς πατρίδας πού ἄφησαν τά νιάτα τους καί τά κόκκαλά τους στίς πιό σκληρές φυλακές πού μπορεῖ νά βάλει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, θά βροῦν δικαίωση στό θρόνο τοῦ θεοῦ καί οἱ ὁλοθερμές προσευχές τους θά φέρουν τήν τελική δικαίωση στήν πολύπαθη, τή μαρτυρική τήν Ἐσταυρωμένη γῆ τῆς Βορείου Ἠπείρου.

Οἱ ψυχές ὅλων αὐτῶν τῶν μαρτύρων τῆς πίστης καί τῆς πατρίδας πού ἄφησαν τά νιάτα τους καί τά κόκκαλά τους στίς πιό σκληρές φυλακές πού μπορεῖ νά βάλει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, θά βροῦν δικαίωση στό θρόνο τοῦ θεοῦ καί οἱ ὁλόθερμες προσευχές τους θά φέρουν τήν τελική δικαίωση στήν πολύπαθη, τή μαρτυρική τήν Ἐσταυρωμένη γῆ τῆς Βορείου Ἠπείρου.

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Αναζητείται γυναίκα που έγλειψε παγωτό και το έβαλε πίσω στο ράφι.


Ας θυμηθουμε και παλιοτερα παραξενα …
Η αστυνομία στο Τέξας των Ηνωμένων Πολιτειών αναζητά μια γυναίκα, η οποία άνοιξε μια χάρτινη συσκευασία παγωτού στο σούπερ μάρκετ, τo έγλειψε και στη συνέχεια έβαλε τη συσκευασία πίσω στο ψυγείο!
Η πράξη της γυναίκας καταγράφηκε σε βίντεο, το οποίο ανέβηκε στο twitter την περασμένη εβδομάδα, και μέχρι σήμερα έχει κάνει 11 εκατομμύρια προβολές. Στο διάρκειας εννέα δευτερολέπτων βίντεο φαίνεται η γυναίκα, η οποία γλείφει το παγωτό και στη συνέχεια ανοίγει το ψυγείο και το τοποθετεί πίσω στο ράφι σαν να μην τρέχει τίποτα, ενώ εκείνη γελάει διασκεδάζοντάς το.


Σύμφωνα με την αστυνομία, η γυναίκα αντιμετωπίζει κατηγορία για κακούργημα δευτέρου βαθμού, για αλλοίωση καταναλωτικού προϊόντος, η οποία επιφέρει ποινή φυλάκισης έως και 20 χρόνια, καθώς και χρηματικό πρόστιμο 10.000 δολαρίων.
Η εταιρεία, το παγωτό της οποίας έγλειψε η γυναίκα, χαρακτήρισε το περιστατικό ως «κακόβουλη ενέργεια». Όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της, εξέτασε το ψυγείο που περιείχε το αλλοιωμένο παγωτό, το βρήκε και το αφαίρεσε, καθώς και μερικές ακόμα συσκευασίες.
«Η ασφάλεια του παγωτού μας είναι η ύψιστη προτεραιότητά μας, και δουλεύουμε σκληρά για να διατηρήσουμε το υψηλότερο επίπεδο εμπιστοσύνης των πελατών μας. Η αλλοίωση τροφίμων δεν είναι αστείο και δεν την ανεχόμαστε» γράφει.
Το σουπερ μάρκετ έλαβε επίσης μέτρα για την προστασία των παγωτών της: τοποθέτησε έναν «ένοπλο» φρουρό μπροστά από το ψυγείο, ο οποίος κρατούσε ένα νεροπίστολο και ανέβασε μια φωτογραφία του, την οποία ωστόσο κατέβασε λίγο αργότερα.
«Φρουρούμε τα παγωτά μας για το πάρτι του σαββατοκύριακου, υπέροχος τρόπος για να δροσιστούμε στο καυτό Τέξας», έγραφε στη λεζάντα της φωτογραφίας.

To σπήλαιο του Κατσαντώνη στους Μελισσουργούς Άρτας, στα Τζουμέρκα


Το σπήλαιο βρίσκεται ανάμεσα στα καταφύγια Μελισσουργών και Πραμάντων, στα 1000+μ. υψόμετρο, δίπλα σε μία ρεματιά. Στην περιοχή έδρασε ο Κατσαντώνης, που είχε γίνει ο φόβος του Αλί Πασά και ήτανε οπλαρχηγός επί 10 χρόνια. Στην σπηλιά έβρισκε καταφύγιο μαζί με τα πρωτοπαλήκαρά του.

 Το σπήλαιο διανοίγεται κατά μήκος μίας υπόγειας κοίτης ποταμού. Αν και με μικρή ποσότητα νερού έχει αρκετό ενδιαφέρον και διάκοσμο. Σε μερικά σημεία το σπήλαιο ανοίγει και σχηματίζει θαλάμους, ενώ κατά μήκος της κοίτης το ταβάνι προοδευτικά στενεύει. Δυστυχώς αρκετά γραμμένα στα τοιχώματα και στο διάκοσμο..

Η εξερεύνηση έγινε στις 18/02/2014 και την επόμενη μέρα πραγματοποιήθηκε μία σύντομη φωτογράφιση με την πολύτιμη βοήθεια ντόπιων κατοίκων.

Ο Θρυλικός Καταντώνης
Ηπειρώτης στην καταγωγή, από ένα χωριό στα Τζουμέρκα. Το λέγανε Βασταβέτσι, σήμερα Πετροβούνι. Οι γονείς του Σαρακατσαναίοι τσομπάνηδες, με τ' όνομα Μακρυγιάννης. Γεννήθηκε το 1770 ή 1773. Είχε κι άλλα αδέλφια. Τον Γιώργο, τον Κώστα και τον Χρήστο τον μικρότεροΑπό μια κατηγόρια (ότι έκλεψε αρνιά και τα έδωσε στους Κλέφτες του θειού του Δίπλα), τον έριξαν φυλακή στα Γιάννινα (17 χρονών παιδί τότε). Στη φυλακή, γνωρίστηκε με τον έμπιστο αξιωματούχο του Αλη-πασά, Βελη-Γκέκα κι έγιναν αδερφοποιτοί. Η απόφαση να γίνει κλέφτης, είχε παρθεί. Η μάνα του, του έλεγε να μην πάει (κατς[κάτσε] Αντώνη) και έτσι βγήκε τ' όνομα Κατσαντώνης.Στα 25 χρόνια του, βγήκε κλέφτης και πήγε στο θειό του Δίπλα, που είχε δικό του σώμα (νταϊφά). Δε μπορούσε να βλέπει την τυραννία των ραγιάδων. Έγινε ο φόβος και ο τρόμος του στρατού του Αλη-πασά. Δε μπορούσαν να τον πλησιάσουν. Έκαψαν το σπίτι του, πήραν το βιός του και τους γονιούς του τους έπιασαν και τους σκότωσαν με βασανιστήρια. Ήταν αεικίνητος οπλαρχηγός για 10 χρόνια. Εξευτέλισε και ξέκανε, χαρατζήδες, σπαχήδες και ντερβεναγάδες Τουρκαλβανούς, στ' Άγραφα, στο Βάλτο, στο Ξηρόμερο, την Ολύτσικα (το βουνό Τόμαρο),...Το 1804 εξόντωσε δυο μπουλούκια του Γιακούπαγα (κάπου 180 νεκροί & τραυματίες), στα στενά της Κανέτας και του Ροβίλιστρου (έξω από τα Γιάννενα). Αυτοί γύριζαν από το Σούλι νικητές και τους διέλυσε. Ελευθέρωσε τότε πολλούς σκλάβους. Χάρισε τη ζωή σ' ένα μόνο (τον έλεγαν Ντούμκα), γιατί είχε δυο αδερφές ανύπαντρες. Του έδωσε και δυο φλουριά να τις παντρέψει. Όλοι θυμούνται και λένε για το πήδημα του στον Αχελώο. Κυνηγώντας Τουρκαλβανούς, μέχρι μια χαράδρα που είχε βάθος 200 μέτρα, 19 απ' αυτούς -από φόβο- έπεσαν μέσα σ' αυτή. Ο ίδιος πήδηξε απέναντι (8 μέτρα περίπου) και κυνήγησε τους υπόλοιπους. Χάθηκαν τότε τέσσερις δικοί του και 200 του Αλη-πασά.
Την άνοιξη του 1807, έστειλε ο Αλής πολύ μεγάλο ασκέρι με αρχηγό τον Μουχαντάρη. Μετά από πόλεμο δυο ημερών, έφυγαν με γιουρούσι, αφού σκοτώθηκαν 11 δικοί του. Μέσα σ' αυτούς και ο θειός του Δίπλας. Μετά από ένα μήνα, τον καλεί ο Καποδίστριας να σώσει τη Λευκάδα από τον Αλη-πασά. Πολέμησε γενναία μαζί με τον Κολοκοτρώνη και νίκησαν. Σημαντική ήταν η παρουσία Ρωσικών στρατευμάτων. Τότε του πρότειναν να αναλάβει τη διεύθυνση ενός Ρωσικού τάγματος. Δε δέχτηκε και είπε: "η Ρωσία δεν έχει ανάγκη από εμένα, ενώ τ' Άγραφα μ' έχουν".Παθαίνει ευλογιά, φεύγει μισόγερος από τη Λευκάδα. Μένει σε μια σπηλιά, με τον αδερφό του Γιώργο και άλλα πέντε παλικάρια, στο μοναστήρι του Προδρόμου των Αγράφων, μέχρι να γίνει καλά. Μαθεύτηκε και ένας προδότης οδήγησε το Μουχαντάρη με 700 Τουρκαλβανούς και τους έπιασαν. Τους φέρνουν στα Γιάννενα. Του ζήτησε ο Αλη-πασάς τους κρυμμένους θησαυρούς και τα γρόσια του. Και τότε, κάτω απ' τον ιστορικό πλάτανο, του έσπασαν οι δήμιοί του με σφυριά, τα κόκαλα χεριών και ποδιών αργά-αργά. Δεν έβγαλε φωνή. Μισοπεθαμένο τον πέταξαν στα μπουντρούμια και μέσα στον πόνο και τον πυρετό έλεγε: "έρμα γρόσια .... έρμα γρόσια", ώσπου πέθανε.

