Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Κακόλακκος Πωγωνίου. Απολαύστε τα video




Απολαύστε τα video

















Κακόλακκος

Ο Κακόλακκος (Τοπική Κοινότητα Κακολάκκου - Δημοτική Ενότητα ΆΝΩ ΠΩΓΩΝΙΟΥ), ανήκει στον δήμο ΠΩΓΩΝΙΟΥ της Περιφερειακής Ενότητας ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ που βρίσκεται στην Περιφέρεια Ηπείρου, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα "Καλλικράτης".
Η επίσημη ονομασία είναι "ο Κακόλακκος". Έδρα του δήμου είναι το Καλπάκι και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Ηπείρου.
Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο "Καποδίστριας", μέχρι το 2010, ο Κακόλακκος ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Κακολάκκου, του πρώην Δήμου ΑΝΩ ΠΩΓΩΝΙΟΥ του Νομού ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ.
Ο Κακόλακκος έχει υψόμετρο 959 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 40,0352036496 και γεωγραφικό μήκος 20,4711458766. Οδηγίες για το πώς θα φτάσετε στον Κακόλακκο θα βρείτε εδώ.

Ήταν πρωτεύουσα του Πωγωνίου επί Τουρκοκρατίας και το κέντρο των εξορμήσεων του Μάρκου Μπότσαρη από το 1814 ως το 1820. Στο κέντρο του χωριού είναι στημένο καλλιμάρμαρο ενεπίγραφο μνημείο, πάνω στο οποίο αναγράφεται με χαραγμένα κεφαλαία γράμματα: " ΣΟΥΛΙ - ΚΑΚΟΛΑΚΚΟΣ ". Στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι αφιέρωμα των Μποτσαραίων.




 Νεμέρτσικα.
 Το όρος ΝεμέρτσικαΔούσκος) βρίσκεται στα όρια μεταξύ του Ελληνικού και του Αλβανικού κράτους, είναι χωρισμένο στα δυο με τη ψηλότερη κορυφή του το Στρακαβέτσι ή Παπίγκι (υψόμετρο 2486 μ.) να βρίσκεται στην Αλβανική μεριά.
Στο ελληνικό έδαφος βρίσκεται η δεύτερη ψηλότερη κορυφή του βουνού που το ύψος της αγγίζει τα 2200 μέτρα περίπου (υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις για το αν είναι 2198 ή 2209 μέτρα).
Τη κορυφή αυτή επισκεφτήκαμε ακολουθώντας μια ορειβατική διαδρομή 3 περίπου ωρών που άρχισε από το χωριό Κακόλακκος Πωγωνίου. Η πορεία μας ξεκίνησε από την πλατεία του χωριού (970 μ.) που φέρει το όνομα του Σουλιώτη οπλαρχηγού Μάρκου Μπότσαρη, ο οποίος την περίοδο 1815-20 έδρασε στη περιοχή, όπως αναφέρει η στήλη του μνημείου που έχει στηθεί στον χώρο.
Ακριβώς δίπλα από το μνημείο αρχίζει ο τσιμεντόδρομος που ανηφορίζει προς τη πάνω πλευρά του χωριού και τον οποίο, για λίγα μέτρα ακολουθούμε. Ύστερα από το πρώτο «ζικ ζακ» του δρόμου, στρίψαμε δεξιά και μπήκαμε στο μονοπάτι που οδηγεί προς τη δεξαμενή του χωριού η οποία βρίσκεται μόλις 500 μέτρα πιο πάνω από το σημείο της εκκίνησης μας.
Από τη δεξαμενή ξεκινάει ένα ευδιάκριτο αλλά χωρίς σήμανση μονοπάτι που κινείται μέσα στη λακκιά της περιοχής. Το πέρασμα αυτό χρησιμοποιείται για να περνούν και για να ελέγχονται οι σωλήνες που φέρνουν το νερό στο χωριό.
Το μονοπάτι έχει μήκος περίπου 1400 μέτρων με τα 2/3 του να είναι ιδιαίτερα ανηφορικά και κάπως δύσβατα αφού κινούμαστε σ' ένα έδαφος αρκετά σκληρό που σε σημεία γίνεται ολισθηρό εξαιτίας των χαλικιών της περιοχής.
