Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Γρηγόρης Καψάλης, ετών 87. Ένας Ηπειρώτης δεξιοτέχνης του κλαρίνου, ένας περφόρμερ

Ένας δεξιοτέχνης του κλαρίνου, ένας περφόρμερ

Δευτέρα 8 Αυγούστου, Ελαφότοπος Ζαγορίου: Το ξακουστό πανηγύρι του χωριού είναι έτοιμο να αρχίσει με πρωταγωνιστή τον δικό τους άνθρωπο, τον συγχωριανό τους, τον Γρηγόρη Καψάλη. Ένας από τους σημαντικότερους δεξιοτέχνες του λαϊκού κλαρίνου και από τους πιο δυνατούς εκφραστές  της μουσικής παράδοσης του Ζαγορίου, που, παρά τα 87 του χρόνια, στέκεται εκεί όρθιος, στη μέση της πλατείας, έτοιμος να ταξιδέψει τον κόσμο με τα μακάμια του. Πριν η πρώτη νότα βγει, όμως, τα φωτογραφικά ενσταντανέ δεν λείπουν. Μεγάλοι και μικροί σπεύδουν να φωτογραφηθούν μαζί του, με τον ίδιο να δείχνει απόλυτα εξοικειωμένος με αυτή τη διαδικασία. Είναι, εξάλλου, ένας μουσικός θρύλος του Ζαγορίου. Λίγα λεπτά αργότερα, οι παραγγελιές αρχίζουν, αφού προηγηθεί ένας μικρός λόγος του Γρηγόρη Καψάλη με τον οποίο εκφράζει, μεταξύ άλλων, την κατανόησή του για την «ελαφριά τσέπη» της εποχής και καλεί τους πάντες σε ένα «τρικούβερτο γλέντι». «Ο Γρηγόρης είναι ένας περφόρμερ» μας λέει εκείνη τη στιγμή ένας θαυμαστής του. Ένας χαρακτηρισμός που του ταιριάζει απόλυτα. Και το γλέντι αρχίζει.
 «Όσοι έρχονται εδώ, ξέρουν τι θα ακούσουν. Δεν θα ακούσουν από μένα ‘πω πω πω πω’ επί μία ώρα» μας είχε πει νωρίτερα το απόγευμα ο Γρηγόρης Καψάλης στην κουβέντα που είχαμε στο σπίτι του στον Ελαφότοπο, στον τόπο για τον οποίο είναι περήφανος, έχοντας δίπλα του τον φίλο του και παλιό πρόεδρο του Πολιτιστικού Συνδέσμου Ζαγορισίων Πολύβιο Καρρά. 
Το ερώτημα αναπόφευκτο. Γιατί ένας άνθρωπος συνεχίζει στα 87 του χρόνια να παίζει κλαρίνο;  «Η μουσική είναι η ζωή μου. Είμαι μπασμένος μέσα στη μουσική από παιδί. Είμαι ερωτευμένος με το κλαρίνο» μας λέει. Ένας έρωτας που κρατά πάνω από 75 χρόνια, όταν ακόμα παιδί, ο πατέρας του τού πήρε ένα μικρό κλαρίνο έναντι δέκα κιλών καλαμπόκι. 
«Στους δρόμους, στα καλντερίμια και στις σκάλες του Ζαγορίου ακόμα μπορείς να ακούσεις μουσική από τον Γρηγόρη εκείνη την εποχή. Έπαιζα όλη μέρα. Σκεφτόμουν σήμερα το μεσημέρι –και δεν μπορούσα να κοιμηθώ- ότι τότε που εγώ έπαιζα τις πρώτες νότες, μαθαίναμε ότι στην Αθήνα ο κόσμος πέθαινε και τον μάζευαν με τα καροτσάκια από τους δρόμους. Δύσκολες εποχές» θυμάται. Και προσθέτει: «Ανεβήκαμε μεγάλα και μικρά σκαλιά. Τώρα είμαστε σε αυτή την ηλικία. Ό,τι μπορούμε, κάνουμε».

«Δεν το γνωρίζω το κλαρίνο»
Αν και θεωρείται από τους μεγαλύτερους δεξιοτέχνες, ο ίδιος δηλώνει με σιγουριά ότι το κλαρίνο δεν το γνωρίζει όσο θα ήθελε. «Είναι αγνώριστο το κλαρίνο. Όλες αυτές τις φωνές στο κλαρίνο δεν μπόρεσα να τις γνωρίσω. Σήμερα, τα νέα παιδιά έχουν μελετήσει τις φωνές και έχουν πάει το κλαρίνο πολύ μπροστά. Εμείς μελετήσαμε αυτά που μας άρεγαν».  Μιλάει για το παρελθόν με λεπτομέρειες, η μνήμη του κάθε άλλο παρά τον έχει προδώσει. Αναφέρεται στα μαθήματα που πήρε δίπλα στον παππού του (κλαρινιτζής) και στον πατέρα του (ντέφι), στη μαθητεία του στην περίφημη σχολή Ξηρόμερου Αγρινίου δίπλα στον μεγάλο Βασίλη Σαλέα, στη συνεργασία του με τους σημαντικότερους οργανοπαίχτες, στη συμμετοχή του στο συγκρότημα «Τα Τακούτσια» -την ξακουστή μπάντα της ζαγορίσιας παράδοσης που «έδρασε» μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80-, στις εμφανίσεις του στο Μέγαρο Μουσικής, στο Ηρώδειο και στον Λυκαβηττό, στην πανελλήνια αναγνώριση του έργου του μέσω του «κουτιού», της τηλεόρασης, στην πρόσφατη βράβευσή από το Πανεπιστήμιο Αθηνών με αφορμή τα 25 χρόνια του Τμήματος Μουσικών Σπουδών. Ιστορίες για τα πανηγύρια, για τις εποχές που δεν υπήρχαν μικρόφωνα και φώτα, για τις αντιδράσεις των παλιότερων στο νέο «αίμα» που ήταν τότε «Τα Τακούτσια», για τα στιχοπλάκια. Mια ολόκληρη ζωή...

Σαν το στημόνι με το υφάδι
Πάνω απ’ όλα όμως, η μουσική και ο χορός. «Το ένα με το άλλο είναι σαν το στημόνι με το υφάδι» μας λέει. «Είναι μεγάλο πράγμα να ταιριάξει η μουσική με το χορό. Όταν ένας χορευτής είναι πολύ καλός, είτε γυναίκα είτε άντρας, θέλω να τον προσέξω. Μου ‘λεγε ο πατέρας μου: το ποδάρι να κοιτάς και τίποτα άλλο. Ο μουσικός πρέπει να περιμένει τον χορευτή και να καταλάβει τι ακριβώς θέλει να του παίξει».  Ανακαλεί στη μνήμη του ουκ ολίγες περιπτώσεις χορευτών. Τους θυμάται όλους όπως και τις παραγγελιές τους. 
«Ακόμα θυμάμαι κάποιον που είχε χορέψει την ‘Παπαδιά’. Μα τι ζωγραφιά ήταν αυτή!». Για τον ίδιο η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να μπει η γυναίκα στον χορό. «Στο Ζαγόρι ο ρυθμός μας είναι πολύ αργός. Πρέπει να βάλεις κάποια τέχνη άλλη για να μπορέσεις να ξεκινήσεις τη γυναίκα ιδίως στο χορό» αναφέρει.
Ο μεγαλύτερος… φόβος του πάντως είναι η γυναίκα του, η κυρία Ναυσικά. Κι αυτό επειδή έχει πολύ καλό μουσικό αυτί. «Χτες, στο πανηγύρι, σηκώθηκε η Ναυσικά να χορέψει. Όταν μπήκε, πρόσεξα πολύ τον ήχο και τον ρυθμό. Γιατί και την παραμικρή νότα να κάνω λάθος, την επόμενη μέρα θα μου το πει» λέει με τον πληθωρικό τρόπο που τον χαρακτηρίζει.  
Από τη συζήτησή μας, δεν θα μπορούσε το «τότε» και το «τώρα» του πανηγυριού και κυρίως αν ο κόσμος γλεντάει το ίδιο. Η απάντησή του είναι ξεκάθαρη: «Ναι, ο κόσμος γλεντάει το ίδιο. Η φτώχια θέλει γλέντι».