Περισσότερες πληροφορίες για τον Κατσαντώνη ΕΔΩ


Η είσοδος












είσοδος νερού στο σπήλαιο

Δείτε τα video



www.canyoning-caving.blogspot.gr

Χαρές και λύπες για τους ανθρώπους είναι!!!!


Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

«Μια ζωή δεμένη με τη γη και τα ζώα»: Η 24χρονη που επέλεξε την αιγοπροβατοτροφία

Μερικές ιστορίες δεν χρειάζονται υπερβολές για να σταθούν. Έχουν μέσα τους μια σιωπηλή δύναμη — αυτή που κουβαλάει η καθημερινότητα όταν είναι αληθινή. Η Κανέλλα Κουρόγιωργα, νεαρή κτηνοτρόφος από το Άστρος Κυνουρίας, δεν μιλάει για τη ζωή της σαν κάτι ιδιαίτερο. Για εκείνη είναι απλώς η ζωή της. Κι όμως, όταν τη ρωτάς τι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, σταματάει για λίγο και λέει κάτι που μένει: έχουν αλλάξει πολλά… αλλά δεν θα τα άλλαζε με τίποτα.

Κι αρχίζεις σιγά σιγά να καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό. Μεγάλωσε μέσα στα ζώα και σήμερα είναι 24 ετών. Όχι σαν επιλογή στην αρχή, αλλά σαν φυσική συνέχεια. Μετά ήρθαν οι σπουδές — κομμωτική. Ένας δρόμος που θα μπορούσε να την πάει αλλού. Και ίσως για λίγο να πήγε. Αλλά όχι πραγματικά. Γιατί όπως λέει, «είναι το μικρόβιο». Αυτό που σε τραβάει πίσω περισσότερο και εκεί που νιώθεις δικός σου.

Τα τελευταία επτά χρόνια είναι εκεί κάθε μέρα. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, όπως εξομολογείται στο Agronewsbomb και δεν… μετανιώνει καθόλου. Στο μαντρί, στα χωράφια, στις ελιές. Δίπλα στον πατέρα της — και μόνο που τον αναφέρει, αλλάζει η φωνή της. «Του έχω μεγάλη αδυναμία». Δεν είναι απλώς συνεργάτες. Είναι μια σχέση που έχει ρίζες βαθιές, σχεδόν αόρατες αλλά καθοριστικές.

Από την αιγοτροφία και στα πρόβατα

Το κοπάδι τους έχει αλλάξει. Παλιά περισσότερα γίδια, τώρα λιγότερα — περίπου εκατό. Και δίπλα τους γύρω στα εκατόν πενήντα πρόβατα. Όχι τυχαία. Είναι επιλογή που ήρθε με τον χρόνο. Διασταυρώσεις κυρίως από Ασσάφ, Λακόν και γερμανικές φυλές, με τα Ασσάφ να κυριαρχούν. Ζώα με καλή προσαρμογή και — το πιο σημαντικό — υψηλή απόδοση στο γάλα.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, όσο κι αν υπάρχει συναίσθημα, υπάρχει και η πραγματικότητα της δουλειάς. Το πρόβειο γάλα φτάνει να δίνει καλύτερη τιμή, γύρω στο 1,57, ενώ το γίδινο κινείται στα 95 λεπτά. Κι όμως, η επιλογή δεν είναι μόνο οικονομική. «Λίγα και καλά», λέει. Να μπορείς να τα φροντίζεις όπως πρέπει. Να τα ξέρεις.

Και εκεί είναι που επιστρέφει ξανά στο ίδιο σημείο: στην αγάπη. Όχι σαν λέξη εύκολη. Σαν πράξη. Σαν το να είσαι εκεί κάθε μέρα, να τα βόσκεις σωστά, να μην αφήνεις τίποτα στην τύχη — εμβόλια, φροντίδα, παρατήρηση. «Και με το παραπάνω». Ίσως γι’ αυτό και τα ζώα της είναι ήρεμα. Δεν ξεχωρίζει εύκολα γίδια και πρόβατα στον χαρακτήρα. «Είναι όλα ήρεμα», λέει. Σαν να έχουν μάθει να εμπιστεύονται. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως αυτή η δουλειά δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι σχέση.

Δύσκολη καθημερινότητα με πολλές έννοιες

Η καθημερινότητα δεν είναι εύκολη. Έχει σκαμπανεβάσματα, όπως ακριβώς οι τιμές των ζωοτροφών όπως μας λέει, έχει κούραση, έχει αβεβαιότητα. Υπάρχει και κάτι άλλο που βαραίνει σιωπηλά τα τελευταία χρόνια — οι ζωονόσοι. Στη δική τους περιοχή δεν έχουν εμφανιστεί κρούσματα. Είναι από τους τυχερούς. Αλλά δεν το λέει με ανακούφιση μόνο. Το λέει με μια σκέψη για όσους δεν στάθηκαν το ίδιο τυχεροί. «Είναι κρίμα για αυτούς τους ανθρώπους… δεν θα ήθελα ποτέ να βρεθώ σε αυτή τη θέση». Γιατί εκεί δεν χάνεις απλώς ζώα. Χάνεις χρόνια δουλειάς. Κομμάτια από τη ζωή σου. Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, εκείνη μένει. Ίσως γιατί μέσα στη φύση βρήκε κάτι που δύσκολα εξηγείται. Μια ηρεμία που δεν σημαίνει απουσία δυσκολιών, αλλά παρουσία νοήματος. Μια καθημερινότητα σκληρή, αλλά δική της. Και τελικά, όταν ξαναγυρνάς σε εκείνη τη φράση, δεν ακούγεται καθόλου τυχαία. Δεν θα τα άλλαζε με τίποτα.

https://agronewsbomb.gr/

«Αει κακιά αστραπόπτσα να την βαρέσ’ .......