Όταν φτάσουμε σε υψόμετρο 1400 μέτρων το μονοπάτι μας συναντά έναν χωματόδρομο, τον οποίο και ακολουθούμε για το επόμενο ενάμισι χιλιόμετρο. Μόλις περάσουμε τις πηγές και αφού έχουμε φτάσει σε υψόμετρο 1600 μέτρων βγαίνουμε από τον δρόμο μας.
Βρισκόμαστε ακριβώς κάτω από τη κορυφή και αρχίζουμε να ανηφορίζουμε προς τα πάνω. Το τελευταίο αυτό στάδιο της ανάβασης μας είναι και το πιο δύσκολο αφού δεν υπάρχει κάποιο ευδιάκριτο μονοπάτι για να το ακολουθήσουμε.
Κάποια περάσματα που κατά διαστήματα διακρίνονται, γρήγορα χάνονται. Έτσι είναι στη κρίση του κάθε επισκέπτη της περιοχής να διαλέξει το σημείο από το οποίο θα προσεγγίσει πιο εύκολα τη κορυφή. Εμείς διαλέξαμε να κάνουμε ένα «Γ» και όχι να πάμε κατευθείαν προς τα πάνω.
Κινηθήκαμε αρχικά προς την αριστερή πλευρά της πλαγιάς και στη συνέχεια ανηφορίσαμε λοξός προς τα πάνω.

























Βασίλης Γκιούσμας.
Ο Βασίλης Γκιούσμας (γεν. 1937, Κακόλακκος Πωγωνίου, Ιωάννινα, ύψος 1,95 μ.) είναι Έλληνας παλαίμαχος καλαθοσφαιριστής (που αγωνιζόταν τόσο ως περιφερειακός, όσο και σαν φοργουορντ), πρώην προπονητής μπάσκετ και διοικητικός παράγοντας του αθλήματος επί σειρά ετών.
Αγωνίσθηκε επί 16 συνεχόμενα χρόνια (1957-1973) στην ομάδα του Πανελληνίου. Σαν προπονητής, αναδείχθηκε δυο φορές πρωταθλητής Εφήβων, με τους συλλόγους του Πανελλήνιου (1973) και του Τρίτωνα (1979). Το 1982 επιλέχθηκε από την Ε.Σ.Κ.Α. ως εκλέκτορας της Μικτής Ομάδας της ένωσης, που αγωνίσθηκε σε διεθνές τουρνουά στη Λιβύη, κατακτώντας την πρώτη θέση. Είναι ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Προπονητών Ελληνικής Καλαθοσφαίρισης (Σ.Π.Ε.Κ.) και μέλος του ΔΣ από το 1980 έως το 1984, ενώ από το 1997 μετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Πανελληνίου. Επισης, από το 2009 μετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Παλαιμάχων Αθλητών Καλαθοσφαίρισης Ελλάδας (Σ.Π.Α.Κ.Ε.)
Προπονητική καριέρα Ο Βασίλης Γκιούσμας εργάσθηκε κατά χρονολογική σειρά στους συλλόγους: Πανελλήνιος Γ.Σ., Έσπερος, Α.Ο. Τρίτων, Αιγάλεω Α.Ο., Α.Ο. Νήαρ Ηστ, Πειραϊκός Σύνδεσμος.
