Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Μαραζώνουν τα Θεσπρωτικά χωριά χωρίς πανηγύρια το Δεκαπενταύγουστο, σε απόγνωση οι οργανοπαίκτες...


Μαραζώνουν τα Θεσπρωτικά χωριά χωρίς πανηγύρια το Δεκαπενταύγουστο.

Ολόκληρο τον Αύγουστο δεν πρόκειται να γίνουν πανηγύρια, λόγω κορωνοϊού, που μάλιστα τις τελευταίες ημέρες παρουσιάζει αυξημένα κρούσματα. 

Βέβαια τα πανηγύρια είχαν παρακμάσει ποιοτικά ως προς την παραδοσιακότητά τους,  με παραμορφωτικά ντεσιμπέλ και εκκωφαντική «έκο»,  ωστόσο, έστω και έτσι, ήταν μια αφορμή να ξαναζωντανέψουν τα χωριά. 

Τα πανηγύρια χωρίζονταν, παλιά, σε τρία σκέλη: Πρώτο το θρησκευτικό, με ακολουθίες στην και λιτάνευση της εικόνας, δεύτερο το ψυχαγωγικό, με όργανα, μουσική και χορό και τρίτο το οικονομικό.

Οι κάτοικοι των χωριών είχαν την ευκαιρία να αναδιοργανώσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις, να συνάψουν συμφωνίες. 

Από την απαγόρευση των πανηγυριών πλήττονται και οι οργανοπαίχτες, που σ΄ αυτά στηρίζουν το εισόδημά τους για ολόκληρη τη χρονιά. 

Γι' αυτό ζητούν ενίσχυση από το κράτος, γιατί οι απώλειες στο εισόδημά τους είναι πολύ υψηλές. 

Ο πάππος μου.....


Αντίκρυ μου, στον τοίχο της κάμαρας, έχω τη φωτογραφία του, τη «ζουγραφιά μ'» όπως λέει και ο ίδιος. Πρόσωπο αδύνατο, μάτια λαμπερά, θαρρείς αγναντεύουν ψηλά απ' τη τζούμα, μαλλιά -στα 90 χρόνια- κατάμαυρα. Με δυο λόγια : τζουμερκιώτικη ράτσα. Έχει ανασηκωμένο τόνα φρύδι και τα χείλια σφαλισμένα μ' ένα πεισματάρικο σφίξιμο: δεν θάβλεπε με καλό μάτι το φωτογράφο με τη διαολομηχανή του!


Τον έχω αντίκρυ μου κι' όταν παίρνω τα μάτια μου απ' τα χαρτιά, δεν κοιτάζω τίποτε άλλο, (σαν τι να δω; τις σκάλες υπηρεσίας των πολυκατοικιών ή τα δυο - τρία ψωρόδεντρα;), δεν θαυμάζω τίποτε άλλο, μα τον πάππο μου. Τον κοιτάζω, τον καμαρώνω, και τώρα το θέρος, που με ζώνουν οι κάψες και δεν αφήνουν κύτταρο ανίδρωτο, τον μακαρίζω. Είναι να, μη τον μακαρίζεις; Ζει κατάμονος στο «Κονάκι του», στα ριζά του Άη - Λια, ψηλότερα απ' τ' άλλα σπίτια του χωρίου. Απ' τα τρία παραθύρια του χαίρεται, μισοκρυμμένες απ' τα κλαριά, τρεις ξέχωρες ομορφιές: Τα Τζουμέρκα που φαντάζουν, πέφτοντας τα ίσκια, σα λαβωμένος γιγαντόσωμος Αρματολός, το βουερό Άραχθο, καμωματού νεροφίδα, και από πάνω, πάνω απ' τα βράχια και τα σύγνεφα, σαν πουλί που κούρνιασε να ξαποστάσει, το ρημοκλήσι του Άη - Λια.

