Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Από τη ζωή των κτηνοτρόφων


Γράφει ο Αθανάσιος Δημ. Στράτης
Εξ Ελαίας Θεσπρωτικού Πρεβέζης

Η Ήπειρος διαθέτει τεράστιες εκτάσεις, κατάλληλες για όλα τα είδη των ζώων σ’ όλες τις εποχές. Δεν είχαν ανάγκη να μεταναστεύσουν για να εξοικονομήσουν βοσκές. Νοίκιαζαν βοσκοτόπια μόνο οι νομάδες σκηνίτες Σαρακατσάνοι και Βλάχοι για την χειμερινή περίοδο. Η μόνη δυσκολία, σε ορισμένες περιοχές ήταν η εξεύρεση νερού το καλοκαίρι. Ελάχιστες βοσκές νοίκιαζαν σε χωραφάκια που οι ιδιοκτήτες τους δεν είχαν δικά τους ζώα.

Ενοικιαστήριο βοσκής

Εκτός της τροφής που προσέφερε η φύση, οι κτηνοτρόφου φρόντιζαν να αποθηκεύουν και για τον χειμώνα. Καλαμπόκι και κριθάρι, που έσπερναν μόνοι τους, τριφύλλι, άχυρο κ.λ.π.
Όλα αυτά τα αποθήκευαν σε καλύβες.
Οι χωριανοί έφτιαχναν καλύβια για αποθήκες ζωοτροφών, για τη στέγαση ζώων και πολλές φορές για να μένουν οι ίδιοι. Κατασκευές με ξύλινες φούρκες και αχυροσκεπή. Γύρω – γύρω έπλεκαν κλαδιά ή καλάμια και την έκλειναν με ξύλινη πόρτα. Το καλύβι ή η (μεγάλη) καλύβα απαιτούσε τέχνη για να είναι γερή, να μη μπάζει νερά και να μένει όρθια. Λίγο πολύ ήξεραν όλοι να τις φτιάχνουν.
Άλλη μια πρόχειρη «αποθήκη» ήταν η κηπή.


Την καλαμιά από τα καλαμπόκια αφού την ξέραιναν την αποθήκευαν σε πρόχειρες κατασκευές. Έστηναν ένα κορμό δέντρου, σαν κολώνα, με ύψος 4-5 μ. Στη βάση, κυκλικά, σε ακτίνα 2 μ. περίπου έβαζαν κλαδιά δέντρων ώστε να περνά το νερό της βροχής από κάτω. Πάνω στα κλαδιά ντανιάζονταν οι καλαμιές, η μια πάνω στην άλλη ακτινωτά, με τα κοτσάνια προς το κέντρο, μέχρι που έφταναν στην κορυφή. Πάνω από τις τελευταίες καλαμιές τοποθετούσαν άχυρο σαν σκέπασμα. Ήταν μια  πυραμιδωτή θημωνιά.
Το καλαμπόκι το έβαζαν σε μεγάλα ξύλινα μπαούλα, τα αμπάρια.
Περισσότερο ξεκούραστοι μήνες ήταν οι θερινοί για τους κτηνοτρόφους. Στα μέσα του Απριλίου κωλοκούριζαν τα πρόβατα, δηλαδή τα κούρευαν γύρω από την ουρά τους και στην κοιλιά να πάρουν αέρα. Αρχές Ιουνίου τα κούρευαν εντελώς. Με τα προβατοψάλιδα έδιναν βοήθεια ο ένας στον άλλον να τελειώσουν γρήγορα. Οι γυναίκες τύλιγαν τα μαλλιά κάθε προβάτου σε ποκάρια, χώρια τα άσπρα , χώρια τα λάϊα (μαύρα).


Γρέκια

Πρόχειρο σπιτόπουλο κτηνοτρόφου στο Μπαλντενέζι.

Τα γρέκια ήταν τότε χτισμένα στα γιούρτια των σπιτιών, πρόχειρες ξύλινες κατασκευές, σκεπασμένες με λαμαρίνες ή άχυρα και στρωμένες με ασπρόπλακες. Το καλοκαίρι έφκιαναν στάλους έξω από την κατοικημένη περιοχή, χρησιμοποιώντας σαν σκέπασμα φτέρες και άχυρο.
Τα πασάλια ολόγυρα σε κύκλο βάσταγαν και τις γρεντιές και τ’ άχερο. Κι όλα αντάμα  έγκρουαν σε γκορτσιά ή άλλο δέντρο να μη σωροβολιαστούν. Πρόχειρες κατασκευές δεμένες με φλούδες δέντρων και σύρματα, για το ξεκαλοκαίριασμα του κοπαδιού.

Στάλος στην Ελιά (Ντάρα) Πρεβέζης.

Σιμά στα τσαΐρια με τις αμαλαϊές. Να σταλίζει το κοπάδι ντάλα μεσημέρι στη λάβα του ήλιου. Νά 'ναι κοντά στις πρωϊμιές, ώσπου να πέσει η δροσιά της νύχτας. Στάλος κλεισμένος με παλιούρια και σφάκες να καρτερούν τις παρμιάρες μέχρι το σκάρισμα.
Πρωϊ-πρωϊ, αυτή την εποχή, πριν ακόμη ξημερώσει, τα σκάριζαν και τα οδηγούσαν στο βουνό. Αντιλαλούσαν οι πλαγιές, από φωνές, τραγούδια, κουδουνολαλήματα, βελάσματα και σαλαϊσματα. Κατά το γιόμα, όταν έπιανε η ζέστη, γυρνούσαν στους στάλους, σκυφτά, το ένα με το κεφάλι στα πόδια του μπροστινού, με πρώτο το γκεσέμι. Το πρώτο αν έπεφτε σε γκρεμό ακολουθούσαν όλα.

Κουδούνια
Μόνοι τους έφτιαχναν τα στεφάνια των κουδουνιών, πελεκώντας με τον σουγιά (κολοκοτρώνη) ξύλο μελικοκιάς, πουρναριού και λυγιάς. Κρεμούσαν τα κουδούνια, τα κυπριά και τα μικρότερα κυπρέλια, τσιοκάνια και χαρχάλια.


Τα κυπροκούδουνα χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες, τα κουδούνια, τα κυπριά και τα τροκάνια. Όλα κατασκευασμένα από λαμαρίνα (ψευδάργυρο) ή μπρούτζο (ορείχαλκο). Αν είχε προστεθεί και λίγο ασήμι (άργυρος), τότε το κράμα τα έκανε μελωδικότερα.


Τα κουδούνια προορίζονταν για τα πρόβατα και τα κυπριά για τα γίδια, τα μουλάρια και τα σκυλιά.
Ανάλογα με το μέγεθος τα κουδούνια χωρίζονταν σε αρνοκούδουνα, μισοκούδουνα και κουδούνες. Ο κάθε τσοπάνος χρησιμοποιούσε δικά του «διακριτικά» κουδούνια, για να ξεχωρίζει το κοπάδι του από μακριά.


Τα κουδούνια κρεμιούνταν με στεφάνια (προβατοζυγοί, κουλούρες), που γίνονταν από «καθαρό» ξύλο. Μέσα στο κουδούνι έβαζαν ένα μακρύ κομμάτι πετσί (δέρμα), ανάμεσα σ’ αυτό και στο γλωσσίδι, για να μη τρίβονται τα δυό μέταλλα.
Τα κυπριά χωρίζονταν σε κυπρέλια (καμπανίτσες), μισόκυπρα και κύπρους.
Τα κρεμούσαν με ειδικά στεφάνια (κουλούρες, γιδοστέφανα, γιδοζυγοί). Αυτά κατασκευάζονταν από ξύλο πουρναριού και δεν άνοιγαν εύκολα, αφού τα κομμάτια τους εφαρμόζονταν σφιχτά μεταξύ τους για να μη πληγιάζονται τα ζώα.
Τα μεγάλα κυπριά τα κρεμούσαν με χοντρά ανθεκτικά πέτσινα λουριά. Σ’ αυτά έβαζαν και ένα κομμάτι λαμαρίνα στη σύνδεση με τον κύπρο, για να μη «κρεμάει».
Τα τροκάνια προορίζονταν για μεγάλα ζώα, βόδια, μουλάρια και χωρίζονταν σε μικρά, μισοτρόκανα και τροκάνες.

Γέννος - Τυροκομικά
Κατά τα τέλη Οκτωβρίου, άρχιζε ο γέννος. Όλη η οικογένεια ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες. Να βοηθήσει τις προβατίνες να γεννήσουν, να κόψουν και να δέσουν τον ομφάλιο λώρο, να πετάξουν το κυτάρι (πλακούντα) της προβατίνας, να προσθηλάσουν το αρνάκι ώστε να μη μείνει τσαγκάδα η μάνα του (να μη βυζάξει μόνο από το ένα βυζί και «καεί» το άλλο).
Όταν ένα ζώο δυσκολεύονταν να γεννήσει, κατέφευγαν σε άλλα δικά τους μέσα. Σε πρακτικά. Έζωναν την ετοιμόγεννη προβατίνα με διπλοριζωμένη βέργα βάτου, να ρίξει εύκολα το αρνί και να πέσει το ύστερο (κυτάρι, πλακούντας).

Όταν η προβατίνα δεν είχε για κάποιο λόγο γάλα, όταν ψοφούσε ή όταν είχε δυό αρνιά, οι κτηνοτρόφοι βοηθούσαν να μεγαλώσουν τα αρνιά με άλλον τρόπο. Τα έβαζαν να βυζάξουν σε άλλη προβατίνα. Ακόμη έβαζαν γάλα σε ένα μπουκάλι και στο στόμιο τοποθετούσαν μια πλαστική θηλή, το ροκοβύζι, και από εκεί έπινε γάλα το αρνί.

Και ο σκύλος βοηθούσε με το ροκοβύζι

Να σημειωθεί ότι όταν δεν αρμέγεται το ζώο τότε «καίγεται», στερεύει για πάντα. Ήθελαν προσοχή τα μικρά αρνάκια μέχρι να «ξεκοπούν» στις 40 μέρες και να βόσκουν μόνα τους.
Για τα κατσίκια έφτιαχναν τσάρκους. Μικρά ξέχωρα κατασκευάσματα από πλεκτά κλαδιά δέντρων. Ολημερίς ο χαλασμός από τα βελάσματα των κατσικιών. Έκλειναν εκεί τα κατσίκια και τα άφηναν να θηλάσουν μόνο την νύχτα. Μετά τις σαράντα μέρες τα «ξέκοβαν» για πάντα βάζοντάς τους στο στόμα ένα ξύλο δεμένο από τα κέρατά τους. Τα καπίστρωναν με το «σαλιβάρι».
Τα ζώα που γεννούσαν τα έλεγαν γαλάρια και τα υπόλοιπα στέρφα. Τα έκαναν δυό κοπάδια. Τα γαλάρια τα πήγαιναν σε καλύτερες βοσκές και σε ομαλότερα εδάφη.
Οι τσοπαναραίοι άρμεγαν τα πρόβατα το πρωί, το απόγευμα και πρίν τα μεσάνυχτα.
Το γάλα το πουλούσαν στον τυροκόμο (μπάτζιο). Λειτουργούσε μπατζιαριό σε κάθε χωριό. Είτε από κάτοικο του χωριού, είτε από έμπορο. Μικρά πρόχειρα σπιτάκια ή καλυβάκια, που χρειάζονταν πολλές θημωνιές καυσόξυλα για να λειτουργήσουν.
Έβραζε το γάλα στο μεγάλο καζάνι.. Εκεί, στην καλύβα, πήζονταν το τυρί, έβγαινε το βούτυρο, η μυζήθρα (γκίζα, που την έκαναν μπάλες και τις κρεμούσαν σε δίχτυα να στεγνώσουν) και όλα το υποπροϊόντα του γάλακτος.
Άλλοι χωριανοί πήγαιναν με τον τενεκέ και έπαιρναν ακόμα και το επεξεργασμένο τυρόγαλο για τα γουρούνια τους.
Πρωί-βράδυ οι τσομπαναραίοι, με το γαλοπάφλα ή γαλοτενεκέ στην πλάτη τους ή φορτωμένο στη γομάρα, έφερναν το γάλα στον μπάτζιο και αργότερα στα αυτοκίνητα των εταιρειών, που δημιουργήθηκαν..


Σε παράταξη για ζύγισμα

. Ο τσοπάνος πήγαινε το γάλα στο φορτηγό, το έριχναν σε ένα δοχείο και έβλεπαν το βάρος του σε μια κάθετη βέργα που ανυψώνονταν ανάλογα. Ο μεταφορέας έγραφε το βάρος στην καρτέλα του κτηνοτρόφου που κρατούσε ο ίδιος και ενημέρωνε παράλληλα και το δεφτέρι του. Πολλές φορές ο συλλέκτης είχε και γραδόμετρο, για να μετράει την πυκνότητα του γάλακτος.
Οι μικροί κοπαδιάρηδες το γάλα το επεξεργάζονταν στο σπίτι τους, για δική τους χρήση ή για τους συγγενείς τους.
Μερικά από τα παράγωγα του γάλακτος ήταν:
Τυρί: Οι νοικοκυρές στράγγιζαν το γάλα περνώντας το από ψιλό κόσκινο (στραγγιστάρι) ή συνηθέστερα από πανί (τούλι). Μετά το έβραζαν και το άφηναν να κρυώσει μέχρι η θερμοκρασία του να δέχεται το δάχτυλο της νοικοκυράς. Κατόπιν έριχναν την ανάλογη πυτιά, το ανακάτευαν και το σκέπαζαν με κουβέρτες, να μείνει ζεστό. Ύστερα από λίγες ώρες έπηζε και το χαράκωναν με μαχαίρι. Τούτο το υλικό το έβαζαν σε τσαντίλες, που ήταν φτιαγμένες σαν μεγάλες τρίγωνες σακκούλες, με χωρητικότητας 4-5 οκάδες και τις κρεμούσαν στις γρεντιές ή στα δέντρα, να στραγγίσουν. Όταν έφευγε το τυρόγαλο, έβγαζαν πλέον το τυρί από την τσαντίλα, το έκοβαν φέτες και το τοποθετούσαν σε ξύλινα βαρέλια ή τενεκέδες. Σε κάθε στρώση τυριού, έριχναν μπόλικο χοντρό αλάτι. Μετά τρεις μήνες το τυρί ψήνονταν (γίνονταν σκληρό) και ήταν έτοιμο για κατανάλωση. Πολλές φορές το τυρί αλλοιώνονταν, ιδιαίτερα εκείνο που ήταν στα βαρέλια και έβγαζε σκουληκάκια άσπρα, τα πυθούλια. Τότε το έβαζαν στον ήλιο, έφευγαν τα πυθούλια και ήταν πάλι έτοιμο προς κατανάλωση.

Η τσαντήλα με το τυρί

Τι ήταν η πυτιά; Όταν έσφαζαν το αρνί γάλακτος (συνήθως πριν κλείσει 20 μέρες ζωής), έβγαζαν το στομάχι του, που περιείχε μόνο γάλα, έριχναν μέσα αλάτι και το έδεναν στις δύο άκρες με σχοινί. Κατόπιν το πασάλειφαν με στάχτη. Κατά το πασάλειμμα έλεγαν δυο-τρείς φορές τα παρακάτω λόγια - ξόρκι, σαν ερωτήσεις και απαντήσεις, για να γίνει καλή η πυτιά:
-Πήζει;
-Πήζει.
-Ακούς;
-Ακούω.
Στη συνέχεια κρεμούσαν την πυτιά κοντά στον μπουχαρή, ώστε από τον καπνό της φωτιάς να καπνίζεται, για να μη σκουληκιάσει. Με το πέρασμα των ημερών το στομάχι-πυτιά ξεραίνονταν. Όταν έρχονταν ο καιρός να πήξουν το γάλα σε τυρί, έπαιρναν την αποξηραμένη πυτιά, έβγαζαν τον εξωτερικό φλοιό και το εσωτερικό του
το έκοβαν σε μικρά κομματάκια και το διέλυαν με νερό σε κάποιο σκεύος. Κατόπιν το έβαζαν στην γωνιά της τσαντήλας και το έστυβαν. Έλιωναν με νερό ζυμώνοντας από το έξω μέρος της τσαντήλας ακόμη και τα τελευταία υπολείμματα.  Το υγρό που έβγαινε και είχε μια διαπεραστική άσχημη μυρωδιά το έβαζαν σε μπουκάλι όπου πρόσθεταν και αλάτι για να μην χαλάει. Απ’ αυτό  το υγρό, την πυτιά, έριχναν στο ανάλογο γάλα μια ορισμένη ποσότητα, π.χ. μια κουταλιά φαγητού. Τα ένζυμα που αναπτύσσονταν στην πυτιά, έπηζαν το γάλα και το έκαναν τυρί. Όλα τα σπίτια έφτιαχναν την δική τους πυτιά. Με τα χρόνια κυκλοφόρησε εκείνη του εμπορείου σε μικρά μπουκαλάκια. Μια απ’ αυτές είχε την φίρμα «Η βλάχα».
Ξυνόγαλο και βούτυρο: Το γάλα αφήνονταν να ξινίσει, δηλαδή να γίνει η ζύμωση από γαλακτικά βακτήρια, που κρατούσε 1-2 μέρες. Κατόπιν ρίχνονταν στη γαλόβουρτσα, την οποία είχαν βάλει σε νερό από την προηγούμενη μέρα, να ρουπώσει. Η γαλόβουρτσα ήταν ένας κύλινδρος φτιαγμένος από σανίδες διαμέτρου στη βάση 20 εκατ. και στην κορυφή 40. Ύψος 1,20 μ.
Το χτυπούσαν με ένα κοντάρι, που στην άκρη του είχε τρυπητό ξύλινο δίσκο. Τούτο ήταν το βουρτσόξυλο. Το χτύπημα κρατούσε δυο ώρες. Το τελευταίο τέταρτο, ο ρυθμός ανάδευσης ελαττώνονταν και πρόσθεταν κρύο νερό, αφού πρώτα το «σταύρωναν», να βγει πολύ βούτυρο. Στα δέκα κιλά γάλα έπαιρναν ενάμιση κιλό βούτυρο. Το μάζευαν από την ήρεμη επιφάνεια με μια μακριά κουτάλα. Το χτυπούσαν λίγο ακόμη, μέχρι να βγει όλο το βούτυρο. Το ξυνόγαλο, που έμενε ήταν χωνευτικό, δροσιστικό και συντελούσε στην καλή λειτουργία του εντέρου. Ήταν ο βασικός συντελεστής διατροφής στην περιοχή. Το βούτυρο το έβαζαν σε φέτες ψωμί και σε ότι άλλο φαγητό ήθελαν.
Κουλιάστρα: Ήταν το πρώτο γάλα (μέχρι δυο-τρεις μέρες) των ζώων. Αυτό δεν γίνονταν τυρί. Το έβραζαν και γίνονταν πολύ πηχτό. Αυτή ήταν η κουλιάστρα. Την έτρωγαν σκέτη ή τρίψα με μπομπότα.
Γκίζα: Έβραζαν το νερό, που έτρεχε από την τσαντίλα του τυριού (τυρόγαλο) και από την επιφάνεια μάζευαν την γκίζα. Το υπόλοιπο τυρόγαλο ήταν τροφή των γουρουνιών.
Γαλοτύρι: Γάλα με κομματάκια τυρί στο βαρέλι και μπόλικο αλάτι. Πολύ νόστιμο, τρώγονταν με ψωμί. Σε άλλα μέρη το λένε σιλίρα (Ιταλικά). Πολλές φορές το γαλοτύρι το έβαζαν σε ασκιά από δέρμα κατσίκας. Χωρούσε 50 οκάδες περίπου.                                                                                                       
Τραχανάς: Ζύμωναν σταρένιο αλεύρι με πηχτό γάλα του καλοκαιριού. Η ζύμη τρίβονταν με τα χέρια σε μικρά κομματάκια, κοσκινίζονταν στο δρυμόνι και στέγνωνε. Αποθηκεύονταν σε βάζα, στάμνες και τσουβαλάκια..


Πέτουρα: Ζύμωναν όπως τον τραχανά και άπλωναν τη ζύμη σε φύλλα. Τα άφηναν να στεγνώσουν σε σκιερό μέρος και τα έσπαγαν σε μικρότερα κομματάκια.
Τραχανά και πέτουρα τα έφτιαχναν το καλοκαίρι που οι τσοπαναραίοι τα άρμεγαν μια φορά την ημέρα και το γάλα ήταν πηχτό..

Στη στρούγγα

Μερικές φορές, που τα άρμεγαν και το απόγευμα του καλοκαιριού, επειδή το τριφύλλι έφερνε γάλα, τα μάζευαν σε πρόχειρες στρούγκες. Και σήμερα, σε πολλές περιοχές διακρίνονται στρούγκες από ξηρολιθιά, στρόγγυλες με μεγάλα στρουγγολίθια στην έξοδο. Ίδιες κατασκευές, που στα μέρη τούτα φτιάχνονταν και στους αρχαίους χρόνους. Έμπαιναν τα πρόβατα από το μεγαλύτερο άνοιγμα και στριμώχνονταν. Καθένα που αρμέγονταν ήταν ελεύθερο να βοσκήσει. Η δύναμη, που έπεφτε το γάλα στην καρδάρα από το μαστάρι της προβατίνας, έφτιαχνε αφρή, που ρουφούσαν ζεστή με τα χείλη τους τα παιδιά ή την έφερναν στο στόμα τους με πλατιά φύλλα μπότσκας, αντί για κουτάλια. Άβραστο το έπιναν, γιατί εκείνη την εποχή το γάλα ήταν καθαρό από φάρμακα και αρρώστιες του σήμερα.
Καθαρό και ανόθευτο στην πηγή της παραγωγής, μέσα στη φύση απολάμβαναν τον μόχθο τους, με γέλια, φωνές, αστεϊσμούς και πειράγματα. Άνθρωποι που ζούσαν από τη λιγοστή γη τους, το λιγοστό νεράκι, τον καθαρό αέρα. Άνθρωποι λιτοδίαιτοι, με προσήλωση στα προγονικά τους, στην παράδοση, στην πείρα αιώνων που κουβαλούσαν.

Απάντηση στη δήλωση της εκπροσώπου της ΝΔ Μαρίας Σπυράκη από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη


Επειδή η ασφάλεια είναι δικαίωμα για όλους και δημόσιο αγαθό,

επειδή όλοι ξέρουμε τη σχέση της Νέας Δημοκρατίας με τα δικαιώματα και τα δημόσια αγαθά,

και επειδή γι αυτό ακριβώς έχουν καταδικαστεί στη συνείδηση των πολιτών οι ιδεοληπτικές της εμμονές σε ένα κράτος καταστολής,

όλοι καταλαβαίνουν ότι η ΝΔ προσπαθεί να παρουσιάσει εικόνα χάους για τη χώρα.

Η Νέα Δημοκρατία θέλει τους πολίτες φοβισμένους, τους επενδυτές μακριά από τη χώρα και, όπως προκύπτει και από τη σημερινή ερώτηση της εκπροσώπου της ΝΔ κυρίας Σπυράκη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θέλει και τα ελληνικά Πανεπιστήμια χωρίς ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις.

Η ΝΔ αδιαφορεί και για την πραγματικότητα, αδιαφορεί και για τη χώρα, γιατί στ’ αλήθεια δεν αντέχει άλλο εκτός εξουσίας.

Η ΠΣΕ καταδικάζει την επιχείρηση της Αλβανικής αστυνομίας που οδήγησε στον θάνατο του Κων/νου Κατσίφα και ζητά την εις βάθος διερεύνηση της υπόθεσης



Θλίψη και αγανάκτηση είναι τα αισθήματα που χαρακτηρίζουν την Ηπειρώτικη αποδημία και το σύνολο του Ελληνικού λαού, μετά το θλιβερό τέλος της επιχείρησης των ειδικών δυνάμεων της Αλβανικής αστυνομίας στην οποία έμεινε νεκρός ο Κωνσταντίνος Κατσίφας.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι όλα  αυτά συνέβησαν, ενώ συνεχιζόταν οι εκδηλώσεις για την Εθνική Επέτειο του ΟΧΙ και στην Τελετή Μνήμης στους Βουλιαράτες της Βορείου Ηπείρου  και υπήρχε επίσημη εκπροσώπηση Ελληνικής και Αλβανικής Κυβέρνησης. Προφανώς δεν είναι μόνο ζήτημα παραβίασης του βασικού δικαιώματος του ανθρώπου, αυτό της ζωής. Είναι το όλο ψυχολογικό κλίμα βίας που συντελείται εις βάρος της ΕΕΜ.
Η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος καταδικάζει την επιχείρηση θανάτου του Κωνσταντίνου Κατσίφα και ζητά την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες, τις διεθνείς συμβάσεις και τις διακρατικές συμφωνίες.
Παράλληλα η κορυφαία αποδημική οργάνωση των Ηπειρωτών, καλεί την Ελληνική Κυβέρνηση και το Υπουργείο Εξωτερικών να εγγυηθεί και διασφαλίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα της Ελληνικής Μειονότητας της Αλβανίας, με βάσει τις αρχές και τους κανόνες των Διεθνών Συμβάσεων και όσα ορίζει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και κεκτημένο, που υποχρεούται να σέβεται το κράτος της Αλβανίας για τις μειονότητες.

Το Γραφείο Τύπου της ΠΣΕ

Συμβαίνει τώρα. Κατάρρευση νεοκλασικού στο κέντρο της Αθήνας. ΒΙΝΤΕΟ & ΦΩΤΟ


Δείτε το βίντεο


Το εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό που βρίσκεται στην γωνία των οδών Κεραμεικού και Θερμοπυλών στον Κεραμεικό κατέρρευσε ξαφνικά στις 5:10 μμ
Ευτυχώς την ώρα της κατάρρευσης δεν υπήρξε κανείς διερχόμενος στη πολυσύχναστη γειτονιά. Καταπλακώθηκαν δύο σταθμευμένα αυτοκίνητα, κατοίκων της περιοχής. Πριν τρία χρόνια διέμενε ένας άστεγος, αλλά μετά την κατάρρευση της καμινάδας το είχε εγκαταλείψει.
 Κάθε Τρίτη στο σημείο ακριβώς της κατάρρευσης πραγματοποιείται λαϊκή αγορά και είχε επισημανθεί η επικινδυνότητα του κτιρίου εδώ και δύο χρόνια από κατοίκους της περιοχής
Το ROMIANEWS , βρέθηκε  αμέσως στο σημείο της κατάρρευσης δημοσιεύει τις πρώτες φωτογραφίες , πριν καταφθάσει η Αστυνομία και η Πυροσβεστική


























Χριστόφορος Ευθυμίου
romiazirou.blogspot.gr

Τα μάτια στο Δημοτικό τραγούδι.