Είναι παντρεμένος με την Αγγελική Μισηχρόνη και έχουν δυο παιδιά

Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος, ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος πάσης Βιθυνίας, κ. Ἀθανάσιος
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος, ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος πάσης Βιθυνίας, κ. Ἀθανάσιος (Παπᾶς) ἐγεννήθη τό 1937 εἰς τήν Χαλκηδόνα. Ἡ καταγωγή του εἶναι ἀπό τό χωρίον Κακόλακκος Πωγωνίου Ἰωαννίνων. Ἐσπούδασεν εἰς τήν Ἱ. Θεολογικήν Σχολήν τῆς Χάλκης, ἐξ ἧς ἀπεφοίτησε τό 1959, καί ἐν Ἀθήναις βυζαντινήν ἁγιογραφίαν παρά τῷ Φωτίῳ Κόντογλου (1957, 1958). Κατά τά ἔτη 1959-1965 εἰδικεύθη εἰς τό Πανεπιστήμιον τοῦ Μονάχου εἰς τήν Βυζαντινολογίαν καί τήν Μεσαιωνικήν καί Νεωτέραν Ἱστορίαν τῆς Τέχνης, ἀνακυρηχθείς Διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφίας τό 1965. Τό αὐτό ἔτος διωρίσθη Καθηγητής τῆς Ἱ. Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης εἰς τήν ἕδραν τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογίας καί Τέχνης. Παραλλήλως ἐδίδαξε καί τήν Λειτουργικήν καί Ἑβραϊκήν Ἀρχαιολογίαν, εἰς δέ τό Γυμνασιακόν Τμῆμα τά Θρησκευτικά καί τήν Ἱστορίαν τῆς Τέχνης. Ἐχειροτονήθη Διάκονος τό 1959, Πρεσβύτερος καί Ἐπίσκοπος Ἑλενουπόλεως τό 1972. Ἐχρημάτισε βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Χαλκηδόνος Μελίτωνος μέχρι τοῦ 1976, ὁπότε καί προήχθη εἰς Μητροπολίτην Ἑλενουπόλεως. Καί ὑπό τήν νέαν του ἰδιότητα ἐσυνέχισε νά ἐ­ξυ­­πηρετῇ τόν Χαλκηδόνος Μελίτωνα μέχρι τῆς ἀσθενείας του τό 1984. Ἔκτοτε καί μέχρι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, τό ἔτος 1989, διετέλεσεν ἀντιπρόσωπος τοῦ Χαλκηδόνος Μελίτωνος ἐν τῇ Ἱ. Μητροπόλει αὐτοῦ καί εἶτα Πατριαρχικός Ἐπίτροπος αὐτῆς (1989-1991). Ἀπό τοῦ 2002-2008 ἐτύγχανε ὑπεύθυνος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χαλκηδόνος, λόγῳ τῆς ἀσθενείας τοῦ Χαλκηδόνος Ἰωακείμ. Τό 1990 ἐξελέγη Μητροπολίτης Ἡλιουπόλεως καί Θείρων. Τήν 21.3.2008 ἐξελέγη ὑπό τῆς Ἁγ. καί Ἱ. Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος, ἐνθρονισθείς τήν 27.3.2008. Ἀπό τοῦ 1985 διατελεῖ κατά διαστήματα μέλος τῆς Ἁγ. καί Ἱ. Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τυγχάνει μέλος ἤ Πρόεδρος διαφόρων Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν, Πρόεδρος τῆς Ἐποπτικῆς καί Ἐπιστημονικῆς Ἐπιτροπῆς Γνωμοδοτήσεως ἐπί τῶν Μελετῶν καί τῶν Ἔργων Συντηρήσεως τῶν Ἱερῶν Ναῶν Κωνσταντινουπόλεως, Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν Σαμπεζύ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί Μέλος τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν αὐτῷ Μεταπτυχιακοῦ Ἰνστιτούτου. Μετέσχεν εἰς πολλάς ἀντιπροσωπείας καί ἀποστολάς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἔδωσε διαλέξεις εἰς Πανεπιστημιακάς Σχολάς, συνέδρια καί συμπόσια. Ἐξέδωσε 9 βιβλία καί περί τάς 630 μελέτας καί ἄρθρα, ἀναφερομένας εἰς τούς τομεῖς τῆς Θεολογίας, τῆς Χριστιανικῆς καί Βυζαντινῆς Ἀρχαιολογίας καί Τέχνης, τήν ἱστορίαν τῶν Ἱ. Ἀμφίων, τῆς θρησκευτικῆς καί κοσμικῆς ζωγραφικῆς καί τῶν λοιπῶν καλλιτεχνικῶν, πολιτισμικῶν, πνευματικῶν, κοινωνικῶν καί ἄλλων ἐκδηλώσεων τῆς Πόλεως κατά τό 19ον, 20ον καί 21ον αἰῶνα, καθώς καί τῶν φλεγόντων σήμερον ἀνά τόν κόσμον γενικοτέρων προβλημάτων. Ἠσχολήθη μέ τήν συντήρησιν τοῦ Μεγάρου, Ἱ. Ναῶν, Παρεκκλησίων καί Ἁγιασμάτων καί κειμηλίων τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Χαλκηδόνος. Ἀπό τοῦ 1992-2005 ἦτο μέλος τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, καί ἀπό τοῦ 1995 εἷς τῶν ἐπιτίμων Προέδρων τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Θρησκείας καί Εἰρήνης (WCRP). Ἀπό τοῦ 2005 εἶναι ἐπίτιμο μέλος τοῦ EURO-TOQUES Ἑλλάδος καί ἀπό τοῦ 2010 τῆς Ἑταιρείας Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν. Τήν 28.4.2010 ἑόρτασε τήν Πεντηκονταετηρίδα ἐκκλησιαστικῆς διακονίας καί ἐπιστημονικῆς σταδιοδρομίας του, ἐκδοθέντος καί τοῦ τιμητικοῦ τόμου “Φιλοτεχνία” (2011). Ὁμιλεῖ τήν γαλλικήν, γερμανικήν, καί τουρκικήν. Ταχ. Διεύθυνσις: Şair Latifi Sok. No. 15/5, 347 10 Kadıköy, İstanbul-Türkiye. Τηλ. καί Fax: +90-216-338.24.99 καί +90-532.296.43.93. 

























Πωγώνι.                                                                                                                                                                             
Το Πογώνη ή Πογώνιον εις τας πλευράς της Νεμέρτσικας Ν. της Λιντζουρίας και Ζαγοριάς και μεταξύ Ζαγορίου, Κονίτσης, Δροπόλεως, Κουρέντων και Τσιαμουριάς κείμενον, αριθμεί οικίας 3.594, ων 204 Αλβανικαί και 6 Αθιγγανικαί είνε Μωαμεθανικαί, αι δε λοιπαί 3.154 Ελληνικαί, 141 Αλβανοβλαχικαί, 76 Αλβανικαί και 13 Αθιγγανιακαί Χριστιανικαί. Διαιρείται δ' εις δύο διαμερίσματα, το βόρειον ή κυρίως Πογώνη, και το νότιον ή Παληοπογώνη…Το κλίμα του τμήματος καθόλου εύκρατον και υγιεινόν. Συνήθη αυτού νοσήματα είναι πυρετοί διαλείποντες και υφέσιμοι. Πλην δεν τούτων και δυσμηνόρροιαι και αναιμίαι των γυναικών ένεκα κακής διαίτης και επιμόχθων εργασιών στους αγρούς και αμπελώνας, και στερήσεως φιλτάτων συγγενών αποδημούντων και τα μέχρι χθες και ενταύθα άγνωστα και ολέθρια “η φυματίωσις και η αδελφή αυτής η χοιραδική δυσκρασία” ιδίως εις Δελβινάκιον και Βίσιανην. Ίσως δε τα αίτια τούτων πόρρωθεν. Επειδή δε το κλίμα επιδρά καθόλου επί των κράσεων και της καλλονής, δια τούτο οι μεν άνδρες είναι εύρωστοι, αι δε γυναίκες ευειδείς και λευκαί…".
Μ' αυτόν το χαρακτηριστικό τρόπο μας εισάγει στην ανθρωπογεωγραφία του Πωγωνίου ο Ιωάννης Λαμπρίδης στο έβδομο τεύχος της μνημειώδους εργασίας του “Ηπειρωτικά Μελετήματα”, με τίτλο “Πωγωνιακά”, που εκδόθηκε το 1889. Το Πωγώνι , διαιρεμένο σήμερα τεχνητά σε δύο τμήματα, εκ των οποίων το ένα ανήκει στην Αλβανία, αποτελεί ένα τμήμα της ενιαίας ηπείρου με πολλές ιδιαιτερότητες, που οφείλονται εκτός των άλλων και στην ίδια τη μεθοριακή του θέση. Ας δούμε όμως κατ' αρχήν ποια είναι τα χωριά που συγκροτούν την ενότητα αυτή. Οι κοινότητες που ανήκουν στην Αλβανική επικράτεια (και εκπροσωπούνται μουσικά σ' αυτήν την έκδοση) είναι η Σωπική, οι Σχωριάδες, η Πολύτσιανη, η Σέλτση, το Χλωμό, το Μαυρόγερο και η Τσάτιστα. Στην ελληνική επικράτεια με διοικητικό αλλά κα γεωγραφικό κέντρο το Δελβινάκι ανήκουν τα χωριά: Δρυμάδες, Α. Μερόπη, Πωγωνίσκος, Σταυροσκιάδι, Κακόλακκος, Μερόπη, Παλαιόπυργος, (Μέβδεζα), Κ. Μερόπη, Κεφαλόβρυσο, (Μετζητιέ), Ωραιόκαστρο, Αγ. Κοσμάς, Ρουψιά, Βήσσανη, Φαράγγι, Ορεινό (Μποζιανίκο), Ξηρόβαλτο, Ποντικάτες, Αργυροχώρι, Χρυσοδούλη, Σταυροδρόμι, Τεριάχι, Μαυρόπουλο, Ζάβροχο, Χάνι Δελβινακίου, Κτίσματα (Αρίνιστα), Κεράσοβο, Περιστέρι (Μεγγούλη), Κρυονέρι, Χαραυγή (Βάλτιστα), Στρατίνιστα, Καστανή, Ψηλόκαστρο, Δημόκορη, Λάβδανη, Βράστοβα,Αγ. Μαρίνα (Βατσουνιά), Κ. Λάβδανη.
Χωριά, όπως τα Άνω και Κάτω Ραβένια, Δολιανά, Παρακάλαμος κ.α. βρίσκονται εκτός των διοικητικών ορίων της επαρχίας Πωγωνίου και ιστορικά διαφοροποιούνταν, αλλά στα νεώτερα χρόνια έχουν δεχθεί σημαντικές επιρροές από το κυρίως Πωγώνι, ώστε να μπορεί κανείς χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία να τα εντάξει πολιτισμικά στην ευρύτερη περιοχή.
Οι ιστορικές αντιξοότητες συνέβαλαν και στο Πωγώνι στην ανάπτυξη των φαινομένων της αποδημίας, που κι αυτό έχει καταγραφεί μ' έναν πολύ χαρακτηριστικό τρόπο στη μουσική του παράδοση. Οι Πωγωνίσιοι ταξιδεύουν ασκώντας διάφορα επαγγέλματα σ' όλη τη Βαλκανική διατηρώντας πάντοτε, όπως όλοι οι Ηπειρώτες, έντονους τους δεσμούς τους με τον τόπο τους. “…Αλλά και η ερήμωσις και η σπάνις ικανοτήτων εν Ηπείρω εκ των αποδημιών προέκυψε. Το ήμισυ περίπου της Ηπείρου μεταναστεύει, πάσα δ' ευφυΐα έκτακτος αλλαχού τον βίον διέρχεται συνήθως. Η ανέγερσις ξενοδοχείου των Ελλήνων (Γκρέτζι Χάνι) εν Βουκουρεστίω υπό του εκ Πωγωνιανής ενδόξου και μεγάλου Μπάνου Γκόρμα (1565).. μαρτυρούσι την αποδημίαν εις την αλλοδαπήν κατοίκων τινών του τμήματος μάλιστα εις την Βλαχίαν και Μολδαυΐαν προ εκατοεντετηρίδων…Οι άνδρες του Δελβινακίου, λέγει ο Λήκ, αποδημούσιν εις Κων/πολιν ως κηπουροί και κρεοπώλαι, όμως εμπορεύονται και μηλωτάς εν΄ Ρωσσία και χρυσήν κλωστήν εν Γερμανία διά την κατασκευήν κεντημάτων Αλβανικών… Από δε του 1830 ιδίως ένεκα της αυξήσεως των φόρων προς απότισιν κοινοτικών χρεών συν τόκοις και επιτοκίοις βαρυτάτοις και της υπερτιμήσεως των προς διατροφήν ήρξαντο βαθμηδόν πάντες σχεδόν ν' αποδημώσιν. Αποδημώσιν όμως ιδίως εις μεγάλας πόλεις και προάγονται”.
Το απόσπασμα από το βιβλίον του Ι. Λαμπρίδη είναι αρκετά διαφωτιστικό ως προς τις διαστάσεις που είχε λάβει το φαινόμενο της αποδημίας, κάτι που άλλωστε έχει αποτυπωθεί και στη μουσική παράδοση με την ταύτιση του τραγουδιού της ξενιτιάς με το μοιρολόϊ. “Την ξενιτειά, τη γυμνωσιά, την πίκρα και το χάρο,/ τα τέσσερα τα “ζύγιασα”, βαρύτερα είν' τα ξένα./ Παρηγοριά 'χει ο θάνατος, ελεημοσύνη ο χάρος/ κι ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει..”.
Οριοθετείται γεωγραφικά από τη Νεμέρτισκα (2.209μ.) στα Βόρεια, τα όρη Τσαμαντά (1.826μ.) στα Νότια, τον Κασιδιάρη (1.329μ.) και το κάτω τμήμα του ποταμού Γορμού στα Ανατολικά και τον Μακρύκαμπο (1.672μ.) στα Δυτικά.
Αποτελείται από 32 χωριά που συνολικά καταλαμβάνουν μια έκταση 498 τετ.χλμ. Τα χωριά αυτά είναι τα εξής: Αγία Μαρίνα, Άγιος Κοσμάς, Αργυροχώρι, Βασιλικό, Βήσσανη, Δελβινάκι, Δημοκόρη, Δολό, Δρυμάδες, Κακόλακκος, Καστανή, Κάτω Μερόπη, Κεράσοβο, Κεφαλόβρυσο, Κρυονέρι, Κτίσματα, Λάβδανη, Λίμνη, Μαυρόπουλο, Μερόπη, Ορεινό-Ξηρόβαλτο, Παλαιόπυργος, Περιστέρι, Ποντικάτες, Πωγωνιανή, Ρουψιά, Σταυροσκιάδι, Στρατίνιστα, Τεριάχι, Φαράγγι, Χαραυγή, Ωραιόκαστρο.
Ένα τμήμα του (περιοχή Μολυβδοσκέπαστης) υπάγεται σήμερα στην Κόνιτσα ενώ ένα άλλο (Πολυτσιάνη, Σωπική κλπ) στην Αλβανία.
Κάποιες ομάδες χωριών παρόλο που έχουν ενσωματωθεί σε αυτό ανήκουν ιστορικά σε άλλες ενότητες π.χ Χρυσόδουλη, Μαυρόπουλο, Κτίσματα κλπ στη Δρόπολη ενώ ορισμένα γειτονικά χωριά παρουσιάζουν έντονες επιρροές από αυτό π.χ Άνω Ραβένια, Δολιανά, Γεροπλάτανος κλπ.
Διακρίνουμε τρεις χαρακτηριστικές γεωγραφικές ενότητες: του Γορμού στα Βόρεια, του Γυφτοπόταμου–γνωστή και ως λάκκα Μουχτάρη – στα Νότια και του Δρίνου στα Δυτικά.
Η περιοχή διασχίζονταν από την κύρια οδό επικοινωνίας Ιωαννίνων- Αργυροκάστρου-Αγίων Σαράντα με την οποία συνδέονταν δευτερεύοντες δρόμοι όπως εκείνος που ερχόταν από την Κόνιτσα.
Οι τρεις μεγαλύτεροι οικισμοί που έπαιξαν στο πέρασμα της ιστορίας σημαντικό ρόλο από διοικητική, οικονομική, θρησκευτική και πολιτισμική άποψη είναι η Μολυβδοσκέπαστη, η Πωγωνιανή και το Δελβινάκι.
Οι όποιες κατασκευές στο χώρο ακολουθούν το γενικό ηπειρωτικό αισθητικό και πολιτισμικό πρότυπο. Τυχόν διαφορές οφείλονται μόνο και μόνο στα διαθέσιμα υλικά (π.χ. είδος και χρώμα πέτρας).
Κύρια γεωργοκτηνοτρόφοι αρχικά οι κάτοικοι-μετακινούμενοι όχι τόσο σε μεγάλες αποστάσεις αλλά από χαμηλότερα σε ψηλότερα υψόμετρα στην ίδια γεωγραφική περιοχή –εξάσκησαν στη συνέχεια διάφορα επαγγέλματα.
Πιεζόμενοι κύρια από την σταδιακή τσιφλικοποίηση της περιοχής, τους βρίσκουμε ταξιδεμένους σε διάφορες πόλεις των Βαλκανίων (κυρίως Πόλη και Βλαχία) ως πλανόδιους τεχνίτες (βαρελάδες, ασβεστάδες, χασάπηδες, τσαρουχάδες κλπ) και στη συνέχεια σαν εμπόρους. Παρουσιάζεται μάλιστα μια επαγγελματική εξειδίκευση κατά χωριό.
Το θέμα της ξενιτιάς που βιώθηκε τόσο έντονα από τους ανθρώπους του Πωγωνίου κυριαρχεί στα τραγούδια τους και συχνά συγχέεται με το μοιρολόι.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το πολυφωνικό Πωγωνήσιο τραγούδι που αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στην Ελληνική μουσική παράδοση


Δεν υπάρχουν σχόλια: