Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

Συνδυασμός φυτικής και ζωικής παραγωγής εξελίσσουν ένα αγρόκτημα με 37 χρόνια εμπειρίας



Η νέα γενιά έτοιμη να διαδεχτεί την οικογενειακή εκμετάλλευση

Τη δική του πορεία στον αγροτικό τομέα έχει χαράξει ο Βασίλης Παναγιώτου, από την Αλίαρτο Βοιωτίας, ο οποίος αποφάσισε να μη μείνει στάσιμος αλλά να επεκτείνει τη δραστηριότητα του και στην κτηνοτροφία εκτός από τη φυτική παραγωγή πριν από τρία χρόνια. Η πορεία του Βασίλη στον αγροτικό τομέα ξεκινά το 1982, όταν πήρε την απόφαση να καλλιεργήσει κτηνοτροφικά φυτά στα λιγοστά στρέμματα που του άφησε ο πατέρας του. Με τη βοήθεια και τις γνώσεις που έλαβε από αυτόν, κατάφερε να καλλιεργεί εκατοντάδες στρέμματα κτηνοτροφικά φυτά, να τα επεξεργάζεται σε ενσίρωμα αλλά και να τα πουλά απευθείας σε κτηνοτρόφους μέσω της ιστοσελίδας που έχει δημιουργήσει, με το όνομα «Αγρόκτημα Παναγιώτου». Πρόσφατα αποφάσισε να περάσει και στην κτηνοτροφία, με την εκτροφή 300 αιγοπροβάτων. «Σπούδασα ηλεκτρολόγος στην Αθήνα και δούλεψα αρκετά χρόνια. Ωστόσο, κάποια στιγμή τα παράτησα και πήρα την απόφαση να ασχοληθώ με τον αγροτικό τομέα. Σήμερα καλλιεργώ τριφύλλι, καλαμπόκι και μπιζέλι. Με όλα τα σύγχρονα μηχανήματα πραγματοποιούμε και το ενσίρωμα των παραπάνω προϊόντων, τα οποία έπειτα πουλάμε στο δίκτυο κτηνοτρόφων που έχουμε αναπτύξει», αναφέρει στην «ΥΧ» ο Βασίλης.

Κτηνοτροφία


Πριν από τρία χρόνια, ο Βασίλης, μαζί με τη γυναίκα του και την κόρη του οι οποίες είναι ενεργά μέλη στην εκμετάλλευσή, άνοιξαν και την πόρτα της κτηνοτροφίας. «Εκτρέφουμε 300 αιγοπρόβατα, δίνοντας το γάλα σε μεγάλη βιομηχανία, ενώ μερικές φορές εκμεταλλευόμαστε και το κρέας. Αποφασίσαμε να επενδύσουμε και στην κτηνοτροφία, για να επεκτείνουμε τη δραστηριότητα μας και να μην στηριζόμαστε μόνο στη φυτική παραγωγή», τονίζει ο Βασίλης, ο οποίος συνεχίζει λέγοντας πως η πτώση των τιμών και ο ανταγωνισμός που υπάρχει στην αγορά αποτελούν επιπλέον λόγους για τη νέα τους δραστηριότητα. «Η ενασχόληση τόσο με τη φυτική παραγωγή όσο και με την κτηνοτροφία παρέχει οφέλη, καθώς λειτουργούν συμπληρωματικά και παρέχουν κέρδος», αναφέρει ο Βασίλης, ο οποίος εξηγεί όμως ότι «από τη φυτική παραγωγή έχω περισσότερα οφέλη. Η κτηνοτροφία είναι για εμένα περισσότερο ένα επάγγελμα βοηθητικό».

Προώθηση προϊόντων

Την ώρα που το υψηλό κόστος διατροφής των ζώων αποτελεί ένα από βασικά προβλήματα του κλάδου της κτηνοτροφίας, η λύση του ενσιρώματος με παραγωγή προϊόντος υψηλής θρεπτικής αξίας, το οποίο είναι διαθέσιμο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο Βασίλης έχει αποφασίσει να διακινεί τα προϊόντα του απευθείας στους κτηνοτρόφους, αποφεύγοντας τους εμπόρους. Έχει δημιουργήσει, λοιπόν, ένα δίκτυο με σημεία σε όλη την Ελλάδα, ακόμα και σε νησιά. Ο ίδιος τονίζει ότι οι επαφές του με τους κτηνοτρόφους γίνονται μέσω της ηλεκτρονικής ιστοσελίδας που διαθέτει το αγρόκτημα Παναγιώτου, αλλά και μέσω εκθέσεων που συμμετέχουν ανά διαστήματα.

Νέα γενιά

Το αγρόκτημα Παναγιώτου έχει λύσει και το πρόβλημα της διαδοχής, καθώς υπάρχει ήδη η νέα γενιά, που θα αναλάβει την εκμετάλλευση εφοδιασμένη με γνώσεις, όρεξη και νέες ιδέες. Ο λόγος για τη Βασιλική-Θεοδώρα, την κόρη της οικογένειας. «Έχω τελειώσει τις σπουδές μου στη γεωπονική στη Λάρισα, καθώς από μικρή βοηθούσα τον πατέρα μου στην εκμετάλλευση και αγάπησα το αγροτικό επάγγελμα. Εκτός, όμως, από την αγάπη για αυτό ήθελα να έχω και τις κατάλληλες γνώσεις για να εξελίξω την επιχείρηση», αναφέρει η ίδια στην «ΥΧ», ενώ ο πατέρας της οικογένειας επισημαίνει ότι «από μικρή ήταν πρόθυμη να βοηθήσει σε όλες τις δουλειές με αποτέλεσμα να ενταχθεί πιο εύκολα σε αυτό που κάνουμε».
σήμερα τόσο οι αγρότες όσο και οι κτηνοτρόφοι έχουν να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες εισφορές
Με μια πορεία 37 χρόνων στον αγροτικό τομέα, ο Βασίλης, εκτός από επιτυχίες έχει αντιμετωπίσει και δύσκολες καταστάσεις, όπως αναφέρει, «σήμερα τόσο οι αγρότες όσο και οι κτηνοτρόφοι έχουν να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες εισφορές, ενώ ένα από τα ζητήματα της γεωργικής και κτηνοτροφικής ανάπτυξης της Ελλάδας είναι το μεγάλο κόστος παραγωγής που συχνά είναι ανεξέλεγκτο».

