Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

Βάψ’το αγόρι μου: Τα 5 καλύτερα βαψομούσια στην Ελλάδα στα οποία υποκλινόμαστε ταπεινά

Άλλος έχει το όνομα, άλλοι έχουν τη χάρη. Ο Τζέιμς Χάρντεν φέρει το παρατσούκλι «Μούσιας», αλλά είναι αυτοί οι 5 γνωστοί Έλληνες που μπορούν να φέρουν δικαίως έναν τέτοιο τίτλο. Όχι μόνο του όμως, αλλά με παρέα.

Είναι σαν τους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς στον στρατό. Υπάρχει ο σμηναγός, υπάρχει κι ο επισμηναγός. Υπάρχει ο υποπτέραρχος, υπάρχει ο αντιπτέραρχος και ο πτέραρχος. Έτσι συμβαίνει και με τα μούσια/γένια. Πάνω απ΄αυτούς που έχουν μακριά γενειάδα ή περιποιημένα μούσια, βρίσκονται αυτοί που τα κάνουν κοτσιδάκια και πάνω απ΄όλους αυτοί που τα βάφουν.

Έχουμε δει άντρες να βάζουν μάσκα προσώπου, να βάφουν τα φρύδια τους, να βάζουν 3 κιλά λακ στο μαλλί για να το στερεώσουν σαν τον Πύργο της Πίζας, αλλά απαιτεί μια ιδιαίτερη αλεγρία και ικανότητα να περνάς ένα μπογιάτισμα τις τρίχες στο σαγόνι και κάτω από τη μύτη σου.

Οι ακόλουθοι πιονέροι έχουν τολμήσει κατά καιρούς και έχουν μείνει στα κιτάπια της ιστορίας.
Σταμάτης Γονίδης
Είναι με διαφορά ο καλύτερος. Δεν έχει κωλώσει πουθενά. Δεν έχει μείνει στα κλισέ. Έχει τολμήσει, έχει πάει εκεί όπου δεν έχει πάει άνθρωπος. Ίσως δικαιολογημένα να λέει ότι έχει έρθει σε επαφή με εξωγήινους. Μετά από τέτοια επαφή πρέπει να άρχισε να παίζει με το χρώμα που είχαν τα γένια του και το κάτι σαν goatie στο σαγόνι του, ώστε μια εποχή τους είχε δώσει έναν πιο πλατινέ προς το ξανθό τόνο.
Νίκος Κοκλώνης
Ο Νίκος Κοκλώνης επιμένει σκουρόχρωμα, επιμένει μελαχρινά. Δεν αφήνει συχνά τα γένια του να μεγαλώσουν πολύ. Όταν το κάνει όμως, το ζει σκληρά, λες και είναι Ινδός πρωταγωνιστής στο Bollywood ή κάτι τέτοιο. Του δίνει και καταλαβαίνει στη μαύρη μπογιά και γίνεται ίδιος ο Μπαγκίρα από το Βιβλίο της Ζούγκλας.

Στράτος Τζώρτζογλου
O άρχοντας της Φάρμας, ο «ΕΤΣΙΕΕΕΕΕ» της καρδιάς μας, είναι συνήθως φουλ ξυρισμένος και με δερματάκι φράπα. Κάποιες φορές μπορεί να λανσάρει ένα αξύριστο λουκ κι εκεί θα βγει το ενισχυμένο χρώμα στα γένια.
Γρηγόρης Γκουντάρας
Ο Γρηγόρης Γκουντάρας δεν το προτιμάει συχνά να δίνει σκούρους τόνους στα μεγάλα γένια του, αλλά τα αφήνει να παρουσιαστούν φυσικά, γκρίζα. Όταν όμως τους περάσει το βιβεχρώμ και έρθει η αντίθεση με τους γκριζαρισμένους κροτάφους, το πάει ως το τέρμα.
Λάκης Λαζόπουλος
Μετά το τέλος του Αλ Τσαντίρι, ο Λάκης Λαζόπουλος παράτησε τα γένια και έμεινε με το μουστάκι του. Μετά επανήλθε ξανά στην πλούσια γενειάδα. Κι όταν επανήλθε, είπε να μη την έχει να κάθεται έτσι στο πολύ το γκρι, το φυσικό της, αλλά να της δώσει έναν ελαφρώς βαθύτερο τόνο, λες κι είναι μακρό φωνήεν που παντρεύτηκε την περισπωμένη.

ΛΑΜΠΑΔΑ. «Αναμμένο το πουλί, λαμπαδιασμένο το κεχρί»


Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

(Αυθεντικός διάλογος στο πεζούλι της εκκλησίας)
Η πολύσημη χρήση της λέξης λαμπάδα.

-Εκείν’ η Βασίλω, τρομάρα τ’ς απ’ την μικρότερη το βρήκε.
- Τι βρήκε, τι βρήκε;

-Ακούς βρήκε. Τίποτε δεν βρήκε. Δεν ξέρω εγώ τίποτις. Εγώ κ’τάω τη φαμπλιά μ’ και ντιπ παραπέρα. Τι θα καταντήσω εγώ σαν τις κουτσομπόλες που άμα ανοίξουν το στόμα τους είναι σαν τον κατεβασμένο Άραχθο;
-Καλά, αφού δεν θέλ’ς, μη μ’ λες. Σκασίλα μ’.
-Τι σκασίλα; Σ’κώθηκες αμέσως να φύγ’ς. Κάτσε να μάθ’ς και σύ κατ’.
-Για πες μου, για πες μου.
-Να εκείν’ η μικρή της Βασίλω έφερε έναν μουστερή ντιπ λάμπα το κεφάλ’. Σαν το γυαλί απ’ τη λάμπα πετρελαίου που είχαμε κάποτε.
-Δεν έχ’ μαλλιά στο κεφάλ’;
-Ναι, είναι ντιπ σιούτος στο κεφ΄λ’.
-Και δεν μ’ λες. Σε ποιο κεφάλ’ το κάτω ή το πάνω;
- Α, πα, πα. Τι φανάρ’ κρατάω εγώ; Πήρα λαμπάδα και πήγα να τους φέξω όταν έβγαζαν τα φωτερά τ’ς; Εγώ κοιτάω το σπιτ’κό μου και τίποτε παραπέρα.
-Φαίνεται, φαίνεται.
-Αυτό λέω κι εγώ.
-Και δεν έμαθες τίποτε;
-Ε, όχι και τίποτε. Κάτ’ έμαθα.
-Σαν τι;
-Άμα τον είδε ο Κώστας ο πατέρας της του ‘ρθε κόλπος. Λαμπάδιασε για τα καλά. «Ορέ τι έπαθα ο κακόμοιρος. Μού έφερε το λαμπατέρ στο σπίτι». Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του. Πάλεψε η Βασίλω να τον κάνει καλά. Μπααα. Δεν έσιαζε με τίποτε. Λαμπαδιασμένος όπως ήταν κόντεψε να τους σκοτώσ’ όλους.
-Και τι θα έβγαζε; Θα λαμπάδιαζε περισσότερο και θα τα ισοπέδωνε.
-Τι να ισιοπέδωνε. Κι αν τα ισοπέδωνε τι θα κέρδαγε; Θα γυάλιζε το κεφάλ’ του γαμπρού; Δε γίνονται αυτά. Άμα η σκύλα ζητάει, μόνο τ’ αχαμνά του σκύλου κ’τάει. Τίποτε παραπέρα. Τα άλλα είναι για άλλους.
-Αυτό να μού πεις. Πόσα δεν είδαμε. Η άλλ’ η κωλοσούσα του Βαγγέλ’ δεν έφερε εκείνον τον κουτεντέ, όλο σγουρά τα μαλλιά, τούφες να δουν τα μάτια σ’, ένα κεφάλ’ σαν καμπρολάχανο. Ήταν όμως, όπως αποδείχτηκε από κάτ’ φλογέρα. Έδωσε πήρε γιοκ παιδί. Τον παράτ’σε και η κοπέλα και έμεινε τώρα στο ράφ’. Τι να κάν’ς. Όπως έρθουν;
- Εκείν’ η κοπελάρα του Βαγγέλ; Εκείν’ ήταν λαμπάδα Λαμπριάτικη. Κορμοστασιά, Παναγιά μου…
-Ακριβώς, κοίταξαν απαν’ νάχ’ τούφες και κάτ’ δεν είδαν που ήταν όλα μαραγκιασμένα.
-Μπα, σε θιαμαίνω. Πού τα μαθαίν’ς όλα;
-Τι όλα. Δεν ήρθες χτες στο πεζούλ’ στην εκκλησία. Τα ξέσπειρε όλα η μάνα της. Είπε και τι δεν είπε. Ακόμα λέει.
-Αυτό είπε; Δε σκέφτηκε μήπως έχ’ και κανένα πρόβλημα το δ’κό της το θηλ’κό; Μην είναι άκαρπη αυτή;
-Τι νόμ’σες πως είναι κερασιά και δεν έβγαλε καρπό; Δεν γίνονται αυτά. Το χωράφ’ για να βατσουνίσ’ πρέπει πρώτα κάποιος να το ποτίσ’. Αμα μέν’ απότιστο ούτε γομαράγκαθα δεν βγάζ’. Άστα να πάνε.
-Να πάνε και να μην έρθουν. Κοπελάρα. Λαμπάδα γραμμέν’.
-Λαμπάδα, ξελαμπάδα πρέπει να μπορεί να αναβ’ και το φιτίλ’. Άμα δεν το ανάψεις το φιτίλ’ δεν σκάει το φουρνέλο.
-Καλά λες. Αναμμένο το πουλί, λαμπαδιασμένο το κεχρί.
-Μπα τι λαμπαδιασμένο. Κατακαμμένο.
-Και τι κάψιμο. Με γερό προσάναμμα.
-Γερό, ξεγερό, η λαμπάδα, το αγιοκέρι, σε κάνει και έχεις Πασχαλιά ολάκερο το χρόνο.
-Αρκεί να ξέρε’ς να την καις κανονικά. Όχι και από τις δυο μεριές. Τότε θα καεί γληγορότερα και θα βρίσκεσαι σε δίλημμα. Από τους δυο ποιον να διαλέξω;
-Και τους δυο.
-Καλά λεν’ πως είσαι για τα καλά λαμπαδιασμέν’.
-Τον κακό σου τον καιρό. Μωρή παταγουδιασμέν’ λαμπάδα.
Ακόμα δέρνονται στο πεζούλι της εκκλησίας…



Χρήστος Α. Τούμπουρος

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

Βοσκοί και πρόβατα σε ασπρόμαυρες ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ φωτογραφίες!


Ενα υπέροχο φωτογραφικό αφιέρωμα σε βοσκούς και σε εποχές που μοιάζουν πολύ μακρινές,αλλά τόσο αληθινές τόσο όμορφες,βοσκοί ανά την Ελλάδα μας όλες τις εποχές του χρόνου είχαν τα ζώα τους σαν τα παιδιά τους αυτά ήταν όλο το βιός τους η ζωή του η περιουσία τους,εποχές όμορφες νοσταλγικές που οι πολλοί από εμάς θυμόμαστε από τους πατεράδες και τους παπούδες μας! 
Δείτε όμορφες φωτογραφίες!…..















/www.facebook.com/1.FWTO.MNHMES.PARADOSH

Ο αντίλαλος όμως της φωνής της μικρής Ανθούλας …..Θείτσα…ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΑΜΕ ΑΚΟΜΑ!!!! ηχεί στο υπαρξιακό σου μεδούλι


 ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΤΑΜΟΣ ΓΑΛΟΥΝΗΣ

Παρά "το αισιόδοξο της μνήμης" της λειτουργίας δηλαδή πού εξωραίζει τις αναμνήσεις για νά είναι πιο εύκολη η διαβίωση μας μ΄αυτές, σήμερα βυθίστηκα στη θύμησή μου καί ξαναζωντάνεψε, η ιστορία της μικρής Ανθούλας και της δίδυμης αδελφής της Κλειώς, όπως με συντριβή καί δακρυσμένα μάτια, μου την διηγήθηκε πριν χρόνους η γιαγιά μου Μαρία!
Μέσα της δεκαετίας του 1930, χειμώνας καιρός σε ένα ημιορεινό χωριό της Ακαρνανίας, σε τόπο άγριο και άνυδρο, με πάνω από 1000 ταλαιπωρημένες ψυχές, ΄ζούσαν΄ σε ένα πέτρινο αγροτόσπιτο , άρρωστες από​ φυματίωση δυό μικρες 17χρονες αδελφές.
Ήταν δύο όμορφα δίδυμα παιδιά, με μεθυστικά μελιά μάτια που καθρέπτιζαν καλοσύνη καί αλήθεια, με αλαβάστρινα διάφανα πρόσωπα που διαβάζονταν οι αγγελικές ψυχές τους, βελούδινα χείλη για να χαιδεύουν οι αναπνοές τους τα όνειρα καί λαμπερά σκουρόξανθα μαλλιά για να φωλιάζουν των αγοριών οι αναστεναγμοί.
Οί γονείς τους κοιμήθηκαν το θανατερό ύπνο πάνω στην μοίρα τους από την ίδια αρρώστια και τα κοριτσάκια παρ΄ότι άγρυπνοι φρουροί, ηττήθηκαν από τον δρεπανηφόρο αρματηλάτη.
Εμειναν ορφανά τα παιδιά κί η μοίρα τούς έγραψε με μαύρη μελάνη να παλεύουν με τό θεριό που κατοίκησε στά πνευμόνια τους καί δεν άφηνε να φιλήσουν τη ζωή.
Κατάχαμα πάνω σε δυό στρώματα αριστερά και δεξιά από το αναμμένο τζάκι, κείτονταν οι κόρες μόνες,απροστάτευτες καί αγιάτρευτες.
Η θεία τους – η αδερφή τού πατέρα τους ήταν η μόνη που νοιάζονταν, άνοιγε την πόρτα έβαζε -ότι φαγητό ειχε,- σε ένα κατσαρολάκι και το έσπρωχνε με ένα καλάμι, για να φτάσει στα παιδια.
Μια φορά στό τόσο ,κάλυπτε προσεκτικά το πρόσωπο με διπλό μαντήλι καί τους πήγαινε μια στάμνα με νερό καί ξύλα για την φωτιά που άφηνε στή μέση τού σπιτιού.
Φοβόταν καί εκείνη η έρμη- καί μέ τό δίκιο.της-​ μη​ κολήσει​ κι΄είχε τέσσερα παιδια​ και ένα βυζασταρούδι.
Η αρρώστια ήταν βλέπεις αγιάτρευτη, δεν υπήρχε γιατρός , ούτε​ φάρμακα, μόνο ο θεός πέρναγε σπάνια από εκεί, αλλά δεν τούς θυμόταν κι΄ όλους φυσικά.
Καταμόναχα τα παιδιά , αντιστεκόταν στο χρόνο πού θα τις φυγάδευε για πάντα, μόνα τους και με την λίγη ζήση τους, κρατούσαν να μην περάσουν το πέρασμα, στο μεγάλο άγνωστο.
Άνιση η μάχη, ο εχθρός πέρναγε τίς Θερμοπύλες.
Η θεία τους ΄-όπως οι δεισιδαιμονικές εποχες απαιτούσαν- έσφαξε ένα κόκορα και με προφυλάξεις τον κρέμασε έξω από την πόρτα, για να φύγουν ήσυχα λέει και οι ψυχές των κοριτσιών -όπως του πουλιού-και να μην υποφέρουν πλέον.
Τη επομένη η θεία ανοιξε δειλά καί φοβισμένη την πόρτα, έβαλε λίγο το κεφάλι της να δεί αν ζουν τα παιδιά.. και​ ​ άκουσε την τρεμάμενη φωνή της μικρής Ανθούλας να τής λέει ……Θίτσα…ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΑΜΕ ΑΚΟΜΑ!!!!
Αυτές οι σπαρακτικές λέξεις, αυτή η ηχώ, ταπεινώνει αξίες, δοξασίες,ανθρώπους καί θεούς.
Το ΄΄ΑΚΟΜΑ΄΄ τελείωσε κοντά στό λυκόφως, οι φτηνές ζωές των κοριτσιών χάθηκαν καί στην κόψη ενός παγωμένου δειλινού, τα παιδιά πέταξαν καί πέρασαν την χαρακιά.
Εφυγαν γιά να ζωγραφίζουν​ στο επέκεινα με φανταχτερά χρώματα, την ζωή που δεν πρόκαμαν καί να μαρτυρήσουν στόν θεό τό κακό καί τ’άδικο.
Ο κόκορας δεν πήγε χαμένος, χρειάσθηκε​ σάν σούπα στην μακαρία … κι η ζωή με​ ανημπόριες και βάσανα ..συνεχίσθηκε…….
Ο αντίλαλος όμως της φωνής της μικρής Ανθούλας …..Θείτσα…ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΑΜΕ ΑΚΟΜΑ!!!! ηχεί στο υπαρξιακό σου μεδούλι, ανακαλείς μνήμες διήγησης, εσωτερικεύεις τις σκληρές, πονεμένες​ άδικες​ ζωές των άλλων και τις επικαιροποιείς στην ζώσα
Γιατί τα γράφω όλα αυτά καί σας στεναχωρώ…έλα ντέ!!​
Ίσως​ και να σκέπτομαι τους ενσυναίσθητους ανθρώπους με το ΄΄σπαρακτικό΄΄ εγώ, πού γίνονται καλύτεροι καί ευτυχέστεροι, όταν η Ανθούλα κι Κλειώ, τους συνεφέρνει, τούς συνειδητοποιεί, τους προσγειώνει ,τους φωτίζει τό σήμερα με συγκρίσεις καί τούς αισιοδοξεί.

https://xiromeropress.gr

Δυο συμπεθέρες διαλέγονται..................

Γράφει ο Χρήστος Τούμπουρος

Έτυχε μια φορά να είμαι αυτόπτης μάρτυρας μιας φιλονικίας και ενός απίστευτου διαλόγου, εκεί στο πεζούλι της εκκλησίας, που έκαναν δυο «απογοητευμένες» συμπεθέρες.

-Δεν μ’ λες συμπεθέρα, τι έχ’ς και κρατάς τέτοια μούτρα σαν του ζουρλού τον κώλο;

-Έχω, ακούς έχω, αμ να μην έχω;

-Τι να έχ’ς. Δεν φτάν’ που μας φόρτωσες τον μούκακα το γιο σου; Πού να τον πήγαινες και ποιος να τον έβαζε σπίτι τ’-, κι κρατάς και μούτρα;

-Άει σιαπέρα από κει μωρή παλιοσουλτούκω που μας φόρτωσες το σιάμπαλο το δικό σ’, το παλιοσιαμουρλό.

-Σιαμουρλό η δ(ι)κιά μ’ η κοπέλα; Ο σιούτος ο δ(ι)κός σ’ πάει πίσω;

-Το δ(ι)κό μ’ το παιδί είναι γκισέμ’ αλλά η δ(ι)κιά σ’ η παλιοστέρφω -που κακό χρόνο να έχ’ η Χρίσταινα που μας τη φόρτωσε- είναι πάτος αδειανός και δε στέκεται π(ου)θενά κανένας σπόρος. Ταψί σκουριασμένο.

-Συμπεθέρα, μη με κάν(ει)ς κι ανοίξω το στόμα μ’. Τότε δεν σε ξεπλέν’ ούτε ο Άραχθος.

-Για άνοιξέ το να δούμε. Τι νόμ(ι)σες; Έκανες καλά όλους τους άντρες του χωριού και νόμ(ι)σες πως θα κάν(ει)ς και μένα;

- Εγώ μωρέ έκανα καλά όλους τους άντρες; Εσένα που ξέρουν όλ’ τι βρακί φοράς και πόσο άσπρα είναι τα κωλομέρια σ’;

Ακόμα βρίζονται…


Χρήστος Τούμπουρος

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Η φοβερή ιστορία του παπά που το έσκασε από στρατόπεδο για να κηδέψει τον Καζαντζάκη

Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ελληνες συγγραφείς του περασμένου αιώνα. Εργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Κάποια από αυτά, ως γνωστόν, δημιούργησαν τριβές με κάποιους εκκλησιαστικούς χώρους, οι οποίοι σε μια ψυχροπολεμική εποχή τα αντιμετώπιζαν ως μη αποδεκτά. Όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, παράλληλα με τα γεγονότα και τις διαμαρτυρίες, καταφέρνουν να επιβιώνουν και φήμες οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, όπως ότι ο Καζαντζάκης αφορίστηκε από την Εκκλησία.

Ουδέν αναληθέστερο. Η «Ορθόδοξη Αλήθεια» επιχειρεί να καταρρίψει αυτούς τους αστικούς μύθους μέσα από συγκεκριμένα γεγονότα και έγγραφα, που αποδεικνύουν ότι ουδέποτε ο Νίκος Καζαντζάκης αφορίστηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Στα γεγονότα του 1957 ξεχωρίζει η ιστορία ενός στρατιωτικού ιερέα -ο οποίος ακόμη βρίσκεται εν ζωή-, του π. Σταύρου Καρπαθιωτάκη, που συνόδευσε τον Καζαντζάκη στην τελευταία κατοικία του, και μάλιστα χρειάστηκε να φύγει από το στρατόπεδο όπου υπηρετούσε, χωρίς άδεια. Μάλιστα, για την πράξη του αυτή δικάστηκε από Στρατοδικείο, το οποίο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 20 ημερών.

Η ιστορία του π. Σταύρου, καθώς και τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην Κρήτη το 1957, την ημέρα της κηδείας του συγγραφέα, δεν έχουν σημασία αν δεν τα εντάξει κάποιος στο γενικότερο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, όταν οι αριστερών πεποιθήσεων διανοούμενοι στον δυτικό κόσμο βρίσκονταν σε δυσμένεια. Λίγο πριν από την κηδεία του Καζαντζάκη στο Ηράκλειο, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ. Ευγένιος Ψαλιδάκης επικοινώνησε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να ενημερώσει για την κατάσταση και να λάβει σχετικές οδηγίες.
Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι εναπόκειται στον Αρχιερέα πώς θα χειριστεί το ζήτημα. Ο Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος κλήθηκε να αποφασίσει για την τέλεση της νεκρώσιμης ακολουθίας του Νίκου Καζαντζάκη.

Τα γεγονότα σχετικά με την εξόδιο εξιστορεί σε κείμενό του με τον τίτλο «Η Εκκλησία και ο Νίκος Καζαντζάκης» ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέας, σημειώνοντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Το πρόβλημα, βέβαια, των σχέσεων του Καζαντζάκη με την Εκκλησία, και ειδικότερα τα θρυλούμενα περί αφορισμού του και μη ενταφιασμού του από την Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι επιμέρους ζήτημα των σχέσεων που είχε ο μεγάλος διανοούμενος και στοχαστής με τον Θεό, την πίστη και την Εκκλησία.

Βέβαια, οι μύθοι αυτοί βοηθήθηκαν και από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της εποχής και από τη δυσπιστία συγκεκριμένων κοινωνικών δυνάμεων προς την Εκκλησία, κυρίως εκ του γεγονότος ότι στη δυτική Ευρώπη το Βατικανό στήριξε τα λαϊκά κόμματα.

Την ίδια όμως στιγμή, η Εκκλησία περνούσε δύσκολες ημέρες στην τότε Σοβιετική Ενωση και στα κράτη του Συμφώνου της Βαρσοβίας». Στη συνέχεια, ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου αναφέρει: «Για την εξόδιο, τη νεκρώσιμη δηλαδή ακολουθία του Καζαντζάκη, τα δεδομένα είναι σαφέστατα. Εγινε κανονικά στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στο Ηράκλειο, με όλα τα προβλεπόμενα από την Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα προεξήρχε ο Κρήτης Ευγένιος μετά του πρωτοσυγκέλου του» και 17 ιερέων.

ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΕΙΝΑΙ ΜΥΘΟΣ
«Ο μακαριστός Ευγένιος έπραξε το αυτονόητο. Κήδευσε ένα από τα σημαντικότερα αναστήματα που στη διαχρονική της πορεία έχει αναδείξει η πόλη του Ηρακλείου και η Κρήτη, παρόλο που δεν έλειψαν οι αντιδράσεις» υπογραμμίζει ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου και καταλήγει στο κείμενό του: «Συνεπώς, ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε ποτέ από την Εκκλησία και ετάφη κανονικά, προεξάρχοντος μάλιστα της νεκρωσίμου ακολουθίας του Κρήτης Ευγενίου.

Τα περί αντιθέτου λεγόμενα αποτελούν μύθο, δημιουργηθέντα κυρίως από κάποιους κύκλους θρησκευομένων και αθέων, οι οποίοι για δικούς τους λόγους επιζητούσαν και ήθελαν έναν αφορισμένο Καζαντζάκη. Είναι όμως βέβαιο ότι οι μύθοι συνοδεύουν μεγάλες μορφές και τέτοιος υπήρξε ο διανοούμενος, ο στοχαστής, διαχρονικός συγγραφέας της Κρήτης, Νίκος Καζαντζάκης».

«Ως παπάς, δεν άντεχα να πάρω στον λαιμό μου τέτοιο άδικο. Το έσκασα κρυφά από τον Στρατό και έτρεξα στο Μαρτινέγκο. Μπήκα έξι μήνες φυλακή!» λέει ο π. Σταύρος, που τον συνόδευσε.
Συγκλονιστική και αντιπροσωπευτική των γεγονότων εκείνων των φορτισμένων ημερών στην Κρήτη είναι και η ιστορία του π. Σταύρου Καρπαθιωτάκη, του ιερέα που συνόδευσε στο Μαρτινέγκο τη σορό του Νίκου Καζαντζάκη. Οπως συνήθως συμβαίνει, ο ιερέας συνοδεύει με το πετραχήλι τον νεκρό στον τάφο.

Σε τεταμένο κλίμα, με χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους του Ηρακλείου, αρκετούς υποστηρικτές της άποψης ότι η Εκκλησία δεν θα έπρεπε να τελέσει εξόδιο ακολουθία για τον Νίκο Καζαντζάκη, αλλά και πολλούς άλλους που υποστήριζαν το αντίθετο, βρέθηκε ένα ιερέας να ακολουθεί τον Καζαντζάκη στην τελευταία κατοικία του. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο τότε στρατιωτικός ιερέας π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης δεν έλαβε από κανέναν τέτοια εντολή.

Αυτό προκύπτει από όσα ανέφερε κάποια χρόνια αργότερα στη δημοσιογράφο κυρία Πρεβελάκη και αποδεικνύουν την παράτολμη απόφασή του να φύγει από το στρατόπεδο, χωρίς σχετική άδεια, για να φτάσει στον χώρο του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Μηνά. Την ταυτότητά του αποκάλυψε ο ίδιος το 1972 στη Χανιώτισσα δημοσιογράφο κυρία Πρεβελάκη, όπως εξηγεί: «Τον Νοέμβριο του 1957 ήμουν στρατιώτης και παπάς, και υπηρετούσα τη θητεία μου στο Ηράκλειο.

Μια ημέρα πριν από την κηδεία του Καζαντζάκη ο διοικητής κάλεσε όλους τους στρατιωτικούς και έδωσε διαταγή να μη βγει κανείς έξω από το στρατόπεδο στις 5 Νοεμβρίου. Οι Αρχές και ο Στρατός φοβούνταν μεγάλες φασαρίες, γιατί είχε έρθει εκκλησιαστική διαταγή να μην ταφεί ο Καζαντζάκης.

Οταν θα το ‘παιρναν χαμπάρι οι Κρητικοί, θα έκαναν μεγάλες φασαρίες. Εγώ, ως παπάς, ένιωσα πολύ άσχημα. Η συνείδησή μου με πείραζε πολύ. Ημουν παπάς. Δεν άντεχα να πάρω στον λαιμό μου τέτοιο άδικο. Δεν μπορούσα να αρνηθώ τα ιερά μυστήρια σ’ έναν βαφτισμένο χριστιανό, που δεν έκανε ποτέ κάτι ανήθικο ή εγκληματικό.

Οσον αφορά τα βιβλία του, δεν είμαι εγώ άξιος να τον κρίνω. Το ‘σκασα κρυφά από τον Στρατό την ημέρα της κηδείας. Πήρα αθόρυβα τα ράσα μου και έτρεξα στον Μαρτινέγκο και τον έθαψα. Ολοι νόμισαν ότι με έστειλε η Εκκλησία να τον κηδέψω. Είχαν δει και τον Μητροπολίτη Ευγένιο στον Αγιο Μηνά. Δεν ήξερε κανείς τι γινόταν στα παρασκήνια! Πέρασα από στρατιωτικό δικαστήριο και μπήκα φυλακή για έξι μήνες!»

Ο π. Καρπαθιωτάκης τιμωρήθηκε από στρατιωτικό δικαστήριο απλώς επειδή το έσκασε από το στρατόπεδο την ημέρα της κηδείας. Ισως δεν γνώριζαν τι ακριβώς είχε κάνει τις ώρες που έφυγε από τη μονάδα του, γιατί τότε η τιμωρία του μπορεί να ήταν αυστηρότερη. Στον π. Σταύρο, με το αιτιολογικό ότι απουσίασε από την υπηρεσία του χωρίς άδεια, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 20 ημερών.

Στην πράξη αυτού του θαρραλέου ιερέα από την Κρήτη αναφέρθηκε αργότερα και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευγένιος ο οποίος είχε πει: «Οταν έφτασε η σορός του στο Μαρτινέγκο, κάποιος έβγαλε επικήδειο λόγο. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Μενέλαος Παρλαμάς, μα κανείς κληρικός δεν ήταν γύρω για να θάψει τον νεκρό.

Σκεφτείτε τώρα μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου και τις φωτογραφικές μηχανές του διεθνούς Τύπου! Πουθενά παπάς. Οι βρακοφόροι Κρητικοί άρχισαν να φουρτουνιάζουν, έμαθα από άλλους παρόντες, άναψαν τα αίματα και ήθελαν να βουτήξουν το φέρετρο και να το θάψουν με τα ίδια τους τα χέρια.

Εκείνη την τραγική στιγμή, ως εκ θαύματος παρουσιάστηκε ένα νέος παπάς με ράσα και θυμιατό! Ούτε ήξερα ποιος ήταν και πώς βρέθηκε εκεί, από πού ξεφύτρωσε! Κανείς δεν ήξερε!»

Ξεκάθαρη ήταν η επιστολή-απάντηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο
Το 2003 η δημοσιογράφος και συγγραφέας Ελένη Κατσουλάκη απευθύνθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με επιστολή της, για να μάθει αν υπάρχει κάποιο σχετικό έγγραφο περί αφορισμού του Νίκου Καζαντζάκη από την Εκκλησία.

Η απαντητική επιστολή που λαμβάνει με ημερομηνία 13 Μαΐου 2003, την οποία παραθέτει σήμερα η «Ορθόδοξη Αλήθεια», αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ληφθέν προ ημερών, παρεπέμφθη εις το Αρχειοφυλάκιον διά τα περαιτέρω το, από της 10ης του τρέχοντος μηνός Μαΐου, προς τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Φιλαδελφείας κ. Μελίτωνα, Αρχιγραμματεύοντα της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, γράμμα υμών, δι’ ου ερωτάτε εάν το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αφώρισε τον λογοτέχνην Νικόλαον Καζαντζάκην διά το περιεχόμενον των έργων του. Εις απάντησιν, σεπτή εντολή, γνωρίζω υμίν, ότι ερευνήσας μετά προσοχής τους οικείους Κώδικας του Αρχείου, δεν ανεύρον τοιούτον αφορισμόν».

Λίγα χρόνια μετά την κηδεία του Καζαντζάκη, την Κρήτη επισκέφθηκε ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, όπως πληροφορεί σε σχετικό κείμενό του ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέας, τονίζοντας: «Είναι δε πολύ χαρακτηριστική η δήλωση του τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα κατά την επίσκεψή του στην Κρήτη το 1961.

Οταν ρωτήθηκε για τον Νίκο Καζαντζάκη, απήντησε ότι “τα βιβλία του Καζαντζάκη κοσμούν την πατριαρχική βιβλιοθήκη”. Συνεπώς, είναι σαφέστατο ότι ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε ποτέ από Εκκλησία. Βέβαια, οι μύθοι πλάθονται, θεριεύουν και συνοδεύουν ξεχωριστές προσωπικότητες, μεγάλες μορφές και τέτοιος ήταν ο Καζαντζάκης, ο οποίος δεν αφορίστηκε από την Εκκλησία κι ενταφιάστηκε κατά τους κανόνες και την τάξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

του Κώστα Παππά – από την Εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια

https://xiromeropress.gr

Το ελληνικό χωριό που πήρε το όνομά του… από το κλάμα (video)

Χωμένο σε ένα καταπράσινο τοπίο, μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, ξεπροβάλλει ένα χωριό μικρό, όμορφο και όχι τόσο γνωστό.

Ένα ελληνικό χωριό που κρύβει μια ιδιαίτερη ιστορία πίσω από το όνομά του όπως συμβαίνει και με άλλα χωριά της Ελλάδας. Οι παραδόσεις και οι διηγήσεις των κατοίκων σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αυτό, λοιπόν, συμβαίνει με το Κλαυσί, είναι ορεινό χωριό του νομού Ευρυτανίας. Αν βρεθείς στην Ευρυτανία, αξίζει μια βόλτα από αυτό το χωριό και από τα γύρω γειτονικά. Ο λόγος για το Κλαυσί.

Το ελληνικό χωριό που πήρε το όνομά του… από το κλάμα

Το Κλαυσί το οποίο μπορείς να ακούσεις να το αποκαλούν και Κλαψί είναι ένας ορεινός οικισμός που μέχρι πρότινος δεν γνωρίζαμε ούτε εμείς. Η παράδοση είναι ξεκάθαρη όσον αφορά το όνομά του και πώς το απέκτησε. Λέγεται, λοιπόν, ότι αυτή η ονομασία προήλθε από τον κλαυθμό = κλάμα. Ποιο κλάμα; Είναι λένε τα δάκρυα που χύθηκαν από τους κατοίκους που επέζησαν από την τρομερή καταστροφή του χωριού κάποτε, πιθανώς από τους Γαλάτες του Βρένου το 279 π.Χ. Το χωριό θα το βρεις στους πρόποδες του όρους Κώνισκός το οποίο επίσης δεν είναι γνωστό στους πολλούς. Είναι στις ανατολικές όχθες του Καρπενησιώτη ποταμού.

Εκεί υπάρχει η εκκλησία του Μάρτυρα Λεωνίδη η οποία αποτελεί και το μοναδικό ανασκαμμένο της Ευρυτανίας από την παλαιοχριστιανική περίοδο. Είναι ένας ναός μνημείο του 5ου αιώνα. Από το ελληνικό χωριό Κλαυσί, μπορείς να απολαύσεις μια μοναδική θέα προς την κοιλάδα της Ποταμιάς ή τον ποταμό Καρπενησιώτη και το βουνό της Χελιδόνας.

Πάρε μια γεύση από το κανάλι Andreas Koutsothanasis του Youtube…

Μια ανάσα από το Μεγάλο Χωριό

Κι αν δεν έχεις ακούσει το χωριό του κλάμματος, ίσως σου λέει κάτι το Μεγάλο Χωριό της Ευρυτανίας. Το αποκαλούν και μικρή «Ελβετία της Ελλάδας» και όχι άδικα. Πρόκειται για ένα χωριό γνωστό για τη φυσική ομορφιά και την αρχιτεκτονική του. Περπατώντας στα στενά θα δεις καλντερίμια και καλοδιατηρημένα κτήρια μιας άλλης εποχής. Αυτό που σε συνεπαίρνει είναι ο συνδυασμός που προσφέρει το μοναδικό φυσικό τοπίο με το παραδοσιακό στυλ του οικισμού. Ένα επιπλέον ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του χωριού είναι οι πέτρινες βρύσες που θα συναντάς κάθε λίγο στη βόλτα σου.

Αν βρεθείς στην Ευρυτανία, μην παραλείψεις να κάνεις και εκεί μια βόλτα.

Πηγή: exploringgreece.tv
agriniopress.gr

Αγριογούρουνο Στιφάδο όπως παλιά | Η ζωή στο χωριό

Οι φυσικές ομορφιές, η ζεστή φιλοξενία των ντόπιων, το καλό υγιεινό και παραδοσιακό φαγητό στην ορεινή Γη, ενισχύουν τον αγροτικό τομέα και αποτελούν μέρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής υπαίθρου.

Στο μικρό ορεινό χωριό Κλειτσός Ευρυτανίας, η Ειρήνη μας καλοδέχεται και μας ταξιδεύει σε άλλες εποχές ενώ μας μαγειρεύει ένα παραδοσιακό φαγητό των προγόνων μας, αποτελούμενο από κυνήγι αγριόχοιρου και βολβούς- το στιφάδο αγριογούρουνο - μας μιλάει με περηφάνεια για τη ζωή της στο χωριό και την ανάγκη ενίσχυσης της βιωσιμότητάς του...

Βίντεο: Greek Village Life

 

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

“Γράμμα στον Ορέστη” Του Ιάκωβου Καμπανέλλη Μια συζήτηση της Σχισμένου Αικατερίνη με την Έλλη Μάνθα.

1. Γιατί επιλέξατε φέτος αυτό το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη;

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είναι ένας συγγραφέας που κατά την θεατρική του δημιουργία μας εντυπωσιάζει πάντα από την υψηλή ποιότητα των έργων του, τον ποιητικό του οίστρο, τον θεματικό του πλούτο, την μορφολογική του ευλυγισία και την πνευματική του φρεσκάδα.

Το έργο του “Γράμμα στον Ορέστη” ξεκινήσαμε με την ομάδα να το δουλεύουμε πριν την καραντίνα. Αλλά δυστυχώς λόγω των συνθηκών διακόπηκε το ανέβασμα του. Μετά τα εκατό χρόνια από την γέννηση του Καμπανέλλη( 1921-2011) και τιμώντας το έργο του στο νεοελληνικό θέατρο, το Γράμμα του είναι έτοιμο να ανέβει στην σκηνή του Μ/Φ Συλλόγου “Ο Σκουφάς”.

Ο μονόλογος έχει αφηγηματικό και βιωματικό χαρακτήρα και είναι πρόκληση για μας η επιλογή να παρουσιαστεί από τρία πρόσωπα που βρίσκονται ταυτόχρονα στην σκηνή.

Το συγκεκριμένο έργο δίνει την δυνατότητα στους ηθοποιούς να πειραματιστούν με το κείμενο, να ξεφύγουν από το συμβατό και το αναμενόμενο και να εμβαθύνουν μέσω μιας ψυχοσωματικής διαδικασίας.

2.Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο “Γράμμα στον Ορέστη”

Ο μονόλογος “Γράμμα στον Ορέστη” έχει την μαγεία να σε μεταφέρει σε ένα αρχαιοελληνικό τοπίο μέσα από γνωστές μορφές, όπως της Κλυταιμνήστρας, του Ορέστη, του Αγαμέμνομα, της Ηλέκτρας και άλλων τραγικών προσώπων.

Μέσα από μια ποιητική και ανθρώπινη γλώσσα ψυχολογικού άλγους αναδύεται η Κλυταιμνήστρα ,διαφορετική απ´ ότι την παραδίδει ο μύθος.

Η σύγχρονη Κλυταιμνήστρα του Καμπανέλλη βγαίνει στην σκηνή να εξηγήσει τους λόγους που την οδήγησαν στην δολοφονία, να κάνει τον απολογισμό της ζωής της, εξιστορώντας τα γεγονότα από την δική της πλευρά.

Η Κλυταιμνήστρα έρχεται αγέρωχη μέσα στον χρόνο, να μας δείξει τον πραγματικό της εαυτό, να μας μιλήσει για την γυναικεία της φύση, μια φύση καταπιεσμένη και βασανισμένη, σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Να μας μιλήσει για τα παιδιά της και τις επιπτώσεις που είχε η τυραννική συμπεριφορά του Αγαμέμνονα σ´αυτά. Τέλος θέλει να αποτρέψει τον γιο της Ορέστη να συνεχίσει αυτόν τον φαύλο κύκλο του αίματος.

3. Πόσο επίκαιρο είναι το έργο “Γράμμα στον Ορέστη;”

Τον μονόλογο του Καμπανέλλη τον αντιμετώπισα σαν ένα έργο σύγχρονο με τραγικά στοιχεία και ταυτόχρονα σαν μια τραγωδία με ζητήματα επίκαιρα που αφορούν κάθε άνθρωπο που τολμά να αντισταθεί σε οτιδήποτε καταπιέζει και υποβαθμίζει την ανθρώπινη ύπαρξη.

Θίγει πολλά ανθρωπιστικά, κοινωνικά, πνευματικά και ιστορικά ζητήματα που πάντα απασχολούσαν και απασχολούν τον άνθρωπο σε κάθε εποχή και κάθε κοινωνία.

Η δημιουργία της συγκεκριμένης παράστασης σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, μουσικά και ενδυματολογικά κινήθηκε σε ένα κοινό πλαίσιο ένωσης του παρελθόντος με το παρόν, του αρχαίου με το σύγχρονο.

Εξάλλου η ομάδα μας πάντα αφουγκράζεται τις ανάγκες των καιρών. Ειδικά σε μια εποχή που ερχόμαστε αντιμέτωποι με τόσο σοβαρά θέματα , όπως οι γυναικοκτονίες, η βία, η εχθρότητα, ο πόλεμος ,τα συμφέροντα των ισχυρών, το έργο αποτελεί μια κραυγή γυναικείων μορφών και κατ´ επέκταση ανθρώπων που εναντιώνονται σε όλα αυτά. Επίσης κρύβει μια δύναμη αντίστασης στο άδικο και μια ελπίδα δικαίωσης και λύτρωσης.

4. Πιστεύετε πως το θέατρο μπορεί να μιλήσει σήμερα στις ψυχές των ανθρώπων του 2023;

Το θέατρο είναι μια μορφή τέχνης που μπορεί να ενεργοποιήσει, να αφυπνίσει, να επηρεάσει, να προβληματίσει και να ευαισθητοποιήσει τον άνθρωπο. Αυτός ήταν πάντα ο βασικός ρόλος του θεάτρου. Το ερώτημα είναι επίσης και κατά πόσο ο σημερινός θεατής βλέποντας μια παράσταση θα μπορέσει να μπει σ´αυτήν την διαδικασία προβληματισμού και εάν υπάρχει στις μέρες μας αυτή η διάθεση. Ο άνθρωπος τα τελευταία χρόνια στράφηκε περισσότερο στον εαυτό του, αποξενώθηκε από τους άλλους και η τεχνολογία αντικατέστησε τις αληθινές ανθρώπινες σχέσεις. Η πανδημία και ο φόβος συνύπαρξης έφερε πολλά προβλήματα. Η τέχνη ναι, μπορεί να προσφέρει πολλά, αλλά δεν φτάνει μόνο η τέχνη.

Ας ελπίσουμε ότι η τέχνη του θεάτρου θα βοηθήσει τον σημερινό άνθρωπο να ελευθερωθεί από δεσμά που τον εμποδίζουν να αισθανθεί ξανά δημιουργικός, ελεύθερος και ενεργός σωματικά, ψυχικά και πνευματικά.



Κατερίνα Σχισμένου

Κρίσεις ΕΛ.ΑΣ, διατηρητέος κρίθηκε ο Φιλιππιαδιώτης υποστράτηγος Χρήστος Κονδύλης.


Στις προχθεσινές  κρίσεις της ΕΛ.ΑΣ κρίθηκε διατηρητέος (για τρίτη φορά) στο βαθμό του υποστρατήγου ο Χρήστος Κονδύλης. Τοποθετήθηκε Προϊστάμενος  στον Κλάδο Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α, θέση στην οποία υπηρετεί από το 2020 που είχε προαχθεί στο βαθμό του υποστρατήγου.
Σημειώνεται ότι ελάχιστοι αξιωματικοί έχουν κριθεί διατηρητέοι για τρεις συνεχόμενες χρονιές στο βαθμού του υποστρατήγου και αυτό μόνο του φανερώνει  το πόσο άξιος και ικανός είναι ο Χρήστος Κονδύλης.   

Γεννήθηκε στο χωριό Τσαγκαρόπουλο Δήμου Ζηρού όπου τελείωσε το Δημοτικό σχολείο. Από  1972-1978 φοίτησε στο εξατάξιο Γυμνάσιο Φιλιππιάδας. 
Είναι από τους απόδημους Ηπειρώτες που δεν ξέχασαν τον τόπο τους και συναντέται συχνά με τους παλιούς φίλους και συμμαθητές του. 
Χρήστο οι παλιοί φίλοι και συμμαθητές σου σε συγχαίρουμε  και ευχόμαστε  να σε δούμε στα  ανώτατα  κλιμάκια της Αστυνομίας γιατί είσαι ταπεινός, τίμιος και δουλευταράς. 
Στρατηγέ μου  τελευταίως έχεις εξαφανιστεί από τα στέκια μας. Πρόσεχε γιατί "η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη"!!!

ΣΤ' Γυμνασίου Φιλιππιάδας. (πρακτικό τμήμα)

Το αντάμωμα δύο πολέμαρχων [συμπέθερων]

Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Βρισκόμαστε γύρα 1964 τα περισσότερα παιδιά από το χωριό φύγαμαν απο τον άγονο τόπο μας για μια καλύτερη ζωή, δεν ξέρω ίσως και κάτι απομεινάρια του εμφυλίου να μας κυνηγάγανε και μετά, ακόμα ακόμα να μην έχουμε μπάρμπα στο κουβέρνο.

Εγώ μαζί με άλλα παιδιά τραβήξαμαν για την Πρωτεύουσα, ξεκινήσαμε όλοι με δουλειές του ποδαριο, άλλοι σε φούρνους άλλοι κουλουράδες, εγώ πούλαγα καραμέλες στον τότε Βασιλικό κήπο με ένα απολυτήριο άριστα δέκα δεν είχα τη δυνατότητα να μάθω πέντες κλείτσες γράμματα, μέναμε σε κάτι κακόφημες γειτονιές και απορώ παιδάκια εμείς πως δεν παραστρατήσαμε. Θυμάμαι μέναμε εκεί στο Μεταξουργείο σε ένα κοινόβιο και πιο πέρα υπήρχε ένα μαγειριό πάντα το γεύμα ήταν ολίγη φασουλαδα, ολίγον πιλάφι με μπόλικο ψωμί. Μόνο τις κυριακές τρώγαμε μερίδα ολόκληρη. Κάθε κυριακή εκεί στο Δημαρχείο να δούμε την παράσταση του Σαμψών αυτού του κοντού γίγαντα μετά από έναν φλογερό και πατριωτικό λόγο μας έδειχνε τα κατορθώματά του. 

Σιγά σιγά όλοι πήραμε το δρόμο μας. Βέβαια οι γκάγκαροι οι ντόπιοι ποτέ δεν μας χώνεψαν βλάχους μας ανεβάζανε βλάχους μας κατεβάζαν, εγώ πάντως μέχρι που έμαθα την τέχνη και έγινα μαγαζάτορας είχα ξεχάσει το όνομά μου. Όλοι σχεδόν προκόψαμε γιατί είναι φυσικό όποιος στερείται το ψωμί αυτός ψάχνει να το βρεί. Έλα όμως που ο τροχός έχει γυρίσματα και ερχόταν παλιοί συνάδελφοι να τους δώσω δουλειά εγώ πάντως ένιωθα πολύ περήφανος και κάπου να λέω και του στραβού το δίκιο λάθος μου ,κάπου τους πικάριζα χρόνος περνάει φτάνουμε στο 1973. Περνάω μια μέρα απο τον ξάδερφο τον Λάκη στο φούρνο που δούλευε. αυτός ήταν μεγαλύτερος τα είπαμε λιγάκι και κάποια στιγμή μου το αμολάει: 

-"Άκου ρε ξάδερφε έχω ένα πρόβλημα".

-"Ότι θες ξάδελφε μόνο λεφτά μην μου ζητήσεις γιατί τώρα έχω απολυθεί".

- "Όχι ρε Γάκο άκου να σου πω εγώ αγαπάω μια κοπέλα αλλα ανήκει ο πατέρας της στην άλλη παράταξη και καταλαβαίνεις άμα το μάθει ο μπάρμπα Σιώζιος δεν με ξεπλένει ούτε η Γκούρα".-"Ε και τι θές από εμένα?" 

-" Άκου Γάκου ξέρω εσένα σου έχει μια συμπάθεια, ε και ξέρεις πέντε κλείτσες γράμματα. Τι γράμματα τέλος πάντων μια τεχνική σχολή και αυτή δεν την έβγαλα καλά καλά. Εντάξει έγινε ξάδερφε αλλά μην ξεχνάς έχει και αυτός τα δίκια του και ας μήν τα ανακατεύουμε τώρα. 

Του Άι Ντριός ο μπάρμπας στην Αθήνα είχε κανονίσει με τα καζάνια να βγάλει τελευταίος τα τσίπρα, το ημερολόγιο έγραφε δεκαεπτά του Νοέμβρη η Αθήνα στο πόδι τα παιδιά να φωνάζουν στο Πολυτεχνείο μια ανακατωσούρα ένα κακό με το ζόρι φτάνω στο σπίτι του Λάκη κάπου εκεί πίσω στα Εξάρχεια στο σπίτι του ξάδερφου ήταν πέντε έξι άτομα μαζί και ο μπάρμπας. Αφού είπαμαν τα τυπικά τον λόγο πήρα εγώ 

-"Δεν μου λές ωρέ μπάρμπα πώς τα βλέπεις τα πράγματα απόψε μπορεί να σκοτωθούν και παιδιά μέσα στο σχολειό. Βλέπω το πρόσωπο του μπάρμπα έτοιμο να πάρει φωτιά. 

-"Τι λές ωρέ ανψιέ να τσ πάρ ου διάλους αυτά είναι παιδιά θκά μας! 

Ώπα σε καλό δρόμο βρισκόμαστε και δεν μου λές ρε μπάρμπα αυτοί είναι αριστεροί? Ωρέ τι αριστεροί και κουραφέξαλα λές ανψιέ μη μαζευτούμε κάνα πεντακοσαριά άτομα και σου πώ εγώ μετά όπως κάναμαν τσ Γερμανούς στην Μπαλτούμα. 

Μπράβο μια χαρά τα λές μπάρμπα και δεν μου λες σου είπε ο Λάκης για μια κοπέλα που αγάπησε, είναι από το Καρπενήσι και κάτι ακόμη μου φαίνεται ότι ο πατέρας είναι αριστερός. 

Ε καλά παιδάκι μου αρκεί νάνε καλοί ανθρώπ. Ώρε μετάλλαξη ο μπάρμπας τι έγινε Άξε ανψέ εμένα ξέρς ποιός με γλίτωσε από τσ λύκους που πήγαν να με φάν ο ις και μόνος [είναι ένας αριστερός στο μαχαλά μοναδικός που ακόμη και η γυναίκα του δεν ψήφιζε προς τα εκεί και έλεγε είμαι εις και μόνος] μεγάλο μάθημα για τον μπαρμπα Σιώζο που άμα να του έλεγες για αριστερό έβγαζε σπυράκια ά ρε μπάρμπα Βασίλη μπορεί μαναχός στο μαχαλά αλλά το θάμα σου το έκανες. 

Ε λέει ο Λάκης αφού είναι έτσι να φωνάξουμε και τον πατέρα της Ελένης που τυχαίνει να είναι εδώ και να δώσουμε λόγο έτσι και έγινε. Το Σάββατο το βράδυ αντάμωσαν οι συμπεθέροι, να βλέπατε πως αγκαλιαστήκανε λές και γνωρίζονταν χρόνια αφού είπαν τα τυπικά για μιά στιγμή ακούγεται ο πατέρας της νύφης.

 "Συμπέθερε έχω έρθει στα χωριά σας!" 

"Μπα λέει ο μπάρμπα Σιώζος απο που και ως που?" 

"Ήρθα μέχρι το γεφύρ της Πλάκας στην Συμφιλίωση! 

Ωρέ πως δεν σε θυμάμε και εγώ εκεί ήμαν αλήθεια θυμάσε τι ειπαν οι δύο αρχηγοί?

Πώς δεν θυμάμαι λέει ο συμπέθερος [ ότι κάναμε και οτι είπαμε νερό και αλάτι] Ναι γιά σου ντέ συμπέθερε με το ποτήρι γιομάτο να μας ζήσουν τα παιδιά μας. Ναι ωρέ νερό και αλάτι

[Αυτό το μικρό κομμάτι ιστορίας που δεν απέχει πολύ απο την πραγματικότητα είναι αφιερωμένο σε αυτούς τους ανώνυμους που πάσχησαν για την εθνική συμφιλίωση ]



Γιώργος Γιαννάκης

Απόδημος Κραψίτης