                    Τα μάτια σου τα όμορφα τα φρύδια σ’  τα γραμμένα
                    και τα σγουρά σου τα μαλλιά τα καλοχτενισμένα,
                   τα είδα και τα ζήλεψα και θέλω να τα πάρω


                                                       Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος


Μέσα στο κύλισμα του χρόνου οι γενιές των ανθρώπων περνούν σαν διαβατάρικα πουλιά και γράφουν με το φανέρωμά τους τη δοξασμένη ή άδοξη ιστορία τους, που μένει πάντα ριζωμένη στον τόπο τους.
Την αποθέτουν ως παρακαταθήκη στο τοπικό τους θησαυροφυλάκιο, όπου παραμένει ως υλικό πολύτιμων εμπειριών, σκέψεων και γνώσεων, για όσους περπατάνε πίσω τους.
Η ελληνική φυλή έζησε  πάνω σε τούτο το ακρωτήρι της γης που ονομάζεται Ελλάδα και μεγαλούργησε  στο μακροχρόνιο περπάτημά της.
Το τραγούδι συνόδευσε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του Έλληνα.
Τραγούδησε ο Έλληνας  την αγάπη για το χώμα που πατούσε.
Τραγουδώντας έδειχνε τις λαβωματιές του και ακόμη, όταν ήταν πεινασμένος ή λυπημένος ή διψασμένος, με το τραγούδι ξεθύμαινε και απάλυνε τους πόνους του και χάιδευε τους καημούς του. 

Αυτό έγινε και με τη γυναικεία ομορφιά.
Η γυναικεία ομορφιά κατέχει ιδιάζουσα θέση στην ιστορία του ελληνικού  πολιτισμού.  Η γυναίκα στο δημοτικό τραγούδι ως κόρη, νύφη, σύζυγος, αδελφή θαυμάστηκε και η ομορφιά της θεωρήθηκε κύρια αρετή .  
Αντικείμενα θαυμασμού στα δημοτικά τραγούδια, εκτός από τη συνολική εικόνα ομορφιάς που δίνει η κόρη είναι μεμονωμένα μέρη και σημεία του σώματος: κορμί, κεφάλι, μαλλιά, πρόσωπο, μάτια, χέρια κλπ.  Η ομορφιά λειτουργεί συνεκδοχικά –το μέρος αντί του όλου- αλλά πρόκειται, βέβαια, για ένα μέρος άξιο να εκπροσωπήσει το όλο.
Γενικά στη λογοτεχνία τα μάτια υμνήθηκαν και στην ουσία  το μάτι είναι το αισθητήριο όργανο της όρασης με το οποίο, πολλές φορές,  εκδηλώνεται ο παράφορος έρωτας.

Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα,  Μιλώ του Γιώργου Σαραντάρη.

Μιλώ - Γιώργος Σαραντάρης

Μιλῶ γιατὶ ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει

Μιλῶ γιατὶ μιλοῦν τὰ μάτια σου
Καὶ δὲν ὑπάρχει θάλασσα δὲν ὑπάρχει χώρα
Ὅπου τὰ μάτια σου δὲ μιλοῦν

Τὰ μάτια σου μιλοῦν ἐγὼ χορεύω
Λίγη δροσιὰ μιλοῦν κι ἐγὼ χορεύω
Λίγη χλόη πατοῦν τὰ πόδια μου
Ὁ ἄνεμος φυσᾶ πού μᾶς ἀκούει

Και ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Γι’ αυτόν τα μάτια της γυναίκας είναι ο κόσμος όλος.
Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα.
Θάλασσες. Κόσμους. Πολιτείες. Ορίζοντες. Κανάλια.
Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους
τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα
ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου…

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.

Πολλοί ποιητές έχουν γράψει,  και μάλιστα αριστουργήματα,  για τα γυναίκεια μάτια. Αλλά,  εμείς στο δημοτικό τραγούδι… 

Τα μάτια της γυναίκας  επαινέθηκαν ιδιαίτερα από τη λαϊκή μούσα.

«Είναι το θέλγητρο της γυναίκας, που τραγουδήθηκε περισσότερο από κάθε άλλο. Χίλια επίθετα έχουν βρεθεί για να παινέσουν τα μάτια από τον λαϊκό τραγουδιστή….
Η δόξα των ματιών οφείλεται κυρίως στο ρόλο που έχουν στον έρωτα.
Η αγάπη αντανακλάται στα μάτια,
βρίσκει σημείο αναφοράς στα μάτια,
πιάνεται απ’ αυτά και πορεύεται στα χείλη,
για να εγκατασταθεί πια και να ‘βρει το βασιλικό του θρόνο στην καρδιά.

Είναι δηλαδή  ο καθρέπτης της ψυχής στην ικανότητά του να πιάνει την αγάπη, όπως λέει και το τραγούδι:

Εμπάτε αγόρια στο χορό κορίτσια στα τραγούδια,
Να δείτε και να μάθετε πώς πιάνεται η αγάπη.
Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει
Κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει.

Ανάλογα με την ερωτική διάθεση που προκαλούν, τα μάτια είναι: όμορφα, ερωτικά, γλυκά, ζαχαρένια, βελουδένια, μαύρα, γαλανά, τσακίρικα, σαν μαγνήτες, σαν ελιά. Βρίσκονται-ιεραρχικά- στην πρώτη θέση της ομορφιάς και συνιστούν την κύρια αιτία –τα όμορφα πάντα μάτια- της επιλογής του ανδρός.

Τα μάτια σου τα όμορφα
Τα μάτια σου τα όμορφα τα φρύδια σ’  τα γραμμένα
και τα σγουρά σου τα μαλλιά τα καλοχτενισμένα,
τα είδα και τα ζήλεψα και θέλω να τα πάρω
στη μάνα σου τα γύρεψα
και μούπε χάρισμά σου

Στον αξιολογικό πίνακα της ομορφιάς, πάντοτε είναι μπροστά τα γλυκά μάτια.
Μάτια γλυκά, στόμα μικρό, πρόσωπο ζαχαρένιο, ξανθά μαλλιά στην κεφαλή, κορμί ζωγραφισμένο.
Όλα αυτά συνιστούν ένα πρόσωπο που μοιάζει με την Παναγία. Όλοι την προσκυνούν κι όλοι την ερωτεύονται.

Τα καναρίνια την αυγή, γλυκά γλυκά λαλούνε
Και δίνουνε παρηγοριά σ’ εκείνους π’ αγαπούνε.
Ζάχαρη ψιλή τριμμένη, στα στηθάκια σου απλωμένη
Μάτια γλυκά, στόμα μικρό, πρόσωπο γιε μου ζαχαρένιο
Ξανθά μαλλιά στην κεφαλή, κορμί γιε μου ζωγραφισμένο…

(Για τους λάτρεις της Δημοτικής μουσικής συνιστώ την εκτέλεση με τη φωνή του Γιάννη Παπακώστα).>

Το δημοτικό τραγούδι - στο σύνθετο με τα μάτια  επίθετο κυρίως- επιμένει να εκδηλώνει τη γυναικεία ομορφιά. Έτσι έχουμε: γαλανομάτα, καταγάλανη, γαλανούλα, κρασογαλανή, μαυρομάτα, μαυροματούσα, μαυροματού, μπιρμπιλομάτα, παρδαλομάτα, παιχνιδοματούσα, τσακιρομάτα

Σε ποιον δεν ερχεται στο νου το δημοτικό τραγούδι: « Ξύπνα περδικομάτα μου»   Το τραγουδούσε το ψίκι του γαμπρού, όταν έφτανε στο σπίτι της νύφης για να την πάρουν για το γάμο.
Δεν είναι ακριβώς τσάμικο, γι αυτό... Είναι ιδιόμορφος χορός (που μοιάζει με τσάμικο) και παρουσιάζει πολλές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή. Τραγουδιέται και χορεύεται σ’ όλη την Ήπειρο.

Ξύπνα περδικομάτα μου μωρέ,
κι `ρθα στο μαχαλά σου.

Χρυσά στολίδια σου `φερα μωρέ,
να πλέξεις στα μαλλιά σου.

Κι αν ήρθες καλοσώρισες μωρέ,
ας έκανες και κόπο.

Ήρθες και μας ομόρφυνες μωρέ,
τον άσχημο τον τόπο.

Δεν το `ξερα λεβέντη μου μωρέ,
πως ήρθε η αφεντιά σου.

Να πεταχτώ σαν πέρδικα μωρέ,
να `ρθω στην αγκαλιά σου.

Νάζια σου κάνω μάτια μου,
και να με συμπαθήσεις.

Το ακρινό παράθυρο,
απόψε μην το κλείσεις.

Κι αλλη μια χάρη σου ζητώ,
θα σε παρακαλέσω.

Ώρε στο στρώμα που κοιμάσαι εσύ,
να `ρθω κι εγω να πέσω.
Ειδική μνεία πρέπει να κάνουμε και για το χρώμα των ματιών. Προτιμώνται τα μαύρα και τα γαλανά. Έτσι, έχουμε λιόμαυρα, ολόμαυρα, ζωγραφισμένα, μπιρμπιλά, τσακίρικα (γαλανομάτικα), καταγάλανα.
Στα μαύρα μάτια χάνομαι, στα γαλανά ποθαίνω
Κι αν πεις για τα τσακίρικα τη γης σκίζω και μπαίνω
                               Ή
Διψούν οι κάμποι για νιρό και τα βουνά για χιόνια,
και τα γιράκια για πουλιά κι εγώ, Ρήνω, για σένα,
για δυο ματάκια σ’ ολόμαυρα, για δυο ζωγραφισμένα.
Ποιος ή ποια δεν τραγούδησε ή δεν χόρεψε τα:
Μαύρα μάτια στο ποτήρι
γαλανά στο παραθύρι.
-Δώσ’ τα μου, καλέ κοντούλα
Δώσ’ τα μου να τ’ αγοράσω
κι ό,τι έχω ας το χάσω.