Αποκριάτικα τραγούδια


Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

Θυμάμαι και τι δεν θυμάμαι... Εκείνα τα χειμωνιάτικα απογεύματα, που τα βήματα της μνήμης ακολουθούν και με φτάνουν κοντά στα παλιά μου «παιδικά λημέρια»... Μαζί μ’ όλη την τότε ζωή που στριφογυρνά ασταμάτητα και καθορίζει το Είναι μου ως Ηπειρώτης και μάλιστα Τζουμερκιώτης. Οι αναμνήσεις αναμοχλεύουν στο νου και την ψυχή τις ημέρες και τις ώρες από τη γιορταστική Τζουμερκιώτικη ζωή κατά τις Αποκριές της Μεγάλης Σαρακοστής. Έρχονται και περνάν οι Αποκριές. Δεν λένε όμως να σταματήσουν οι θύμησες. Θύμησες και αναμόχλευση. Εικόνες, αναμνήσεις σύμφυτες με τη φτωχική, απλοϊκή και γραφική αχαμνοσύνη της μεταμφίεσης και της δράσης˙ της αποκριάτικης δράσης που τη συνόδευαν τα αστεία και τα πειράγματα. Και κυρίως τα τραγούδια.
Τα αποκριάτικα τραγούδια, όπως είναι γνωστό, είναι απόγονοι των τραγουδιών που τραγουδούσαν οι πρόγονοί μας σε όλες τις θρησκευτικές τελετές στην αρχαιότητα. Γιορτή ζωντανή, ελεύθερη και αθυρόστομη. Σ’ αυτές τις γιορτές το ανίερο και το βλάσφημο ταυτίζoνταν με το ιερό. Τα μυστήρια της Δήμητρας ήταν γύρω από τα γεννητικά όργανα της γυναίκας, ενώ τα μυστήρια του Διονύσου γύρω από τον αντρικό ερωτισμό. Όλες οι γονιμικές τελετές στηρίζονται στο σχήμα της συμπάθειας ή της ομοιοπαθητικής. Οι άνθρωποι δηλαδή επαναλαμβάνουν πράγματα που θα κάνει η φύση. Μιμούνται δηλαδή τη φύση. Επομένως όση καλύτερη η αποκριά, τόσο μεγαλύτερη η σοδειά. Όχι πως τα ήξεραν αυτά οι χωριανοί μου. Τα εφάρμοζαν όμως. Απαρέγκλιτα και με κάποια προστιθέμενη φαντασία. Τα έθιμα της Αποκριάς είναι ιδιαίτερα δεμένα με το τραγούδι. Και όχι με όποιο, όποιο τραγούδι.
Ευτράπελα και απολύτως σκωπτικά ήταν τα τραγούδια των μασκαράδων στις γειτονιές και τα κρασονυχτικά χωρατά και χαροκόπια. Όλοι οι μασκαράδες σε όλα τα σπίτια ήταν καλόκαρδοι, καλοπροαίρετοι και καλοδεχούμενοι.

«Γιάνναινα, Γιαννάκαινα, να μην πας στα Γιάννενα,
να μην πας για λάχανα και μας φέρεις βάσανα,
να μην πας για λαχανίδες και σου σ’κώσουν τις αρίδες,
να μην πας και για πουρνάρια και σου σ’κώσουν τα ποδάρια…»

(Σ’ ένα χωριό εδώ κοντά πάντρευαν τον Κατσαντά)
«τόταζαν και τα προικιά, πέντε κόσκινα κουκιά,
έναν τσάπο, έναν τράγο, έναν κόκοτο βαρβάτο.
Δε χορεύεις, γέροντα, στου παιδιού μας τη χαρά;
-Δεν ακούς, μωρή γριά, πώς βροντάν τα λιόκια μου
σαν παλιοκολόκ’θα;»
Μιχάλη Χάρου, «Τζουμερκιώτικοι Δημοτικοί Αντίλαλοι»

ο παπάς ο θυμιατής , τον ακούμπησε μιανής.
Στο χωριό την τσάκωσε και την ετσαλάκωσε.
Ο παπάς απ’ τα Κουκούλια κυνηγούσε δυο βιτούλια.
Κυνηγούσε προσπαθούσε να τα πιάσει δεν μπορούσε.
Κει κοντά σ’ ένα χαντάκι πιάνει μια μικρή σαν ένα βιτλάκι.
Της τινάζει μια στα σκέλια ξεκαρδίστηκε απ’ τα γέλια.

«Το μ…ί στην κερασιά και ο π….ς από κάτω
χίλιες μετάνοιες έκανε μ…ί κατέβα κάτω».

«Μπροστινέ μου που χορεύεις,
να σε ιδώ να διακονεύεις
με τα τράινα τσιατσιούλια,
να μαζεύεις κομματσιούλια.
Τουμ – ταραρά, άι κιαρατά,
αύριο κι θα ιδείς.
Πώς χορεύουν οι γριές,
σαν τομάρια, σαν προβιές,
πώς χορεύουν οι παντρεμένες,
σα γομάρες ιγγλωμένες,
πώς χορεύουν τα παιδιά,
σαν κριάρια σαν τραϊά.
Πώς χορεύουν τα κορίτσια,
σαν αρνάκια, σαν κατσίκια». Μιχάλη Χάρου, «Τζουμερκιώτικοι Δημοτικοί Αντίλαλοι»

(Τσιατσιούλια: σακούλια, ντρουβάδια. Κουμματσιούλια: Μικρά και ξερά κομμάτια ψωμιού. Ξεροκόμματα. Ιγγλωμένες: ζωσμένες σφιχτά με τις ζώνες. Ίγγλες είναι οι ζώνες του σαμαριού στην κοιλιά και γύρω από το ζώο, για να κρατάνε το σαμάρι στη θέση του)
«Τη μάσκα θα σηκώσω κι όλα θα σου τα δώσω
όσα έχω εδώ κρυμμένα τά ‘χω καλά φυλαγμένα,
τα κρατάω όλα για σένα».

«Στης ακρίβειας τον καιρό επαντρεύτηκα κι εγώ
και μού δώσαν μια γυναίκα που ‘τρωγε για πέντε δέκα.
Πρώτο βράδυ που την πήρα έφαγε μια προβατίνα
και το δεύτερο το βράδυ προβατίνα και γελάδι.
Βρε γυναίκα οικονομία τώρα που ‘ναι δυστυχία.
Άντρα μου θέλω φουστάνι γύρω γύρω μα γαϊτάνι
άντρα μου θέλω γοβάκια γύρω γύρω με φιογκάκια.
Άντρα μου θέλω βρακί γύρω γύρω με γαζί.
Βρε γυναίκα εγώ με σένα δεν βλέπω προκοπή.
Κι αρπάζω ένα ξύλο και την παίρνω γύρω γύρω.
Πάρε μια για το φουστάνι , άλλη μια για το γαϊτάνι,
πάρε δυο για τα γοβάκια πάρε κι όλα αυτά μαζί
για να βρεις βρακί στο μαγαζί».




Χρήστος Α. Τούμπουρος

Αδελφοί Ρετζαίοι: Η ζωή και ο θάνατος των τελευταίων λήσταρχων των ελληνικών βουνών | HuffPost Greece


Ήπειρος, 1909, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος- στο Ανώγι, ένα απομονωμένο, ορεινό χωριό, ζωοκλέφτες δολοφονούν έναν κτηνοτρόφο συντοπίτη τους όταν αυτός τους κατήγγειλε στις οθωμανικές αρχές. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1916 οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέντζος σκοτώνουν τους φονιάδες του πατέρα τους και περνάνε στην παρανομία. Το κίνητρο της εκδίκησης λειτούργησε σαν θρυαλλίδα μιας καταιγιστικής ιστορίας: για την επόμενη 20ετία τα δύο αδέρφια, οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι, οι «βασιλείς της Ηπείρου» όπως πολλοί τους αποκαλούσαν, αιματοκύλισαν την ευρύτερη περιοχή.
Φόνοι, ληστείες, απαγωγές: 80 νεκροί και εκατομμύρια δραχμές η λεία των δύο αδερφών και της συμμορίας τους. Οι ληστές είναι αδίστακτοι- το 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος δελεάζει με αμνηστία όποιον παράνομο παραδοθεί, ‘προσκομίζοντας’ στις Αρχές ως ‘πεσκέσι’ της μεταμέλειάς του το κεφάλι ενός άλλου ληστή: οι Ρεντζαίοι εκτελούν εν ψυχρώ δύο συντρόφους τους και τους αποκεφαλίζουν. Το επίσημο κράτος όχι μόνο τους συγχωρεί αλλά και τους εγκολπώνει και αποπειράται να τους χρησιμοποιήσει- οι πρώην ληστές καθοδηγούν αποσπάσματα της χωροφυλακής στην καταδίωξη άλλων παρανόμων που δρουν στα ηπειρώτικα βουνά. Οι Ρεντζαίοι, επιχειρηματίες και στον κατασκευαστικό τομέα πλέον, ζούνε σε αρχοντικό μέσα στα Γιάννενα και συναναστρέφονται την ‘καλή κοινωνία’ της πόλης. Το 1926 όμως πραγματοποιούν τη ληστεία της Πέτρας, την πιο πολύνεκρη ληστεία στα ελληνικά χρονικά: στη διαδρομή από Πρέβεζα προς Γιάννενα ‘χτυπάνε’ μια χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Φράζουν το δρόμο με κορμούς δέντρων και έφιπποι γαζώνουν το αυτοκίνητο. Ο απολογισμός της γκαγκστερικής ενέδρας: 8 νεκροί και 15 εκατομμύρια δραχμές...

Οι Ρεντζαίοι διαφεύγουν στα Βαλκάνια και λίγα χρόνια αργότερα συλλαμβάνονται στη Βουλγαρία- εκτελούνται το πρωί της 5ης Μαρτίου του 1930 στην τάφρο του φρουρίου της Κέρκυρας.
Η ζωή και η δράση τους, σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό, συναρμολογεί ένα ελληνικό γουέστερν που κάνει τον διάσημο Νταβέλη να φαντάζει ‘σχολιαρόπαιδο’: ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας (true crime stories) Γιάννης Ράγκος, μετά τον ‘Ερωτόκριτο’ συνεργάζονται ξανά και ορμώμενοι από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, κατασκευάζουν ένα φιλμ νουάρ με μολύβι σε χαρτί.
Τα δυο πρώτα επεισόδια αυτής της hard copy κινηματογραφικής ταινίας έχουν κυκλοφορήσει στα τεύχη 6 και 7 του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (εκδόσεις Polaris). Και όταν η σειρά τελειώσει, θα ‘δεθεί’ και θα κυκλοφορήσει σε ένα συναρπαστικό, ογκώδες graphic novel των 200 σελίδων.


«Δεν μεταφέρουμε στο κόμιξ επακριβώς την ιστορία των Ρεντζαίων», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Για αυτό και ονομάζουμε τους κεντρικούς μας χαρακτήρες Γιάννη και Θύμιο Ντόβα. Κρατάμε τον καμβά των βασικών γεγονότων, αλλά υπάρχει και η μυθοπλασία. Πολλά κομμάτια της ζωής των Ρεντζαίων δεν τα ξέρουμε καν- κι επίσης, το πρωτογενές υλικό δεν είναι πάντα αξιοποιήσιμο ή ενδιαφέρον».

-Μια εμμονή με την ιστορική ακρίβεια μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του έργου;

(Γούσης) Πολλές φορές ο δημιουργός μένει τόσο πιστός στα πραγματικά γεγονότα που τελικά η ιστορία καταντάει βαρετή. Εμείς εμπνεόμαστε από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, δεν πειθαναγκαζόμαστε να την αναπαράγουμε εντελώς πιστά.
(Ράγκος) Είναι διαφορετικό το εμπνευσμένο (inspired by) από το βασισμένο (based on)- το δεύτερο είναι πιο κοντά στο πραγματικό γεγονός.

-Να μιλήσουμε για τον πυρήνα της ιστορίας;

(Γούσης) Είναι η ζωή και ο θάνατος δύο ληστών, που είναι και αδέρφια. Ουσιαστικά είναι μια σάγκα που εξιστορεί όλη τους τη ζωή, από παιδιά, το 1909, όταν συμβαίνει το περιστατικό της ζωοκλοπής και του θανάτου του πατέρα, και τελειώνει με το θάνατό τους. Το τέλος τους γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή- έτσι ξεκινάει το βιβλίο, με τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεσή τους.
«Θα έχει 4 κεφάλαια το βιβλίο, των 50 περίπου σελίδων το καθένα», λέει ο Γ. Γούσης. «Στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε πως έγιναν ληστές, το δεύτερο είναι η δράση τους στο βουνό, έως και τη νομιμοποίησή τους (παίρνουν αμνηστία κάποια στιγμή), το τρίτο είναι η δράση τους ως νόμιμοι, αμνηστευμένοι, επιχειρηματίες αλλά και διώκτες ληστών...»

Λειτούργησαν δηλαδή όχι μόνο σαν «κλέφτες» αλλά και σαν «αρματολοί» (με την οθωμανική χρήση του όρου) οι Ρετζαίοι...


(Ράγκος) Ναι, μπήκαν στην υπηρεσία του κράτους και κυνηγούσαν τους μέχρι πρότινος συντρόφους τους.

-Ως παρακρατικοί;

(Ράγκος) Όχι, επισήμως. Ως χωροφύλακες. Πως σήμερα το FBI χρησιμοποιεί έναν χάκερ; Ήταν άνθρωποι που είχαν το know how και οδηγούσαν τα αποσπάσματα της χωροφύλακης στην καταδίωξη άλλων ληστών.
(Γούσης) Είχαν μισθό και όπλα από τη χωροφυλακή. Μόνο στολή δε γνωρίζω αν φορούσαν.
«Το τρίτο μέρος τελειώνει με το αν θα γίνει ή όχι η μεγάλη ληστεία που διοργανώνουνε (Ληστεία της Πέτρας). Το τέταρτο κεφάλαιο ξεκινάει με τη ληστεία και αναπτύσσει όλη τους τη δράση μέχρι τη σύλληψή τους. Η φυγή στα Βαλκάνια, στην Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μετά».
(Ράγκος) Εκεί συλλαμβάνονται, εκδίδονται στην Ελλάδα, δικάζονται, καταδικάζονται και εκτελούνται. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους- οι Ρεντζαίοι ήταν οι τελευταίοι «ληστές των ορέων».

-Ο Παλαιοκώστας σήμερα; Μερικοί τον θεωρούν «ληστή του βουνού».

(Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ενσάρκωναν τον νόμο στο βουνό- ο Παλαιοκώστας δεν ασκεί νόμο, κρύβεται στο βουνό.
«Οι πρώτοι ληστές τις δεκαετίες του 1830, 1840 είναι πρώην κλεφταρματολοί που δεν ενσωματώνονται, ούτε ως στρατιωτικοί ή αστυνομικοί, στους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Αισθάνονται προδομένοι, ανεβαίνουν πάλι στα βουνά και γίνονται παράνομοι. Αυτό το φαινόμενο κράτησε περίπου 100 χρόνια. Οι Ρεντζαίοι είναι οι τελευταίοι και με την εκτέλεσή τους ουσιαστικά τελειώνει και όλη αυτή η περίοδος. Είναι ένα φαινόμενο γενικευμένο που δεν αφορά μονο την Ελλάδα- υπάρχει μια καταπληκτική μελέτη του Χοπςμπάουμ (Οι Ληστές), που την χρησιμοποιήσαμε ως μελέτη τεκμηρίωσης και αναφέρεται σε όλα τα παρόμοια φαινόμενα και παραδείγματα, από τον Ρομπέν των Δασών έως τη Νότια Αμερική και τα Βαλκάνια, ενώ αναφέρεται και στην Ελλάδα».
«Η ληστεία είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του προ- νεωτερικού και του νεωτερικού κράτους», συνεχίζει ο Γ. Ράγκος. «Αναπτύσσεται κυρίως στα βουνά, σε απομονωμένες περιοχές και προ- νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερική μορφή της εξουσίας, θεσμοί όπως το κράτος, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, συγκρούονται μαζί της. Σταδιακά οι περιοχές αυτές ξεφεύγουν από την απομόνωση, με την τεχνολογική πρόοδο, τα έργα υποδομής- τότε η ληστεία ξεκινά να φθίνει και σιγά σιγά χάνεται. Γιατί χάνεται και το πεδίο επί του οποίου δημιουργήθηκε».

 -Είχε και κοινωνική αποδοχή η ληστεία συχνά.

(Ράγκος) Ο Πάντσο Βίλα, ο ηγέτης της επανάστασης στο Μεξικό το 1910, ληστής ήταν. Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν κοινωνικοί ληστές όμωςδεν έγιναν ληστές εξαιτίας κάποιου κοινωνικού οράματος, τύπου Salvatore Giuliano (1922- 1950), ούτε Ρομπέν των Δασών- δεν έκλεβαν από τους πλούσιους για να τα δώσουν στους φτωχούς. Η δράση που ανέπτυξαν ήταν καθαρά ποινική- δεν είχε καμία κοινωνική προέκταση. Εκτελούσαν συμβόλαια ως πληρωμένοι δολοφόνοι, έκαναν ληστείες και απαγωγές εκβιάζοντας για λύτρα.
(Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ήταν ληστές- εκδικητές. Πήραν εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα τους και επειδή το αίμα φέρνει κι άλλο αίμα, για να γλιτώσουν το κυνήγι της αστυνομίας και του αντίπαλου σογιού, έγιναν παράνομοι. Χωρικοί τους μίσθωναν για να τους κάνουν τις βρώμικες δουλειές, κυρίως πράξεις εκδίκησης. «Πάρε δυο λίρες και σκότωσε αυτόν». Και σε εκλογές είχαν κάνει τραμπουκισμούς, ακόμα και δολοφονίες υπέρ υποψηφίων.

-Στη ληστεία της Πέτρας η λεία ήταν πολύ μεγαλύτερη από δύο λίρες... Και σαν γεγονός η βιαιότητά του μου φέρνει στο νου την παλιά ατάκα «Σικάγο γίναμε»..

(Γούσης): Δεκαπέντε εκατομμύρια δραχμές ήταν η λεία, αστρονομικό ποσό τότε. Οι Ρεντζαίοι την ίδια εποχή, ως νόμιμοι επιχειρηματίες, προσπαθούσαν να κλείσουν μια συμφωνία και να αναλάβουν την εργολαβία για τις προσφυγικές κατοικίες των Ιωαννίνων. Είμαστε στο 1926, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Και θέλανε να πάρουν την εργολαβία με λάδωμα, όπως γίνεται και σήμερα. Τα κέρδη τους, αν έκτιζαν ένα ολόκληρο χωριό, θα ήταν δύο εκατομμύρια δραχμές στους επόμενους έξι μήνες. Με την ληστεία της Πέτρας έβγαλαν δεκαπέντε σε μία μέρα... Ήταν ένα ποσό τεράστιο και σε όγκο- μετά τη ληστεία το έθαψαν και όταν πήγαν να πάρουν τα χρήματά τους βρήκαν μόνο τα μισά.
(Ράγκος) Οι Ρεντζαίοι εισάγουν έναν καινούργιο τότε τρόπο δράσης, εφαρμόζωντας πρακτικές του οργανωμένου εγκλήματος. Παραδείγματος χάριν, το 1925 γίνεται η δικτατορία του Πάγκαλου- αυτός για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της ληστείας βγάζει ένα διάταγμα με το οποίο αμνηστεύονται οι ληστές που θα φέρουν στις Αρχές το κεφάλι ενός άλλου ληστή. Οι Ρεντζαίοι εκμεταλλεύονται αυτό το διάταγμα και σκοτώνουν συντρόφους τους, μέλη της συμμορίας τους.
(Γούσης) Έχει ενδιαφέρον ότι τους Ρεντζαίους συμβουλεύει να προβούν σε αυτή την πράξη ένας τρίτος χαρακτήρας, οικονομικός παράγοντας στα Γιάννενα και άνθρωπος που κινεί τα νήματα στην τοπική κοινωνία. Αυτός λειτουργεί ως εγκέφαλος της συμμορίας, ως νόμιμη «προέκταση» της δράσης των Ρεντζαίων. Και ενώ τα δυο αδέλφια αρχίζουν να καταστρώνουν σχέδια για το πως θα κυνηγήσουν ληστές αντίπαλων συμμοριών, αυτός τους προτείνει να σκοτώσουν δικούς τους συντρόφους, μέλη της συμμορίας τους. Γιατί να ψάξουν άλλους; Κι αυτοί ληστές είναι και μάλιστα πολύ πιο εύκολοι στόχοι. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το στυγνά καπιταλιστικό, ωφελιμιστικό κίνητρο της δράσης.


(Ράγκος) Κολοβός ήταν το όνομα του επιχειρηματία, υπαρκτό πρόσωπο. Παντρεύει την κόρη του με τον Γιάννη και πλέον οι ληστές ζούνε σε κεντρικό μέγαρο των Ιωαννίνων. Στο γάμο του Γιάννη και της Χαρίκλειας παραβρέθηκε όλη η αφρόκρεμα της γιαννιώτικης κοινωνίας, ο νομάρχης, ο αρχηγός της αστυνομίας. Όπως στο «Νονό», που στο γάμο της κόρης του- η σκηνή που ξεκινά η ταινία- γερουσιαστές είναι προσκεκλημένοι...
«Πρόβαλέ το όλο αυτό στο σήμερα: ο πρώην μαφιόζος που ξαφνικά είναι μέλος της κοσμικής κοινωνίας. Ξεπλένει χρήμα- και ξεπλένεται και ο ίδιος».

-Υπάρχουν λοιπόν εμφανείς αναλογίες με την εποχή μας;

(Ράγκος) Εντελώς. Η ιστορία μπορεί να ειδωθεί και ως ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για την Ελλάδα της εποχής, που μοιάζει με την Ελλάδα που διαμορφώνεται και σήμερα. Απεικονίζει και την σύγχρονη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος- ο πρώην μαφιόζος που νομιμοποιεί έσοδα από παράνομες δραστηριότητες αγοράζοντας ΜΜΕ για παράδειγμα. Με έναν επιχειρηματία, συνήθως στα όρια της νομιμότητας, όπως οι Ρεντζαίοι είχαν τον Κολοβό, ως σύμβουλο αλλά και βιτρίνα. Επίσης με ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συνεργατών που εξαπλώνεται μέχρι την αστυνομία.
«Οι Ρεντζαίοι από τη στιγμή που αμνηστεύθηκαν, έγιναν διώκτες των ληστών και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες. Κάνουν δουλειές με τα υπουργεία αφού χώνουν χρήμα στα κατάλληλα πρόσωπα. Ξεπλύθηκαν πλήρως μέσα από επιχειρήσεις βιτρίνα- και θα είχαν παραμείνει ξεπλυμένοι, αν έναν χρόνο μετά, το 1926, δεν αποφάσιζαν να κάνουν τη ληστεία της Πέτρας. Αυτή η ενέργεια τους ξαναπερνάει στην παρανομία».

-Δεν προξενεί έκπληξη η αποδοχή που είχαν οι Ρεντζαίοι από τις τοπικές κοινότητες;

(Γούσης): Καμία έκπληξη.
(Ράγκος) Οι μισοί τους αποδέχτηκαν από φόβο και οι μισοί γιατί είχαν να ωφεληθούν. Θα εργάζονταν σε δουλειές τους, θα τα είχαν καλά με την εξουσία- με την όποια εξουσία, ακόμα και με αυτή των Ρεντζαίων.

-Και όταν μετά την αμνήστευσή τους μπήκαν στα Γιάννενα τους υποδέχτηκε πλήθος κόσμου...

(Ράγκος) Ναι. Υπήρξαν βέβαια δημοσιογράφοι του τοπικού Τύπου που τους κοντράριζαν και είχαν δεχτεί απειλές. Γιατί είχαν αποκαλύψει ότι οι Ρεντζαίοι ήταν πίσω από τη ληστεία της Πέτρας.
(Γούσης) Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τους Ρεντζαίους και σαν θέαμα, σαν άγρια λιοντάρια που έρχονταν στην πόλη τους. Κάποιοι μπορεί και να τους συμπαθούσαν ή να προσδοκούσαν κάποιο όφελος- πολλοί όμως είχαν απλώς τη λογική του «ζωολογικού κήπου». Μετά τη σύλληψή τους, όταν τους μετέφεραν με το τρένο από τη Βουλγαρία, σε κάθε σταθμό σε κάθε σταθμό υπήρχε κόσμος που προσπαθούσε να τους δει από τα παράθυρα. Ως θέαμα.

-Νομίζω δεν είναι σύνηθες στη ληστρική αφηγηματική παράδοση να είναι δύο οι κεντρικοί χαρακτήρες, πόσω μάλλον αδέρφια μεταξύ τους.

(Γούσης) Ναι, συνήθως είναι ένας, ο αρχηγός και η συμμορία του. Εδώ είναι δύο και αυτό είναι ταυτόχρονα η δυναμή τους αλλά και η αχίλλειος πτέρνα τους. Αν χτυπούσες τον ένα, αμέσως και ο άλλος βρισκόταν σε δυσχερή, ευάλωτη θέση. Γιατί είχε πάντα στον νου του τον αδερφό του. Υπάρχει μια σκηνή- δεν θυμάμαι αν είναι πραγματική ή την επινοήσαμε- όπου χρησιμοποιούν τον Γιάννη ως συλληφθέντα για να παγιδεύσουν και τον Θύμιο. Γίνεται μια συμπλοκή, ο Θύμιος μπορεί να ξεφύγει αλλά παραδίνεται κι αυτός γιατί ο αδερφός του δεν μπορεί να τον ακολουθήσει. Ή και οι δύο ελεύθεροι, ή κανένας.


(Ράγκος) Μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση συνεχών συγκλίσεων και αποκλίσεων. Ενώ ξεκινάνε απόλυτα ενωμένοι- άλλωστε τους καθαγιάζει και το αίμα του πατέρα τους που μαζί εκδικήθηκαν- όταν βρίσκονται στην πόλη συντελείται η πρώτη μεγάλη μεταξύ τους ρωγμή. Γιατί ο μεγάλος αδερφός ενσωματώνεται πλήρως, θέλγεται από τον αστικό, νεωτερικό τρόπο ζωής και τα πλούτη, ενώ ο μικρός είναι ‘κολλημένος’ στο βουνό. Όχι από κάποια παραδοσιοπληξία- η φύση του είναι έτσι, ιδιοσυγκρασιακά είναι εκεί. Η ψυχή του έχει μείνει στο βουνό.

-Ήταν καθάρματα οι Ρεντζαίοι; Ή οι ήρωες της δικής σας ιστορίας.

(Γούσης) Υπάρχει μια αντίφαση που μας ενδιέφερε πολύ να διερευνήσουμε. Τα δύο αδέλφια είχαν μεταξύ τους μια σχέση απόλυτα ηθική, σχεδόν χριστιανική, τη σχέση που μακάρι να είχαμε όλοι οι άνθρωποι μεταξύ μας- αλλά ήταν οι δυο τους ενάντια σε όλη την κοινωνία. Το έγκλημα έγινε η δουλειά τους και από ένα σημείο και μετά ενσωματώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ‘muscle’ από την αστική, καπιταλιστική τάξη- που δεν υπολόγισε όμως ότι αυτοί οι δύο τύποι μπορούσαν να είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλοί εκτελεστές. Ξέφυγαν από τον έλεγχό της- και για αυτό τελικά καρατομήθηκαν.
(Ράγκος) Πως να εξετάσεις ηθικολογικά τη στάση ενός επαγγελματία δολοφόνου; Επειδή προέρχομαι και από τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που εμένα ενδιαφέρει δεν είναι να δικαιολογήσω ή να καταδικάσω τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά να τις ερμηνεύσω- με τα εργαλεία βέβαια της τέχνης, δεν είμαι ψυχαναλυτής.

-Εντρυφώντας στην ιστορία τους, εντοπίσατε ανθρώπινα χαρακτηριστικά που μπορεί να είναι και γοητευτικά ή κατά κάποιον τρόπο εκτιμητέα;

(Γούσης) Είναι οι ήρωες μας στο βιβλίο- προσπαθούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, όχι για να πάρουμε θέση ή να τους κρίνουμε αλλά για να καταλάβουμε πως μπορεί να ήταν πραγματικά το κάθε γεγονός, η κάθε σκηνή - και να την αποδώσουμε ανάλογα. Δε γίνεται να μην προσπαθήσεις να μπεις στο μυαλό τους.


Ράγκος) Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν natural born killers- αν δεν είχε δολοφονηθεί ο πατέρας τους, αν δεν ζούσαν εκείνη την εποχή, πιθανόν να μην είχαν γίνει ποτέ εγκληματίες. Οι Ρεντζαίοι (και οι Ντοβαίοι στο κόμιξ) είναι δημιουργήματα του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού σημείου, του χώρου όπου λειτουργούν. Άνθρωποι του ίδιου ‘πυρήνα’ σε άλλο χρόνο και χώρο μπορεί να ακολουθούσαν διαφορετική πορεία.

-Δεν ήταν οι καλοκάγαθοι χωρικοί πάντως...

(Ράγκος) Όχι, δεν ήταν. Τα εγκλήματά τους είχαν και ένταση και ψυχρότητα και κυνισμό. Ούτε σκοτώναν εξ’ ανάγκης. Ψυχαναλυτικά μπορούμε μάλλον να ανιχνεύσουμε μια ατελή συγκρότηση προσωπικότητας- και σίγουρα μια ‘ευκολία’ προς τη βία. Βέβαια η σχέση του ανθρώπου τότε με την έννοια του θανάτου, ειδικά σε απομονωμένες περιοχές, δεν ήταν η σχέση δέους που καταλαμβάνει τον σύγχρονο αστό... Η αφαίρεση λοιπόν μιας ζωής, για τον ηθικό κώδικα αυτών των περιοχών δεν ήταν τόσο αποκρουστική, αν στο μυαλό των ανθρώπων νομιμοποιείτο έναντι μιας ηθικής επιταγής, όπως η εκδίκηση.

-Ποια στοιχεία της ιστορίας και των χαρακτήρων σας ιντρίγκαραν περισσότερο;

(Ράγκος) Η ιστορία των Ρεντζαίων έχει στοιχεία νουάρ και βαλκανικού, ελληνικού γουέστερν- και διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: το action, αλλά και το κοινωνικοπολιτικό και το ψυχαναλυτικό. Είναι μια huge ιστορία με χαρακτήρες larger than life- και αναφέρεται σε μια εποχή που στην Ελλάδα ελάχιστα την έχουμε οπτικοποιήσει. Ο Αγγελόπουλος και ο Παπαστάθης είναι από τους ελάχιστους που έχουν αναφερθεί στην ληστοκρατία- δεν αναφέρομαι σε χαζοταινίες με φουστανέλες. Επομένως είναι και ένα πεδίο που δεν έχει ερευνηθεί- θέλουμε να το προσπαθήσουμε, να δούμε τι είναι αυτό που πυροδοτεί τις τόσο αιματηρές, τόσο ακραίες πράξεις αυτών των ανθρώπων.
«Κυρίως οι άνθρωποι με τραγικό σου δίνουν τροφή μυθοπλαστική και υλικό προς διερεύνηση. Όπως έλεγε και ο Τολστόι (αν θυμάμαι καλά τη φράση του) : ‘Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία- κι αν έχουν, είναι μια ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν’. Την καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό σου επιτρέπουν να την κάνεις άνθρωποι που ζούνε οριακά. Πότε μας ενδιαφέρει η Κλυταιμνήστρα; Σίγουρα όχι όσο είναι μια ευτυχισμένη βασίλισσα. Πότε μας ενδιαφέρει ο Οιδίποδας; Όταν μαθαίνουμε ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έχει παντρευτεί τη μάνα του. Τότε τον διερευνούμε.

-Κορυφώνεται λοιπόν και η ιστορία του κόμικ με κάποια ‘κάθαρση’, όπως της αρχαίας τραγωδίας;

(Γούσης) Αν υπάρχει μια κάθαρση είναι η σκηνή (fiction) όπου οι Αρχές υπόσχονται στους συλληφθέντες ληστές πως μπορούν να γλιτώσουν τη θανατική ποινή αν «καρφώσουν»- αν μιλήσουν για όλη τους τη δράση με πρόσωπα και γεγονότα, αν αποκαλύψουν ποιοι τους υποστήριξαν και με ποιους συνεργάζονταν. Ο εισαγγελέας περιμένει από την απολογία τους να αντλήσει στοιχεία για άλλους ληστές- αυτοί όμως γράφουν τον επικήδειό τους κάπως...
«Δε θα σας αποκαλύψουμε τίποτα, γιατί ήδη ξέρετε ποιοι είναι συνεργάτες μας- είστε σχεδόν όλοι σας. Πρέπει να μιλήσουμε για όλους, άρα δεν υπάρχει απάντηση. Και σαν άνθρωποι του βουνού θεωρούμε ότι είμαστε πιο κοντά σαν ψυχοσύνθεση με τα άγρια όρνια και τα τσακάλια, παρά με τους ανθρώπους. Και ζητάμε τα πτώματά μας να μην τα θάψετε, πάρα μόνο να τα αφήσετε να γίνουνε τροφή για αυτά τα ζώα».

-Θέλω να πούμε δυο κουβέντες και για το σχέδιο του κόμιξ- προσωπικά τα μισά καρέ θα ήθελα να τα έχω σε πόστερ...

(Γούσης) Η βασική επιλογή είναι το ασπρόμαυρο- ήθελα να αποδώσω την ατμόσφαιρα της εποχής και το γκρι τοπίο της Ηπείρου. Και τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τραχιά, σαν πέτρινα. Το κόμιξ έχει δράση αλλά δεν είναι εστιασμένο στο action κομμάτι της ιστορίας- είναι πιο ανθρωποκεντρικό, πιο ντοκιμαντερίστικο. Η αφήγηση είναι οριακά ακαδημαϊκή- δεν έχει σουρεαλισμό, ούτε υπερβολές. Προσπαθώ να βάλω σασπένς, αναπάντεχες γωνίες θέασης της ιστορίας αλλά δεν ήθελα να φαίνεται ο σχεδιαστής πάνω απ’ το έργο.

-Το κείμενο είναι κι αυτό βαρύ- ‘λιγομίλητο’, ανεπιτήδευτο.

(Ράγκος) Δε βάλαμε έντονη τη ντοπιολαλιά, όπως συχνά συμβαίνει, υποτίθεται για λόγους αυθεντικότητας- χρησιμοποιούμε στρωτά ελληνικά με λίγες ιδιαίτερες εκφράσεις. «Στρίψτο κακό θεέ μου» λέει η μάνα των ληστών κάποια στιγμή- μου άρεσε πολύ αυτή η φράση. Μια άλλη κεντρική επιλογή είναι να μην έχουμε λεζάντες, να μην υπάρχει αφηγητής δηλαδή. Και το κόμιξ έχει αρκετές σιωπηλές σκηνές, χωρίς ομιλίες και ανθρώπινους ήχους. Υπάρχουν σκηνές όπου υπονοείται ο ήχος ενός ποταμού, ή του ανέμου- σε άλλες η ένταση είναι άρρητη: μια έντρομη σιωπή και ο άνθρωπος που του έχει κοπεί η ανάσα,

-Κεντρικό, διαχρονικό ίσως, απόσταγμα της ιστορίας;

(Ράγκος) Το αρχικό κίνητρο της δράσης των ηρώων είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα τους- αυτό υπάρχει και σήμερα, ξέχωρα της βεντέτας στην Μάνη ή τα Ζωνιανά. Η ανθρώπινη ύπαρξη στον πυρήνα της παραμένει ίδια, χιλιετίες τώρα. Τα τεχνικά μέσα και οι συνθήκες, τα ρούχα ή τα όπλα αλλάζουν, αλλά ο άνθρωπος πάντα θέλει εξουσία, χρήμα, έρωτα. Οι επιθυμίες είναι ίδιες. Ο εξωτερικός φλοιός μπορεί να αλλάζει- η ουσία παραμένει η ίδια. Στη δική μας ιστορία η φουστανέλα, το μουστάκι και η ντοπιολαλιά είναι μόνο ο εξωτερικός φλοιός λοιπόν- με τον Γιώργο προσπαθούμε να βυθιστούμε κάτω από αυτό το ‘περιτύλιγμα’ για να αποδώσουμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων όσο πιο διαχρονικά μπορούμε.
 (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι έκαναν μια τεράστια προσπάθεια αναρρίχησης, αφήνοντας μάλιστα πίσω τους μια παχιά κόκκινη γραμμή από αίμα- όταν φτάσανε στην δική τους κορυφή, πλούσιοι και ‘νομοταγείς’ πολίτες πλέον, αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, θυμήθηκαν το εθιστικό συναίσθημα της ανάβασης και βούτηξαν στο κενό.