Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

Γαλακτοβιομηχανία ΚΑΡΑΛΗΣ. Από μια μικρή μονάδα στο Βαθύπεδο σε μεγαλύτερο εξαγωγέα τυριού στην Ελλάδα


Είναι η μεγαλύτερη ελληνική εξαγωγική βιομηχανία τυριού, εξάγοντας το ήμισυ σχεδόν της παραγωγής της σε χώρες του εξωτερικού.

Δεύτερης γενιάς τυροκόμος, ο Κωνσταντίνος Καράλης κατάφερε να μετεξελίξει ένα μικρό οικογενειακό τυροκομείο σε μια από τις πιο σύγχρονες ελληνικές γαλακτοβιομηχανίες. Έκανε γνωστά τα παραδοσιακά τυριά της Ηπείρου σε όλο τον κόσμο και έγινε ο μεγαλύτερος εξαγωγέας παραδοσιακής κεφαλογραβιέρας.
Όπως ο ίδιος λέει, «αν βάζαμε το ένα δίπλα στο άλλο τα τυριά που παράγουμε κάθε χρόνο, θα μπορούσαμε να πάμε στην Αμερική περπατώντας πάνω τους».
Η οικογενειακή επιχείρηση Καράλης, μετρά 62 χρόνια ιστορίας, όταν μετά την Κατοχή δημιουργήθηκε το πρώτο τυροκομείο της οικογένειας στο χωριό Βαθύπεδο Ιωαννίνων.
Βλάχος στην καταγωγή, ο επιχειρηματίας μεγάλωσε μέσα στο μικρό «μπατζαριό» (τυροκομείο) που είχε δημιουργήσει από το 1947 ο πατέρας του, Σπύρος.


Η αλλαγή, που έμελλε να καθορίσει το μέλλον της επιχείρησης, έγινε το 1969, όταν ανέλαβε ο ίδιος το μικρό οικογενειακό τυροκομείο. Η έδρα του μεταφέρθηκε στην Πέτρα της Πρέβεζας και άρχισε να παράγει αποκλειστικά και μόνο κεφαλοτύρι, χρησιμοποιώντας το πρόβειο γάλα των κτηνοτρόφων των γύρω χωριών.
Έτσι από το 1970 άρχισε να παράγει την παραδοσιακή κεφαλογραβιέρα, που έγινε το κύριο προϊόν του τυροκομείου μέχρι το 1982 και έμελλε να εξελιχθεί σε «διαβατήριο» για τις διεθνείς αγορές.
Το 1982 διαπιστώνει μετά από έρευνα, ότι τα προϊόντα του έχουν μεγάλη ζήτηση στο εξωτερικό, κυρίως στους Έλληνες ομογενείς. «Ήταν η εποχή που αναζητούσα τρόπους να εξασφαλίσω καλύτερες τιμές για τα τυριά μου» λέει ο Κ. Καράλης. «Βρήκα τελικά έναν συνεργάτη στην Αμερική και αρχίσαμε εξαγωγές κεφαλογραβιέρας στις ΗΠΑ και τον Καναδά». Η διείσδυση στην αγορά της Αμερικής τον υποχρέωσε να παράγει και φέτα, την οποία ζητούσαν ιδιαίτερα οι Έλληνες ομογενείς.
Η αγορά της Βόρειας Αμερικής αποτέλεσε το πρώτο βήμα για να επεκταθούν στη συνέχεια οι εξαγωγές στους ομογενείς της Αυστραλίας (Μελβούρνη και Σίδνεϊ) και τα τελευταία χρόνια σε αρκετές χώρες της Ε.Ε. (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία, Βέλγιο).
Το 1998 η γαλακτοβιομηχανία απέκτησε νέες υπερσύγρονες εγκαταστάσεις 5.000 τ.μ. στη Φιλοθέη της Άρτας. Η νέα μονάδα έχει τη δυνατότητα να επεξεργάζεται 80.000 κιλά πρόβειο γάλα την ημέρα.
Η εταιρεία εξελίχθηκε με τα χρόνια σε έναν από τους στυλοβάτες της κτηνοτροφίας σε Ήπειρο και Αιτωλοακαρνανία. Το 2009 έπαιρνε πρόβειο γάλα από 1.260 κτηνοτρόφους, από τους οποίους 60% προέρχονταν από την Ήπειρο και 40% από το Ξηρόμερο της Αιτωλοακαρνανίας.
Σήμερα, η επιχείρηση συνεργάζεται με 2.000 παραγωγούς από την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και το τυροκομείο μπορεί να επεξεργαστεί 130-140 τόνους γάλα σε ημερήσια βάση για την παραγωγή όλων των παραδοσιακών τυριών από πρόβειο γάλα, όπως γραβιέρα, κεφαλογραβιέρα, κεφαλοτύρι, φέτα βαρελίσια και δοχείου, μυζήθρα, ανθότυρο και την άνοιξη κάποια από γίδινο. Περίπου 45% της συνολικής παραγωγής εξάγεται κυρίως σε Αμερική, Καναδά και Αυστραλία, σε χώρες της Ε.Ε. αλλά και το Χονγκ Κονγκ, ενώ το υπόλοιπο 55% διοχετεύεται στην εγχώρια αγορά.
Οι στόχοι που θέτει η εταιρεία είναι η σκληρή δουλειά για τη διατήρηση της ποιότητας των προϊόντων, η επιλογή των κατάλληλων συνεργατών αλλά και η στήριξη της ελληνικής οικονομίας. «Εμείς προτιμούμε να μείνουμε εδώ και να παλέψουμε όλοι για να βγούμε από την κρίση, ώστε να επιβιώσουμε και να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί σε σχέση με τις γείτονες χώρες», έχει αναφέρει κατά καιρούς ο κ. Καράλης.
Τα τελευταία χρόνια έχει κάνει επενδύσεις άνω των 20 εκατ. ευρώ, ενώ μέσα στο 2018 προχώρησε στην προσθήκη μίας νέας σύγχρονης πτέρυγας στο εργοστάσιο της, το οποίο και θα αυξήσει σημαντικά την παραγωγική δυνατότητα της τυροκομικής εταιρείας. Το ύψος της νέας επένδυσης ανήλθε σε 1,1 εκατ. ευρώ.
Στόχος της Καράλης είναι να διατηρήσει την έντονη εξωστρέφειά της και στο μέλλον, ενισχύοντας αφενός την παρουσία της στις αγορές όπου ήδη βρίσκεται και αφετέρου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη διείσδυση σε νέες, πολλά υποσχόμενες. 
Το 2017 ο τζίρος της εταιρείας ανήλθε στα 33,2 εκατ. ευρώ έναντι 29,7 εκατ. ευρώ το 2016 καταγράφοντας άνοδο 11,8%, ενώ τα καθαρά της κέρδη διαμορφώθηκαν στα 2,8 εκατ. ευρώ από 2,5 εκατ. ευρώ. 