Κι ακόμα
Δυο μαύρα μάτια αγαπώ
Σε ποιονε Χρύσω  να το πω.
Μια βλαχοπούλα αγαπώ
πόχει του βουνού τη χάρη
και τη λάμψη απ’ το φεγγάρι.
Δυο μαύρα μάτια αγαπώ
σταμάτα ήλιε  να στο πω.
Ήλιε μια κόρη λαχταρώ
με δυο χείλη φλογισμένα
πιο θερμά και από σένα.
Δυο μαύρα μάτια αγαπώ
το έμαθε όλο το χωριό
κι απ’ την πλατεία σαν περνώ
οι λεβέντες με καμάρι
λένε μπράβο παλληκάρι

Να μην παραλείψουμε και το Ωραίο δημοτικό τραγούδι που ο υποτιθέμενος εραστής απευθύνεται στη Μαυρομάτα και διατυπώνει λόγια σεμνά και ερωτικά.
Απόψε μαυρομάτα μου, θα κοιμηθούμ' αντάμα,
ρίξε  τα στρώματα διπλά, διπλά τα μαξιλάρια
Και γω θα ρθω τη χαραυγή
Που είναι γλυκός ο ύπνος
Γιατί απόψε κούκλα μου
Μαζί θα παντρευτούμε
Το αποδίδουν μελωδικότατα οι Λαλητάδες
Επίσης υπάρχει λαϊκό τραγούδι που η λέξη ματάκια μου επαναλαμβάνεται τέσσερις εν συνόλω φορές.  (Μια εξαιρετική εκτέλεση από τον Αρκαδόπουλο στο κλαρίνο.Τραγουδά μοναδικά, όπως πάντα,  ο Παπακώστας.)
Απόψε κρύο έκανε, κρύο και τραμουντάνα,
και οι βρύσες κρουσταλλιάσανε
και σεις περιβολάκια μου με τ’ άνθη στολισμένα,
μην είδατε τον αρνητή τον ψεύτη της αγάπης…

Ακόμα
Τα μαύρα μάτια το πρωί
δεν πρέπει να κοιμούνται
πρέπει να είναι ξάγρυπνα
ΚΑΙ ΝΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΙΟΥΝΤΑΙ !!!!!!!!

Το τραγουδούν και το χορεύουν οι μερακλήδες χαράματα.
Στο γλυκοχάραμα τσ’ αυγής που τα πουλιά ξυπνούνε
Οι μερακλήδες του ντουνιά πάνε να κοιμηθούνε.
Όλοι οι ερωτευμένοι του χωριού μ’ αυτό το τραγούδι εκφράζουν  τον έρωτά τους, την καψούρα τους, όπως λένε. Στα χαράματα στήνεται το χοροστάσι των ερωτευμένων.





Στα όμορφα μάτια εκδηλώνεται –αποτυπώνεται η αγάπη που να οδηγεί τον ερωτευμένο ακόμη και στον θάνατο. Χαρακτηριστική είναι η ερωτική εξομολόγηση στο Δήμο.
Αυτά τα μάτια Δήμο μ’ τα όμορφα
τα φρύδια σ’ τα γραμμένα, γεια σ’ αγάπη μ’ γεια σου
τα φρύδια σ’ τα γραμμένα, σε κλαίν τα μάτια μου

Αυτά με κάνουν Δήμο μ’ κι αρρωστώ
με κάνουν και πεθαίνω, γεια σ’ αγάπη μ’ γεια σου
με κάνουν και πεθαίνω, σε κλαίν τα μάτια μου

Για πάρε Δήμο μ’ το σπαθάκι σου
και κόψε το λαιμό μου, γεια σ’ αγάπη μ’ γεια σου
και κόψε το λαιμό μου, σε κλαίν τα μάτια μου

Για μάσε Δήμο μ’ και το αίμα μου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι, γεια σ’ αγάπη μ’ γεια σου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι, σε κλαίν τα μάτια μου


Και σύρ’ το Δήμο μ’ στα εννιά χωριά
στα δέκα βιλαέτια, γεια σ’ αγάπη μ’ γεια σου
στα δέκα βιλαέτια, σε κλαίν τα μάτια μου

Κι αν σε ρωτήσουν Δήμο μ’ τι έχεις αυτού;
το αίμα της αγάπης, γεια σ’ αγάπη μ’ γεια σου
το αίμα της αγάπης, σε κλαίν τα μάτια μου


Όλες οι μελαχρινές και οι μαυρομάτες ρούσε ς   γαλανομάτες
Όλες οι μελαχρινές και οι μαυρομάτες
ρούσες γαλανομάτες
Όλες φιλί μου δώσανε η μια δε μου το δίνει
πολύ καημό μ’ αφήνει

Όταν τη βλέπω κι έρχεται απ’ το μεγάλο δρόμο
μαραίνομαι και λειώνω
Μου `βαλε πόνο στη καρδιά και δεν μπορώ να γιάνω
θα πέσω να πεθάνω

Θα πάρω την απόφαση να πάω στο χωριό της
στο σπίτι το δικό της
Και θα το πω στη μάνα της γαμπρό της να με κάνει
ν’ αλλάξουμε στεφάνι
Ατέλειωτη η απαρίθμηση…






Χρήστος Α. Τούμπουρος