http://www.karfitsa.gr/wp-content/uploads/2013/10/logo-lightning.jpg

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

«Γιατρέ να αναβάλουμε τη συνάντησή  μας, για το σφράγισμα του οδόντος  για τη Δευτέρα, γιατί  το Σ.Κ. (Σαββατοκύριακο) θα  πάω εκδρομή. Οκέι;» Αυτά  ακούσαμε το περασμένο καλοκαίρι στα Τζουμέρκα.
.....
Τον κοίταξα, με κοίταξε ο γιατρός, του έφυγαν τα φύλα της τράπουλας από τα χέρια του, έχασε ένα τσουβάλ’ καπίκια και στο τέλος ανέκραξε απελπισμένος.
«Αει κακιά αστραπόπτσα να την  βαρέσ’  κατακρίκελα.».
Ο Νάσιος, ο συμπαίκτης του, τον παρατήρησε ευγενικά:
-Γιατρέ ντροπής πράγματα. Δεν επιτρέπονται αυτά.
Κι ο γιατρός γύρισε κατά το μέρος μου.
-Εσύ δεν έχεις να πεις τίποτε; Το Σαββατοκύριακο έγινε Σ.Κ. ; Την ξέσκισαν την γλώσσα.

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/14457375_883693981765656_2510171334443339283_n.jpg?oh=ddf4c1acbe34eaf1b39dfa2827a70023&oe=587E8DBC

«Είναι η καινούρια γλώσσα, η εξευγενισμένη. Ε, τι στα Τζουμερκιώτικα θα είμαστε ακόμη;», συνέχισε την κουβέντα ο τέταρτος της παρέας.
Κούνησα το κεφάλι μου. Είχα και παραείχα να πω, αλλά όπως τον είδα έτσι αμπουριασμένο τον γιατρό,  είπα μέσα μου: «Καλύτερα να μην μιλήσεις». Και δεν μίλησα. Δεν μίλησα, για να συνεχίσουμε το παίξιμό μας.

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/10710643_428406670631078_1911626716903897826_n.jpg?oh=5c7f3f55f58edcf190b4b4dfc6aa96cd&oe=5866A618

(Αμπούριασε στο καναβοτόπ’ θα ρίξ’ καρεκλοπόδαρα)

Και εκεί  που παίζαμε, άρχισαν κομπολόι -συνειρμικά- να λειτουργούν οι λέξεις.  Ένα κατεβατό.  Τζουμερκιώτικη λαλιά.   
Να πάρουμε τη λέξη βαράω με τη μεταβατική και αμετάβατη σημασία. Τη λέμε και την πολυλέμε στα Τζουμέρκα. Την είπε και ο γιατρός. «Να την βαρέσ’…». Είναι λέξη που έλκει την καταγωγή της από τον Όμηρο και αρχικά σήμαινε πιέζω με το βάρος μου.

Βαράω: κτυπώ κάποιον, δηλαδή δέρνω ή σκοτώνω. Μη βάρισι μωρ’ μάνα.
Βάρεσα: κτύπησα, πληγώθηκα , σκότωσα: Να σε βαρέσ’ κακό στραπάτσο.
Βαράω βιολι: Μ’ έκοψε λόρδα.
Βαράω γκασμά: δύσκολα περνάω.
Βαράν οι μουσικοί: «βαράν τα όργανα, βαράν κι οι σακοράφες».
Βάρεσε μεσ’μέρ’ κι ακόμα μπεκροπίν’ στα καφενεία.
Βαράω μύγες: κάθομαι άπραγος, δεν έχω δουλειά.
Τον βάρεσαν με γκρα: τον πυροβόλησαν.
Βάρεσε  δυο λαγούς κι έναν τρυποτούφο: Λόγια κυνηγών. Αμούρες, φιστούρες και γκόρτσα αγίνωτα.
Ήπια δυο τσίπ’ρα και με βάρεσε κατακούτελα:  Αυτό  έλεγε η γιαγιά μου στην Άγναντα. «Πηγαίνετε στο πουτσαρείο ( έτσι έλεγαν τα καφενεία, γιατί μόνο άντρες πήγαιναν εκεί) του Λεμονιά και πίνετε τα παλιοτσίπ’ρα και σας βαράει κατακρίκελα στο κεφάλ’».
Μού τη βάρεσε: Γιατί να είναι πιο εύηχο το μού την έδωσε.  
Βαράω το κεφάλι μου στον τοίχο: μετανιώνω πικρά για κάτι, συνειδητοποιώ ένα μεγάλο λάθος μου.
Βαρούν τα σήμαντρα: «Γιώργη, βαρούν τα σήμαντρα, σημαίνουν κι οι καμπάνες./Δεν πας, Γιώργη, στην εκκλησιά, δεν πας να μεταλάβεις;»
Τον βάρεσε η καψούρα κατακούτελα: ερωτεύθηκε.

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/10690186_424338174371261_4441280362224269962_n.jpg?oh=75a4c38cb2b9294d087cc52b861f4f56&oe=588189C7
(Εδώ κι αν έπεσε αστραπόπτσα!)

Η γλωσσοπλαστική δεινότητα της Τζουμερκιώτικης λαλιάς. Άφθονα στοιχεία της γλώσσας των προγόνων μας, δημιούργησαν και νέες λέξεις, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη, τις κραυγές των ζώων και τους ήχους του αέρα και των γάργαρων νερών του τόπου μας, καθώς και τα φαινόμενα της φύσης και της ζωής.  Μέσα από τις λέξεις προβάλλουν εικόνες από τη φύση και τη ζωή, που δίνουν «σάρκα και οστά» ακόμα και στις αφηρημένες έννοιες, τις ιδέες.
Η «εικονοπλαστική» αυτή ικανότητα των Τζουμερκιωτών, με χρωστήρα τη γλώσσα και πρότυπο (μοντέλο) τη φύση κάνει τη ντοπιολαλιά μας να ακούγεται «ανάγλυφα», παραστατικά, ζωντανά.
Κάθε λέξη της «προβάλλει» σαν μια  εικόνα που σφύζει από κίνηση και ζωή.

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/10253825_416610498477362_8005127170330034834_n.jpg?oh=eaabdc05774e568aa231eaa2b2c5e2ba&oe=5875B299

Η αστραπή
«Θριαμβικοί θάνατοι επέρχονται/ ραγδαίως/ και μες στον μαύρο ουρανό/ ανάμεσα σε πύραυλους μέσου βεληνεκούς/  η λαμπερή αστραπή θα ’ναι η ψυχή μου».  (Γ. Σεφέρης)

Αλάφιασμα: το τρόμαγμα, το τίναγμα και το τρέξιμο του ελαφιού, όταν ξαφνιάζεται.  
Κουλοκαψίδα: όποιος αγωνιά πολύ και δεν μπορεί να ησυχάσει, όπως εκείνος που έχει ερεθισμένες αιμορροΐδες. Ε, ρε τη κουλουκαούρα  που τον έπιασε…
Πουσπουρίζω: κάνω «πους-πους», ψιθυρίζω στο αυτί κάποιου. Τι πουσπουρίζεσαι αυτού πέρα μ’ αυτόν τον ντφεκαλεύρ’.
Αλαφραπαλάτζα:  ονομάζεται ο ελαφρόμυαλος, εκείνος δηλαδή που το ελάχιστο μυαλό του, μόνο από τις «ελαφριές της παλάτζας», από ζυγαριά δηλαδή που ζυγίζει μικρά  βάρη, από ‘ζυγό ακριβείας», όπως θα λέγαμε σήμερα, μπορεί να ζυγιστεί.


Σκεφτόμουν και άλλα πολλά. Κυρίως όμως πόσο δίκιο είχε ο γιατρός που φώναξε: «κακιά αστραπόπτσα να την βαρέσ’». Μπράβο γιατρέ είπα μέσα μου. Μόνο γι’ αυτό θα σε αφήσω να κερδίσεις  στην πρέφα. Σήμερα …, όχι άλλη μέρα.



Χρήστος Α. Τούμπουρος