Σύμφωνα με την διοίκηση της εταιρείας «καταγράφεται τα τελευταία χρόνια προσπάθεια  να επεκταθούμε σε όλη την ελληνική αγορά, η οποία στο παρελθόν δεν παρουσίαζε για την εταιρεία μας μεγάλο ενδιαφέρον. Οι προσπάθειες μας μέχρι σήμερα έχουν στεφθεί με απόλυτη επιτυχία και είμαστε βέβαιοι ότι τα ίδια αποτελέσματα θα έχουμε και στο μέλλον».

Έστρωσαν τσιμέντο στην Ακρόπολη

Τον γύρο του διαδικτύου κάνουν φωτογραφίες με τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης να έχει γεμίσει από τσιμέντο σε αρκετά σημεία του.

Σύμφωνα με ανακοίνωσή του υπουργείου Πολιτισμού, πρόκειται για εργασίες στο πλαίσιο του έργου «Διαμόρφωση Διαδρομών στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης για άτομα με δυσκολία στην κίνηση».

Και μπορεί τον περασμένο Μάιο το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) να είχε γνωμοδοτήσει ομόφωνα θετικά για την εφαρμογή του έργου, δεν είναι λίγοι όμως εκείνοι που επισημαίνουν πως αυτό θα μπορούσε να είχε γίνει με μεγαλύτερο σεβασμό προς το μνημείο.






















Despina Makropoulou

τί σας έχω;
ΤΣΙΜΕΝΤΟ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ!!
η υπουργός φροντίζει να ανεβαίνετε και με γόβες!!
πώς τον έλεγαν εκείνον τον αρχιτέκτονα; Πικιώνη;

Τι υποστηρίζει το υπουργείο Πολιτισμού

Ύστερα από τον σάλο που προκλήθηκε το υπουργείο Πολιτισμού εξέδωσε ανακοίνωση, όπου αναφέρει ότι «ΑμεΑ, ηλικιωμένοι, άνθρωποι με ποικίλα προβλήματα έχουν  δικαίωμα να δουν και να θαυμάσουν από κοντά τα μνημεία της Ακρόπολης, της ημετέρας παιδείας μετέχοντες».

Μάλιστα, σε μια προσπάθεια να διασκεδάσει τις εντυπώσεις παραθέτει και φωτογραφία με την «εικόνα που παρουσιάζουν σήμερα οι διαδρομές που στρώθηκαν με τσιμέντο στη δεκαετία του ΄60».

Πυρά από αρχαιολόγους και εργαζόμενους στο υπουργείο Πολιτισμού

Με δηκτικό τρόπο αναφέρεται στο ζήτημα  η πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Δέσποινα Κουτσούμπα σε ανάρτησή της στο Facebook.

Ειδικότερα, αναφέρει:

Επειδή τώρα σιγά σιγά φρικάρει ο κόσμος με το "τσιμέντωμα" της Ακρόπολης, να θυμίσω ότι η μείζων παρέμβαση που γίνεται πάνω στην Ακρόπολη πέρασε από το ΚΑΣ μετά βαϊων και κλάδων, σε τηλεδιάσκεψη (!), και βγήκε πανηγυρικό Δελτίο Τύπου της Υπουργού, η οποία όπου σταθεί και όπου βρεθεί λέει τι ωραία που πληρώνει το Ίδρυμα Ωνάση μαζί με τον φωτισμό... (δείτε το συνημμένο λινκ)

Βέβαια είναι σαφές ότι οι διάδρομοι αυτοί είναι παρέμβαση στον Βράχο με το πρόσχημα των διαδρομών ΑμεΑ. Είναι νέοι διάδρομοι σε όλο το χώρο του Μνημείου UNESCO (που δεν ρωτήθηκε καν βέβαια), που μάλιστα αλλάζουν την εικόνα και τη μορφή του. Μακάρι να έδειχνε το ΥΠΠΟΑ πραγματικό σεβασμό στα άτομα ΑμεΑ κι όχι να τα χρησιμοποιεί ως πρόσχημα για άλλες δουλειές...

Η κ. Μενδώνη θέλει οπωσδήποτε να αφήσει το αποτύπωμά της -και το αποτύπωμα του Ιδρύματος- πάνω στην Ακρόπολη. Tα αποτελέσματα θα τα δείτε σύντομα και είναι πέρα και έξω από κάθε λογική ανάδειξης, ειδικά ενός κορυφαίου μνημείου. Το ενέκρινε όμως το ΚΑΣ. Εκείνο το ΚΑΣ που έχει συγκροτηθεί μετά από 3 αλλαγές στη σύνθεσή του και είναι το ίδιο που ενέκρινε την απόσπαση των αρχαιοτήτων της Βενιζέλου.

(παρεμπιπτόντως η άθλια παρέμβαση στην Ακρόπολη είναι αναστρέψιμη, η καταστροφή στη Βενιζέλου όχι)

https://tvxs.gr

Η κοινωνική ζωή των παλαιών Αρβανιτών της Θεσπρωτίας


Η κοινωνική ζωή των παλαιών Αρβανιτών της Θεσπρωτίας είχε ορισμένους κανόνες, κάποιους από τους οποίους μας ανέφερε ένας γέροντας από αρβανίτικο χωριό της Θεσπρωτίας, με τον οποίο είχαμε μια θερμή συνομιλία. 
 Ένας απ' αυτούς τους κανόνες ήταν η μπέσα, που επιβεβαιωνόταν με το σφίξιμο των χεριών. Η μπέσα δεν ήταν συμφεροντολογικής σημασίας. Μάλιστα έλεγαν οι γεροντότεροι Αρβανίτες, επειδή είναι τόσο σημαντική, "δεν θα τη δώσεις πάνω από τρεις ή τέσσερις φορές". Ακόμη ίσχυε η υπακοή όλου του σογιού στο μεγαλύτερο και το σοφότερο. Συνήθως, όποιος αντιδρούσε έφευγε από μόνος του, δεν διωκόταν ποτέ, ούτε αποβαλλόταν από το σόι. Αν κάποιος ήταν τσακωμένος με κάποιον άλλον από το σόι του, αυτό δεν ήταν εμπόδιο για να συναντηθούν, σε περίπτωση, που προέκυπτε ένα σημαντικό πρόβλημα μεταξύ τους, ώστε να το λύσουν από κοινού, και μετά ξανά να μη λένε καλημέρα. 
Πρωταρχικό ρόλο στους Αρβανίτες της Θεσπρωτίας έπαιζε η τιμή. Αν ένας νέος δεχόταν να κοιμηθεί στο σπίτι της κοπέλας, δεν υπήρχε γυρισμός και αυτό το γνώριζαν όλοι. Έτσι, η οικογένεια της κοπέλας φρόντιζε και το διέδιδε με τρόπο, ώστε και να ήθελε ο νεαρός αργότερα να αποποιηθεί των ευθυνών του, δεν θα είχε ούτε τη στήριξη της οικογένειάς του. Το αντίθετο μάλιστα, έπεφταν όλοι πάνω του και του "υπενθύμιζαν¨ τι θα έκανε αυτός αν η συγκεκριμένη κοπέλα ήταν αδελφή του.
 Στις κληρονομικές υποθέσεις τίποτε δεν ήταν γραμμένο, αλλά όλα γίνονταν με το λόγο. Ό,τι τροπή και έπαιρναν τα κληρονομικά, κανείς δεν μπορούσε να προσβάλλει την προφορική διαθήκη και όποιος το έκανε αυτό στιγματιζόταν. Το πατρικό σπίτι έμενε πάντοτε στο μικρότερο αγόρι, το στερνοπούλι, το οποίο είχε και τη φροντίδα των γονιών του, για όσο εκείνοι ζούσαν.
 Αν δεν υπήρχε αγόρι στην οικογένεια, αλλά μόνο κορίτσια, τότε το μικρότερο από αυτά, όταν θα παντρευόταν, θα έπαιρνε το σπίτι, καθώς και ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας και θα είχε σαν υποχρέωση ό,τι και ο μικρότερος γιος. Σε αυτή την περίπτωση, ο γαμπρός πήγαινε στο σπίτι και έμενε μαζί με τη γυναίκα του και τους γονείς της και λεγόταν σώγαμπρος. 

http://katoci.blogspot.com

Από τη ζωή των κτηνοτρόφων


Γράφει ο Αθανάσιος Δημ. Στράτης
Εξ Ελαίας Θεσπρωτικού Πρεβέζης

Η Ήπειρος διαθέτει τεράστιες εκτάσεις, κατάλληλες για όλα τα είδη των ζώων σ’ όλες τις εποχές. Δεν είχαν ανάγκη να μεταναστεύσουν για να εξοικονομήσουν βοσκές. Νοίκιαζαν βοσκοτόπια μόνο οι νομάδες σκηνίτες Σαρακατσάνοι και Βλάχοι για την χειμερινή περίοδο. Η μόνη δυσκολία, σε ορισμένες περιοχές ήταν η εξεύρεση νερού το καλοκαίρι. Ελάχιστες βοσκές νοίκιαζαν σε χωραφάκια που οι ιδιοκτήτες τους δεν είχαν δικά τους ζώα.

Ενοικιαστήριο βοσκής

Εκτός της τροφής που προσέφερε η φύση, οι κτηνοτρόφου φρόντιζαν να αποθηκεύουν και για τον χειμώνα. Καλαμπόκι και κριθάρι, που έσπερναν μόνοι τους, τριφύλλι, άχυρο κ.λ.π.
Όλα αυτά τα αποθήκευαν σε καλύβες.
Οι χωριανοί έφτιαχναν καλύβια για αποθήκες ζωοτροφών, για τη στέγαση ζώων και πολλές φορές για να μένουν οι ίδιοι. Κατασκευές με ξύλινες φούρκες και αχυροσκεπή. Γύρω – γύρω έπλεκαν κλαδιά ή καλάμια και την έκλειναν με ξύλινη πόρτα. Το καλύβι ή η (μεγάλη) καλύβα απαιτούσε τέχνη για να είναι γερή, να μη μπάζει νερά και να μένει όρθια. Λίγο πολύ ήξεραν όλοι να τις φτιάχνουν.
Άλλη μια πρόχειρη «αποθήκη» ήταν η κηπή.


Την καλαμιά από τα καλαμπόκια αφού την ξέραιναν την αποθήκευαν σε πρόχειρες κατασκευές. Έστηναν ένα κορμό δέντρου, σαν κολώνα, με ύψος 4-5 μ. Στη βάση, κυκλικά, σε ακτίνα 2 μ. περίπου έβαζαν κλαδιά δέντρων ώστε να περνά το νερό της βροχής από κάτω. Πάνω στα κλαδιά ντανιάζονταν οι καλαμιές, η μια πάνω στην άλλη ακτινωτά, με τα κοτσάνια προς το κέντρο, μέχρι που έφταναν στην κορυφή. Πάνω από τις τελευταίες καλαμιές τοποθετούσαν άχυρο σαν σκέπασμα. Ήταν μια  πυραμιδωτή θημωνιά.
Το καλαμπόκι το έβαζαν σε μεγάλα ξύλινα μπαούλα, τα αμπάρια.
Περισσότερο ξεκούραστοι μήνες ήταν οι θερινοί για τους κτηνοτρόφους. Στα μέσα του Απριλίου κωλοκούριζαν τα πρόβατα, δηλαδή τα κούρευαν γύρω από την ουρά τους και στην κοιλιά να πάρουν αέρα. Αρχές Ιουνίου τα κούρευαν εντελώς. Με τα προβατοψάλιδα έδιναν βοήθεια ο ένας στον άλλον να τελειώσουν γρήγορα. Οι γυναίκες τύλιγαν τα μαλλιά κάθε προβάτου σε ποκάρια, χώρια τα άσπρα , χώρια τα λάϊα (μαύρα).


Γρέκια

Πρόχειρο σπιτόπουλο κτηνοτρόφου στο Μπαλντενέζι.

Τα γρέκια ήταν τότε χτισμένα στα γιούρτια των σπιτιών, πρόχειρες ξύλινες κατασκευές, σκεπασμένες με λαμαρίνες ή άχυρα και στρωμένες με ασπρόπλακες. Το καλοκαίρι έφκιαναν στάλους έξω από την κατοικημένη περιοχή, χρησιμοποιώντας σαν σκέπασμα φτέρες και άχυρο.
Τα πασάλια ολόγυρα σε κύκλο βάσταγαν και τις γρεντιές και τ’ άχερο. Κι όλα αντάμα  έγκρουαν σε γκορτσιά ή άλλο δέντρο να μη σωροβολιαστούν. Πρόχειρες κατασκευές δεμένες με φλούδες δέντρων και σύρματα, για το ξεκαλοκαίριασμα του κοπαδιού.

Στάλος στην Ελιά (Ντάρα) Πρεβέζης.

Σιμά στα τσαΐρια με τις αμαλαϊές. Να σταλίζει το κοπάδι ντάλα μεσημέρι στη λάβα του ήλιου. Νά 'ναι κοντά στις πρωϊμιές, ώσπου να πέσει η δροσιά της νύχτας. Στάλος κλεισμένος με παλιούρια και σφάκες να καρτερούν τις παρμιάρες μέχρι το σκάρισμα.
Πρωϊ-πρωϊ, αυτή την εποχή, πριν ακόμη ξημερώσει, τα σκάριζαν και τα οδηγούσαν στο βουνό. Αντιλαλούσαν οι πλαγιές, από φωνές, τραγούδια, κουδουνολαλήματα, βελάσματα και σαλαϊσματα. Κατά το γιόμα, όταν έπιανε η ζέστη, γυρνούσαν στους στάλους, σκυφτά, το ένα με το κεφάλι στα πόδια του μπροστινού, με πρώτο το γκεσέμι. Το πρώτο αν έπεφτε σε γκρεμό ακολουθούσαν όλα.

Κουδούνια
Μόνοι τους έφτιαχναν τα στεφάνια των κουδουνιών, πελεκώντας με τον σουγιά (κολοκοτρώνη) ξύλο μελικοκιάς, πουρναριού και λυγιάς. Κρεμούσαν τα κουδούνια, τα κυπριά και τα μικρότερα κυπρέλια, τσιοκάνια και χαρχάλια.


Τα κυπροκούδουνα χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες, τα κουδούνια, τα κυπριά και τα τροκάνια. Όλα κατασκευασμένα από λαμαρίνα (ψευδάργυρο) ή μπρούτζο (ορείχαλκο). Αν είχε προστεθεί και λίγο ασήμι (άργυρος), τότε το κράμα τα έκανε μελωδικότερα.


Τα κουδούνια προορίζονταν για τα πρόβατα και τα κυπριά για τα γίδια, τα μουλάρια και τα σκυλιά.
Ανάλογα με το μέγεθος τα κουδούνια χωρίζονταν σε αρνοκούδουνα, μισοκούδουνα και κουδούνες. Ο κάθε τσοπάνος χρησιμοποιούσε δικά του «διακριτικά» κουδούνια, για να ξεχωρίζει το κοπάδι του από μακριά.


Τα κουδούνια κρεμιούνταν με στεφάνια (προβατοζυγοί, κουλούρες), που γίνονταν από «καθαρό» ξύλο. Μέσα στο κουδούνι έβαζαν ένα μακρύ κομμάτι πετσί (δέρμα), ανάμεσα σ’ αυτό και στο γλωσσίδι, για να μη τρίβονται τα δυό μέταλλα.
Τα κυπριά χωρίζονταν σε κυπρέλια (καμπανίτσες), μισόκυπρα και κύπρους.
Τα κρεμούσαν με ειδικά στεφάνια (κουλούρες, γιδοστέφανα, γιδοζυγοί). Αυτά κατασκευάζονταν από ξύλο πουρναριού και δεν άνοιγαν εύκολα, αφού τα κομμάτια τους εφαρμόζονταν σφιχτά μεταξύ τους για να μη πληγιάζονται τα ζώα.
Τα μεγάλα κυπριά τα κρεμούσαν με χοντρά ανθεκτικά πέτσινα λουριά. Σ’ αυτά έβαζαν και ένα κομμάτι λαμαρίνα στη σύνδεση με τον κύπρο, για να μη «κρεμάει».
Τα τροκάνια προορίζονταν για μεγάλα ζώα, βόδια, μουλάρια και χωρίζονταν σε μικρά, μισοτρόκανα και τροκάνες.

Γέννος - Τυροκομικά
Κατά τα τέλη Οκτωβρίου, άρχιζε ο γέννος. Όλη η οικογένεια ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες. Να βοηθήσει τις προβατίνες να γεννήσουν, να κόψουν και να δέσουν τον ομφάλιο λώρο, να πετάξουν το κυτάρι (πλακούντα) της προβατίνας, να προσθηλάσουν το αρνάκι ώστε να μη μείνει τσαγκάδα η μάνα του (να μη βυζάξει μόνο από το ένα βυζί και «καεί» το άλλο).
Όταν ένα ζώο δυσκολεύονταν να γεννήσει, κατέφευγαν σε άλλα δικά τους μέσα. Σε πρακτικά. Έζωναν την ετοιμόγεννη προβατίνα με διπλοριζωμένη βέργα βάτου, να ρίξει εύκολα το αρνί και να πέσει το ύστερο (κυτάρι, πλακούντας).

Όταν η προβατίνα δεν είχε για κάποιο λόγο γάλα, όταν ψοφούσε ή όταν είχε δυό αρνιά, οι κτηνοτρόφοι βοηθούσαν να μεγαλώσουν τα αρνιά με άλλον τρόπο. Τα έβαζαν να βυζάξουν σε άλλη προβατίνα. Ακόμη έβαζαν γάλα σε ένα μπουκάλι και στο στόμιο τοποθετούσαν μια πλαστική θηλή, το ροκοβύζι, και από εκεί έπινε γάλα το αρνί.

Και ο σκύλος βοηθούσε με το ροκοβύζι

Να σημειωθεί ότι όταν δεν αρμέγεται το ζώο τότε «καίγεται», στερεύει για πάντα. Ήθελαν προσοχή τα μικρά αρνάκια μέχρι να «ξεκοπούν» στις 40 μέρες και να βόσκουν μόνα τους.
Για τα κατσίκια έφτιαχναν τσάρκους. Μικρά ξέχωρα κατασκευάσματα από πλεκτά κλαδιά δέντρων. Ολημερίς ο χαλασμός από τα βελάσματα των κατσικιών. Έκλειναν εκεί τα κατσίκια και τα άφηναν να θηλάσουν μόνο την νύχτα. Μετά τις σαράντα μέρες τα «ξέκοβαν» για πάντα βάζοντάς τους στο στόμα ένα ξύλο δεμένο από τα κέρατά τους. Τα καπίστρωναν με το «σαλιβάρι».
Τα ζώα που γεννούσαν τα έλεγαν γαλάρια και τα υπόλοιπα στέρφα. Τα έκαναν δυό κοπάδια. Τα γαλάρια τα πήγαιναν σε καλύτερες βοσκές και σε ομαλότερα εδάφη.
Οι τσοπαναραίοι άρμεγαν τα πρόβατα το πρωί, το απόγευμα και πρίν τα μεσάνυχτα.
Το γάλα το πουλούσαν στον τυροκόμο (μπάτζιο). Λειτουργούσε μπατζιαριό σε κάθε χωριό. Είτε από κάτοικο του χωριού, είτε από έμπορο. Μικρά πρόχειρα σπιτάκια ή καλυβάκια, που χρειάζονταν πολλές θημωνιές καυσόξυλα για να λειτουργήσουν.
Έβραζε το γάλα στο μεγάλο καζάνι.. Εκεί, στην καλύβα, πήζονταν το τυρί, έβγαινε το βούτυρο, η μυζήθρα (γκίζα, που την έκαναν μπάλες και τις κρεμούσαν σε δίχτυα να στεγνώσουν) και όλα το υποπροϊόντα του γάλακτος.
Άλλοι χωριανοί πήγαιναν με τον τενεκέ και έπαιρναν ακόμα και το επεξεργασμένο τυρόγαλο για τα γουρούνια τους.
Πρωί-βράδυ οι τσομπαναραίοι, με το γαλοπάφλα ή γαλοτενεκέ στην πλάτη τους ή φορτωμένο στη γομάρα, έφερναν το γάλα στον μπάτζιο και αργότερα στα αυτοκίνητα των εταιρειών, που δημιουργήθηκαν..


Σε παράταξη για ζύγισμα

. Ο τσοπάνος πήγαινε το γάλα στο φορτηγό, το έριχναν σε ένα δοχείο και έβλεπαν το βάρος του σε μια κάθετη βέργα που ανυψώνονταν ανάλογα. Ο μεταφορέας έγραφε το βάρος στην καρτέλα του κτηνοτρόφου που κρατούσε ο ίδιος και ενημέρωνε παράλληλα και το δεφτέρι του. Πολλές φορές ο συλλέκτης είχε και γραδόμετρο, για να μετράει την πυκνότητα του γάλακτος.
Οι μικροί κοπαδιάρηδες το γάλα το επεξεργάζονταν στο σπίτι τους, για δική τους χρήση ή για τους συγγενείς τους.
Μερικά από τα παράγωγα του γάλακτος ήταν:
Τυρί: Οι νοικοκυρές στράγγιζαν το γάλα περνώντας το από ψιλό κόσκινο (στραγγιστάρι) ή συνηθέστερα από πανί (τούλι). Μετά το έβραζαν και το άφηναν να κρυώσει μέχρι η θερμοκρασία του να δέχεται το δάχτυλο της νοικοκυράς. Κατόπιν έριχναν την ανάλογη πυτιά, το ανακάτευαν και το σκέπαζαν με κουβέρτες, να μείνει ζεστό. Ύστερα από λίγες ώρες έπηζε και το χαράκωναν με μαχαίρι. Τούτο το υλικό το έβαζαν σε τσαντίλες, που ήταν φτιαγμένες σαν μεγάλες τρίγωνες σακκούλες, με χωρητικότητας 4-5 οκάδες και τις κρεμούσαν στις γρεντιές ή στα δέντρα, να στραγγίσουν. Όταν έφευγε το τυρόγαλο, έβγαζαν πλέον το τυρί από την τσαντίλα, το έκοβαν φέτες και το τοποθετούσαν σε ξύλινα βαρέλια ή τενεκέδες. Σε κάθε στρώση τυριού, έριχναν μπόλικο χοντρό αλάτι. Μετά τρεις μήνες το τυρί ψήνονταν (γίνονταν σκληρό) και ήταν έτοιμο για κατανάλωση. Πολλές φορές το τυρί αλλοιώνονταν, ιδιαίτερα εκείνο που ήταν στα βαρέλια και έβγαζε σκουληκάκια άσπρα, τα πυθούλια. Τότε το έβαζαν στον ήλιο, έφευγαν τα πυθούλια και ήταν πάλι έτοιμο προς κατανάλωση.

Η τσαντήλα με το τυρί

Τι ήταν η πυτιά; Όταν έσφαζαν το αρνί γάλακτος (συνήθως πριν κλείσει 20 μέρες ζωής), έβγαζαν το στομάχι του, που περιείχε μόνο γάλα, έριχναν μέσα αλάτι και το έδεναν στις δύο άκρες με σχοινί. Κατόπιν το πασάλειφαν με στάχτη. Κατά το πασάλειμμα έλεγαν δυο-τρείς φορές τα παρακάτω λόγια - ξόρκι, σαν ερωτήσεις και απαντήσεις, για να γίνει καλή η πυτιά:
-Πήζει;
-Πήζει.
-Ακούς;
-Ακούω.
Στη συνέχεια κρεμούσαν την πυτιά κοντά στον μπουχαρή, ώστε από τον καπνό της φωτιάς να καπνίζεται, για να μη σκουληκιάσει. Με το πέρασμα των ημερών το στομάχι-πυτιά ξεραίνονταν. Όταν έρχονταν ο καιρός να πήξουν το γάλα σε τυρί, έπαιρναν την αποξηραμένη πυτιά, έβγαζαν τον εξωτερικό φλοιό και το εσωτερικό του
το έκοβαν σε μικρά κομματάκια και το διέλυαν με νερό σε κάποιο σκεύος. Κατόπιν το έβαζαν στην γωνιά της τσαντήλας και το έστυβαν. Έλιωναν με νερό ζυμώνοντας από το έξω μέρος της τσαντήλας ακόμη και τα τελευταία υπολείμματα.  Το υγρό που έβγαινε και είχε μια διαπεραστική άσχημη μυρωδιά το έβαζαν σε μπουκάλι όπου πρόσθεταν και αλάτι για να μην χαλάει. Απ’ αυτό  το υγρό, την πυτιά, έριχναν στο ανάλογο γάλα μια ορισμένη ποσότητα, π.χ. μια κουταλιά φαγητού. Τα ένζυμα που αναπτύσσονταν στην πυτιά, έπηζαν το γάλα και το έκαναν τυρί. Όλα τα σπίτια έφτιαχναν την δική τους πυτιά. Με τα χρόνια κυκλοφόρησε εκείνη του εμπορείου σε μικρά μπουκαλάκια. Μια απ’ αυτές είχε την φίρμα «Η βλάχα».
Ξυνόγαλο και βούτυρο: Το γάλα αφήνονταν να ξινίσει, δηλαδή να γίνει η ζύμωση από γαλακτικά βακτήρια, που κρατούσε 1-2 μέρες. Κατόπιν ρίχνονταν στη γαλόβουρτσα, την οποία είχαν βάλει σε νερό από την προηγούμενη μέρα, να ρουπώσει. Η γαλόβουρτσα ήταν ένας κύλινδρος φτιαγμένος από σανίδες διαμέτρου στη βάση 20 εκατ. και στην κορυφή 40. Ύψος 1,20 μ.
Το χτυπούσαν με ένα κοντάρι, που στην άκρη του είχε τρυπητό ξύλινο δίσκο. Τούτο ήταν το βουρτσόξυλο. Το χτύπημα κρατούσε δυο ώρες. Το τελευταίο τέταρτο, ο ρυθμός ανάδευσης ελαττώνονταν και πρόσθεταν κρύο νερό, αφού πρώτα το «σταύρωναν», να βγει πολύ βούτυρο. Στα δέκα κιλά γάλα έπαιρναν ενάμιση κιλό βούτυρο. Το μάζευαν από την ήρεμη επιφάνεια με μια μακριά κουτάλα. Το χτυπούσαν λίγο ακόμη, μέχρι να βγει όλο το βούτυρο. Το ξυνόγαλο, που έμενε ήταν χωνευτικό, δροσιστικό και συντελούσε στην καλή λειτουργία του εντέρου. Ήταν ο βασικός συντελεστής διατροφής στην περιοχή. Το βούτυρο το έβαζαν σε φέτες ψωμί και σε ότι άλλο φαγητό ήθελαν.
Κουλιάστρα: Ήταν το πρώτο γάλα (μέχρι δυο-τρεις μέρες) των ζώων. Αυτό δεν γίνονταν τυρί. Το έβραζαν και γίνονταν πολύ πηχτό. Αυτή ήταν η κουλιάστρα. Την έτρωγαν σκέτη ή τρίψα με μπομπότα.
Γκίζα: Έβραζαν το νερό, που έτρεχε από την τσαντίλα του τυριού (τυρόγαλο) και από την επιφάνεια μάζευαν την γκίζα. Το υπόλοιπο τυρόγαλο ήταν τροφή των γουρουνιών.
Γαλοτύρι: Γάλα με κομματάκια τυρί στο βαρέλι και μπόλικο αλάτι. Πολύ νόστιμο, τρώγονταν με ψωμί. Σε άλλα μέρη το λένε σιλίρα (Ιταλικά). Πολλές φορές το γαλοτύρι το έβαζαν σε ασκιά από δέρμα κατσίκας. Χωρούσε 50 οκάδες περίπου.                                                                                                       
Τραχανάς: Ζύμωναν σταρένιο αλεύρι με πηχτό γάλα του καλοκαιριού. Η ζύμη τρίβονταν με τα χέρια σε μικρά κομματάκια, κοσκινίζονταν στο δρυμόνι και στέγνωνε. Αποθηκεύονταν σε βάζα, στάμνες και τσουβαλάκια..


Πέτουρα: Ζύμωναν όπως τον τραχανά και άπλωναν τη ζύμη σε φύλλα. Τα άφηναν να στεγνώσουν σε σκιερό μέρος και τα έσπαγαν σε μικρότερα κομματάκια.
Τραχανά και πέτουρα τα έφτιαχναν το καλοκαίρι που οι τσοπαναραίοι τα άρμεγαν μια φορά την ημέρα και το γάλα ήταν πηχτό..

Στη στρούγγα

Μερικές φορές, που τα άρμεγαν και το απόγευμα του καλοκαιριού, επειδή το τριφύλλι έφερνε γάλα, τα μάζευαν σε πρόχειρες στρούγκες. Και σήμερα, σε πολλές περιοχές διακρίνονται στρούγκες από ξηρολιθιά, στρόγγυλες με μεγάλα στρουγγολίθια στην έξοδο. Ίδιες κατασκευές, που στα μέρη τούτα φτιάχνονταν και στους αρχαίους χρόνους. Έμπαιναν τα πρόβατα από το μεγαλύτερο άνοιγμα και στριμώχνονταν. Καθένα που αρμέγονταν ήταν ελεύθερο να βοσκήσει. Η δύναμη, που έπεφτε το γάλα στην καρδάρα από το μαστάρι της προβατίνας, έφτιαχνε αφρή, που ρουφούσαν ζεστή με τα χείλη τους τα παιδιά ή την έφερναν στο στόμα τους με πλατιά φύλλα μπότσκας, αντί για κουτάλια. Άβραστο το έπιναν, γιατί εκείνη την εποχή το γάλα ήταν καθαρό από φάρμακα και αρρώστιες του σήμερα.
Καθαρό και ανόθευτο στην πηγή της παραγωγής, μέσα στη φύση απολάμβαναν τον μόχθο τους, με γέλια, φωνές, αστεϊσμούς και πειράγματα. Άνθρωποι που ζούσαν από τη λιγοστή γη τους, το λιγοστό νεράκι, τον καθαρό αέρα. Άνθρωποι λιτοδίαιτοι, με προσήλωση στα προγονικά τους, στην παράδοση, στην πείρα αιώνων που κουβαλούσαν.

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020

Υποχρεωτική η ετήσια απογραφή αιγοπροβάτων και χοίρων

Από τη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας & Κτηνιατρικής, Τμήμα Κτηνιατρικής, Γρεβενών ανακοινώνεται ότι, σύμφωνα με την κείμενη Νομοθεσία, όλοι οι κάτοχοι εκμεταλλεύσεων αιγοπροβάτων και χοίρων υποχρεούνται να διενεργούν απογραφή του ζωικού κεφαλαίου στην εκμετάλλευση των αιγοπροβάτων τους υποχρεωτικά και με δική τους ευθύνη, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο.

Σε ό,τι αφορά τα αιγοπρόβατα η απογραφή γίνεται στο διάστημα από 1 Νοεμβρίου έως και 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους, ενώ για τους χοίρους το μήνα Δεκέμβριο.

Παρακαλούνται οι κτηνοτρόφοι εκμεταλλεύσεων αιγοπροβάτων και χοίρων να προσέρχονται στην αρμόδια Υπηρεσία με πλήρως συμπληρωμένο το μητρώο τους, δηλαδή με όλες τις μεταβολές που αυτό συνεπάγεται (γεννήσεις, θανάτους, αγοραπωλησίες), ειδάλλως δε θα γίνεται δεκτό.

Για την καλύτερη εξυπηρέτηση των κτηνοτρόφων η κοινοποίηση της απογραφής είναι δυνατόν να διενεργηθεί και ηλεκτρονικά μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης http://e-services.minagric.gr, ακολουθώντας κατά βήμα τις οδηγίες που διατίθενται αναρτημένες εκεί.

 https://www.agro24.gr