Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Μια γυναίκα, η Ακακία Κορδόση. Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου

Η Ακακία Κορδόση (1940, Μεσολόγγι – 26 Μαρτίου 2015, Μεσολόγγι) δεν υπήρξε απλώς μια σημαντική λογοτεχνική παρουσία. Υπήρξε μια πνευματική δύναμη με ρίζες βαθιές στον τόπο της και βλέμμα στραμμένο στην Ευρώπη. Πεζογράφος, μεταφράστρια, δοκιμιογράφος, με σπουδές Κλασικής Γαλλικής Φιλολογίας στην Ελλάδα και Μοντέρνας Φιλολογίας στη Γαλλία, έφερε στη γραφή της εκείνη τη σπάνια σύνθεση πειθαρχίας και ευαισθησίας που μιλά μέσα από τη δύναμη της σιωπής και γίνεται κραυγή φτάνοντας έως τις μέρες μας.

Οι εγκύκλιες σπουδές της στην Παλαμαϊκή Σχολή και η μετέπειτα ακαδημαϊκή της διαδρομή, από την Ελλάδα έως τη Ντιζόν, δεν ήταν απλώς τίτλοι. Ήταν θεμέλια για την ίδια και ψηφίδες για τα έργα της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Γαλλικών στη δημόσια εκπαίδευση και στην Υπηρεσία Τύπου της Γαλλικής Πρεσβείας — μια πορεία που καταδεικνύει όχι μόνο τη γλωσσική επάρκεια αλλά και την ουσιαστική διαπολιτισμική γέφυρα. Και αυτή η γέφυρα διακρίνεται καθαρά στο έργο της: ελληνική ψυχή, ευρωπαϊκή παιδεία.

Η πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα το 1967, με διήγημα στη «Νέα Εστία», δεν ήταν πυροτέχνημα. Ήταν η αρχή. Ακολούθησαν συνεργασίες με το «Έθνος» και τα «Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας», αλλά η ουσία βρισκόταν αλλού: στη σταθερή, εσωτερική της πορεία ως δημιουργού που δεν έγραφε για να ακουστεί δυνατά, αλλά για να ακουστεί βαθιά.

Η γραφή της Ακακίας Κορδόση εντάσσεται σε εκείνο που ονομάζουμε λυρική γυναικεία πεζογραφία — με την ουσιαστική έννοια του όρου. Όχι ως ταμπέλα, αλλά ως στάση. Οι ηρωίδες της δεν κραυγάζουν, βιώνουν, προχωρούν. Οι χαρακτήρες της δεν επιδεικνύουν το δράμα τους, το κουβαλούν σιωπηλά, το επεξεργάζονται. Και εκεί, μέσα σε αυτό το «κουβάλημα», αναδύεται η δύναμη.

Το έργο της είναι εκτενές και πολυδιάστατο. Στα διηγήματα —από τις Γκρίζες μέρες (1973) έως το Δεν πειράζει που δεν μ’ άκουσες (2011)— διακρίνεται μια σταθερή ενασχόληση με τη μνήμη, τη φθορά, την απουσία, την εσωτερική σύγκρουση. Στο Σαν μουσική τη νύχτα (1997) και στους Γερανούς (1993), η γλώσσα αποκτά σχεδόν μουσική υφή. Δεν είναι τυχαίο: η Ακακία Κορδόση ήξερε να ακούει τις παύσεις.

Στα μυθιστορήματά της —Ο εμπρησμός (1992), Το διπλό ταξίδι (1994), Τα νοερά καλοκαίρια (1995), Ο μυστικός κόσμος του καθηγητή Αναγνώστου (2001), Απ’ το ροζ ως το κόκκινο (2010)— διαφαίνεται μια συγγραφέας που τολμά να εξερευνήσει την ανθρώπινη συνείδηση χωρίς να την απλοποιεί. Δεν την ενδιαφέρει το εύκολο σχήμα. Την ενδιαφέρει η ρωγμή.

Ξεχωριστή θέση στο έργο της κατέχει το διήγημα Δεκατρείς φωνές της σιωπής, που τιμήθηκε το 1991 με το Μέγα Βραβείο Γραμμάτων της Γαλλικής Ακαδημίας και κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1992. Ο τίτλος από μόνος του είναι δηλωτικός: φωνές και σιωπή σε διαρκή διάλογο. Εκεί συμπυκνώνεται η αισθητική της. Η σιωπή, για την Ακακία Κορδόση, δεν είναι κενό. Είναι φορτισμένος χώρος. Είναι το σημείο όπου η ψυχή μιλά χωρίς να θορυβεί. Προσωπικά «Το ραδιόφωνο» από τις δεκατρείς σιωπές μιλά στις ψυχές των γυναικών κάθε εποχής…

Αυτή η ενασχόληση με τη σιωπή —ως υπαρξιακή και λογοτεχνική συνθήκη— διατρέχει ολόκληρη την πεζογραφία της. Οι γυναικείες μορφές της δεν είναι σύμβολα, είναι πρόσωπα. Κι όμως, μέσα από τη μοναδικότητά τους, γίνονται οι ηρωίδες της καθημερινότητας. Η μητρότητα, η απώλεια, ο έρωτας, η απογοήτευση, η εσωτερική αξιοπρέπεια — όλα αποδίδονται με γλώσσα λυρική αλλά πειθαρχημένη. Χωρίς μελοδραματισμούς. Χωρίς περιττές εξάρσεις. Με εκείνη τη λεπτή ένταση που σε ακολουθεί και μετά το τέλος της ανάγνωσης, και μετά τη σιωπή.

Η συμβολή της δεν περιορίζεται στην καθαυτό λογοτεχνία. Το θεατρικό της έργο Ένας άνθρωπος που λεγόταν Μπάυρον (1974) αποκαλύπτει την ευρύτερη πνευματική της καλλιέργεια, ενώ τα δοκίμια και οι μελέτες της —Αναλογίες (1974), Γνωρίστε το Μεσολόγγι (1976), Το Μεσολόγγι της ομορφιάς και του πνεύματος (2003), Από την Πίζα στο Μεσολόγγι (2011)— μαρτυρούν βαθιά ιστορική και πολιτισμική συνείδηση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η γλωσσική της μελέτη Μιλήστε μεσολογγίτικα (1981), που τιμήθηκε με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν πρόκειται για μια απλή καταγραφή ιδιωματισμών, είναι πράξη πολιτισμικής αυτογνωσίας είναι η βαθιά αγάπη για τον τόπο της. Η  Ακακία Κορδόση δεν έβλεπε τη γλώσσα ως εργαλείο. Τη θεωρούσε ζωντανό οργανισμό, φορέα μνήμης και ταυτότητας.

Ως μεταφράστρια, έφερε στο ελληνικό κοινό έργα του Μπαλζάκ και σύγχρονων Γάλλων συγγραφέων όπως του Φρανς Ρος και της Κατρίν Αλεγκρέ. Μετέφρασε επίσης την Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Ογκίστ Φαμπρ. Οι μεταφράσεις της δεν ήταν τεχνική άσκηση, ήταν διάλογος πολιτισμών. Και αυτό απαιτεί ευαισθησία, όχι απλώς γνώση.

Η παρουσία της στο Μεσολόγγι υπήρξε καταλυτική. Συμμετείχε στην έκδοση νεανικών λογοτεχνικών περιοδικών, ίδρυσε την Κινηματογραφική Λέσχη Μεσολογγίου, υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πνευματικού Κέντρου και, μαζί με τον αδελφό της Νίκο Κορδόση, ίδρυσαν τον πολιτιστικό οργανισμό «Διέξοδος». Δεν αποσύρθηκε στον πύργο της γραφής της. Ήταν παρούσα. Ενεργή. Ανήσυχη.

Η αναγνώριση ήρθε θεσμικά αλλά και ουσιαστικά. Το 2003 εξελέγη επίτιμη διδάκτωρ Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2004 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών για το σύνολο του έργου της. Στις 26 Μαρτίου 2015, η Ακακία Κορδόση έφυγε από τη ζωή στο σπίτι της στο Μεσολόγγι, σε ηλικία 75 ετών. Έφυγε ήσυχα, όπως έγραφε. Όμως το έργο της παραμένει. Και παραμένει ζωντανό.

Στην Ημέρα της Γυναίκας, η μορφή της δεν προσφέρεται για εύκολες εξιδανικεύσεις. Δεν χρειάζονται περιγραφές και εικόνες σε μια εποχή που η εικόνα χάνεται στην κενότητα των λόγων και φωνασκιών. Χρειάζεται ανάγνωση, χρειάζεται σιωπή. Χρειάζεται επιστροφή στα κείμενά της, εκεί όπου η γυναικεία εμπειρία δεν παρουσιάζεται ως σύνθημα αλλά ως σύνθετη, απαιτητική αλήθεια, η αλήθεια της σιωπής! Με ρίζες από το Μεσολόγγι και φτερά στη γαλλική παιδεία. Με γραφή λυρική αλλά αυστηρή. Με σιωπές που μιλούν. Σε μια εποχή που συχνά μπερδεύει την ένταση με το βάθος, εκείνη απέδειξε πως η αληθινή δύναμη μπορεί να είναι χαμηλόφωνη. Και ακριβώς γι’ αυτό, αδιαπραγμάτευτη. Μια γυναίκα- η Ακακία Κορδόση!



Κατερίνα Σχισμένου

Οδοιπορικό στην Παιδόπολη του Ζηρού: Τα παιδιά που σκότωσαν (;) τη θλίψη του εμφυλίου.

carte postale
Καρτ ποστάλ της Παιδόπολης. Διακρίνεται ο κεντρικός δρόμος, κτίρια διοίκησης, θάλαμος παιδιών και στο βάθος το αναρρωτήριο και η εκκλησία. (αρχείο Παιδόπολης Ζηρού)

Στις όχθες της λίμνης Ζηρού ακόμα έλιωνε το χιόνι, ενώ τα απέναντι ηπειρωτικά βουνά ήταν λευκά, ένα τοπίο σαν αλπικό, μόλις λίγα χιλιόμετρα από την κωμόπολη της Φιλιππιάδας. Η λίμνη φαίνεται «βυθισμένη» στο πράσινο, η βλάστηση στους λόφους που την περικλείουν είναι πυκνή- δρυς, φτελιές, πλατάνια και νερόφραξοι συνθέτουν μια εντυπωσιακή, πολυποίκιλη φύση. Στην μια άκρη της λίμνης, όπως φτάνει ο δρόμος από τον «έξω κόσμο», παρατετάγμενα ή διάσπαρτα, κεραμοσκεπή κτίρια ή τα απομεινάρια τους, κάποια ερείπια, κάποια ανακαινισμένα- με μια πρώτη ματιά και αν δεν ξέρεις την τοπική ιστορία μάλλον θα νομίσεις πως πίσω από τον φράχτη που ζώνει τον χώρο «κείτεται» κάποιο παλιό, εγκαταλελειμμένο χωριό. Όλα είναι πολύ ήσυχα, οι επισκέπτες αραιοί και αν δεν πετύχεις κάποιο από τα σχολεία που απ’ όλη την Ελλάδα επισκέπτονται το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, ο τόπος μπορεί να σου φανεί έρημος. Κι όμως, βρισκόμαστε σε ένα μέρος που από το 1948, μια σκοτεινή, αιμάσσουσα εποχή για την Ελλάδα, έσφυζε από τη ζωή μιας «Παιδόπολης». Οι κάτοικοί της; Εκατοντάδες παιδιά, ορφανά ή απλώς πάμφτωχα, που μεταφέρθηκαν στον Ζηρό από τον (Εθνικό) Στρατό- ο Εμφύλιος είναι στο αποκορύφωμά του και αυτή είναι μια από τις παράλληλες με τα πεδία των μαχών, απότοκες ιστορίες του. Άγνωστη σε πολλούς, αμφίσημη για όλους.

«Στη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου, τόσο οι κυβερνητικές δυνάμεις (ΕΣ), όσο και ο Δημοκρατικός Στρατός (ΔΣΕ), όπου την ηγεμονία είχε το ΚΚΕ, μετακίνησαν παιδιά από τα σπίτια και τις οικογένειές τους», μας λέει η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη που έχει μελετήσει συστηματικά τις δεκαετίες του ’40 και του ’50. «Πολλοί γονείς δεν ήθελαν να αποχωριστούν τα παιδιά τους αλλά αρκετοί τα άφησαν να φύγουν, αδυνατώντας να τα θρέψουν, για να γλιτώσουν από τον πόλεμο και να έχουν ένα καλύτερο μέλλον. Ο Δημοκρατικός Στρατός τα μετέφερε σε ανατολικές χώρες «για να σωθούν από τη λύσσα και τη βαρβαρότητα των μοναρχοφασιστών»- θεωρούσαν ότι η Φρειδερίκη θα τα μετέτρεπε σε γενίτσαρους. Από την άλλη πλευρά, οι κυβερνητικές δυνάμεις τα συγκέντρωσαν στις «Παιδοπόλεις» που είχαν ιδρυθεί από τον «Έρανο ‘Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος’ υπό την Υψηλήν Προστασία της Α.Μ. της Βασιλίσσης». Η Κυβέρνηση της Αθήνας κατηγορούσε τους κομμουνιστές ότι «απήγαγαν» παιδιά για να τα «αφελληνίσουν» και ονόμαζε την τακτική τους «παιδομάζωμα», ενώ τη δική της, «παιδοφύλαγμα».

Στο «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού» (Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2009), η κ. Βερβενιώτη γράφει ότι ο Έρανος της βασίλισσας ήταν το επιστέγασμα των προσπαθειών τόσο του βασιλικού θεσμού, όσο και της Φρειδερίκης προσωπικά, να εδραιώσουν την πολιτική τους εξουσία και να αυξήσουν τη δημοφιλία τους- το δεύτερο, ειδικά για τη Φρειδερίκη ήταν επιτακτική ανάγκη. Η Φρειδερίκη ήταν γενικά αντιπαθής- οι αριστεροί την κατηγορούσαν ότι υπήρξε μέλος της χιτλερικής νεολαίας, ενώ και στους δεξιούς δεν άρεσε η γερμανική της εθνικότητα, ούτε η προσωπικότητά της που ήταν πιο δυναμική από του βασιλιά. Πάντως η Φρειδερίκη μέσω του Εράνου έστησε έναν πυραμιδοειδή μηχανισμό με δικούς της ανθρώπους, σε κάθε επαρχία και μέχρι το τελευταίο χωριό. Ο Έρανος εξελίχθηκε αμέσως στο «Κόμμα της Φρειδερίκης», που χρηματοδοτούνταν από δωρεές μεγαλοαστών αλλά, κυρίως, από τα λεφτά του κοσμάκη- είτε μέσω κουπονιών (που πολλοί αγόραζαν από τον φόβο του χωροφύλακα), είτε με «φόρους υπέρ τρίτων». 

paidopoli zirou
Ο επικεφαλής της ομάδας κατασκευής της Παιδόπολης Ζηρού, Ελβετός μηχανικός Rudolph Pfenniger

«Μέχρι τα τέλη του ’47, επτά Παιδοπόλεις με «ανταρτόπληκτα» και «προσφυγόπουλα» λειτουργούσαν υπό τον Έρανο», λέει η ιστορικός. «Στην περίπτωση του Ζηρού οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός της Παιδόπολης ανήκαν στον ελβετικό Ερυθρό Σταυρό, στα τέλη του ’47 όμως ο Έρανος ζήτησε να στεγάσει εκεί 750 παιδιά. Στις 14/01/1948, λόγω των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή της Κόνιτσας, μέσα σε 48 ώρες και με τα έργα υποδομών στον χώρο της Παιδόπολης ανολοκλήρωτα, μεταφέρθηκαν στον Ζηρό όλα τα παιδιά της Παιδόπολης «Αγία Ελένη». Αργότερα, ο Ελβετός Λαμπέρ, εκπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, περιγράφει παραστατικά την άφιξη στο Ζηρό 65 παιδιών από το Ορφανοτροφείο Πωγωνίου, που στρατιωτικοί λόγοι επέβαλλαν να εκκενωθεί».

«Τα νεοφερμένα παιδιά ήταν ψειριασμένα και τα περισσότερα χωρίς παπούτσια. Τα ψέκασαν με DDT για να φύγουν οι ψείρες, κούρεψαν τα αγόρια και λίγα κορίτσια και τα σαπούνισαν όλα καλά. Σε πολλά παιδιά αυτή η διαδικασία προξένησε φόβο. Μετά τα έντυσαν με καθαρά εσώρουχα, τους έδωσαν καινούργια ρούχα και παπούτσια. Χτένισαν τα κορίτσια και έγινε νέος ψεκασμός με DDT και πετρέλαιο. Τα παιδιά μεταμορφωμένα πλέον πήγαν στο εστιατόριο, όπου μερικά συναντήθηκαν ξανά με τα αδέλφια τους. Οι «παλιοί» ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν τους «καινούριους», να τους εξηγήσουν τι έπρεπε να κάνουν. Κάποιοι ενήλικες παρατήρησαν ότι ένα παιδί δεν άγγιζε το φαγητό του, μέχρι που κατάλαβαν ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει πιάτο και δεν είχε δεχθεί ποτέ μια μερίδα όλο δική του», σημείωνε ο Λαμπέρ. 

Ένα από τα πρώτα παιδιά στο Ζηρό ήταν ο κύριος Κώστας Τραγανός- «Eδώ ήταν το χοιροστάσιο, από πάνω η εκκλησία», λέει καθώς περπατάμε σε ένα μονοπάτι από τότε, που ακόμα κυκλώνει τη λίμνη. «Να εδώ ήταν ο μώλος, δέναμε τη βάρκα μας. Ήταν κλεισμένος ο τόπος, η λίμνη ήταν περιμετρικά φραγμένη για να μην πνίγονται τα παιδιά στη λίμνη. Χασαμε δυο παιδιά, το ’52 και το ’62, από πνιγμό». Ο ίδιος είναι από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες της Παιδόπολης, αφού έζησε εκεί από παιδάκι 8 χρονών ως τρόφιμος, έως να συνταξιοδοτηθεί, ως ηλεκτρολόγος και αρτοποιός, 42 χρόνια στο ίδιο ίδρυμα.

konstantinos traganos
Κωνσταντίνος Τραγανός. «Αυτό το δέντρο είναι νερόφραξος, βέργα το πήρα από τη λίμνη και το φύτεψα εδώ το ‘60»

«Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος του ΕΛΑΣ στον Δομοκό, από εκεί είμαι. Σκοτώθηκε στον Όθρυ, δολοφονήθηκε δηλαδή από σύντροφό του που μετά παραδόθηκε και ανέφερε ότι σκότωσα τον καπετάν Μήτσο. Τη μάνα μου την έκρυβαν και μείναμε μόνα μας με την αδερφή μου. Μας πήρανε, λοιπόν, οι σύντροφοι καμιά 10αριά παιδιά και διασχίσαμε με ζώα όλο τον κάμπο της Θεσσαλίας από κρυφά περάσματα. Στα Τέμπη, όμως, πέσαμε πάνω σε απόσπασμα Χωροφυλακής. Η αδερφή μου, 4,5 χρονών τότε, «υιοθετήθηκε» από τη βασίλισσα, μαζί της κι εγώ. Μετά από 3 μήνες μας χώρισαν- αυτή έμεινε στη Λαμία κι εγώ μεταφέρθηκα εδώ».

Πως νιώθατε για τη Φρειδερίκη; Εσείς και τα άλλα παιδιά. 

-Οκτώ χρονών ήμουν αλλά ήξερα ποιοι είναι οι γονείς μου και ότι για το κακό που με βρήκε ευθυνόταν η άρχουσα τάξη. Γενικά δεν την αγαπούσαμε τη Φρειδερίκη, τη σεβόμασταν όμως. Τα παιδιά της Παιδόπολης βγήκαμε αυτοπειθαρχημένα άτομα και μαθαίναμε να σεβόμαστε τους θεσμούς. Η εντελώς προσωπική μου γνώμη για την Φρειδερίκη είναι ότι άδραξε την ευκαιρία «να πουλήσει μούρη». 
ziros
Παιδιά και προσωπικό της Παιδόπολης, 1948. (προσφορά Σωτ. Φασουλή)

Τελικά τι ήταν η Παιδόπολη, κολαστήριο ή παράδεισος;
Ένα αναγκαίο κακό ήταν, που έβγαλε όμως πολύ καλά παιδιά. Κοίτα, τότε ήμασταν στο απόλυτο μηδέν. Η χώρα είχε περάσει λαίλαπα. Στην Παιδόπολη είχαμε πολλά πράγματα, ήτανε μέρος να το χαίρεσαι. Δεν ήταν γκέτο. Η γενιά μας πείνασε πολύ, εδώ είχαμε τα πάντα- το φαγητό μας κάθε μέρα καλομαγειρεμένο, τα ρούχα μας πεντακάθαρα, γιατί οι εργαζόμενοι προσπαθούσαν. Υπήρχαν πάντα, βέβαια, και οι εγκάθετοι αλλά μην ξεχνάς ότι ήταν βασιλικό ίδρυμα.

Το κλίμα μεταξύ των παιδιών;

Αδελφικό, παρότι δεν ήταν ήμασταν όλα παιδιά ανταρτών, υπήρχαν και αρκετά που ο πατέρας τους ήταν στον Εθνικό Στρατό, τον έχασαν και βρέθηκαν εδώ. Αλλά ποτέ δεν έγινε μπροστά μου καβγάς για πολιτικούς λόγους, σαν παιδιά δε μας χώριζε τίποτα. Μετά αρχίζαμε να καταλαβαίνουμε άλλωστε την πραγματικότητα, όταν μας αποκλείανε. Εμένα με έκοψαν από υπαξιωματικό στο Πολεμικό Ναυτικό λόγω «αριστερής πλατυποδίας», το πιστεύεις; Γιατί κυριολεκτώ... 

ziross
Πάσχα 1951 στον Ζηρό. (αρχείο Π. Μπούνια)

Ξύλο δεν έπεφτε στην Παιδόπολη;
Ναι, αυτό ήταν το κακό. Είχε επικρατήσει αυτό το άθλιο «το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο. Υπήρχαν και κακοί άνθρωποι με άγρια ένστικτα που τους έφερναν εδώ σαν γορίλες. Εγώ έχω φάει μόνο κάτι μπάτσες, ήμουν γεροδεμένο παιδί και δεν μπορούσαν να με βαρέσουν. Μια μέρα ένας κοινοτάρχης (υπεύθυνος) ξεχώρισε ένα παιδί, τον έδεσε από τα χέρια σε εκείνη τη μουριά και μας έβαλε έναν- έναν να περνάμε μπροστά του και να τον φτύνουμε, γιατί «δεν ήταν καλό παιδί». Όταν ήρθε η σειρά μου, έφτυσα τον κοινοτάρχη- έβγαλε την βέργα να με χτυπήσει, την έπιασα και την έσπασα, πήγε να με χτυπήσει και τον κλώτσησα, «πιαστήκαμε» και τον έστειλα στο νοσοκομείο. Ήταν ένας τύπος σαδιστής, στους «απ’ έξω» φαινόταν η καλή «βιτρίνα» της Παιδόπολης, οι παλιοί τον ξέραμε όμως. Την επόμενη μέρα μεταφέρθηκα στην Παιδόπολη της Βέροιας... Όποιο παιδάκι της Παιδόπολης να βρεις τώρα, γέρο σαν κι εμένα, θα σου πει ότι το ξύλο φοβήθηκε εδώ. Κάποια παιδιά φάγανε πολύ ξύλο, με τη σανίδα, από ακατάλληλους παιδαγωγούς- άτομα άρρωστα που εκτονώνονταν με όποιον έβαζαν στο μάτι. Αλλά ήταν μειοψηφία, οι άλλοι δάσκαλοι και υπάλληλοι όταν έβλεπαν βία, έμπαιναν στη μέση και τους σταμάταγαν. Οι περισσότεροι μας αγαπούσαν, κάποιοι δάσκαλοι μας στέκονταν σαν πατεράδες μας. 
Οι υπάλληλοι της Παιδόπολης ήταν όλοι δεξιών πολιτικών φρονημάτων; 
Οπωσδήποτε. Πολλοί, «βασιλικότεροι του βασιλέως», όπως έγιναν και πολλά παιδιά που πέρασαν από ‘δω.

Ζητώ από τον κ. Κώστα να περιγράψει τον τρόπο οργάνωσης της Παιδόπολης και την καθημερινότητα των παιδιών. «Ήταν πολύ οργανωμένα όλα», απαντάει. «Ήμασταν μια κοινότητα που λειτουργούσε αυτόνομα, είχαμε χοιροστάσιο και λαχανόκηπο, ράφτρες και πλύντρες για τα ρούχα μας, είχαμε θέατρο, εκκλησία, γήπεδο. Τα παιδιά ήμασταν χωρισμένα σε 12 ομάδες των 44 ατόμων, ανάλογα με την ηλικία μας. Επικεφαλής κάθε ομάδας ήταν μια γυναίκα, η «μάνα» μας. Κοριτσάκια 18- 19 χρονών ήτανε, όλες ανύπαντρες- όταν παντρευόντουσαν, απολύονταν. Μερικές γινότανε κακιές αναγκαστικά, τους επέβαλλαν να κρατάνε τη βίτσα... Άντρας ήταν ο κοινοτάρχης, που είχε 4 ομάδες υπό την εποπτεία του. Αλλά κάθε Παιδόπολη ελεγχόταν από τις Εντεταλμένες Κυρίες της Βασιλίσσης- ήταν γυναίκες της μεγαλοαστικής τάξης, εθελόντριες όλες. Καθεμιά τους είχε υπό τον έλεγχό της δυο Παιδοπόλεις- σε εμάς ήταν υπεύθυνη η Αμαλία Λυκουρέζου, μια πολύ σπουδαία γυναίκα».
«Ξυπνούσαμε στις 6 το πρωί, στρώναμε τις κουκέτες μας- να δεις κρεβάτι στρωμένο από παιδοπολίτη... Ούτε στο στρατό τόσο άψογα. Σάκα μπλε πάνινη στον ώμο, πρωινό, προσευχή και έπαρση σημαίας σε σχηματισμό σαν π. Και συχνά αντικομμουνιστική θεωρία, ερχόταν «ειδικός» να μας μιλήσει. Ήθελαν να μας κάνουν εθνικιστές, αυτοί βέβαια έλεγαν «Έλληνες»».
Ο κ. Κώστας περιγράφει μια ατμόσφαιρα που αναδύει βαριά εθνικοφροσύνη, την ομάδα με τα νήπια και τα παιδιά μέχρι 6 ετών μου λέει ότι την αποκαλούσαν «Ιερό Λόχο»...
«Και μετά σχολείο, κανονικά. Το απόγευμα τα μεγάλα παιδιά πήγαιναν στα συνεργεία- αρτοποιείο, ξυλουργείο αλλά και υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, τσαγκάρηδες και κηπουροί, σε έξι επαγγέλματα μαθητεύαμε και για δυο χρόνια μετακινούμασταν κάθε μήνα από εργαστήριο σε εργαστήριο μέχρι να καταλήξουμε. Ήταν ένα (περίπου) σωστό σύστημα, σχολείο, όχι γκέτο- ένα σύστημα κολεκτιβοποίησης, «κομμουνιστικό» που, ομως, δούλεψε εδώ, στην καρδιά της βασιλοφροσύνης και του εθνικισμού, καλύτερα από ότι στο εξωτερικό...»

esoteriko koitona
Εσωτερικό κοιτώνα

Η ψυχολογική κατάσταση των παιδιών;
Κάποια στιγμή ερχόταν ο καιρός να σκεφτείς. Και ήθελες να το σκάσεις, να φύγεις από ‘δω γιατί δεν άντεχες πλέον την ρουτίνα. Στην εφηβεία κυρίως μας την έδινε... Πολλά παιδιά το έσκαγαν. Κι εγώ το έκανα. Αλλά δεν ήξερα που να πάω. Περπάτησα πολλά χιλιόμετρα, ούτε θυμάμαι που κοιμήθηκα και την επόμενη μέρα επέστρεψα. 
Τι σας ενοχλούσε περισσότερο εδώ;
Ο τρόπος που αναφέρονταν στους αριστερούς γονείς μας, «συμμορίτες» τους αποκαλούσαν- ο πατέρας μου ήταν αντάρτης έλεγα εγώ. Είχα τσακωθεί άσχημα με κάποιους δασκάλους, φώναζαν την αρχηγό, την «μάνα», με χάιδευε, προσπαθούσε να με πάρει με το καλό και να μας συμβιβάσει, αλλά εγώ επέμενα, ότι δεν θα ξαναπάω σχολείο με δάσκαλο που βρίζει τον νεκρό πατέρα μου. Κι αργότερα, όταν γίναμε αντράκια, μας πείραζε που στις αργίες έπρεπε να πηγαίνουμε στην πόλη συντεταγμένα και με τον ομαδάρχη μας, θέλαμε να βγαίνουμε από την Παιδόπολη σε παρέες. Αυτό το κατέκτησαν τα παιδιά μετά την μεταπολίτευση, όταν πια ήμουν υπάλληλος εδώ. 

ergastirio tsagaridon
Eργαστήριο τσαγκάρηδων

Άλλαξε τότε η κατάσταση συνολικά;
Ναι, άλλη «ατμόσφαιρα», πιο χαλαρή. Λιγότερα παιδιά, λίγα ορφανά και τα περισσότερα από πολύτεκνες και άπορες οικογένειες, ή εγκαταλειμμένα, «αγνώστων στοιχείων». Θυμάμαι τα επώνυμα που τους έδιναν συχνά- Ζωίδης, Ζωητός, Υπαρκτός... Τα τελευταία παιδιά έφυγαν από την Παιδόπολη το ’89. Και το ’99 οι εγκαταστάσεις έκλεισαν- έβαλαν λουκέτο κι έναν φύλακα, όταν έληξε η σύμβασή του νέκρωσε το μέρος. Ευτυχώς στεγάστηκε εδώ το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Τώρα το όνειρό μου είναι να δημιουργηθεί σ’ αυτόν τον όμορφο τόπο ένα διεθνές συνεδριακό κέντρο, θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης για όλη την περιοχή. 

Τελικά περάσατε καλά εδώ ; 
Όπου παιδί, χαρά- τα παιδιά σκοτώνουν τη θλίψη. Και μεγαλύτερη θλίψη από αυτή του εμφυλίου δεν υπάρχει. Το μεγάλο κέρδος των παιδιών της Παιδόπολης είναι που σκοτώσαμε αυτή τη θλίψη.. Τώρα έχω παραγγείλει στα παιδιά μου όταν πεθάνω να με κάψουν και να ρίξουν τη στάχτη μου σ’ αυτή τη λίμνη. 

omada podosfairou
Oμάδα ποδοσφαίρου, 1969

«Τα παιδιά που μετακινήθηκαν και «σώθηκαν» και «απήχθησαν». Σώθηκαν από τον πόλεμο, σιτίστηκαν καλύτερα από όσα έμειναν πίσω, πολλά μορφώθηκαν», μου λέει στην Αθήνα η Τασούλα Βερβενιώτη.
«Τα έχουν απαγάγει όμως, γιατί και τα δύο στρατόπεδα ήθελαν να τα εκπαιδεύσουν σύμφωνα με τα δικά τους πιστεύω, να τα εγκλωβίσουν στον δικό τους κόσμο. Βρέθηκαν τα παιδιά αυτά εγκλωβισμένα στη δίνη του ψυχροπολεμικού παιχνιδιού- αυτό καθόρισε τη ζωή τους».
  • Η αίθουσα ψυχαγωγίας
  • Αίθουσα ψυχαγωγίας, πάνω από το τζάκι η πρώτη πινακίδα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού
  • Το θέατρο της Παιδόπολης
  • Το θέατρο της Παιδόπολης
  • Το γήπεδο ποδοσφαίρου. «Η μπάλα ήταν η μεγαλύτερη χαρά μας», λέει ο Κ.Τραγανός, απαριθμώντας επαγγελματίες ποδοσφαιριστές που μεγάλωσαν στην Παιδόπολη
  • Ψηφιδωτό του Αγίου Αλεξάνδρου, έργο παιδιών της Παιδόπολης
  • Το εκκλησάκι του Αγίου Αλεξάνδρου με το απρόσμενο αίθριο εσωτερικό. «Την Κυριακή είχε εκκλησιασμό, άλλος μπελάς κι αυτός... .
    Εμείς μόνο μπάλα θέλαμε να παίζουμε
  • *Ευχαριστούμε το ΚΠΕ Φιλιππιάδας, και τον υπεύθυνο καθηγητή Δημήτρη Μπάσιο για το φωτογραφικό υλικό που μας παραχώρησε και τη συνδρομή του στο ρεπορτάζ.
Αλέξης Γαγλίας 

Η συγκλονιστική ιστορία του Μενούση που έσφαξε τη γυναίκα του και έγινε τραγούδι

Μία τραγική ιστορία, είναι η ιστορία του «Μενούση», ένα υπαρκτό πρόσωπο που ζούσε στην Ήπειρο την εποχή της απελευθέρωσης από τους Τούρκους.

Ο «Μενούσης» έγινε γνωστός επειδή διέπραξε ένα έγκλημα πάθους. Σκότωσε τη γυναίκα του, γιατί πληροφορήθηκε ότι μίλησε σε άγνωστους άντρες δημοσίως, πράξη αυστηρά απαγορευμένη για την τότε συντηρητική εποχή.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας τρεις φίλοι, δύο Έλληνες, ο Μενούσης και ο Μπερμπίλης, και ένας Τούρκος, ο Ρεσούλ-Αγάς, βρίσκονται σε ένα ταβερνάκι και γλεντούν. Πάνω στη κουβέντα αρχίζουν και μιλούν για τις όμορφες γυναίκες.

Μενούσης

Την εποχή εκείνη η γυναίκα για να θεωρείται τίμια σύμφωνα με τον κώδικα ηθικής εκείνης της εποχής δεν έπρεπε να κυκλοφορεί στον δρόμο άσκοπα μόνη της και ασυνόδευτη. Επίσης, ένας άνδρας επιτρεπόταν να μιλήσει σε μια γυναίκα, το αντίστροφο όμως απαγορευόταν.

«Όμορφη γυναίκα έχεις» λέει ο Μεχμέτ αγάς στον ομοτράπεζο Μενούση. Ο Μενούσης λοιπόν θιγμένος ρωτά να μάθει που την είδε ο Ρεσούλ- Αγάς. Αυτός του απαντά πως την βρήκε στο πηγάδι να παίρνει νερό και όχι μόνο αυτό αλλά της μίλησε κι εκείνη του απάντησε, δηλαδή του έδωσε σημασία. Ο Μενούσης, μη θέλοντας να πιστέψει όσα του λέει ο φίλος του, του ζητά να περιγράψει τι φορούσε η γυναίκα του. «Ασημένιο μεσοφόρι με χρυσό φλουρί» του απαντά.

Πάνω στο μεθύσι και στη ζήλια του, ο Μενούσης πηγαίνει στο σπίτι και σκοτώνει την όμορφη γυναίκα του. Ξεμέθυστος την άλλη μέρα την κλαίει και την καλεί: «Σήκω χήνα, σήκω λυγαριά, να σε ιδούν τα παλικάρια να μαραίνονται, να σε ιδώ κι εγώ ο καημένος να σε χαίρομαι».

Αυτή την συγκλονιστική ιστορία αφηγείται το πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι του «Μενούση» που τραγουδιέται και χορεύεται σε όλη την Ελλάδα, από την Ήπειρο ως τη Θράκη, από το Βόρειο Αιγαίο ως το Ιόνιο και από την Πελοπόννησο ως τη Θεσσαλία.

enimerotiko.gr

https://xiromeropress.gr

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Τετάρτη και Παρασκευή τα νύχια να μην κόψεις. Γιατί το έλεγαν οι γιαγιάδες;


Μπορεί να έχεις ακούσει κι εσύ από τη γιαγιά σου ή την μαμά σου να σου λέει: «Τετάρτη και Παρασκευή τα νύχια σου μην κόψεις» και, συμπληρωματικά, «την Κυριακή να μην λουστείς, αν θέλεις να προκόψεις». Γιατί όμως το έλεγαν (και το έκαναν) αυτό παλιά – και έφτασε ως τις μέρες μας; Στην ουσία πρόκειται για μια πρόληψη, η οποία όμως έχει θρησκευτικό υπόβαθρο. Να μην αποβληθεί ούτε ένα νυχάκι… Η Τετάρτη και η Παρασκευή είναι, κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, ημέρες νηστείας και τιμώνται με τη διακοπή των οικιακών εργασιών από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας – όπως συμβαίνει και στις παραμονές των γιορτών. Και επειδή η νηστεία σχετίζεται με την έννοια της έλλειψης, δεν πρέπει κανείς να αποβάλλει από πάνω του έστω και το ελάχιστο – που μπορεί να είναι ένα νύχι. ‘Ετσι, υπάρχει η πρόληψη να μην κόβονται αυτές τις δύο μέρες τα νύχια. Όχι λούσιμο, ξύρισμα, χτένισμα την Κυριακή Η παραπάνω πρόληψη έχει και συνέχεια, με την απαγόρευση λουσίματος, ξυρίσματος και χτενίσματος την Κυριακή. Και πάλι για θρησκευτικούς λόγους: Η Κυριακή, ως ημέρα του Κυρίου, είναι ημέρα απόλυτης αργίας, οπότε δεν κάνουμε καμία δουλειά, ούτε καν προσωπική καθαριότητα

Αρρώστιες Ζώων


Γράφει ο Αθανάσιος Δημ. Στράτης
Εξ Ελαίας Θεσπρωτικού Πρεβέζης








Από «πάππου προς πάππου» οι κτηνοτρόφοι της Ηπείρου είχαν διδαχθεί για όλα, ακόμη και για τις αρρώστιες των ζώων τους. Γιατροσόφια από την πείρα της ζωής, παρατηρήσεις αιώνων φυλαγμένες και περασμένες από γενιά σε γενιά.
Παρατίθενται μερικές απ’ αυτές:
-Στον άνθρακα έκαιγαν τον όγκο του ζώου με πυρωμένο σίδερο.
-Όταν είχαν «βούρλα» (σκουλήκια στο κεφάλι, που τα έκανε να στριφογυρίζουν σαν τρελά), τους έκαναν μια τομή στο μέτωπο και έβγαζαν τα σκουλήκια. Ακόμη τα έκαιγαν με πυρωμένο σίδερο ανάμεσα στα κέρατα.
-Έφτιαχναν κεραλοιφή για τον έρπη των χειλιών.
-Τρυπούσαν (τσιμπούσαν, κεντούσαν) με αγκάθι μουρτζιάς (αγριογκορτσιάς) το σημείο που τα  δάγκωνε φίδι, να φύγει το δηλητήριο. Μετά το έπλεναν με γάλα ή ξύδι.
-Όταν στο ύπνο τους τα βύζαινε ζιάμπα (μπυθυλιόπα, μεγάλος καφέ βάτραχος, σαν χελώνα χωρίς το καυκί) τότε πάθαιναν μασταρά. Πρήζονταν τα μαστάρια και έπεφταν κομμάτια με αίμα και γάλα. Κάπνιζαν το μαστάρι με δαδί. Αν το βύζαγμα ήταν φρέσκο, έκαιγαν με πυρωμένη κονταρίτσα το μαστάρι. Μετά το κάψιμο έβαζαν αλάτι στο αυτί του ζώου και το έδεναν με ράμμα.
-Κολιάτζα: Έβγαζαν με την κοπριά τους λουρίδες σαν άντερα. Τα ζώα έβρισκαν μόνα τους το κατάλληλο βότανο.
-Τσέρλα: Τους έδιναν σκαμιά (μουριά) βρασμένη να πιούν. Ακόμη μισό ποτήρι ζεστό κρασί κόκκινο.
-Όταν το ζώο δεν κόπραγε, ανακάτευαν λάδι, ξύδι και κλούβιο αυγό και το έριχναν στο στόμα του να το πιει.
-Ψώρα (στα γίδια): Στούμπαγαν σκόρδο και μπαρούτι και με ένα πανί έτριβαν καλά το σημείο. Ακόμη έβαζαν μίγμα λαδιού και θειαφιού.


-Τρίχιασμα: Έβηχαν τα πρόβατα. Τα πότιζαν κόκκινο πιπέρι και ρακί.
-Την άνοιξη μαζί με τα χλωρά χόρτα, το ζώο μπορούσε να φάει ένα είδος σκουλίκι και να ψοφήσει. Μόλις το καταλάβαιναν το μάτωναν, κόβοντάς του το αυτί, την ουρά ή την φλέβα μέσα στο μάτι.
-Προστάτευαν τα ζώα να μη πιούνε νερό που είχε πλυθεί λινάρι, γιατί ψοφούσαν.
-Μασταράς: Έκοβαν κάποια φλέβα ή έπαιρναν τρία κλωνιά αλάτι και τα έδεναν επί τρεις μέρες σφιχτά στο αυτί του ζώου.
-Τάγκισμα: Πονούσε η κοιλιά τους. μαζεύονταν και τεντώνονταν. Έκοβαν λίγο από το αυτί τους και το έβαζαν στο στόμα του ζώου να το μασήσει. Στούμπαγαν σκορπίδι με λάδι και ρακί και το έριχναν στο στόμα του ζώου με χωνί. Τούτο λέγονταν και φάγγιωμα. Προέρχονταν από βλαβερό χορτάρι και το ζώο πρήζονταν και δεν κατουρούσε. Έβραζαν νεράγκαθο με κρασί και έδιναν να πιει.
-Χαλαζιάς: Έπιανε τα γουρούνια. Τους έδιναν να φάνε φακή. Στον χαλαζιά έβγαζαν άσπρα μικρά εξογκώματα κάτω από την γλώσσα τους. Τα έριχναν κάτω οι ιδιοκτήτες τους και κάποιος, που ήξερε, τα καθάριζε με το νυστέρι. Μετά από λίγους μήνες γίνονταν καλά.

-Η νοικοκυρά έβαζε γανωμένα αυγά στην κλώσα, αφού φορούσε πεδιλόγα στο κεφάλι της να βγούνε πουλακίθες με στρωτό λειρί. Η γυναίκα έβαζε τα αυγά ορθή, να μη βγούν τα πουλιά ξεκωλιάρικα. Την Ανάσταση κατέβαζε την κλώσα από τη φωλιά, άλειφε με λάδι τον πισινό των κλωσόπουλων και τα περνούσε κάτω από την πυροστιά.
-Κλαμάρα ή κουτσαμάρα: Τα περνούσαν σε λάκκους με ασβεστόνερο και γαλαζόπετρα (θειϊκό χαλκό). Κοπάδια ολόκληρα  υπέφεραν από τούτη την αρρώστια, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1970. Πονούσαν τα νύχια τους τόσο, που πολλά απ’ αυτά περπατούσαν γονατιστά.
-Ήσκιωμα: Έδιωχναν το ήσκιωμα (μώρα) του κοπαδιού με φωτιές, ντουφεκιές, χουγιατά, ξόρκια και ψήσιμο λωβιασμένης σπλήνας σε τρίκομπο καλάμι. Τα περνούσαν ένα-ένα σε χωματότρυπα και στο τελευταίο έριχναν ένα σιδερικό λέγοντας: «Με την υγειά σας και σιδερένια». Τα βόδια πηδούσαν πάνω από ξυλοφωτιές αναμμένες με τρίψιμο ξερών ξύλων. Έτσι έφευγε το ήσκιωμα και ο κακός γελαδόκουκος.
-Μουρνταλίκι: Σοβαρή κοιλιακή αρρώστια αλόγων και βοδιών. Πρήζονταν η κοιλιά τους και ψοφούσαν.
-Τεκνεφέζι: Άσθμα αλόγων.
-Σαράτζια ή ντάγζια: Άλογα με πρησμένα ρουθούνια, φαρυγγίτιδα και ρινικό κατάρρου, είχαν βέβαιο θάνατο. Έπαιρναν κοκκινισμένο στη φωτιά σιδερένιο δράχτη και με την άκρη του έκαιγαν στα γρήγορα το ζώο πίσω από τα αυτιά στο σβέρκο και στο μέτωπο.


-Ξερόβηχα αλόγων: Έβραζαν βρώμη και την άφηναν αχνιστή στο ταϊσάρι τους. Ακόμη τα έβαζαν να εισπνεύσουν καπνό από αναμμένα κουρέλια.
-Πιάσιμο: Μετά το όργωμα πιάνονταν βόδια ή άλογα στις πλάτες τους. Πρήζονταν και είχαν αδυναμία κινήσεων. Έβαζαν ψημένους ζεστούς όγκους χωμάτων στις πλάτες τους. Ακόμη περνούσαν λινά κηρωμένα σχοινιά με την γκιουλμπάνα (σακοράφα) κάτω απ’ το δέρμα τους να τρέξουν τα υγρά. Επίσης άνοιγαν τις πληγές και έβαζαν στουμπισμένα φύλλα αγράμπελης να καθαρίσουν τα υγρά.
-Πλήγωμα από καρφί πετάλου έφερνε πρήξιμο. Αφού έβγαζαν το καρφί, έβαζαν κατάπλασμα από ψιλοκομμένη ξερή αρμαθιά (φύλλα) σκόρδου, πίτουρων, νερού και σιτάλευρου. Τις πληγές από τις τριχιές αλετριών και σαμαριών έπλεναν με ζουμί πουρναρόρριζας και άλειφαν με μίγμα από ασπράδι αυγών, σαπούνι τριμμένο, ζάχαρη, ούζο, λάδι. Μετά το σκέπαζαν με χαρτί και το άλειφαν με βρεγμένο από πετρέλαιο πανί. Επίσης στις πληγές έβαζαν και μουχλιασμένο ψωμί.
-Παρμάρα: Κούτσαιναν, τυφλώνονταν και κόβονταν το γάλα τους. Έπιαναν μια νεροχέλωνα, την έψηναν, την στούμπαγαν, την έκαναν σκόνη και πότιζαν τα ζώα με νερό και τη σκόνη ανακατωμένη. Τα πότιζαν με ασβεστόνερο. Στα πρόβατα έδιναν ζουμί άσπρης σκάρφης, που το έριχναν με φυσίγγι γκρά κάθε πρωί στο στόμα του ζώου.
-Σταμάτημα Ούρων: ερέθιζαν το ζώο με κόκκινο πιπέρι και το πότιζαν με ζουμί σπόρων κατρουλιάς.
-Σε χτυπημένο στην κοιλιά ζώο έδιναν σκορπίδι (βρωμοχόρτι), που το εύρισκαν πλάι στους βράχους, να σκορπίσει ο πόνος του.
-Σπάσιμο ποδιού: Για το σπάσιμο ποδιών οι χωριανοί τύλιγαν σε ξύλινο νάρθηκα το σπασμένο τμήμα και περίμεναν να «πιάσει». Πολλές φορές που γελάδια έσπαγαν το πόδι τους στο βουνό (είτε όταν πιάνονταν σε τρύπες που υπήρχαν πάνω σε πέτρες, είτε όταν από άλλη αιτία το έσπαγαν), ήταν ανάγκη το ζώο να μεταφερθεί στο μαντρί, κάτω στο χωριό για περισσότερη περίθαλψη. Όπως περί το 1960, όταν γελάδα του Σπυρογληγόρη έσπασε το πόδι της στην «Καζάνα». Τότε δεκαπέντε περίπου άντρες ανέβηκαν στο βουνό κουβαλώντας δυό μεγάλους κορμούς κυπαρισσένιους. Έκαναν τα κυπαρίσσια φορείο με σχοινιά και πλεξίδες, έβαλαν πάνω τη γελάδα και την κατέβασαν στο χωριό στην πλάτη τους. Για την ιστορία η γελάδα ύστερα από λίγες μέρες ψόφησε.
-Φούσκωμα: Το βόδι τρύπαγαν στην κοιλιά κοντά στο πίσω πόδι του. Τα πρόβατα με μπάνιο σε κρύο νερό και τα πότιζαν με ξύδι ή γάλα. Ο τυμπανισμός προκαλούνταν όταν έτρωγαν βίλιουρα, χλωρό τριφύλλι, πικρόχορτο. Τότε έλεγαν «τα έπιασε».
-Στρόφλος ή κολικός αλόγων: Περιέφεραν γύρω από την κοιλιά του αλόγου μια ποδιά από πρωτότοκη ή σαββατογεννημένη ή τριτοβαφτισμένη γυναίκα και έλεγαν:
«παίρνω στριφτοκάλαμο και κάνω στριφτοκάνιστρο
όσο στριφτόνερο κρατεί η στριφτοκρανίστρα,
τόσους στρόφλους να μείν’  στ’  άλογο».
Κατόπιν έριχναν την ποδιά μπροστά στο κοτέτσι, που την σκαπέταγαν οι κότες και έπαιρναν το κακό.
-Ξεμάτιασμα ζώου: Πολλές φορές βασκάνονταν τα ζώα, ιδιαίτερα από αμίλητο σμιχτοφρύδη, που θεωρούνταν κακός και φθονερός. Τότε ο τσοπάνος έσερνε στα γεννητικά του όργανα το χέρι του και μούντζωνε τον κακό. Έπαιρνε χώμα από τα πατήματά του και τόριχνε στο κορύτι απ’ όπου έπιναν τα ζώα. Στα ματιασμένα άλογα έβαζαν δόντια αγριογούρουνου και τομάρι ασβού. Πίστευαν ότι με τα κουδούνια, τα κυπριά, τα βραγκαλίδια, τα φυλαχτά και τα γαϊτάνια έφευγε το βάσκαμα.
-Ο λαγός εύρισκε μόνος του το χόρτο για τη βδέλλα..
πέρδικα έβρισκε τη ρίγανη για την πληγή της.
φιδιασμένη γάτα το σκουπόσπορο.
-Όταν το ζώο γύριζε άρρωστο στο μαντρί, τότε δεν το φοβούνταν. Έπαιρναν αίμα από το αυτί του, πάνω από το φρύδι του ματιού και από την ουρά.


-Βροντότριχα στο πνευμόνι του ζώου: Μούσκευαν στουμπισμένο κεδρόσπορο σε ξύδι και το κρατούσαν στη μύτη του ζώου να εισπνεύσει. Έβηχαν, φταρνίζονταν και έβγαιναν οι βροντότριχες.
-Κολλαμάρα: Το σκυλί αδυνάτιζε. Έσχιζαν μια θήκη κάτω από τη γλώσσα του και έβγαζαν το σκουλήκι.
- Στο νερό που έπιναν οι κότες έβαζαν κλαριά από ιτιά και φράξο. Αυτά λειτουργούσαν σαν αντιβίωση. Ακόμη έβαζαν μια σκόνη που την έπαιρναν από το φαρμακείο του Μιχαλάκη και την έλεγαν Κόκκινο.
-Μύξα: Κατούραγαν τα ζώα στη μύτη.
-Μπούζα: Τα πρησμένα χείλη του ζώου άλειφαν με κατακάθι λαδιού.
-Μόριασμα: Εξωτερικά καρκινώματα και όγκοι ζώων. Τα έκοβαν με πυρωμένο μαχαίρι και έδεναν την πληγή με πανί βουτηγμένο σε καμένο λάδι.
-Έντομα: Έβρεχαν το δέρμα των ζώων με ζουμί από φύλλα καρυδιάς, να φύγουν οι μύγες, τα τσιμπούρια και οι ψείρες. Τα άλειφαν με κρεολίνη. Στους στάβλους έστρωναν κλωνάρια ευκαλύπτου, ζεματισμένα με νερό, να φύγουν οι ψύλλοι. Στάχτωναν το κοτέτσι και τις κότες, ασβέστωναν και έκαιγαν με αναμμένα άχυρα να φύγουν οι κοτόψειρες. Ακόμη έστρωναν βλαστάρια αγζιάς κάτω από τα άχυρα της φωλιάς, να μη κοτοψειριάσει. Για τα τσιμπούρια έκαναν και επαλείψεις με λάδι.
-Διφθερίτιδα πουλερικών: Τα πότιζαν με ζαχαρόνερο και σταγόνες λεμονιού. Έβαζαν  χλωρές φλούδες φράξου στο νερό που έπιναν.
-Κλαπάτσα: Ήταν η αρρώστια διστομίαση (ηπατίτιδα ζώων) και προξενούνταν από τις βδέλλες.
Φούσκωμα: Το απόγευμα, συνήθως, τα πρόβατα τα πήγαιναν στον κάμπο, στα τριφύλλια. Ήθελε μεγάλη προσοχή, γιατί η φύτρα του τριφυλλιού τα «έπιανε». Φούσκωνε η κοιλιά τους και έσκαγαν. Τότε τα κυνηγούσαν μέχρι να κατουρήσουν ή τα πετούσαν σε βύραγγα με νερό. Ακόμη τους έριχναν γάλα στο στόμα να ξεράσουν.
Όλα τα γιατροσόφια χωρίς φάρμακα, χωρίς αντιβιοτικά. Φάρμακα που τα χορηγούσε η ίδια η φύση, φάρμακα αποτελεσματικά χωρίς καμιά παρενέργεια.