Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

''Η Φωτιά'' του Δημήτρη Χατζή




Δείτε το video ''Δημήτρης Χατζής'' του Κώστα Χριστοφιλόπουλου




Ακούστε σε 4 video το βιβλίο ''Φωτιά'' του Δημήτρη Χατζή







Ο Δημήτρης Χατζής ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ιστορικός και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στα Ιωάννινα το Νοέμβριο του 1913 και πέθανε στη Σαρωνίδα το 1981 σαν σήμερα. Ο πατέρας του Γεώργιος Χατζής, ήταν διηγηματογράφος, λόγιος και παλαμικός ποιητής, γνωστός με το ψευδώνυμο Πελλερέν. Ήταν επίσης εκδότης της εφημερίδας Ήπειρος.
Ο Δημήτρης Χατζής παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα στην Ιόνιο Σχολή της Αθήνας μαζί με τον αδερφό του Άγγελο, τα οποία όμως διέκοψε μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του το 1930 και επέστρεψε στην γενέτειρά του. Εκεί ανέλαβε τη συνέχιση της έκδοσης της εφημερίδας και τη συντήρηση της οικογενείας του. Τέλειωσε το Γυμνάσιο στη Ζωσιμαία Σχολή και γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Τις σπουδές του δεν τις ολοκλήρωσε ποτέ λόγω οικονομικών δυσχερειών.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Το 1936 συνελήφθη από την δικτατορία της 4ης Αυγούστου και μετά από βασανιστήρια εξορίστηκε στη Φολέγανδρο. Λίγους μήνες αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 κατετάγη αλλά δεν στάλθηκε στο μέτωπο.
Την περίοδο της Κατοχής, συμμετείχε στη λειτουργία του παράνομου τυπογραφείου του ΕΑΜ στην Καλλιθέα αρθρογραφώντας και διορθώνοντας άρθρα σε εφημερίδες όπως η Ελεύθερη Ελλάδα και ο Απελευθερωτής. Αρθρογραφούσε ακόμη στον επίσης παράνομο Ριζοσπάστη. Εργάστηκε επίσης στο τυπογραφείο του βουνού.
Το 1947 επιστρατεύτηκε στα Ιωάννινα, ενώ το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς εξορίστηκε στην Ικαρία. Το Μάρτιο του επόμενου έτους εντάχτηκε στο Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας δημοσιεύοντας ανταποκρίσεις και διηγήματα στα έντυπά του. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους έμαθε την καταδίκη του αδερφού του Άγγελου από το Έκτακτο Στρατοδικείο και την εκτέλεσή του.
Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, το Έκτακτο Στρατοδικείο τον καταδίκασε «δις εις θάνατον» για λιποταξία και έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει στο εξωτερικό. Πρώτοι του σταθμοί ήταν η Ουγγαρία και η Ρουμανία. Στη Βουδαπέστη σπούδασε βυζαντινή και μεταβυζαντινή ιστορία και λογοτεχνία, ενώ αρθρογραφούσε και στην εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος.
Ο βυζαντινολόγος Ιούλιος Μοράβσικ τον βοήθησε να κερδίσει υποτροφία για την Ακαδημία Επιστημών του Ανατολικού Βερολίνου, όπου εργάστηκε ως ερευνητής. Το 1962 ολοκληρώνει στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου τη διατριβή του με θέμα «Μονωδίες για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους». Το ίδιο έτος επέστρεψε στη Βουδαπέστη, όπου διορίστηκε βοηθός στην έδρα της Βυζαντινής Φιλολογίας, και ίδρυσε το Νεοελληνικό Ινστιτούτο. Παράλληλα επιμελήθηκε την έκδοση έργων νεοελληνικής λογοτεχνίας στην ουγγρική γλώσσα.
Μετά τα γεγονότα του Μάη του '68, θέλησε να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Η αστυνομία όμως τον πίεζε να ζητήσει πολιτικό άσυλο, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη Βουδαπέστη. Αρνήθηκε ωστόσο να λάβει την ουγγρική υπηκοότητα παρά τις προτάσεις που του έγιναν, παραμένοντας άπατρις.
Μετά την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, επέστρεψε το Νοέμβριο του 1974 στην Ελλάδα. Αναγκάστηκε όμως να εγκαταλείψει ξανά τη χώρα λόγω της μη νομοθετικής ρύθμισης σχετικά με την καταδίκη του. Τον Ιούνιο του επόμενου έτους, του δόθηκε χάρη και επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα.
Το ακαδημαϊκό έτος 1975–1976 προσκλήθηκε να διδάξει νεοελληνικό πολιτισμό και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Η μη επικύρωση του διορισμού του λόγω των μη εκπληρωμένων στρατιωτικών του υποχρεώσεων είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή των μαθημάτων αλλά και διαδηλώσεις των φοιτητών.
Από το 1975 έδωσε πλήθος διαλέξεων και συμμετείχε σε πολλές δημόσιες συζητήσεις. Από το 1980 μέχρι το θάνατό του εξέδωσε το περιοδικό Το Πρίσμα.
Το Μάρτιο του 1981 προσβλήθηκε από καρκίνο των βρόγχων. Πέθανε τέσσερις μήνες αργότερα, στις 20 Ιουλίου του 1981 σε σπίτι φίλων του στη Σαρωνίδα.
 Δημήτρης Χατζής πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1946 με το μυθιστόρημα Φωτιά. Το 1952 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων Το τέλος μιας μικρής πόλης, βιβλίο το οποίο θεωρείται το σημαντικότερο έργο του. Τα διηγήματα αυτά κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα το 1963, και ενώ ο Χατζής βρισκόταν ακόμη εξόριστος. Ασχολήθηκε επίσης με το δοκίμιο.

Τα έργα του που έχουν εκδοθεί είναι τα εξής:
  • Φωτιά, μυθιστόρημα εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 1946.
  • Το τέλος της μικρής μας πόλης, διηγήματα, εκδοτικό Νέας Ελλάδας, Ρουμανία, 1953, εκδόσεις «Επιθεώρηση Τέχνης», Αθήνα, 1963 (τελική μορφή), εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα,1981 και εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα, 1999.
  • Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940-1950), διηγήματα, εκδόσεις Κείμενα, 1979.
  • Ανυπεράσπιστοι, διηγήματα, εκδόσεις Θεμέλιο, 1966.
  • Το διπλό βιβλίο, μυθιστόρημα, εκδόσεις Εξάντας, 1976 και Κείμενα, 1977 (αναθεωρημένη έκδοση).
  • Σπουδές, διηγήματα ξανατυπωμένα και άλλα, εκδόσεις Κείμενα, 1976.
  • Το πρόσωπο του Νέου Ελληνισμού, διαλέξεις και δοκίμια, εκδόσεις Το Ροδακιό, 200
''Η Φωτιά'' – Δημήτρης Χατζής, εκδόσεις Ροδάκινο.
Στο μυθιστόρημα του Χατζή η διήγηση κυλάει γοργή με γλαφυρές εικόνες δεσμεύοντας τον αναγνώστη να περάσει από σελίδα σε σελίδα. Η γλώσσα δημοτική και πλούσια.
Το ιστορικό πλαίσιο, τα δύσκολα χρόνια της κατοχής και η αντίσταση στην ορεινή Ελλάδα. Πρωταγωνιστές: ο Γιακουμής ο γηραιός ογκόλιθος, άνθρωπος του κάματου που όπως λέει για τον εαυτό του είναι το ίδιο το έθνος. Ο Διαμαντής που παρατάει τις αγροτικές δουλειές για να πάει στα αντάρτικα. Η Αυγερινή που θα γίνει εθελόντρια νοσοκόμα προσφέροντας μ’ αυτόν τον τρόπο τις υπηρεσίες της στον αγώνα της αντίστασης. Ο Ζιώγας που προσωποποιεί το δοσίλογο,το ρίψασπι που πήγε με τον εχθρό.
Οι χιλιάδες αγωνιστές που έδωσαν το αίμα τους κι έπειτα όταν φτάνει η ώρα της νίκης αντί για δικαίωση των θυσιών και των προσδοκιών ακολουθούν τα Δεκεμβριανά και η συμφωνία της Βάρκιζας. Η λογική ανατρέπεται, οι αγωνιστές καταντούν κυνηγημένοι και οι προδότες καταξιώνονται.
Μέσα απ’ το μυθιστόρημα του Χατζή καταγράφεται η ιστορική αλήθεια, αυτή που για πολλά χρόνια αποσιωπούνταν και διαστερβλώνονταν.


«Το τέλος της μικρής μας πόλης», Δημήτρης Χατζής (Το Ροδάκιο)



Διαβάζοντας το βιβλίο του Δημήτρη Χατζή "Το τέλος της μικρής μας πόλης", ένα πράγμα μου έμεινε, όλα αλλάζουν και τα πάντα μένουν ίδια. Και εξηγούμαι.
Ο Δ.Χατζής (1913-1981) υπήρξε Έλληνας λογοτέχνης καταγόμενος από τα Γιάννενα, με μεγάλο λογοτεχνικό έργο, αντιστασιακή και αντιδικτατορική δράση. "Το τέλος της μικρής μας πόλης" είναι μία συλλογή διηγημάτων με ενιαίους θεματικούς άξονες που συνδέουν τα επτά αφηγήματα, επιτρέποντας την ανάγνωσή του ως ενιαίο έργο. Σε αυτά ο λογοτέχνης εξιστορεί την αλλαγή μιας ολόκληρης εποχής. Στο επίκεντρο βρίσκεται μια μικρή επαρχιακή πόλη, τα Γιάννενα, όπου ξαφνικά η κοινωνία είναι αναγκασμένη να περάσει από τους πατροπαράδοτους τρόπους διαβίωσης στην βίαιη εκβιομηχάνιση και στην ανάπτυξη του κεφαλαίου. Μέσα από προσωπικά βιώματα του λογοτέχνη αλλά και την μυθοπλασία οι χαρακτήρες του αποκτούν ζωντάνια και λειτουργικότητα. Τέτοια, που να βγαίνουν προς τα έξω και κάποια απόκρυφα πολιτικά χαρακτηριστικά τα οποία δεν επιβάλλουν στην διήγηση τίποτα, παρά μονό δίνουν πλουραλισμό στην ενδογενή επικοινωνία του λογοτέχνη με το έργο του .
Στην μικρή μας πόλη μπορούμε να δούμε τμήματα της τότε κοινωνίας όπως οι ταμπάκοι (βυρσοδέψες) ξαφνικά να αποκλείονται από την οικονομική παραγωγή και κατά συνέπεια από την κοινωνική. Η εβραϊκή κοινότητα να κλείνεται ακόμα περισσότερο στο καβούκι της και γείτονες να γίνονται εχθροί λόγω οικονομικής διαφθοράς. Όλα αυτά ήταν συνέπεια του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και της μαύρης λαίλαπας των κατακτητών. Πραγματικά μπορείς να δεις την αλλαγή των ανθρώπων και των καταστάσεων μέσα από την γραφή του Χατζή έτσι ώστε να την παραλληλίσεις ακόμα και με σημερινά γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας, στην γειτονιά μας. Το έργο γίνεται ενθύμιο για εκείνους που έχουν περπατήσει στα στενά σοκάκια γύρω αλλά και μέσα από το κάστρο των Ιωαννίνων αλλά και οδηγός γι΄ αυτούς που θα τα επισκεφτούν.
Ο συγγραφέας είναι ρεαλιστής. Απεικονίζει πιστά, σχεδόν φωτογραφικά την πραγματικότητα, σε λόγο λιτό, καθημερινό, καθαρό. Στόχο έχει να «δείξει» και να «διδάξει». Από πολλούς μάλιστα χαρακτηρίζεται «σοσιαλιστικός ρεαλιστης», δεδομένου ότι έχει σταθερό ιδεολογικό προσανατολισμό.
Η γλώσσα του είναι αυτή της εποχής που αναφέρεται. Με πλούσιο το ηπειρωτικό ιδίωμα και το γιαννιώτικο λεξιλόγιο, χαρακτηριστικά οι παρακάτω λέξεις: αντίς, αγάλια-αγάλια, γέσια και καναβές, φαλαρίδες, το μπάλσαμο, αράδα, ο καϊκτσής , το μπάσι, Οβραίο (εβραίος), μπιζεστένια, σάμπως (μήπως), νιτερέσα, μπενζίνα (βενζίνη) , ντίπ (καθόλου), το μαξούμι (το μικρό παιδί), οι τενεχτσήδες (οι τσαγκαράδες), πόκλεψες, τα τζίνια (τα μαγικά), τα ματσόθ (τα άζυμα), γκίωδ κ.α..
Φράση που μου έκανε εντύπωση "ο κύρης και ο μπάρμπας" στο πρώτο κεφάλαιο "Ο Τάφος", όπου με αυτές τις δύο λέξεις διαγράφεται η διαφορά των δύο κοινωνικών τάξεων των ταμπάκων και των τσαγκάρηδων.
Βασίλης Βοντίτσος












Δεν υπάρχουν σχόλια: