Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

"Αφιέρωμα στον Καλλιτέχνη Κώστα Μαλάμο". Ομιλία του Θόδωρου Παπαγιάννη, καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών,στην εκδήλωση ''Ηπειρώτες Λογοτέχνες και Εικαστικοί Καλλιτέχνες'', που διοργάνωσε η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος στο Ζάππειο Μέγαρο, από 19 μέχρι και 23 Ιανουαρίου 2008


Κώστας Μαλάμος. Αυτοπροσωπογραφία
                                                                                                                                       

Θόδωρος Παπαγιάννης

Κυρίες και κύριοι,
Δεν θα μιλήσω για τον Κώστα Μαλάμο όπως θα μιλούσε ένας τεχνοκριτικός ή ιστορικός της Τέχνης. Δεν θα κάνω ανάλυση του έργου του, δεν θα αναφερθώ στο πλούσιο βιογραφικό του. Θα μιλήσω σαν ένας συνάδελφος νεότερος που τον γνώρισε και τον αγάπησε πολύ.
Γνώρισα τον Κ.Μ. αρχές της δεκαετίας του εξήντα νέος σπουδαστής και εγώ τότε  στη ΑΣΚΤ. Αν θυμάμαι καλά μας γνώρισε ο δάσκαλος μου Ι. Παππάς φίλος του Κ.Μ. σε κάποια έκθεση. Με σύστησε σαν συμπατριώτη του. Στο πρόσωπο του αμέσως διέκρινα έναν στοργικό άνθρωπο με όλα τα χαρίσματα ενός καλού Ηπειρώτη. Από τη στιγμή εκείνη και μετά, το ενδιαφέρον του για μένα ήταν συνεχές και αυτό το έκανε, απ’ ότι ξέρω, και για κάθε νέο Ηπειρώτη καλλιτέχνη.


                                          Κώστας Μαλάμος

Ο  Κ.Μ. κατά τη γνώμη μου, αλλά και άλλων ειδικών τη γνώμη,  κριτικών τέχνης  και καλλιτεχνών, είναι μεγάλος ζωγράφος. Έχει πραγματοποιήσει τεράστιο έργο και  με το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτό τραγούδησε και ύμνησε την Ήπειρο όσο κανείς άλλος. Παρατηρώντας το Λεύκωμα που περιλαμβάνει περίπου τι 1/3 της δουλειάς του μένει κανείς άναυδος με το μέγεθος και την ποιότητα του. Με τα σύνεργα του στον ώμο, άφηνε το καραούλι του στο Λυκαβηττό και σαν προσκυνητής, έτρεχε σε βουνά και λαγκάδια, σε ρεματιές και πεδιάδες  και ζωγράφισε με τον τρόπο που αυτός ήξερε και μας χάρισε ένα πλήθος έργων που πάνω τους αποτυπώνεται όλο το μεγαλείο του Ηπειρωτικού τοπίου. Τοπία λαμπερά, ηλιόλουστα, τοπία βροχερά, χιονισμένα, τοπία που βλέποντας τα σε διαπερνά η υγρασία. Τοπία αληθινά. Τα Γιάννενα από το Ξενία που έμενε συχνά γιατί είχε μπροστά του τη λίμνη και τα βουνά απέναντι του. Ή τον κάμπο με τις ανταύγειες των νερών ή τις στιβάδες των δέντρων.
Κάθε τοπίο και ένα ποίημα. Και δεν είναι μόνο τα τοπία, στο έργο του θα βρείτε θαυμάσιες σκηνές της καθημερινής ζωής. Παζάρια, γάμους, πορτραίτα ανθρώπων βιοπαλαιστών, κυνηγημένους ανθρώπους, μπουλούκια από τη βία του εμφυλίου που στις μορφές τους έχουν καταγραφεί οι κακουχίες  και τα βάσανα τους. Εκεί φαίνεται και ο ανθρωπισμός , η καλοσύνη του ανθρώπου, γιατί ο Κ.Μ. εκτός από μεγάλος ζωγράφος ήταν και άνθρωπος. Το έργο του όλο το διαπερνά η ανθρωπιά, η ματιά του είναι γεμάτη ευαισθησία, καλοσύνη και κατανόηση  για τον πόνο και τις δυσκολίες ενός λαού που βιώνει δύσκολα την καθημερινότητα του. Κανένας μας δεν είδε τον άνθρωπο και τη βιοπάλη του με τέτοιο μάτι.
Ποιος αλήθεια θα ξεχάσει τους βιοπαλαιστές στα παλιατζίδικα ή τους ανθρακωρύχους της Εύβοιας στο Μαντέμ Λακό. Τα πλήθη των παζαριών ή τις λαϊκές αγορές, τους λούστρους, τα έργα για το Βιετνάμ, του πρόσφυγες της Κύπρου ή την πόρτα του Πολυτεχνείου, μετά την καταστροφή. Ο Κ.Μ. όπως είπα πιο πάνω, ήταν πάνω απ’ όλα άνθρωπος που συμπονούσε τους αγώνες του λαού και ειδικά αυτούς που δοκιμάζονταν περισσότερο.
Ο Τεχνοκριτικός καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Στέλιος Λυδάκης, ένας από τους πολλούς που έγραψαν για το έργο του Κ.Μ., αναφέρει μεταξύ άλλων:
«Ο Κ.Μ. Είναι ζωγράφος της πραγματικότητας, παν’ απ’ όλα τον ενδιαφέρει ο άνθρωπος  με τον συναισθηματικό του κόσμο, τις ασχολίες του και τα προβλήματα του.»
Δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει  για το έργα του Κ.Μ., χωρίς να αναφερθεί στο νεοκλασικά του σπίτια, τα μικρομάγαζα στα Γιάννενα ή τις εξώπορτες των νεοκλασικών, που πάνω τους είναι καταγραμμένα τα μεγαλείο και το δράμα του τόπου μας. Τα σπίτια αυτά, όπως γράφει ο Ακαδημαϊκός – Καθηγητής και Ιστορικός της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Χ. Χρήστου, «είναι η νοσταλγία για ένα χαμένο παράδεισο ύστερα από την ακαλαίσθητη αλλοίωση της πόλης της παλλάδος και μεταβάλλονται σε σύμβολα της παροδικότητας της δόξας που χλομιάζει και επαφίεται στην ακατάσχετη ροή των πάντων. Τα έργα αυτά, λέει πιο κάτω, τα διαπερνά μια αδιόρατη μελαγχολία, μια νοσταλγική ανάμνηση για το ρόλο του χρόνου και το τέλος που έρχεται για τα οικοδομήματα αυτά».

no4()(~1.jpg
no6~1.jpg
no11~1.jpg
no12~1.jpg
no7~1.jpg
photo3_stigmiotypa.jpg
photo5_stigmiotypa.jpg
photo8~1.jpg
photo6~1.jpg
photo2_stigmiotypa.jpg
photo4_stigmiotypa.jpg
photo5_stigmiotypa.jpg
no4_ekthesi_kallitehnes.jpg

Ο Κ.Μ. δούλευε  ακατάπαυστα ως την στιγμή που ένα εγκεφαλικό του στέρησε αυτή του τη μεγάλη αγάπη και από τότε άλλαξε δραματικά τη ζωή του. Η όραση του αδυνάτισε και δεν του επέτρεψε πλέον να δουλεύει. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο χτύπημα και πέρσι η γη της Ζίτσας τον υποδέχθηκε στην αγκαλιά της, Η τύχη του έδωσε μακροζωία, έζησε έως τα 94. Το δυστύχημα ήταν ότι τα τελευταία  10 – 12 χρόνια λόγω του εγκεφαλικού δεν μπόρεσε να συνεχίσει το ρυθμό της δουλειάς του για να μας δώσει κι άλλα αριστουργήματα. Ήταν όμως μια παρηγοριά ότι τον νοιώθουμε εκεί στο διαμέρισμα του στην Ξενοκράτους  να δίνει τις συμβουλές του και τον καλό του λόγο. Είχε προηγηθεί ο θάνατος της αγαπημένης του συζύγου, σπουδαίας ζωγράφου επίσης που κι εκείνη, όπως και ο Κ.Μ., αγάπησε με πάθος την Ήπειρο. Πέρα από το σπουδαίο έργο που υλοποίησε βοήθησε αποφασιστικά σε ότι ο Κ.Μ.  είχε ονειρευτεί για την Ήπειρο. Από τη συμπαράσταση της και την αγάπη της αντλούσε δύναμη  και κουράγιο  για το τεράστιο έργο που υλοποίησε στη ζωή του.  
Ο Κ.Μ. ευεργέτησε την Ήπειρο και ειδικά τα Γιάννενα. Εδώ και 55 χρόνια, χάρη σ’ αυτόν και στις προσπάθειες του με την συνδρομή των «φίλων των Ιωαννίνων» που ο ίδιος επινόησε, δημιουργεί στα Γιάννενα μια θαυμάσια πινακοθήκη με σπουδαία έργα που  μάζεψε με πολύ προσπάθεια και  κόπο χάρις στο κύρος και τις φιλίες  του. Η συλλογή αυτή άλλαξε πολλές φορές στέγη. Είχε πολλές περιπέτειες και ξέρω πόσες αγωνίες πέρασε μέχρι την εγκατάσταση στη σημερινή θέση και παρά το ότι στεγάζεται σε ένα συμπαθητικό νεοκλασικό κοντά στο Άλσος. Ο χώρος δεν επαρκεί για την ανάπτυξη όλων των έργων, πολύ περισσότερο για νέες δωρεές ή νέα αποκτήματα. Ελπίζουμε σε νέο μεγαλύτερο χώρο για να γίνει μια πινακοθήκη που θα αντιπροσωπεύει και πολλούς άλλους άξιους νεότερους Ηπειρώτες, και όχι μόνο, καλλιτέχνες αλλά και μια πόλη σαν τα Γιάννενα.  
Σε λίγο καιρό θα  ανοίξει τις πύλες της και μια νέα πινακοθήκη  με έργα χαρακτικής, στη Ζίτσα αυτή τη φορά, την ιδιαίτερη πατρίδα του Κ.Μ.. Μία συλλογή 230 περίπου έργων που ο Κ.Μ. μάζεψε με πολύ φροντίδα όλη του τη ζωή, που ξόδεψε γι’ αυτά πολλά χρήματα και χρόνο και που όταν ανοίξει τις πόρτες τις στο κοινό θα διαπιστώσει ότι είναι μοναδική στην Ελλάδα.
Αυτός με λίγα λόγια ήταν ο Κ.Μ. . Ένας ευπατρίδης που συνέχισε την παράδοση της ευεργεσίας του, στον τόπο του. Λαμπερό παράδειγμα Ηπειρώτη με τεράστια προσφορά που ποτέ δε σκέφτηκε ανταλλάγματα, σκεπτόταν μόνο πως θα προσφέρει στην Αγαπημένη του Ήπειρο με κάθε τρόπο. Όλοι εμείς οι νεότεροι Ηπειρώτες Καλλιτέχνες που τον γνωρίσαμε καλά αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για την προσφορά του στην τέχνη, τον έχουμε στη καρδιά μας και τον σκεπτόμαστε πάντα με αγάπη. 



Κώστας Μαλάμος, το βιογραφικό του
  • Γεννημένος στην Αίγυπτο, έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Ζίτσα, στην οποία εγκαταστάθηκε η οικογένειά του μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου.
  • Το 1931 ήρθε στην Αθήνα με υποτροφία του ιδρύματος A. Φιλίτη και τον επόμενο
    χρόνο έγινε δεκτός στην AΣKT (1932-1937) με δασκάλους τους Π. Μαθιόπουλο,     Ο. Αργυρό και Κ. Παρθένη.
  • Μετά την αποφοίτησή του, άνοιξε στην Αθήνα φροντιστήριο ζωγραφικής, το οποίο εγκατέλειψε το 1938, όταν διορίστηκε στο καλλιτεχνικό τμήμα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, θέση από την οποία τον απέλυσε η κατοχική κυβέρνηση.
  • Το 1943 διορίστηκε καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και το 1944 του ανατέθηκε η διεύθυνση του παραρτήματος της AΣKT που ιδρύθηκε στον Πύργο της Τήνου, αλλά η μη αποδοχή του δεύτερου αυτού διορισμού του, είχε σαν αποτέλεσμα την εκ νέου απόλυσή του.
  • Το 1946 ανέλαβε τη διδασκαλία των Τεχνικών στο Κολέγιο Αθηνών και την ίδια χρονιά του απονεμήθηκε υποτροφία της Γαλλικής κυβέρνησης για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Παρίσι, υποτροφία που δεν αποδέχθηκε λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων.
  • Από το 1958 κα για πέντε περίπου χρόνια δίδαξε σχεδιασμό γραμμάτων στο Ελεύθερο Σπουδαστήριο Καλών Τεχνών (Σχολή Βακαλό).
  • Χωρίς να απομακρύνεται ποτέ από τη αναπαραστατική ζωγραφική, και με κύριο εκφραστικό μέσο το χρώμα, κατορθώνει να δημιουργήσει μια τέχνη καθαρά προσωπική, όπου συχνά η ρεαλιστική γραφή δεν είναι μια απλή καταγραφή του εξωτερικού κόσμου, αλλά καταλήγει σε προσπάθεια ερμηνείας του, προσδίδοντας εσωτερικό περιεχόμενο στο έργο του.
  • Το φως, ως ενεργειακό στοιχείο του χρώματος, θα αποτελέσει, από τα σπουδαστικά ακόμη χρόνια του, πρωταρχικό εργαλείο διαμόρφωσης της εικόνας. Πλειάδα θερμών χρωματικών τόνων προσδίδει στους πίνακές του ευαισθησία και λυρισμό, ενώ άλλες φορές η ένταση του χρώματος και οι απότομες εναλλαγές του διαμορφώνουν έναν εξπρεσιονιστικό χαρακτήρα.
  • Γύρω στο 1965,  σ’ ένα μοναδικό συνδυασμό υπαιθρισμού και ρεαλιστικής γραφής, δημιουργεί τη σειρά των νεοκλασικών σπιτιών της Αθήνας.
Σε όλη τη διάρκεια της δημιουργικής του πορείας ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη προσωπογραφία, την οποία απεικονίζει με την ίδια ρεαλιστική διάθεση, πότε με λυρικές τονικές διαβαθμίσεις του χρώματος και πότε με εξπρεσιονιστικές εκρήξεις, όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη θεματογραφία του.
Επιστέγασμα της εικαστικής του έκφρασης αποτελεί η ομαδική προσωπογραφία, έργο που φιλοτέχνησε μεταξύ των ετών 1984-1989 κατά το πρότυπο του Atelier του G. Courbet, στο οποίο απεικονίζει τους συναδέλφους του της «Γενιά του ’30», αποτίνοντάς τους φόρο τιμής για όσα έπραξαν για την ανάδειξη μιας τέχνης αυθεντικά ελληνικής.
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ασχολήθηκε από το 1960 με την εικαστική ανάπτυξη της ιδιαίτερης πατρίδας του, φροντίζοντας για τη δημιουργία Πινακοθήκης στα Γιάννενα και  συλλέγοντας έργα τα οποία σήμερα αποτελούν τον πυρήνα του υπό ίδρυση Μουσείου. Το 1972 του απονεμήθηκε το Β’ Κρατικό βραβείο ζωγραφικής, το 1984 Μετάλλιο από τους δήμους Αθηναίων και Ιωαννίνων, το 1992 ήταν υποψήφιος του βραβείου UNESCO για την Ειρήνη και το 1994 για το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.
Σήμερα υπάρχει στη Ζίτσα η Πινακοθήκη που αριθμεί πάνω από 200 έργα κυρίως χαρακτικά, δωρεά του καλλιτέχνη, εμπλουτισμένη με έργα σύγχρονων καλλιτεχνών.

Έχει παρουσιάσει το έργο του σε ατομικές

  • «Αττικό Αίθριο 1970,
  • «Χίλτον» 1972,
  • «Αργώ» - Λευκωσία 1974,
  • «Αργώ» 1977, 1994,
  • «κοχλίας» - Θεσσαλονίκη 1978,
  • «Εργαστήρι 17» - Γιάννενα 1978,
  • Π. Δ. Λάρισας 1984, 1997,
  • Π. Κ. Δ. Ιωαννίνων 1991,
  • Π. Δ. Καρδίτσας 1998,
  • «WigmorΕ FinΕ Art» - Λονδίνο 1998 κ. ά.

και έχει πάρει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις

  • Πανελλήνιες 1948, 1952, 1960, 1963, 1967, 1969, 1975, 1987,
  • Άγκυρα 1962,
  • Κωνσταντινούπολη 1962,
  • Μπιενάλε Ανκόνας 1967,
  • Salon de l’Art Libre - Παρίσι 1967, 1968 –
  • Βουκουρέστι 1969, 1977,
  • ContEmporary Greek PaintΕrs and Print MakΕrs «National Gallery of IrΕland» - Δουβλίνο 1979,
  • Μπιενάλε Χαρακτικής, Λιουμπλιάνα 1981,
  • Οι ζωγράφοι και τα Νεοκλασικά «Αέναον» 1994,
  • Εικαστικό Αφιέρωμα «Γκάζι» 1997, κ. ά. ).
  • Τέλος, το 2007 το Κολέγιο Αθηνών του απονέμει τιμητική πλακέτα «Για την μακρόχρονη προσφορά του στο Κολέγιο.»
  • Απεβίωσε το Μάρτιο του 2007.

            Αθήνα 19/01/08                  
Θεόδωρος Παπαγιάννης  

            Γλύπτης – Καθηγητής Α.Σ.Κ.Τ.



















































www.romiazirou.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: