Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Μεγαλόχαρη, στο Άνω Ραδοβύζι Άρτας. Απολαύστε τα video.



Απολαύστε τα video.











Η Μεγαλόχαρη είναι ένα από τα χωριά που αποτελούν το Άνω Ραδοβύζι.

Παλαιότερα τα χωριά του άνω Ραδοβυζίου είχαν άλλα ονόματα: η Μεγαλόχαρη ονομάζονταν Μπότση, το Αστροχώρι Καταβόθρα, ο Μεσόπυργος Σουμερού, η Καστανιά Βρατσίστα, η Ελάτη Σεκλίστα και οι Πηγές Βρεστενίτσα. Οι ονομασίες των χωριών άλλαξαν το 1927 και το 1954. Με το Δ/γμα 1-4-1927 η Μπότση ονομάστηκε Μεγαλόχαρη από το όνομα της Παναγίας που γιορτάζεται στο χωριό. 


Η Μεγαλόχαρη ανήκει σήμερα στον Καλλικρατικό Δήμο ''Γεώργιος Καραϊσκάκης''. Καταλαμβάνει  μία ζώνη  που έχει  υψομετρικό εύρος  από τα 350 μ.  μέχρι  τα  1852 μ. οι  δε  οικισμοί  από  τα  400 μ. μέχρι  τα  850 μ. (το στίγμα  της  για τους  πιο  ειδικούς είναι : Βρίσκεται  μεταξύ των 39ο, 6΄,25΄΄και 39ο ,10΄,6΄΄ γεωγραφικού  πλάτους  και 2ο ,35΄,19΄΄ δυτικά του μεσημβρινού των Αθηνών) έχει  έκταση 23.798 στρ.

Σύμφωνα  με  την  απογραφή  του 1991 ο  πλυθησμός της  Μεγαλόχαρης ,    ανέρχονταν στους 444 κατοίκους , ενώ  στην  απογραφή  του 2001 οι  κάτοικοι  ήταν  463. Το  χωριό  με  τους  οικισμούς του  και  τις  συνοικίες  του  παρουσιάζει  την  κοινωνική  και  οικονομική  κατάσταση  των  ορεινών  χωριών  του  Ραδοβυζίου. Απογυμνωμένο  σχεδόν  από  ενεργό  δυναμικό (νέους)  που  μετανάστευσε  στα  αστικά  κέντρα  για  αναζήτηση  καλλιτέρων  συνθηκών  εργασίας  και  ζωής , αποτελεί  ένα  θέρετρο  για  τους  πατριώτες και γηροκομείο  για  τους  απόμαχους  της  δουλειάς  στα  ξένα. Οι 450 περίπου  κάτοικοι  που  συνιστούν  180  περίπου  οικογένειες , διάσπαρτες  σε  πολλούς  οικοισμούς  προσπαθούν  να  ζήσουν  με  την  υποτυπώδη  γεωργική  απασχόληση , με  τη  μικρή  τους  κτηνοτροφία  και  με  την  εργασία  τους  κατά  την  εκμετάλλευση  του  δάσους  ή  και  με  μικρές  οικοδομικές εργασίες.
  


















Η Εποχή της Τουρκοκρατίας

Στις 24 Μαρτίου 1449 ολόκληρη η περιοχή της Άρτας υποδουλώθηκε στους Τούρκους. Οι φόροι που επιβλήθηκαν ήταν η ¨δεκάτη¨ και το ¨προβατονόμιο¨.
Η Μεγαλόχαρη αποτέλεσε εστία αντίστασης κατά του τούρκικου ζυγού καθώς και κρησφύγετο κλεφτών. Οι επιδρομές και οι λεηλασίες των πειρατών που έφταναν μέχρι τα χωριά αυτά ανάγκασαν τους κατοίκους να ζητήσουν προστασία από τους Ενετούς που κατείχαν τότε τα Επτάνησα και την Πρέβεζα. 

Το 1695 κλείστηκε συμφωνία κατά την οποία η Μεγαλόχαρη ήταν υποχρεωμένη να πληρώνει 6 ρεάλια το χρόνο. Το 1796 η περιοχή υποδουλώθηκε στον Αλή Πασά. Το Ραδοβύζι που είχε γίνει αρματολίκι, καθώς και το αρματολίκι των Τζουμέρκων τα έδωσε ο Αλής στον αρματολό Κων/νο Πούλη.{είναι ένας από τους αρματολούς που βοήθησαν στην καταστροφή των Σουλιωτών στο Σέλτσο (1804)}.

Όταν εγκαταστάθηκαν οι Μποτσαραίοι στη περιοχή του Βουλγαρελίου τα εκμεταλλεύονταν οικονομικά, ενώ ο Πούλης είχε τη διοίκησή τους, αργότερα έπεσε σε δυσμένεια και το αρματολίκι του Ραδοβυζίου το έδωσε ο Αλής στο Γώγο Μπακόλα (οπλαρχηγός από τη Σκουληκαριά, διαδέχθηκε τον Πούλη, το 1815 δολοφόνησε στην Άρτα τον Κίτσο Μπότσαρη παρασυρμένος από τον Αλή Πασά). 