Σ' αυτό τον αγριότοπο γεννήθηκε ο πάππος, ήπιε τις χαρές του και τις πίκρες του, τον έσκαψε και τον ματάσκαψε, σε τέτοια πετροχώραφα είδε τα δέντρα του να τρανεύουν ν' απλώνουν σκιά και καρπούς, από κει είδε όλα τα παιδιά του να παίρνουν ένα - ένα το δρόμο για την πολιτεία, και σ' αυτά τα χώματα, πριν λίγα χρόνια, έθαψε στερνά τη γριά του, τη βαβούλα μας. Εκεί -ψηλά ζει ακόμα «π'στόβλιακος» με τα «ζωντανά του» και τις θύμησες. Με τις θύμησες του! Όσο κι αν ο αγώνας της ζωής σκληραίνει αυτούς τούς ανθρώπους, όμως κάτω απ' το τραχύ πετσί τους πάλλει μια καρδιά πλούσια σε συναίσθημα και ευαίσθητη σε συγκινήσεις.
Να, τώρα τον θυμάμαι στο περσινό πανηγύρι. Ώρα πολλή άκουγε αμίλητος τα μυριολόγια και τα κλέφτικα στο βιολί, κι άξαφνα πετάχτηκε ορθός, «άι, ορέ παιδί μ'» φώναξε στο βιολιτζή και βγήκε από την κάμαρη. Αργότερα, σαν πήγα πλάι του, τον είδα να κρύβει τα μάτια του στο μαντήλι. Κι άλλη μια φορά σαν φεύγαμε απ' το χωριό, με πήρε παράμερα, με κοίταξε ανάμεσα από κόμπους δάκρυα, με φίλησε με πρωτόγονη ορμή και μούβαλε στην τσέπη μια φούχτα λιασμένα αγριόγκορτσα για «να νοστιμεύω τσότσο στο δρόμο».
Τί να πρωτοθυμηθεί ο πάππος: "Όταν καθόμουν σιμά του και του γύρευα να μου ιστόρηση κάτι, κούναε το κεφάλι του και μούλεγε : «Τι τα θες αυτά; χαμένος κόπος. Κοίτα τ'ς φυλλάδες σ' παιδί μ'». Μα πάντα- «ζερζεβούλ'ς!»- κατάφερνα να μου πει κάποια ιστορία του «για την Απελευθέρωση της Άρτας το 81, για το ληστή Θύμιο Γάκη, για τον πόλεμο του 97, για τον οπλαρχηγό Πουτέτση, για το πως έγινε το χωριό 'Ελληνικό το 12. Κι όταν άρχιζε, αράδιαζε κατόπι ολάκερη τη ζωή του, μια ζωή άπαφτου Αγώνα στην πλαγιά του ξεροβουνιού, για να παραμερίσουν τα λιθάρια, ν' απομείνει λίγο χώμα και να φυτρώσει μια δράκα αρρωστημένο αραποσίτι. Ένας αγώνας ανθρώπων αποξενωμένων από κάθε ευεργετική επίτευξη του πολιτισμού, ενάντια σε μια φύση πανίσχυρη που προβάλλει, ακόμα και σήμερα, με τα ίδια προβλήματα, όπως στη λίθινη εποχή. Αγώνας όμοιος από γονιό σε γόνο, απ' τα πρώτα βήματα ως τα στερνά, απ' τα χαράματα ως τη νύχτα, όχι για να γίνεις πλούσιος, μα για να μη πεθάνεις νηστικός. Κι είναι μια ζωή ασήμαντη, σαν το τράνεμα ενός δέντρου, και αθόρυβη, σαν το περπάτημα του μπούρμπουνα, και ταπεινή, σαν τα βατόμουρα, ζωή χωρίς ιστορικούς σταθμούς και χρονολογίες και ασύλληπτα ιδεώδη. Μια ζωή που δε γνώρισε χαρές να φέρνουν «συγκοπή καρδίας» και λύπες να καταντούν σε ψυχώσεις και που δεν αισθάνθηκε στέρηση ευτυχίας, ίσως επειδή δεν έψαξε να τη βρει. Τέτοια κι η ζωή του πάππου . . . Ζωή; Θ' απορήσει κανείς. Περισσότερο όμως θ' απορήσει ακούοντας πως τον πάππο δεν τον βαραίνουν τα 90 τόσα χρόνια για να σκαλώσει και στα ψηλότερα κλαριά, χωρίς να τούρθει σκοτούρα, πως δεν πήγε ουδέ μια βολά σε γιατρό - μα και που να τον έβρισκε! - και δεν «έκοψε» ποτές κούπες (βεντούζες). Μια μέρα που μας είπε ότι αισθανόταν θέρμη, η θειά μου του δώσε το θερμόμετρο. «Τί είναι αυτό το πιρτσφλίδ;» έκανε περίεργος. «Βάλτο στη μασχάλη και θα μας πει τον πυρετό» - «Κρένει αυτό το πιρτσφλίδ; και χρειάζεται να το χώσου στην αμασκάλ' για να κρένει; Κι απέ θα μ' πέσει η θέρμ';». - «Δεν θα πέσει η θέρμη, αλλά θα μάθουμε τι πυρετό έχεις».
Ο πάππος το κοίταξε με περιφρόνηση και ξανάπε συλλοϊσμένος:
«Άιστε ορέ παιδιά μ' και μη σας τρων τ'ς παράδες οι μπαγαπόντες μ' αυτούνα τα σκανταλάρια!» Και τότε θυμήθηκε πώς τούχε πέσει μια μεγάλη θέρμη όταν ήταν παιδί: «Μ' είχε πιάσει τρανή χολέρα τότες έτρεμα σαν το κουνάβ'. Ο αδερφός μ' ο Νίκους μούριξε το καπότο και πήγαμε ως τη γούρνα, τάχα για να νυφτώ. Απέκια μου δίνει μια και χώνομαι ίσαμε τ' αυτιά στο νερό, χειμώνα πράμα! Μ' κόπηκε η θέρμη με το μαχαίρ'!».
Τέτοια η ζωή του πάππου. Και μη του πεις ν' αφήσει το κονάκι του και τα ζωντανά του και τα κλαριά του και να κατέβει να μείνει με κανένα παιδί του στην πόλη! «Το καλό που σ' θέλει το σπίτι σ' δε σ' το θέλει κανένας. Ιδώ έχω το γαλατάκι μ' και το κρύο νερό που το πίνεις και λαγαρίζουν τ' άντερα. Και δίπλα το γιατάκι μ'. Τρώω όποτε με πεινάει κι απέ-πουπ !- γέρνω και τον παίρνω».
Βαθειά η αγάπη του για τον τόπο και πιστή κι απέραντη. Κλείνεται ακέρια και ανάγλυφη σε -τούτα τα λόγια του: «Ξέρεις τί τράβηξα, παιδί μ', γι' αυτά τα παλιοχώραφα; Δεν μούχε απομείνει γίδα για να τα ξαγοράσω απ' τους Τούρκους. Γλέπεις αυτή την καρυά; Τη φύτεψα σαν γέν'κε ο πατέρας σου. Που ν' αφήκω μαθές αυτά τα κλαράκια να τα τσακάη ο ένας κι ο άλλος και γω να γυρνάω σαν την άδικη κατάρα.». Κι έχει τόσο δίκιο ο πάππος!  Ενενήντα χρόνια ζωής και αγώνα έχουν σταλάξει στην ψυχή του μέρα τη μέρα, με κόμπο-κόμπο ιδρώτα, αυτό που επαναστατεί τους διεθνιστές και τους κοσμοπολίτες τον πόνο για τον τόπο πού σε έταξε η μοίρα, την αγάπη για την πατρίδα. Να ξυπνάει «πουρνό-πουρνό» και ν' αγναντεύει τ' ανυπότακτα Τζουμέρκα,  να κινάει με τη βαρέλα για τη δροσοπηγή στο ρέμα, να νίβεται, να πίνει και ν' αγαλλιάζει να βοσκάει τις «γιδοδούλες του», να φυτεύει νέα κλαράκια και να αισθάνεται τη χαρά της δημιουργίας και της προστασίας, ν' αφουγκράζεται τον αγέρα να σουράει στο μπουχαρί και, πέρα, τα στεφάνια να γκρεμιώνται μπουμπουνίζοντας,  να λέει την «προσευχή» μόνος του, να παίρνει ευλαβικά τον κατήφορο για την εκκλησιά, ν' αναμεράει τις φτέρες απ' τον τάφο της γυναίκας του, της Βαβούλας..  Κι όλα αυτά να γίνονται «πάσα μέρα του Θεού» και «πάσα Κυριακή», ολόιδια πάντα, μα και πάντα με τη μυστική χαρά του πρωτόγνωρου, με τη λαχτάρα του ανθρώπου που δε χόρτασε, με το ρυθμό της κλεψύδρας. Κάπως έτσι νιώθει ο πάππος την πατρίδα, έτσι την ζει και τη χαίρεται και, μα την πίστη μου, κανένας ορισμός δεν θα τον έκαμε να την αγαπήσει πιότερο και καμιά θεωρία δεν θα τον έπειθε να την αρνηθεί. Κι ούτε κουβέντα να γίνει για πλήξη ή ρουτίνα ή μαρασμό.. Κι ούτε κουβέντα να γίνει για νέους τόπους και νέα ήθη και έθιμα και πολιτισμούς. Ο πολιτισμός κι όταν έφτασε με τη μια ή την άλλη μορφή στο χωριό ήταν «για ντροπές». Ο πολιτισμός, λέει, «άνοιξε τα μάτια του ανθρώπου πιότερο για να του τα βγάλει ευκολότερα». Να, μια μέρα ο πάππος έβοσκε τα «πράτα» και τον είχαν λαγοκοιμίσει -ντρίνγκ, ντρίνγκ- τα κυπράκια τους. Κάποια στιγμή όμως, αναπάντεχα, ένα βουητό, σαν μούγκρισμα τρισκατάρατου, διάβηκε πάνω απ' τα κεφάλια τους. Οι γίδες «προντίστ'καν» στον κατήφορο κι ο πάππος ανοίγοντας τα μάτια του μόλις πρόκανε να ξεχωρίσει ένα αεροπλάνο να χάνεται στον ορίζοντα. Έριξε μια ανήσυχη ματιά στις γίδες κι ύστερα,, τεντώνοντας το χέρι μ' ορθάνοιχτη παλάμη κατά το «πουλί του διαόλου» αναστέναξε με κακία: «Αχ μωρή ριμάδα Ευρώπ'!.». Αμ τις προάλλες στο πανηγύρι «τι ντροπές και γάνες» ήταν αυτές; «Σαν έπαψαν τ' άργανα, κάτι αρχίν'σε να γριτσανάει στο βιολάκι τ' ο  Δημητράκ'ς. Κι απέ μ'  σηκώθ'καν κάτι παλιοπαίδια, πήραν τις τσούπρες κι έφερναν γύρες αν τάμα. Κολλ'τός χουρός! Φτου, ντροπές και γάνες! Τί να τ'ς κάνω; Πήρα τα μάτια μ' κι έφυγα να μη τ'ς βλέπω και μοΰρχεται ανακατωσιά. Χρειάζονταν μαθές να τ'ς μαζώξ' όλους τ' απόσπασμα και να παίζει το βουρδούλ' στο χοροστάσ' - φαπ! φουπ! - να μ' δουν κολλ'τό οι λώβες!» -«Γιατί, παππού;» διαμαρτυρήθηκε τότε η αδερφή μου, «εξελίχθη ο κόσμος, θέλεις να ζει καθυστερημένος επ' άπειρον «Άι μωρή τσ'μπίδου» την απόκοψε ο πάππος πεισμωμένα, «κοίτα να κάν'ς κανένα .πλησιασμό (πολλαπλασιασμό) στα χαρτάκια σ' και μη σ' παίρνουν τα μυαλά αέρα!».
Με αυτή την αγάπη για τον τόπο σου και με τέτοια προσήλωση στις παραδόσεις ήρθε, πριν λίγα χρόνια, ο πάππος στην Αθήνα. Πώς τον καταφέραμε κι άφησε το κονάκι του; Από τη μια η μεγάλη μας επιμονή, απ' την άλλη ο τρανός πόθος του να μάς δη, υστέρα από τόσα χρόνια χωρισμού, τον έφεραν κοντά μας. Μα δεν είχε καλά - καλά ανέβει τα σκαλοπάτια και μάς μολόγησε τον καημό του: Θα κάτσω κάνα-δυο μήνες και θα ματαγυρίσω. Δεν κάνω γω για δω, χαμένος άνθρωπος.». Κι αλήθεια δεν έκανε ο πάππος για την Αθήνα, μ' ουδέ κι η πρωτεύουσα γι' αυτόν!
Ήταν το πουλί που το τσάκωσες στο λόγγο για να το κλείσεις στο κλουβί. Χρυσό νάναι το κλουβί; Κανναβούρι να το ταΐζεις; Τίποτα! Αυτό θέλει να «φλικαράη» όσο ν' αποστάσει και να τρώει σπόρους και ζουζούνια. Έτσι κι ο καημένος ο πάππος. Ζούσε στην Αθήνα κι ο νους του ήταν στο «χουριό». «Είχα και μια αρμάθα κρομμύδια στο κατώι», μας έλεγε, «θα τα φάει η μούχλα κι αυτά. Και τα ζλαπάκια ; Κείνη τη γάτα την αφ'κα με γατσούνια. Ποιός να τ'ς έχει την έγνοια τώρα;». Σε μας ολ' αυτά φαίνονταν αστεία και σώνει και καλά να κάνουμε τον πάππο Αθηναίο. Του βγάλαμε τα «σκουτιά» (τί; μάλλινη φανέλα δε βάζει κανένας στην Αθήνα!) κι επιμονή να του δέσουμε γραβάτα και καλτσοδέτες και να του περάσουμε μανικέττια και να ψαλλιδίσει λίγο τη μουστακάρα και να τρίβει πολύ ώρα τα χέρια με το σαπούνι για να μαλακώσουν και να βγάλει το σκούφο και.και..
Όλα τα δέχονταν καρτερικά ο πάππος μη κακοκαρδίσει τα' αγγόνια κι' όλο μουρμούριζε: «Άντε, μωρέ μπελιάδες, και το βάλαταν να με φκιάσετε μασκαρά!» Μα η δυσκολία μας ήταν στην εθιμοτυπία, στις βαθύτερες συνήθειες. Πως να χωρέσει το μυαλό του πάππου ότι μπορεί, λόγου χάριν, να μη λέει στον «πάσα ένα» καλημέρα κι ότι δεν ήταν δα και μεγάλη αμαρτία πρώτα να κολατσίζει κι ύστερα να πηγαίνει στην Εκκλησιά: «Πώς! Άνθρωποι του Θεού είμαστ' όλοι, να διαβαίνουμε σαν τα γελάδια χωρίς να λέμε μια καλημέρα;» διαμαρτυρόταν πολλές φορές, κι άλλες μας μάλλωνε: «Την πατώσαταν καλά τώρα και τραβάτε στην εκκλησία γι' αμφορά ! Αμ θα σας το πάρει ο Θεός το ψωμί, θα σας το πάρει.». Εξάλλου πως ν' ανταποκριθεί ο πάππος στις καθημερινές απαιτήσεις της «κοινωνικής ζωής» και να προσαρμοστεί στις ιδιοτροπίες του «προηγμένου πολιτισμού»; Γιατί ήταν αδύνατον να κοιμηθεί αν δεν «κουκούλωνε» και το κεφάλι κι ήταν γι' αυτόν τυραννία και αυτή ακόμα η φυσικότερη απ' τις σωματικές ανάγκες: «Δε μ' βολεΐ να τα ντκιάσω (πετύχω) σ' αυτό το φλώρο τέντζερη» μας έλεγε πηγαίνοντας στην «τουαλέτα» της ευρωπαϊκής μεγαλοφυΐας!
Ήταν χαρά μας και διασκέδαση να τον έχουμε μαζί μας στον περίπατο, στα θέατρα, στη θάλασσα, στα μουσεία κι όπου ξέραμε ότι κάτι το πρωτόφαντο θα ξένιζε τον πάππο. Τα βλέπε όλα πότε σιωπηλά, περίεργα και πότε με υποψία και ολοφάνερη ψυχική επανάσταση. Ο κόσμος, το παρδαλό και πολυκύμαντο πλήθος, τον ξάφνιαζε και τον κούραζε. Ασυνήθιστος, βλέπετε, σε τέτοια γυμνάσματα.
«Πως δεν χαθήκαταν, παιδιά μ', σ' αυτό τουν κουρνιαχτό! Ιγώ, δν μ' αφηνα' ταν έρμο, θα ζάρωνα σε μια γωνιά ώσπου να μ' βγει η ψυχή». Και σαν γυρίζαμε σπίτι και τον ρωτούσαμε πως του φάνηκε ο περίπατος, έσερνε την παλάμη στη «μπάλα» (μέτωπο) και μας έλεγε χαμογελώντας» «Ιδώ γυρνάν τώρα τα περίπατα».
Κάποιο βράδυ, «σκαθάρια» και μείς, τον πήραμε σε μια θεατρική Επιθεώρηση. Άλλο πράμα να τον βλέπει ! Σαν πρόβαλαν στη σκηνή φανταχτερές, μισόγυμνες θεατρίνες, πετάχτηκε απ' την καρέκλα σαν κεντρισμένος. Όλα κι όλα! μα την τιμή του, τη σεμνότητα του, την πατροπαράδοτη ηθική του, όπως αυτός τα αισθανόταν, δεν τα λώβιαζε ο Τζουμερκιώτης! Κοίταξε κατακόκκινος δεξιά - ζερβά, σα νάκανε κάτι το απαγορευμένο, και μας φώναξε θυμωμένα: «Άιστε να φύγουμε απ' αυτά τα μασκαρλίκια!» Αργότερα που του ζητήσαμε γνώμη για το Θέατρο, μας κοίταξε, σαν πως κοιτάξουν τα μολυσμένα πράγματα, και μας αποπήρε: «Θέατρο γίναμαν εμείς!».
Ανάμεσα σ' αυτό τον καινούργιο κόσμο της πρωτεύουσας με τις αστραπιαίες εντυπώσεις, τον άπαφτο θόρυβο, την αποπνικτική ατμόσφαιρα και τα αλλοπρόσαλλα ήθη, αισθανόταν πολλές φορές την ανάγκη μιας γαλήνης που να θυμίζει τις εσπερινές ώρες του χωριού, μιας απομόνωσης και περισυλλογής . Τότε τον άφηνα να παίρνει μόνος τον απόκεντρο δρόμο για το μεγάλο πάρκο. Αργά διάβαινε κάτω απ' τα δέντρα χάιδευε τα κλωναράκια τους, δρόσιζε το χέρι του στο τεχνητό αυλάκι, κοίταζε με πικρό παράπονο τα ζαρκαδάκια πίσω από τα σύρματα (πόσο συναισθανόταν τη φυλακή τους!) κι έπιανε κουβέντα με το γέρο φύλακα που πότιζε τα λουλούδια. Τούλεγε πως είχε κι αυτός κλαράκια στο χωριό -μήπως μπόραγε να του δείξει κατά που έπεφτε;-πως όμορφο θάταν να φυτέψουν στο πάρκο και «κολοκ'θιές» - κάνουν κι αυτές κίτερα άνθια,- πως θα μαράζωναν τα ζαρκαδάκια αν δεν τα ζευγάρωναν . «Α, ναι θάταν να τα χαίρεσαι αν τους πέρναγαν στο λαιμό κι' απόνα κύπρο».- «Που πήγες σήμερα παππού;» τον ρωτήσαμε μια μέρα που γύριζε από τη συνηθισμένη του στράτα. «Μέχρι τα κλαράκια» μας αποκρίθηκε, κι επειδή δεν καταλάβαμε ποιά κλαράκια εννοούσε, θυμήθηκε ένα χτυπητό σημάδι και μας είπε:
«Έφτακα μέχρι εκείνο τον ξεβράκωτο» Εννοώντας το άγαλμα του δισκοβόλου στο Ζάππειο. Κι ενώ μας είχε κοπεί η ανάσα από τα γέλια ο πάππος μουρμούρισε με δικαιολογημένη απορία: «Δεν τούβαζαν τσότσο βρακάκι, οι προκομμένοι!»
Δεν μπορέσαμε να τον κρατήσουμε για πολύ τον πάππο. Σαν μπήκε το καλοκαίρι του μπήκαν κι οι ψύλλοι στ'  αυτιά. Ύστερα κόντεψε να μας αρρωστήσει και που ν' ακούσει για γιατρό! «Θα πεθάνω ιδώ, μωρέ, στα ξένα σαν αναθεματισμένος!» έλεγε και ξανάλεγε» Στο τέλος έφυγε ο πάππος κι έχει από τότε να ξεστρατίσει απ' το κονάκι του κι ούτε θέλει να ματακούσει για «Αθήνα» μήτε για Γιάννινα ή για Άρτα. «Όμοιος στον όμοιο», λέει» «κι η κοπριά λάχανα»!
Στο χωριό είναι πια ο κοσμογυρισμένος. Πολλές φορές, τα δειλινά, τον τριγυρίζουν οι χωριανοί στον καφενέ και τον ψαρεύουν τί είδε και τι άκουσε. «Κόσμος παλιόκοσμος» τους λέει στοχαστικά, «κι ουδέ καπνός, ουδέ γάστρα. Τι τρώει αυτούνο το μυρμήγκιασμα; Πλήθεψαν κακά και σε λίγο θα φάει ο ένας τον άλλο». Και, μα την αλήθεια, δεν δίνει και τόσο καλές συστάσεις για τους «εκπροσώπους του συγχρόνου πολιτισμού»: «Λουμπουδύτες! Κοιτάν να σ' γδάρουν το τομάρ' και να μη σ' δώκουν τίποτις». Όμως δεν λαθεύει κάθε τόσο ν' αποσώνει τη διήγησή του με απλά και σοφά συμπεράσματα. «Αν οι γυναίκες μας ήξεραν πως καλοπερνάν οι γυναίκες στις πολιτείες θα ξεσήκωναν τρανή επανάσταση» λέει σιγά ο πάππος καθώς βλέπει τη χωριατόπουλα ν' ανηφορίζει αργά και καρτερικά με τη βαρεία βαρέλα στην πλάτη. Και βιαστικά ο γέρος σηκώνεται να φύγει, γιατί νοιώθει πώς σε λίγο, παρ' όλο το καψάλισμα των ματιών, δυο υγροί κόμοι θ' αυλακώσουν τα βαθουλωμένα μάγουλα, μια αυθόρμητη θερμή προσφορά στη μνήμη της κυράς του, της βαβούλας μας .
 Του Γεωργίου Ι. Χριστογιάννη 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 17, Σεπτέμβρης 1953.

Οι «ορεινές παραλίες» της Ηπείρου... Κολύμπι στα όμορφα ποτάμια και τις λίμνες

Οι «ορεινές παραλίες» της Ηπείρου

Τα νησιά αποτελούν νούμερο ένα προορισμό το καλοκαίρι, αλλά για όσους προτιμούν τις εναλλακτικές διακοπές , αγαπούν όμως και το μπάνιο, υπάρχει μια άλλη λύση.

Για όσους αγαπούν το βουνό, λοιπόν, υπάρχουν και οι ορεινές παραλίες κι αυτές της Ηπείρου είναι ιδανικές. Γνωρίστε τα μέρη που μπορείτε να κολυμπήσετε και θα γοητευτείτε...


1. Δρακόλιμνη Τύμφης

ipeiros1
Το κολύμπι σε λίμνη στα 2.000 μέτρα είναι μια εμπειρία που θα σας μείνει αξέχαστη. Απαιτεί ιδιαίτερα καλή φυσική κατάσταση, καθώς θα χρειαστεί να περπατήσετε από το Πάπιγκο για περίπου 4 ώρες. Η ομορφιά του φυσικού τοπίου είναι μοναδική και αποζημιώνει και τον πιο απαιτητικό. Στα δροσερά νερά της λίμνης θα σας κάνουν παρέα οι αλπικοί τρίτωνες.


2. Ποταμός Αώος

ipeiros2
Υπό το «βλέμμα» του πέτρινου γεφυριού της Κόνιτσας Ιωαννίνων, αλλά και σε μια εκτεταμένη διαδρομή προς τη Μονή Στομίου, υπάρχουν πολλές «παραλίες» για δροσερές βουτιές, κυριολεκτικά μέσα στα πλατάνια.


3. Ποταμός Βοϊδομάτης

ipeiros3
Για τους πιο τολμηρούς, τα κρύα νερά ενός από τους καθαρότερους ποταμούς της Ευρώπης προσφέρουν ένα αναζωογονητικό μπάνιο. Εκτός από κολύμπι μάλιστα απ' αυτόν τον ποταμό μπορείτε να πιείτε και νερό άφοβα. Το τοπίο θα σας καθηλώσει.


4. Κολυμπήθρες

ipeiros4
Οι φυσικές πισίνες της Ηπείρου ανάμεσα στο Μικρό και το Μεγάλο Πάπιγκο προσφέρουν μια μοναδική εμπειρία στον επισκέπτη. Θα οδηγηθείτε εκεί μέσα από ένα μονοπάτι και ακόμη κι αν δεν κάνετε μπάνιο, μπορείτε να χαλαρώσετε στη δροσιά.


5. Ποταμός Αχέροντας

ipeiros5
Λένε ότι το να κάνεις μπάνιο στον Αχέροντα δεν είναι μια οποιαδήποτε βουτιά, αλλά είναι η βουτιά στον αρχαίο κόσμο. Και είναι πραγματικότητα. Στις Πηγές του Αχέροντα κοντά στο χωριό Γλυκή θα απολαύσετε ένα μπάνιο που θα σας μείνει αξέχαστο σε μια από τις πιο όμορφες «ορεινές παραλίες».

Η ημέρα της φιλίας χθες


Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

«Πιστεύω τω φίλω. Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις. Ο φίλος τον φίλον εν πόνοις και κινδύνοις ου λείπει.» (Έχω εμπιστοσύνη στον φίλο. Τον πιστό φίλο στους κινδύνους τον γνωρίζεις. Ο φίλος δεν εγκαταλείπει τον φίλο του στους κόπους και στους κινδύνους...). Καθημερινά θυμάμαι πώς ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τα αρχαία ελληνικά. Το συγκεκριμένο κείμενο, που μπορεί να χαρακτηρισθεί ύμνος στη φιλία. Και το θυμάμαι μέχρι τώρα πάνω από μισό αιώνα! Είναι αυτό που λέει ο λαός. «Ο,τι μικρομαθαίνεις δεν το γεροντοαφήνεις».
Η φιλία, λοιπόν είναι η κοινωνική σχέση (στενή - στενότατη) μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων στηριγμένη στην αμοιβαία αγάπη, κατανόηση, συμπάθεια και εκτίμηση. Ο μέγας Αλεξανδρινός ποιητής νομίζω πως έδωσε τον καλύτερο ορισμό της φιλίας. «Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα —/είναι προ πολλών ετών —/στην ιδίαν γη δεν ζούσα/μετά των λοιπών θνητών». Υπερίπτανται σ’ άλλους κόσμους, σε άλλες συνθήκες, σε «υπερουράνιους» τόπους … Καλό είναι να μην συγχέουμε τον έρωτα με τη φιλία. Έρωτας είναι το συναίσθημα όταν επικεντρώνεται το σεξουαλικό ενδιαφέρον σε ορισμένο πρόσωπο και εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως. Γι’ αυτό μιλάμε για φλογερό και φοβερό, για κεραυνοβόλο και σφοδρό, για παράφορο και τρελό, για επιπόλαιο και σοβαρό… Η φιλία είναι στην ουσία μια ψυχή που κατοικεί μέσα σε δύο σώματα. Είναι άλλο πράγμα.
Η «φιλία» προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «φιλῶ» (αγαπώ). Την ίδια ρίζα έχει «ο φίλος», «η φίλη», «το φιλί». Αλλά και τα πάρα πολλά σύνθετα όπως «μουσικόφιλος», «φιλάνθρωπος», «φιλέλληνας». Στη Μυθολογία είναι πολλά τα παραδείγματα της στενής σχέσης μεταξύ φίλων. Το πιο γνωστό πρότυπο φιλίας είναι αυτό του Δάμωνα και του Φιντία. Πρόκειται για δύο πυθαγόρειους φιλοσόφους - φίλους που ζούσαν στις Συρακούσες όταν στην εξουσία ήταν ο τύραννος Διονύσιος ο Νεότερος. Ο Φιντίας κατηγορήθηκε ότι σχεδίαζε την ανατροπή του τυράννου και καταδικάστηκε σε θάνατο. Του επέτρεψαν ως τελευταία επιθυμία να επισκεφθεί τους συγγενείς του με τον όρο -αν δεν επιστρέψει εγκαίρως- να εκτελεστεί στη θέση του ο φίλος του ο Δάμων. Μετά από πολλές περιπέτειες και καθυστερήσεις ο Φιντίας επιστρέφει έγκαιρα για την εκτέλεσή του, αλλά ο Δάμων -από αγάπη για το φίλο του- επέμενε να εκτελεστεί αυτός αντί του Φιντία. Ο τύραννος των Συρακουσών συγκινήθηκε πολύ από την αυτοθυσία των φίλων και διέταξε να αφεθούν και οι δύο ελεύθεροι.
Τέτοιες πράξεις εννοούμε όταν μιλάμε για φιλία. Πράξεις που διακρίνονται από την αγνότητα, την πίστη, την καθαρότητα και την εντιμότητα. Πράξεις δηλαδή στην ουσία γενναίες και ανθρώπινες. Γιατί διαφορετικά πρόκειται για πράξεις ανθρωποειδούς οργανισμού. «Υπάρχει όμως εν λεπτόν/πολύ ευώδες άνθος/ που δεν μαραίνεται ποτέ/ και τ’ αγαπώ με πάθος./(…)Έδαφος έχει δι’ αυτό η τρυφερά καρδία/με θέρμη απαράμιλλον και λέγεται Φιλία!». Mαρία Πολυδούρη
Μέγα, λοιπόν ερωτηματικό η φιλία. Σήμερα με την καθολική κατολίσθηση όλων των αξιών, με τον ανταγωνιστικό τρόπο ζωής που ενίοτε φτάνει σε βαθμό επιθετικότητας, με τον κοινωνικό αυτοματισμό που έντεχνα προωθούν όσοι τον προωθούν, με την υπαρξιακή μοναξιά και αβεβαιότητα που έχει γίνει επιδημία, έχει εξοβελιστεί πραγματικά η αμοιβαία αγάπη, η συμπάθεια και η εκτίμηση. Τον αν είσαι ή δεν είσαι φίλος ή φίλη είναι αξίωμα, που μετατρέπεται σε καθημερινό τρόπο ζωής. Κάτι τέτοιο οφείλεις να το αποδεικνύεις και να το υπηρετείς σε καθημερινή βάση. Καθημερινό ήθος…



Χρήστος Α. Τούμπουρος

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2020

Σπάει κοντέρ ο Συνεταιρισμός Καλαβρύτων 1,15 ευρώ το κιλό το πρόβειο 0,70 το γίδινο


Μέση τιμή παραγωγού στα 1,069 ευρώ στο πρόβειο γάλα και στα 0,645 στο γίδινο στα μέλη του συνεταιρισμού και με ανώτερη τιμή τα 1,15 ευρώ και 0,70 ευρώ αντίστοιχα, ανακοίνωσε ο Αγροτικός Γαλακτοκομικός Συνεταιρισμός Καλαβρύτων. 
Επίσης στα 1,035 ευρώ στο πρόβειο γάλα και 0,603 ευρώ στο γίδινο για τους συνεργαζόμενους παραγωγούς (περίπου 500 κτηνοτρόφοι).
Αυτά αποφάσισε το Διοικητικό Συμβούλιo στην πρόσφατη συνεδρίασή του για την γαλακτοκομική περίοδο 2019 - 2020.
Με αυτές τις τιμές ο Αγροτικός Γαλακτοκομικός Συνεταιρισμός Καλαβρύτων κρατά και αυτή τη χρονιά ψηλά τη σημαία του Συνεταιριστικού Κινήματος της χώρας, επιμένοντας να δίνει πραγματική (υπερ)αξία στα προϊόντα του, κυρίως δε στον τόπο και στον κόπο των παραγωγών.
Όπως αναφέρει στην ανακοίνωσή του ο Συνεταιρισμός, «πρόκειται για την καλύτερη τιμή πανελλαδικά. Και με καλύτερους όρους πληρωμής. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν απίστευτο άθλο, αν λάβουμε υπόψιν μας την κρίση που βίωσε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο τομέας, με την καθίζηση στις τιμές, αλλά και τα δεδομένα της τρέχουσας περιόδου, με την οικονομία συνολικά να κλυδωνίζεται από την πανδημία του κορωνοϊού και τι επιπτώσεις της.
Ο Αγροτικός Γαλακτοκομικός Συνεταιρισμός Καλαβρύτων, συνεπής με το όραμά του και την υπόσχεση που έχει δώσει για την με κάθε τρόπο ουσιαστική και έμπρακτη στήριξη της τοπικής κοινωνίας, συνεχίζει σθεναρά να επιτελεί το ρόλο του, ως το οικονομικό κύτταρο που τροφοδοτεί με αισιοδοξία την αγροτική οικονομία της περιοχής, στηρίζοντας τους παραγωγούς όχι μόνο με τις τιμές που καταφέρνει να δίνει και με το έγκαιρο της πληρωμής, αλλά με ρευστότητα, με φάρμακα, με εφόδια, με ζωοτροφές, με υπηρεσίες, με συνεχείς επενδύσεις που διασφαλίζουν το μέλλον της Οργάνωσης. Και πάνω απ’ όλα με την ενεργό συμπαράσταση σε κάθε του ανάγκη, σε κάθε πρόβλημα που προκύπτει. Με δυναμικές παρεμβάσεις όπου και όταν χρειάζεται, με διάλογο και προτάσεις, με μελέτη και προγραμματισμό».
Ο πρόεδρος του Αγροτικού Γαλακτικού Συνεταιρισμού Καλαβρύτων, Παύλος Σατολιάς, επισημαίνει: «Με όλες μας τις δυνάμεις θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε τους παραγωγούς μας, να στηρίζουμε τον τόπο μας. Χωρίς την πρωτογενή παραγωγή δεν μπορεί να σταθεί όρθια η οικονομία. Εμείς το ξέρουμε καλά και αυτό προσπαθούμε ως μήνυμα να περάσουμε και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Νομίζω ότι αν η περιπέτεια της πανδημίας θα πρέπει κάτι να μας διδάξει, αυτό είναι πως χωρίς παραγωγή, χωρίς τρόφιμα, χωρίς τους αγρότες μας, τους κτηνοτρόφους, δεν υπάρχει ελπίδα. Για αυτό ακριβώς είναι σημαντικό να στηρίξουμε όλοι, όσο το δυνατόν περισσότερο, τον κόσμο της παραγωγής».

Παϊσιάδης Σταύρος

Η Πανηπειρωτική εξέφρασε την αντίθεσή της στην ιδιωτικοποίηση του λιμανιού της Ηγουμενίτσας


"Όχι της ΠΣΕ στο ξεπούλημα και την ιδιωτικοποίηση του λιμανιού της Ηγουμενίτσας, του Αλιευτικού Καταφυγίου Πλαταριάς και της μαρίνας Συβότων"
Αθήνα 30 Ιουλίου 2020

Η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας με αίσθημα ευθύνης τονίζει πως η σχεδιαζόμενη ιδιωτικοποίηση του λιμανιού της Ηγουμενίτσας, του Αλιευτικού Καταφυγίου Πλαταριάς και της Μαρίνας των Συβότων δεν εξυπηρετεί ούτε την ανάπτυξη κι ούτε τις ανάγκες του τόπου. Είναι μια πράξη υλοποίησης της σχεδιαζόμενης κερδοφορίας ιδιωτικών συμφερόντων που απεμπολεί το δημόσιο όφελος και καταλύει κάθε έννοια δημόσιας περιουσίας.
Εκφράζει την αντίθεσή της, έστω και σε μια απλή σκέψη ιδιωτικοποίησης του τόπου ερήμην του λαού της Θεσπρωτίας και γενικότερα της Ηπείρου και δηλώνει την απόλυτη ταύτισή της με τη θέση και τις απόψεις του Δημοτικού Συμβουλίου Ηγουμενίτσας.
Για το λόγο αυτό καλεί όλους τους φορείς κι όλους/ες γενικά τους Ηπειρώτες/σσες, ανεξαρτήτως πολιτικής σκέψης και κομματικής τοποθετήσεως να συμμετάσχουν στον αγώνα αποτροπής πώλησης της δημόσιας αυτής περιουσίας. Καλεί ιδιαίτερα τους βουλευτές του νομού Θεσπρωτίας να τοποθετηθούν πάνω σ’ αυτό το καίριο θέμα και να συμπορευθούν στον αγώνα που εκφράζει τη βούληση του λαού της Ηπείρου.
Ο δικός μας τόπος, η πατρίδα μας και για εμάς τους απόδημους η γενέτειρά μας, ορίζουν την έννοια της ανάπτυξης και της Ηπειρώτικης ταυτότητας.

Από το Γραφείο Τύπου της ΠΣΕ

Το νερό στα σπίτια… Μέσα από 40 σπάνιες φωτογραφίες

nero17

nero 29
Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.

nero1

Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές.

nero2

μονάχα λίγες στέρνες,άδειες κι αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.

nero4

Ήχος στεκάμενος, κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.

nero5

Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια,τα καλύβια και τις στάνες μας.

nero6

Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.

nero7

Πώς γεννήθηκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

nero8

Ο τόπος μας είναι κλειστός.Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες.

nero9

Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα

nero10

σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.

nero11

nero12

 nero13

nero14
nero15

nero16
nero17
nero19
nero20
nero22
nero23
nero24
nero25
nero26
nero27
nero28
nero30
nero31
nero32
nero35
nero36
nero37
nero48
nero50
nero51
nero52

Κείμενο:Γ.Σεφέρης

Παραδοσιακά Ελληνικά φαγητά που χάθηκαν με τα χρόνια


Η μπομπότα

Γνωστή και ως το ψωμί ή η πίτα των φτωχών, η μπομπότα ήταν η εναλλακτική λύση έναντι του σπάνιου σε δύσκολες περιόδους αλευριού από σιτάρι. Ήταν στην ουσία ένας χυλός από καλαμποκάλευρο, αλατισμένο νερό και λάδι, αυγό ή κάποια γέμιση, αν υπήρχε.

Θρεψίνη και πετιμέζι



Ως την δεκαετία του ’60, τότε που δεν υπήρχαν… πραλίνες φουντουκιού και maple syrup για να αλείφουμε στο ψωμί, οι φέτες αλείφονταν κατά κόρον με πετιμέζι ή θρεψίνη. Το πετιμέζι είναι το παχύρρευστο προϊόν που προκύπτει από τον μούστο των σταφυλιών, ενώ η θρεψίνη, που κυκλοφορούσε στο εμπόριο σε κουτί με μια χαρακτηριστικότατη φωτογραφία ενός μικρού παιδιού, ήταν μια κρέμα που αποκαλούταν και σταφιδίνη, επίσης από τα σταφύλια.
Αυτό ήταν το πλέον συνηθισμένο και θρεπτικό κολατσιό των παιδιών τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.

Ζαχαρόψωμο



Μια φέτα ψωμί με ζάχαρη ήταν ο πιο γρήγορος και οικονομικός τρόπος να ξεκινήσουν τα παιδιά τη μέρα τους πριν φύγουν για το σχολείο, τις περασμένες δεκαετίες. Η «συνταγή» είναι πολύ απλή: Το ψωμί απλώς βρεχόταν ελαφρώς με νερό και πασπαλιζόταν με ζάχαρη.

Τσιγαρίδες


Σε παλαιότερες εποχές ανά την Ελλάδα – και σε κάποιες επαρχίες ακόμη – κάθε οικογένεια είχε το γουρουνάκι της, που «θυσιαζόταν» κοντά στα Χριστούγεννα. Επειδή όμως δεν έπρεπε να πάει χαμένο καθόλου κρέας, τα μικρά κομμάτια από ξύγκι που περίσσευαν, έμπαιναν σε καζάνια με νερό και αλάτι, και προέκυπταν κομμάτια χοιρινού σαν μπέικον, που διατηρούνταν ως και τα επόμενα Χριστούγεννα.

Μπλουγούρι και τραχανάς


Στην ύπαιθρο το μπλουγούρι (γνωστό πλέον ευρέως ως πλιγούρι) και ο τραχανάς ήταν πάντα χειροποίητα και πιο διαδεδομένα από τα ζυμαρικά όπως τα μακαρόνια και το ρύζι που μπήκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην κουζίνα και κέρδισαν το… μονοπώλιο των συνοδευτικών στα πιάτα.
Το πλιγούρι είναι ψιλό δημητριακό από αποξηραμένο σιτάρι και ο τραχανάς, ξινός ή γλυκός, είναι ζυμαρικό φτιαγμένο με αλεύρι και γάλα ή γιαούρτι. Ευτυχώς, τα δύο χαμένα τρόφιμα αυτά, επανήλθαν το τελευταίο διάστημα, ακόμη και στις κουζίνες μεγάλων σεφ, οι οποίοι αποφάσισαν να πρωτοτυπήσουν με μια επιστροφή σε παλιές αξίες, κάνοντας τάση το «τραχανότο» ή βρίσκοντας στο πλιγούρι το «νέο» super food.

Ρεβιθόψωμο

Τα ρεβίθια στην Κατοχή ήταν χρήσιμα ακόμα και για την παρασκευή υποκατάστατου ροφημάτων όπως ο καφές. Αλλά με το συγκεκριμένο όσπριο και αλεύρι, φτιαχνόταν και ψωμί, το λεγόμενο ρεβιθόψωμο το οποίο με λίγο αλεύρι και λάδι, γέμιζε το τραπέζι σε εποχές ανέχειας.