Ο Βασίλης Σούκας γεννήθηκε το 1931 στο Κομπότι Άρτας. Μέλος της παλιάς οικογένειας των Σουκαίων· ο πατέρας του και ο προπάππους του έπαιζαν κλαρίνο, και ο παππούς του βιολί. Το ρεπερτόριό του περιελάμβανε κυρίως Ηπειρώτικα και Ρουμελιώτικα.
Σε ηλικία πέντε χρονών έμαθε τα απαραίτητα στο λαούτο από τον φημισμένο τότε λαουτιέρη Γεράσιμο Λάλο και ακολουθεί την οικογενειακή κομπανία. Μέχρι τα δώδεκα του έπαιζε κιθάρα, σαντούρι και τσέμπαλο. Παράλληλα, άρχισε να μαθαίνει κλαρίνο. Στα είκοσι του χρόνια αποφάσισε να αφιερωθεί στο κλαρίνο.

%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b1%cf%822

Ήρθε στην Αθήνα το 1959 (τα τελευταία χρόνια έμενε στον Μαραθώνα) και ως το 1992 εργάστηκε σε όλα τα σημαντικά Κέντρα της δημοτικής μουσικής. Για πολλά χρόνια διατηρούσε δικό του «μαγαζί», τα «Γλυκοχαράματα» στην πλατεία Καραϊσκάκη (πρώην «Πετροκότσυφας»)· ίδρυσε μάλιστα και δική του δισκογραφική Εταιρεία, αλλά η κακή κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να την κλείσει.


Είχε συμμετάσχει σε πληθώρα δισκογραφικών δουλειών δημοτικής και λαϊκής μουσικής – ηχογράφησε περισσότερα από τέσσερις χιλιάδες τραγούδια, εκ των οποίων περίπου διακόσια δικά του. Εμφανίστηκε σε πολλές συναυλίες, μουσικές εκδηλώσεις, φεστιβάλ, και εκπομπές για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση και συνεργάστηκε με σπουδαία ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής. Είναι μοναδικός ο τρόπος που o Βασίλης Σούκας έπαιζε τόσο τους παλιούς ηπειρώτικους «βαρείς» σκοπούς (όπως την πεντάσημη «Παπαδιά») όσο και το μικρασιάτικο ρεπερτόριο (όπως τη σε τροπικό ιδίωμα «Πέργαμο»).


το 1986 ήταν στον «Σείριο» (με τον Μ. Χατζιδάκι και τον Ρ. Ντέιλυ). Το 1987 έπαιξε στο Φεστιβάλ Πατρών τη «Λυρική Σουίτα» του Κ. Σφέτσα, συνοδευόμενος από την Ορχήστρα ALEA III της Βοστώνης, ενώ τον επόμενο χρόνο έπαιξε στο Ηράκλειο το έργο του Κ. Σφέτσα «Διπλοχρωμίες» για λαϊκό κλαρίνο και ορχήστρα δωματίου (και τα 2 αυτά έργα κυκλοφορούν σε δίσκο από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Επίσης, στις τελευταίες του εμφανίσεις ανήκουν και εκείνες στο ΜΜΑ (το 1991 και το 1993) και στο ΑΠΘ, όπου «μαγνήτισε» για τελευταία φορά τα ακροατήριά του, παρά το ότι φυσούσε το κλαρίνο με έναν πνεύμονα…


Ο Βασίλης Σούκας πέθανε στις 28 Ιουνίου του 1993. Το κλαρίνο του δωρίστηκε από τη σύζυγό του στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Φοίβου Ανωγεινάκη.