Το 1804 στο Μοναστήρι του Σέλτσου έγινε ο χαλασμός των Μποτσαραίων από τα στρατεύματα του Αλή. Την άνοιξη του 1821 πέρασε από το Ραδοβύζι ο Γ.Καραισκάκης και προχώρησε προς τα Τζουμέρκα για να ξεσηκώσει τους κατοίκους. Στις 15 Μαΐου 1821 στο Μοναστήρι του Αγ.Γεωργίου στο Βουλγαρέλι οι οπλαρχηγοί από το Ραδοβύζι και τα Τζουμέρκα μαζί με τον Καραϊσκάκη κήρυξαν επανάσταση.

Στις αρχές του 1822 ο Καραϊσκάκης και ο Μπακόλας εξόντωσαν την τουρκική φρουρά που ήταν στη Σουμερού ( Μεσόπυργος ) και από εκεί πέρασαν στα Άγραφα. Το 1832 με το πρωτόκολλο του Λονδίνου ( 18/8 ) οριστικοποιήθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας. Τα βόρεια σύνορα έφταναν μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο. Η περιοχή της Άρτας παρέμενε υπόδουλη. Η φορολογία που επέβαλε η τουρκική διοίκηση ήταν βαριά. Κάθε χρόνο η κάθε μη μουσουλμανική οικογένεια έπρεπε να καταβάλλει το ¨μουχτού¨ δηλαδή 60 γρόσια. Υπήρχε ακόμα το χαράτσι ( 60 γρόσια για κάθε άντρα και 30 για κάθε αρσενικό παιδί κάτω των 14 ετών). Καθιερώθηκε και ένας νέος φόρος το ¨ρεδίφς¨ και κάθε οικογένεια έπρεπε να πληρώνει 35 γρόσια για τον μισθό των χωροφυλάκων και των στρατιωτικών αποσπασμάτων. Από το 1841 επιβλήθηκαν νέοι φόροι. Η ¨δεκάτη¨ για τα γεωργικά προϊόντα, ο ¨¨ τζελέπη¨, ποιμενικός φόρος και ο ¨τατζόν¨, φόρος για τα αλιεύματα. Από το 1853 η περιφέρεια της Άρτας είχε για διοικητή της τον Σουλεϊμάν Μπέη Φράσαρη, ο οποίος επέβαλε νέους φόρους. Την ίδια χρονιά άρχισε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος και η Πύλη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Ο Φράσαρης έστειλε αποσπάσματα στα χωριά του Ραδοβυζίου για να εισπράξουν τα οφειλόμενα και να ζητήσουν τους φόρους του 1854 προκαταβολικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να προετοιμαστούν οι κάτοικοι για επανάσταση. Αυτή κηρύχθηκε τον Ιανουάριο του 1854 στο Μοναστήρι της Γεννήσεως της Θεοτόκου στην Μεγαλόχαρη.

Θα ακολουθήσουν άλλες δυο επαναστάσεις στην περιοχή του Ραδοβυζίου το 1866 και το 1878 από τον ίδιο χώρο. Η ώρα της ελευθερίας θα έρθει το 1881. Το Φεβρουάριο του 1881 η Τουρκία δέχτηκε να παραχωρήσει στην Ελλάδα τη Θεσσαλία και το τμήμα της Ηπείρου μέχρι τον ποταμό Άραχθο. Στις 24 Ιουνίου τα ελληνικά στρατεύματα μπήκαν στην πόλη της Άρτας και στη συνέχεια μερικές μονάδες τους κατέλαβαν συμβολικά και τα χωριά.





















Η Επανάσταση του 1854
Οι υπομίσθιοι (χριστιανοί που είχαν προσληφθεί από το δερβέναγα της Άρτας με αντιμισθία για να βοηθούν στη αποκατάσταση της τάξης ), Δημήτριος Σκαλτσογιάννης, Ανδρέας και Ιωάννης Κοσυββάκης κάλεσαν του κατοίκους του Ραδοβυζίου να συγκεντρωθούν στις 15 Ιανουαρίου στο χωριό Μπότση ( Μεγαλόχαρη) για να αποφασίσουν για την έναρξη του αγώνα. Στις 15 Ιανουαρίου στο Μοναστήρι της Γεννήσεως της Θεοτόκου συγκεντρώθηκε ο λαός του Ραδοβυζίου. Αφού μίλησαν οι αρχηγοί και ορκίστηκαν όλοι στο Ιερό Ευαγγέλιο απηύθυναν προκήρυξη προς όλους τους Έλληνες υπόδουλους και ελεύθερους
Η προκήρυξη έλεγε :
« οι υποφαινόμενοι κάτοικοι Ραδοβυζίου της επαρχίας Άρτης, βεβαρυμένοι από τάς καταπιέσεις καί τούς υπέρογκους φόρους.επαναλαμβάνομεν τόν κοινόν αγώνα του 1821 ομνύοντες εις τό όνομα τού Υψίστου και της Ιεράς ημών Πατρίδος, ότι δέν θέλομεν ρίψει τά όπλα εν ουδεμία περιπτώσει και περιστάσει, εάν δεν ανακτήσωμεν την ελευθερίαν μας ».
Οι Τούρκοι αντέδρασαν γρήγορα. Έστειλαν σώμα τουρκαλβανών εναντίον των συγκεντρωμένων αλλά μετά από σκληρή μάχη αναγκάστηκε να γυρίσει στο χωριό Καταβόθρα (Αστροχώρι). Από εκεί έφυγαν και οχυρώθηκαν στο χωριό Δημαριό, όπου δέχτηκαν επίθεση από τους επαναστάτες στις 18 και 19 Ιανουαρίου. Οι πολιορκημένοι εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να παραδοθούν. Οι επαναστάτες δέχτηκαν αλλά ζήτησαν να τους παραδώσουν τα όπλα τους αλλά οι τουρκαλβανοί δεν δέχτηκαν. Οι επαναστάτες επειδή βιάζονταν να προχωρήσουν στο Κομπότι και στο Πέτα, έλυσαν την πολιορκία και τους άφησαν να φύγουν. Αμέσως ένα τμήμα των Ελλήνων προχώρησε προς το Κομπότι και το άλλο προς το Πέτα. Στις 20/1 οι φρουρές και των δυο χωριών κατέφυγαν στην Άρτα αφού νικήθηκαν. Όταν έφτασαν στην ελεύθερη Ελλάδα οι ειδήσεις για τις επιτυχίες των επαναστατών ακράτητος ενθουσιασμός συνεπήρε τους ελεύθερους έλληνες. Εθελοντικά σώματα άρχισαν να ετοιμάζονται για να βοηθήσουν την επανάσταση. Σε όλο το Ξηρόμερο άρχισαν να συγκεντρώνονται πολεμικό υλικό, είδη διατροφής και ρουχισμού. Η περιοχή του Καρβασαρά (Αμφιλοχία) γέμισε από εθελοντές που ήταν έτοιμοι να περάσουν στο Ραδοβύζι. Ανάμεσα στους εθελοντές που πέρασαν στο Ν.Άρτας ήταν ο Σπύρος Καραϊσκάκης και ο Δημήτριος Γρίβας, διοικητής των οροφυλάκων της περιοχής του Καρβασαρά(Αμφιλοχία). Με τον ερχομό τους συγκεντρώθηκε το στρατόπεδο του Πέτα, από το οποίο θα ξεκινήσουν όλες οι επιχειρήσεις. Το Φεβρουάριο και το Μάρτιο οι συγκρούσεις έγιναν σφοδρότερες. Η εξέγερση των Ραδοβυζινών είχε αντίκτυπο στις υπόδουλες περιοχές. Ξεσηκώθηκαν οι κάτοικοι των χωριών του Σουλίου, της Παραμυθιάς, του Τσαμαντά, της Χιμάρας και αρκετών περιοχών του Ν.Ιωαννίνων. ο λαός της Θεσσαλίας ακολούθησε το παράδειγμα τους. Τα χωριά της Αργιθέας ξεσηκώθηκαν και έκαψαν ένα Τούρκικο στρατόπεδο. Η φλόγα της επανάστασης μεταδόθηκε και στη Μακεδονία. Ενώ η επανάσταση είχε εξαπλωθεί και οι επιτυχίες των ελλήνων συνεχίζονταν, οι Μεγάλες Δυνάμεις Αγγλία και Γαλλία άρχισαν να ανησυχούν για τη φίλη τους Τουρκία. Το Μάρτιο η στάση τους έγινε εχθρική. Το Μάιο αποφάσισαν να επέμβουν δυναμικά. Στις 24/5 ο Αγγλικός και Γαλλικός στόλος απέκλεισαν την Αθήνα και τον Πειραιά. οι Τούρκοι βάδισαν προς τα χωριά του Ραδοβυζίου για να πάρουν εκδίκηση. λεηλάτησαν και έκαψαν πολλά χωριά μεταξύ των οποίων και η Μεγαλόχαρη.




















Η Επανάσταση του 1866
Η τουρκική καταπίεση παρέμενε ανυπόφορη. Η Τουρκία προκειμένου να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα εξαιτίας της κρητικής επανάστασης ζήτησε έκτακτη ενίσχυση 1.650.000 γρόσια. Οι κάτοικοι άρχισαν να ετοιμάζονται για εξέγερση. Τον Οκτώβριο συγκροτήθηκαν ένοπλα σώματα και έδιωξαν τα τουρκικά αποσπάσματα που στάθμευαν στο Ραδοβύζι. Στις 14 Δεκεμβρίου οι αρχηγοί των Ραδοβυζινών κάλεσαν τους κατοίκους του Ραδοβυζίου και των Τζουμέρκων στο χωριό Μπότση ( Μεγαλόχαρη) όπου έγινε σύσκεψη και ορίστηκε ο χρόνος της εξέγερσης. Στις 26 Δεκεμβρίου ο τουρκικός στρατός διατάχθηκε να απομακρύνει με κάθε τρόπο τα στρατεύματα των Ραδοβυζινών από την περιοχή της γέφυρας του Κοράκου και να περάσει στη Θεσσαλία όπου η εξέγερση είχε εξαπλωθεί. Στις 27 Δεκεμβρίου το μεσημέρι ο τουρκικός στρατός επιτέθηκε. Μετά από αρκετές ώρες μάχης οι Τούρκοι νικήθηκαν και οπισθοχώρησαν στη Γρέβια (συνοικισμός των Πηγών). Στις 28/12 επιχείρησαν νέα επίθεση. Απέτυχαν για 2η φορά.
Ο Χατζή Εμίν μπέης αναγκάστηκε να κατέβει στην Άρτα να ζητήσει ενισχύσεις. Ενώ αυτά συνέβαιναν στην περιοχή του Ραδοβυζίου οι Μεγάλες δυνάμεις δέχτηκαν διαμαρτυρίες από μέρους της Τουρκίας. Σύμφωνα με την Πύλη η ελεύθερη Ελλάδα βοηθούσε τους ραδοβυζινούς με στρατό και εθελοντές. Για να βρεθεί η αλήθεια στάλθηκε στο γεφύρι του Κοράκου ο Γάλλος Πρόξενος της Ηπείρου Κάρολος Σιαμπουασώ. Στην περιοχή του γεφυριού συναντήθηκε με τους εκπροσώπους των επαναστατών. Ο Πρόξενος ζήτησε να μάθει τις αιτίες που τους οδήγησαν στην εξέγερση.
Η απάντηση που πήρε ήταν:
« Ζωή με τον Τούρκον δεν υποφέρεται πλέον, Κύριε Πρόξενε, ή θα χαθωμεν , ή του Σουλτάνου υπήκοοι δεν θα τελωμεν εις το μέλλον».

Μετά από αυτό οι τούρκοι σκλήρυναν τη στάση τους, στην πόλη της Άρτας 300 Αλβανοί άρχισαν να αρπάζουν τα εμπορεύματα από τα καταστήματα και να τα σκορπίζουν στους δρόμους. Επειδή η επανάσταση στη Θεσσαλία είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις και οι Τούρκοι στρατηγοί διαφωνούσαν για τον τρόπο που έπρεπε να αντιμετωπιστεί, δόθηκε η αρχηγία στο Λιβά Ιμπραήμ Πασά, ο οποίος έφτασε στις 11 Ιανουαρίου του 1867 στη Μπότση ( Μεγαλόχαρη) όπου είχε συγκεντρωθεί ο τουρκικός στρατός. Ο Λίβα πασάς έδωσε εντολή να ζεύξουν με ασκούς τον Αχελώο για να περάσει ο στρατός στη Θεσσαλία. Στις 16 Ιανουαρίου τα τουρκικά στρατεύματα άρχισαν να διαβαίνουν το ποτάμι. 
Τις ίδιες μέρες δυο τάγματα του τουρκικού στρατού βγήκαν από τη Λάρισα και στάθμευσαν στο Λιάσκοβο(Πετρωτό) χωριό του Ν.Καρδίτσας με σκοπό να επιτεθούν μαζί με το στρατό που περνούσε τον Αχελώο. Στις 17 Ιανουαρίου τα στρατιωτικά τμήματα των Ραδοβυζινών νικήθηκαν και διασκορπίστηκαν στα Τζουμέρκα, ενώ οι Θεσσαλοί κλείστηκαν στη Μονή Σπηλιάς. Οι τούρκοι αφού κατέλαβαν το γεφύρι του Κοράκου, συγκεντρώθηκαν στο Λιάσκοβο( Πετρωτό). Στις 4 Φεβρουάριου επιτέθηκαν στη Μονή Σπηλιάς και διέλυσαν τους επαναστάτες. Η επανάσταση όμως δεν είχε τελειώσει ακόμα.
Το Μάρτιο τα τμήματα των επαναστατών που είχαν νικηθεί στη Μονή Σπηλιάς ενώθηκαν και αφού νίκησαν την τουρκική φρουρά στα Βραγγιανά ( χωριό του Ν.Καρδίτσας απέναντι από τις Πηγές) έφτασαν στα χωριά του Ραδοβυζίου. Ο Λιβά πασάς έστειλε ισχυρά τμήματα στρατού στην περιοχή του Αχελώου αλλά οι επαναστάτες κράτησαν τις θέσεις τους. Με τον ερχομό του Απριλίου η κατάσταση δυσκόλεψε. Ενισχύσεις δεν έρχονταν και το Ραδοβύζι είχε γεμίσει από τουρκικά αποσπάσματα.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε να βοηθήσει και η επανάσταση μέρα με την μέρα έσβηνε. Τον Αύγουστο του 1867 είχε τελειώσει. Οι βαριοί φόροι επιβλήθηκαν ξανά και η ζωή των κατοίκων έγινε αφόρητη. Οι Μεγάλες δυνάμεις έκαναν γνωστό στην ελληνική Κυβέρνηση ότι η Κρήτη, η Ήπειρος, η Θεσσαλία και η Μακεδονία θα παρέμεναν υπήκοοι της Τουρκίας.















Η Επανάσταση του 1878
Τον Απρίλιο του 1877 κηρύχθηκε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Το Ραδοβύζι άρχισε να αναταράζεται πάλι. Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να βοηθήσει και κράταγε ουδέτερη στάση. Αποφάσισαν τότε να βοηθήσουν οι διάφορες οργανώσεις και σύλλογοι που υπήρχαν στην Αθήνα. Για αυτόν το λόγο χρησιμοποίησαν το Φώτη Κουτσονίκα ( είχε πάρει μέρος στις επαναστάσεις του 1854 και 1866 και ήταν γαμπρός του Ιωάννη Κοσυββάκη από τη Μπότση )και άρχισε τις ενέργειες.
Οι κάτοικοι ενθουσιασμένοι άρχισαν να συγκεντρώνονται στην Μπότση και τη Σουμερού(Μεσόπυργος) περιμένοντας όπλα και πολεμοφόδια. Αποφασίστηκε να αρχίσει η επανάσταση στις 20 Ιανουαρίου 1878. Την ίδια μέρα θα έρχονταν και οι εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα.
Αλλά δεν έγιναν τα πράγματα όπως τα περίμεναν οι ραδοβυζινοί. Στις 20 Ιανουαρίου 1878 έφτασε στη Σουμερού (Μεσόπυργος) ο αντιπρόσωπος Κουτσονίκας χωρίς όπλα και πολεμοφόδια. Οι μέρες περνούσαν και τα εφόδια δεν έρχονταν. Αντίθετα τουρκικά αποσπάσματα με 2.000 άντρες πλημμύρισαν την περιοχή.
Οι οπλαρχηγοί που είχαν ξεσηκώσει τους κατοίκους , κρύφτηκαν στα δάση της Σουμερούς. Η κεντρική επιτροπή στην Αθήνα έκρινε ότι ήταν καλύτερο τότε να εξοπλιστούν τα εθελοντικά σώματα που θα περνούσαν στο Ραδοβύζι από την ελεύθερη Ελλάδα.
Στις 30 Ιανουαρίου το πρώτο εθελοντικό σώμα έφθασε στο χωριό Διάσελο και προχώρησε προς τη γέφυρα της Πλάκας, όπου μετά από μάχη στις 3 Φεβρουάριου ανάγκασε τους τούρκους να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Στις 6 Φεβρουαρίου τουρκικά αποσπάσματα που στάλθηκαν από τα Γιάννενα λεηλάτησαν τα χωριά των Τζουμέρκων. Ακολούθησαν οι νίκες των Ελλήνων στο Δημαριό και στο Κλειδί και η διάλυση των εθελοντικών σωμάτων. Ενώ αυτά γίνονταν στο Κάτω Ραδοβύζι και στα Τζουμέρκα, οι κάτοικοι του Άνω Ραδοβυζίου μάταια περίμεναν στη Σουμερού τα όπλα και τα πολεμοφόδια. Τέλος στις 11 Φεβρουάριου τους δόθηκαν 500 όπλα και 43 κιβώτια πολεμοφόδια. Στις 19 Φεβρουαρίου υπογράφηκε ανάμεσα στην Τουρκία και τη Ρωσία η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Σύμφωνα με αυτήν δίνονταν μερικά προνόμια στους χριστιανούς της Τουρκίας. Η υπογραφή της συνθήκης προκάλεσε αναταραχή στους επαναστάτες.
Στις 28 Φεβρουαρίου συγκεντρώθηκαν στη Μπότση(Μεγαλόχαρη) πλήθη ραδοβυζινών για να συζητήσουν για την εξέλιξη του αγώνα.

Αποφάσισαν να συνεχίσουν τον αγώνα και ψηφίσαν:

  1. την αποκήρυξη της τουρκικής δυναστείας

  2. την ένωση με την ελεύθερη Ελλάδα.

Τα ένοπλα τμήματά τους κατέλαβαν το γεφύρι του Κοράκου και απέκρουσαν τις τουρκικές δυνάμεις στρατού που πλημμύρισαν το Άνω Ραδοβύζι. Λεηλάτησαν τα χωριά Σουμερού(Μεσόπυργος), Μηλιανά, Καταβόθρα(Αστροχώρι), Βρατσίστα(Καστανιά), Σεκλίστα (Ελάτη) και την Μπότση(Μεγαλόχαρη) τη μετέβαλλαν σε ερείπια.Στη συνέχεια τα τουρκικά αποσπάσματα γύρισαν στην Άρτα αφού άφησαν μερικά τμήματα στρατού να ελέγχουν την περιοχή.
Η επανάσταση άρχισε να εξασθενίζει. Οι επαναστάτες όμως δεν κατέθεσαν τα όπλα και συνέχισαν να δημιουργούν προβλήματα.Στις αρχές του Μάιου 1000 περίπου Τούρκοι στρατιώτες στάλθηκαν στο Άνω Ραδοβύζι. Σε συμπλοκή που έγινε στο γεφύρι του Κοράκου νικήθηκαν και για εκδίκηση λεηλάτησαν πάλι τα χωριά.Στις 17 Ιουνίου του 1878 έγινε το Συνέδριο του Βερολίνου στο οποίο προτάθηκε στην Υψηλή Πύλη να συμφωνήσει με την Ελλάδα σε μια διαρρύθμιση των συνόρων στη Θεσσαλία και την Ήπειρο.Δυστυχώς δεν έγιναν τα πράγματα όπως προέβλεπε το συνέδριο.
Για δυο ακόμη χρόνια ο λαός του Άνω Ραδοβυζίου δεινοπάθησε από τους Τούρκους. Η ώρα της ελευθερίας θα έρθει για τα χωριά το 1881.


Τo μoναστήρι της Γεννήσεως της Θεοτόκου.  
    


Στο χωριό Μεγαλόχαρη και στο συνοικισμό Αμπέλια βρίσκεται ο ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Είναι το μόνο κτίσμα που απέμεινε από το μοναστήρι που υπήρχε μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κτίστηκε το 13ο αιώνα και αναστηλώθηκε στά μέσα περίπου του 17ο αιώνα. Στη εποχή της τουρκοκρατίας είχε μεγάλη περιουσία, όπως αμπέλια ( πήρε και ο συνοικισμός το όνομά του ) κτηνοτροφία και μελισσοκομία.

Από αυτό θα ξεκινήσουν οι επαναστάσεις των Ραδοβυζινών το 1854, το 1866 και το 1878 που είχαν σαν αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Άρτας και της Θεσσαλίας.


Ο Ναός
Δυτικά και βόρεια του ναού υπήρχαν μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα τα 24 κελιά των μοναχών. Αυτά τα γκρέμισαν οι χωριανοί και με τις πέτρες τους έκτισαν τον γυναικωνίτη και διώροφο Δημοτικό Σχολείο στη αυλή του Μοναστηριού. Το σχολείο λειτούργησε από το 1926 έως το 1958. Σε αυτό φοιτούσαν μαθητές από την Μεγαλόχαρη, το Μεσόπυργο, τα Μηλιανά, το Αστροχώρι. Το 1962 οι χωριανοί το γκρέμισαν γιατί έγιναν άλλα σχολεία. Το 1962 έκλεισε και ο ναός για να επισκευαστεί και το 1965 δόθηκε η άδεια να ξαναλειτουργήσει. Έκλεισε για δεύτερη φορά το 1967 για « άγνωστους λόγους». Το 1977 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού σαν διατηρητέο ιστορικό μνημείο. το 1983 οι χωριανοί ζήτησαν να ξαναλειτουργήσει ο ναός όπως και έγινε. Γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου. Αυτή τη μέρα γίνονται οι πολιτιστικές εκδηλώσεις του χωριού στη αυλή του. Ο ναός είναι μονόκλιτος με εγκάρσιο σκαφοειδή θόλο, ο οποίος ενώ εξωτερικά είναι ορθογώνιος στο εσωτερικό οι γωνίες του στρογγυλεύουν. Στη βόρεια και στη νότια πλευρά φέρει τρίπλευρους χορούς. Η είσοδος στο ναό γίνονταν από τη βόρεια πλευρά μέχρι πρόσφατα όμως τώρα γίνεται από τη δυτική πλευρά. Η πόρτα της βόρειας πλευράς είναι μικρή. Το ύψος της φτάνει το 1,50 μ. και το πλάτος της τα 65 περίπου εκατοστά.




Πάνω από αυτήν υπάρχει υπέρθυρο με την Βρεφοκρατούσα Παναγία. Σήμερα σώζεται σε άσχημη κατάσταση. Από την πόρτα κατεβαίνουμε τρία σκαλιά και μπαίνουμε στον κυρίως ναό. Δεν υπάρχει Νάρθηκας. Ο κυρίως ναός και το Ιερό κοσμούνται ολόκληρα με τοιχογραφίες. Δυστυχώς ο καπνός από τα κεριά τις έχει κάνει δυσδιάκριτες. Χειρότερη καταστροφή έχουν πάθει οι χαμηλότερες τοιχογραφίες από το ασβέστωμα.


Ο κυρίως ναός φωτίζεται από τρία μικρά τοξωτά παραθύρια που υπάρχουν στο θόλο.




Στην κάμαρα του θόλου παριστάνεται ο Παντοκράτορας. Χαμηλότερα σε ομόκεντρη ζώνη παριστάνονται επτά Αρχάγγελοι ανάμεσα στην Παναγία και τον Πρόδρομο. Αριστερά και δεξιά από το παράθυρο του θόλου στη νότια πλευρά του ναού παριστάνονται οι προφήτες, πιο κάτω η Μεταμόρφωση και στην τελευταία ζώνη τρεις ολόσωμοι Άγιοι ( Νέστορας, Προκόπιος, δε διαβάζεται το όνομα του τρίτου Αγίου).




Στη βόρεια πλευρά του ναού και αριστερά και δεξιά από το παράθυρο του θόλου παριστάνονται οι προφήτες, πιο κάτω ο Επιτάφιος θρήνος και στην τελευταία ζώνη οι ολόσωμοι Άγιοι Παντελεήμων, Δημήτριος και Γεώργιο




Ανάμεσα στη μορφή του Αγίου Γεωργίου και στο τέμπλο υπήρχε παλιά κρεμασμένη στον τοίχο η εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας. Ήταν ολόκληρη από ασήμι και όπως λένε οι χωριανοί ζύγιζε 4 ή 7 οκάδες. Κανένας δεν ξέρει πού βρίσκεται η εικόνα σήμερα. Στην ημικυκλική οροφή του κυρίως ναού παριστάνεται ο Χριστός καθισμένος σε κυκλική δόξα. Γύρω Του σε κυκλική ζώνη παριστάνονται τα εννιά τάγματα των αγγέλων. Το τέμπλο έχει φυτική διακόσμηση. Όπως λένε οι χωριανοί μεταφέρθηκε το 1665 από τη Λάρισα και τοποθετήθηκε στο ναό.




Στην κορυφή του τέμπλου παριστάνεται η Σταύρωση. Ο Σταυρός του Χριστού πατάει πάνω σε ένα κοκκινωπό άλογο , που έχει φτερά και μαύρα κέρατα. Πιο κάτω παριστάνονται δυο δράκοντες και ανάμεσά τους ένα κοκκινωπό ανθρώπινο κρανίο.




Στη θέση της Μεγάλης Δέησης υπάρχουν δεκαεπτά μικρές εικόνες. Στη μέση η εικόνα του Χριστού. Δεξιά του Χριστού η Παναγία και αριστερά Του ο Πρόδρομος. Ένας άγγελος και έξι Άγιοι παριστάνονται δίπλα από την Παναγία και ένας άγγελος και έξι Άγιοι δίπλα από τον Πρόδρομο. Μια δεύτερη σειρά δεκαεπτά εικόνων βρίσκεται ακριβώς από κάτω.




Οι μεγάλες εικόνες αριστερά και δεξιά από την Ωραία Πύλη είναι αγορασμένες από τους χωριανούς. Οι παλιές εικόνες και το βημόθυρο φυλάγονται αλλού για ασφάλεια, επειδή έγιναν κλοπές στο μοναστήρι.


Το Ιερό φωτίζεται από μικρό τοξωτό παράθυρο της αψίδας. Σε αυτό παριστάνονται η Πλατυτέρα, και κάτω ο Άγιος Αθανάσιος και οι τρεις Ιεράρχες. Στη ημικυκλική οροφή του ιερού παριστάνεται η Ανάληψη.





Πάνω από την Αγία Τράπεζα υπήρχε παλαιότερα μια μικρή ασημένια λειψανοθήκη. Μέσα είχε ένα εγκόλπιο και πέντε οστά του Αγίου Τρύφωνα. Σήμερα φυλάγεται αλλού, αλλά τα οστά είναι μόνο δύο. Τα άλλα τρία κλάπηκαν.Το τρίτο τμήμα του ναού είναι ο γυναικωνίτης. Προστέθηκε το 1926. δεν έχει τοιχογραφίες και φωτίζεται από τέσσερα ορθογώνια παράθυρα. 




Η νοτιοανατολική πλευρά του Ναού

Θρύλοι και θαύματα που σχετίζονται με το Μοναστήρι                                                     
οι κάτοικοι διηγούνται ότι το μοναστήρι το έκτισαν άνθρωποι που ήρθαν από το Σούλι. Λένε ότι κάποτε οι άνθρωποι που ζούσαν σε κάποια περιοχή του Σουλίου είδαν ένα όνειρο. Σύμφωνα με αυτό έπρεπε να πάρουν τα ιερά της εκκλησίας τους και τα υπάρχοντά τους, να τα φορτώσουν στα ζώα και να φύγουν. Εκεί που θα σταματούσαν τα ζώα θα έκτιζαν μια εκκλησία. Έφτασαν στην περιοχή που είναι σήμερα το Μοναστήρι και κάθισαν να ξεκουραστούν. Όταν ξεκίνησαν να φύγουν τα ζώα δεν ήθελαν να προχωρήσουν. Έμειναν ακίνητα. Τότε θυμήθηκαν το όνειρο και έκτισαν το Μοναστήρι.
λέγεται ότι όταν πανηγύριζε το Μοναστήρι έρχονταν ένα ελάφι. Οι χωριανοί το έσφαζαν , το μαγείρευαν και το έτρωγαν οι προσκυνητές. Μια χρονιά άργησε να έρθει. Έφτασε το μεσημέρι κατακουρασμένο και από το στόμα του έβγαζε αφρούς. Δεν το άφησαν να ξεκουραστεί και το έσφαξαν. Από τότε δεν ξαναήρθε ελάφι στο πανηγύρι.

δίπλα από το Μοναστήρι υπήρχε ένα χωράφι που άνηκε σε αυτό και ήταν φυτεμένο με αμπέλια και καρποφόρα δέντρα. Δεν επιτρεπόταν να βοσκήσει κανένας εκεί τα ζώα του. Κάποια μέρα δυο αδέλφια έκλεισαν σε αυτό τα πρόβατά τους για να βοσκήσουν. Ο επίτροπος του Μοναστηριού τους έκανε παρατηρήσεις και αυτοί τον έδειραν. Τότε ο γέροντας έκλεισε την πόρτα της εκκλησίας, έριξε κάτω το κλειδί και αφού έβαλε αγκάθια μπροστά στην πόρτα είπε: ¨Παναγιά μου, αν δε κάνεις το θαύμα Σου, δεν θα ξανανοίξω την πόρτα¨. Το βράδυ μπήκαν λύκοι στο περιβόλι και έπνιξαν τα πρόβατα. 

στις 4 Δεκεμβρίου του 1840, διηγούνται οι χωριανοί, πέρασε από την περιοχή της Μεγαλόχαρης ο Χατζή Πασάς με 40.000 στρατό και στρατοπέδευσε στο Μοναστήρι. Επειδή έκανε κρύο δυο στρατιώτες πήγαν να κόψουν μια πελώρια δάφνη που ήταν στην αυλή, για να ανάψουν φωτιά. Καθώς χτύπησαν τον κορμό πετάχτηκε ένα ξύλο και έβγαλε το μάτι του ενός. Θύμωσαν τότε οι άλλοι στρατιώτες και πήγαν να βοηθήσουν. Πέφτοντας κάτω η δάφνη σκότωσε δυο από αυτούς. Όταν το έμαθε ο πασάς ζήτησε από όλους χρήματα και όσα συγκέντρωσε τα άφησε στο Μοναστήρι.

Η Γέφυρα Κοράκου, δίπλα στη Μεγαλόχαρη
 Παλιά το πέρασμα από την Ήπειρο στη Θεσσαλία και αντίστροφα ήταν τρομερά δύσκολο.
Οι ταξιδιώτες είχαν να αντιμετωπίσουν, εκτός  από τα ψηλά βουνά, τον ορμητικό και μεγάλο ποταμό Αχελώο.
Για να νικηθεί αυτό το υδάτινο εμπόδιο έπρεπε να κτιστούν γεφύρια. Ένα από τα γεφύρια που κτίστηκαν ήταν "το γεφύρι του Κοράκου".





Ένωνε το Ν. Καρδίτσας με το Ν. Άρτας. Το έκτισε το 1514 - 1515 ο αρχιεπίσκοποςτης Λάρισας Βησσαρίωνας, ο οποίος για να συγκεντρώσει τα χρήματα ταξίδεψε στα Βαλκάνια. Όταν γύρισε από το ταξίδι βρήκε τους μαστόρους έτοιμους να κλειδώσουν το τόξο του γεφυριού. Εκείνη όμως τη μέρα έγινε σεισμός και το γεφύρι γκρεμίστηκε. Οι μαστόροι απογοητεύτηκαν και σκέφτηκαν να εγκαταλείψουν το έργο.
Λέγεται ότι, τότε ο επίσκοπος έριξε στην όχθη του ποταμού μια χούφτα χρυσά νομίσματα και το κτίσιμο ξανάρχισε.
Το έργο προχωρούσε αλλά τα χρήματα άρχισαν να τελειώνουν. Ο επίσκοπος επιχείρησε νέο ταξίδι, αυτή τη φορά στην Ουγγαρία και στην Τσεχοσλοβακία. Όταν γύρισε το έργο είχε τελειώσει.
Ο επίσκοπος όρισε την ημέρα για τα εγκαίνια. Την ίδια μέρα έκανε και τον αγιασμό μπροστά στους μαστόρους και στους χωρικούς από τα γύρω χωριά. Για την ονομασία του γεφυριού υπάρχουν τέσσερις εκδοχές.
Σύμφωνα με την πρώτη, όταν ο επίσκοπος έκανε τον αγιασμό ρώτησε πως φαινόταν πάνω στη μεγάλη καμάρα.
<< Σαν κόρακας Δέσποτα>> είπαν οι χωρικοί. <<Γεφύρι του Κόρακα, ας είναι το όνομά του>> είπε ο επίσκοπος.
Η δεύτερη εκδοχή, μας πληροφορεί ότι το ονόμασε έτσι ο πρωτομάστορας. Όταν είδε τον επίσκοπο να περπατάει πάνω στο γεφύρι του φώναξε από την όχθη του ποταμού: << Σα κόρακας φαίνεσαι εκεί πάνω γέροντα>>.
Η τρίτη εκδοχή είναι διαφορετική. Όταν τελείωσε το έργο, όλα τα ξύλα που είχαν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή πήραν φωτιά. Ο καπνός μαύρισε το γεφύρι και έτσι πήρε το όνομα.
Η τελευταία εκδοχή μιλάει για ένα κοράκι που κάθισε στο γεφύρι όταν τελείωσε ο αγιασμός. Το επεισόδιο το πήρε η λαϊκή μούσα και το έκανε τραγούδι:

"Τ' έχεις καημένε κόρακα

και σκούζεις και φωνάζεις;

Μήνα διψάς για αίματα

για τούρκικα κεφάλια;

Πέτα, ψηλά κατ' Άγραφα

στου Άσπρου το γεφύρι".





Το γεφύρι ανατινάχτηκε το Μάρτιο του 1949. Σήμερα σώζονται μόνο τα βάθρα του.

www.romiazirou.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: