Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Κόνιτσα: Γη μαστόρων

Τα χρώματα της γης σε απαρτία

Ενας ή δέκα μόνιμοι κάτοικοι. Τρεις, δώδεκα, τριάντα... Στα ακριτικά χωριά της Κόνιτσας δεν μιλούν οι αριθμοί. Τον λόγο έχουν τα γεφύρια, οι εκκλησιές, τα ξυλόγλυπτα τέμπλα κι οι «αφεντάδες» τους∙ οι δεξιοτέχνες, ξακουστοί μαστόροι, αυτοί που έχτισαν τον κόσμο!

Κόκκινο πάνω σε γκρίζο, στο γεφύρι της Κλειδωνιάς του Βοϊδομάτη
%IMAGEALT%


Μυρίζεις στον αέρα τα ξύλα που καίγονται στο τζάκι. Βλέπεις την ομίχλη να σου κλείνει τον δρόμο. Μες στο κεφάλι σου ακούς τον Αώο να κυλά ορμητικά. Νιώθεις το παχύ κρύο στο πετσί σου, το δέρμα ανατριχιάζει, τα χνώτα σχηματίζουν σύννεφα μικρά... Ολες σου οι αισθήσεις λένε το ίδιο πράγμα. Εφτασες ψηλά, στο τέρμα του δρόμου. Στην εσχατιά της Ηπείρου, στην επαρχία Κόνιτσας.

Μετά 500 χλμ. σε δρόμο κακό, φτάνεις νύχτα και τα φώτα της πόλης σε υποδέχονται σκαρφαλωμένα στους πρόποδες του όρους Τραπεζίτσα. Το τριγύρω απόλυτο σκοτάδι παίζει τα δικά του παιχνίδια και σε κάνει να πιστεύεις πως βρίσκεσαι σε παραθαλάσσιο προορισμό. Δεν απλώνεται η θάλασσα στα πόδια σου.


Η Κόνιτσα, η Τύμφη και ο Αώος «ζωγραφίζουν» από κοινού ένα ειδυλλιακό σκηνικό
%IMAGEALT%


Στον κάμπο της Κόνιτσας κυριαρχεί ένα άλλο υδάτινο στοιχειό. Ποτάμια τρία, μεγάλα και ξακουστά την αγκαλιάζουν, πριν χυθούν μετά από δρόμο πολύ στη εύφορη λεκάνη της. Αώος, Βοϊδομάτης και Σαραντάπορος λαξεύουν χαράδρες, σκαλίζουν μονοπάτια απεριόριστης ομορφιάς μέσα από όρη θαυμαστά: Τύμφη, Σμόλικας και Γράμμος, την περικλείουν και της χαρίζουν το ωραιότερο δώρο. Παρθένα φύση και άγρια βλάστηση ορίζουν το συναρπαστικό τερέν του ορκισμένου φυσιολάτρη, του θαρραλέου εξερευνητή!

Μονοπάτια του χρόνου
Η άνθηση της Κόνιτσας ξεκίνησε επί εποχή Αλή Πασά και αυτό γιατί αποτελούσε τον τόπο καταγωγής της μητέρας του, της Χάμκως. Τα προνόμια που παραχώρησε τη μετέτρεψαν σε σημαντικό εμπορικό και θρησκευτικό κέντρο (ειδικά για τους μουσουλμάνους υπηκόους της, οι οποίοι την κληροδότησαν με δύο τζαμιά, εκ των οποίων απομένει μόνο το ένα).


Ο Δημήτρης Γεωργάκης, μοναδικός Ελληνας κάτοικος Ασημοχωρίου, στο παντοπωλείο του
%IMAGEALT%


Από τότε μέχρι σήμερα, η Κόνιτσα παραμένει μια ημιαστική περιοχή, με δύο μαχαλάδες: την Πάνω Κόνιτσα, με τους Ελληνες εμπόρους-γαιοκτήμονες και τους Τούρκους προύχοντες και την Κάτω, με τους φτωχούς μουσουλμάνους και -μετά την απελευθέρωση του 1913 και την ανταλλαγή των πληθυσμών-, με πρόσφυγες της Καππαδοκίας.

Η τότε ταξική διαφοροποίηση είναι και σήμερα αισθητή, αφού γύρω και πάνω από το Δημαρχείο βλέπεις τα περισσότερα από τα 54 συνολικά διατηρητέα αρχοντόσπιτα, ενώ κάτω από την παλιά αγορά, ίσα που διακρίνεις ένα - δυο φτωχικά κτίσματα εποχής. Στην ευθεία, η κεντρική πλατεία, η καρδιά της εμπορικής κίνησης και παρακάτω, η θολωτή δημοτική αγορά με απεριόριστη θέα στην Τύμφη και τον κάμπο.

Ακολουθείς τις ταμπέλες για το Αρχοντικό της Χάμκως, περνάς από τις ακόμα οχυρωμένες ιδιοκτησίες των κάποτε ισχυρών και σταματάς στο ρημαγμένο σπίτι του Χουσεΐν μπέη Σίσκο. Ακόμα και σ' αυτή την καταποντισμένη μορφή, η έπαυλη μιας εκ των επιφανέστερων οικογενειών  διατηρεί τη μεγαλοπρέπειά της, χάνοντας, όμως, μέρα με τη μέρα, τη μάχη με τον χρόνο.

Σε ευμενέστερη θέση, επιμελώς αναστηλωμένο, το Αρχοντικό της «πασο-μήτορος». Εκτός από την τοξωτή είσοδο με τα λιθανάγλυφα, περιφέρεσαι στον πύργο των στρατιωτών, σε κάποια βοηθητικά κτίρια, μέχρι και τον περίβολο. Αν στο όλο συγκρότημα συμπεριλάβεις και το θαμμένο του τμήμα, φαντάζεσαι ένα αληθινό παλάτι! Λίγο ψηλότερα, ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Νικολάου «διαφυλάττει» τη θέση προϋπάρχοντος ναού του 1612, ενώ ο δεύτερος σημαντικότερος είναι αφιερωμένος στους Αγ. Αποστόλους και σε «μετατοπίζει» στην Κάτω γειτονιά, στην έξοδο του φαραγγιού του Αώου.

Κάπως έτσι φτάνεις αισίως στο σήμα κατατεθέν της Κόνιτσας,  το -ολόφωτο τη νύχτα- μονότοξο γεφύρι. Με ύψος 20 μ. και πλάτος 36 μ., αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα των Βαλκανίων. Εργο του φημισμένου Πυρσογιαννίτη αρχιμάστορα Ζιώγα Φρόντζου κατασκευάστηκε το 1871 κι είναι χτισμένο στη θέση παλιού ξύλινου γεφυριού που κατέρρευσε. Το συγκεκριμένο όχι μόνο άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου αλλά «προστάτευε» και τους περαστικούς! Στο ψηλότερο σημείο της καμάρας του κρέμεται, χρόνια τώρα, το κουδούνι που προειδοποιούσε τους διαβάτες να μη το διασχίσουν, σε περίπτωση που φυσούσε άνεμος δυνατός!


Το τζαμί του Σουλτάν Σουλεϊμάν (1536) και ο πέτρινος τουρμπές στην Κάτω Κόνιτσα
%IMAGEALT%


Καιρού επιτρέποντος, το διασχίζεις και όντας στην πλευρά της Τύμφης, ακολουθείς το μιάμισης ώρας μονοπάτι έως τη Μονή Στομίου. Κρεμασμένη σε μια κάθετη πλαγιά, δικαιώνει την προσπάθεια που θα καταβάλεις για να προσεγγίσεις αυτό το εντυπωσιακής θέας, ανδρικό μοναστήρι.

Αντίστοιχη διαδρομή σου επιφυλάσσεται 10 χλμ. νοτιότερα, στο γεφύρι του Βοϊδομάτη, στην Κλειδωνιά. Χτισμένο το 1853, αποτελεί την αφετηρία έτερου μονοπατιού, που μετά ίσης ώρας περπατήματος, καταλήγει στην εγκαταλελειμμένη Μονή των Αγίων Αναργύρων. Αν διοργανώνεις rafting ή kayak σημείωσε πως ο εν λόγω παραπόταμος θεωρείται πιο βατός απ' τον Αώο, αποτελώντας ιδανική «πίστα» αρχαρίων. Ισως κάπου συναντήσεις και την παρέα της Nο Limits, να παραδίδει μαθήματα κωπηλασίας σε υποψήφιους αθλητές!


Τα άστρα πέφτουν στο χρυσό στεφάνι της Κόνιτσας
%IMAGEALT%


Χιλιάδες αξιοθέατα ορθώνονται στο διάβα σου και δεν μπορείς παρά να επιλέξεις πορεία: Αν σε ενδιαφέρει ο ιαματικός τουρισμός κατευθύνεσαι μέσω  Ηλιόρραχης στα θειούχα λουτρά Καβάσιλων ή ακόμα παραπέρα, στα ατμοθεραπευτήρια Αμάραντου. Οταν άπτεσαι των θρησκευτικών «περπατημάτων», γράφεις πορεία δυτική, «κυνηγάς» τη σμείξη των ποταμών Αώου- Σαραντάπορου και πατάς φρένο λίγο πριν από τα ελληνο-αλβανικά σύνορα.

Μετά το Μπουραζάνι και την ονομαστή νεροτριβή του, ξεπροβάλλει η Μονή Μολυβδοσκέπαστης (671μ.Χ.) - η οποία, μέχρι να βάλουν το χεράκι τους οι Τούρκοι, ήταν καλυμμένη με πλάκες μολύβδου! Εξαιρετικής σημασίας και η Μονή Ταξιαρχών Γκούρας, στον δρόμο προς Αηδονοχώρι, καθώς υπήρξε μια από πλουσιότερες της Ηπείρου.


Στους πρόποδες του Νεμέρτσικα η Μονή Μολυβδοσκέπαστης
%IMAGEALT%


Ανατολικά θα κατευθυνθείς αν σου έλειψαν τα βλαχοχώρια. Παλιοσέλι, Πάδες, Αρματα και Δίστρατο είναι εν γένει γνωστά ως χωριά της Λάκκας Αώου κι αν τα βάλεις στον δρόμο σου, μετά από 60 χλμ. θα φτάσεις αισίως στο χιονοδρομικό κέντρο της Βασιλίτσας. Αν πάλι, γέμισε ο νους σου με γεφύρια ξακουστά, ευφυείς μαστόρους και ικανούς τεχνίτες της πέτρας, του ξύλου ή της ζωγραφικής, μία είναι η δίοδος: Bόρεια θα πας. Στα Μαστοροχώρια.

Μαστόρων τέχνη
Στα λημέρια του Σαραντάπορου και του Γράμμου οι κάτοικοι ειδικεύτηκαν στην οικοδομή, άλλοι στις καλές τέχνες, στην αγιογραφία, την ξυλογλυπτική. Δεκατρία χρόνια πριν, με τη σύσταση του τότε ομώνυμου δήμου, υπήρξε η «έμπνευση» και κάπως έτσι, ονομάστηκαν επισήμως Μαστοροχώρια. Δεν προίκισαν μόνο τον τόπο τους. Διάβηκαν σύνορα μακρινά. Από τον 16ο και για περισσότερους από τρεις αιώνες ταξίδεψαν στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια, την Αίγυπτο, την Αιθιοπία.


Πίσω απ' τα βουνά των Χιονάδων η Αλβανία
%IMAGEALT%


Εφτασαν μέχρι την Περσία, την Τουρκία. Αφησαν το στίγμα τους σε Ρωσία, Γαλλία και Αμερική. Σε μια εποχή που οι μετακινήσεις γίνονταν με πρωτόγονα μέσα, μπουλούκια ολόκληρα έφευγαν την άνοιξη απ’ τα σπίτια τους και έλειπαν μήνες, μέχρι τα Χριστούγεννα που έπιαναν τα κρύα, αφήνοντας πίσω τους γυναίκες και παιδιά.

Εχει μια αίγλη παράξενη, όταν αναζητάς τα ίχνη αυτών που έχτισαν τον κόσμο. Εχουν «γεννηθεί» μέσα σου μεγάλες προσδοκίες. Αντ’ αυτού, βλέπεις χωριά που χρόνο με τον χρόνο ερημώνουν, που τον χειμώνα μετρούν από 1 έως 30 κατοίκους, με τα έτοιμα να λειτουργήσουν μουσεία τους ακόμα αδειανά και τις εκκλησιές τους κλειδωμένες. Παρόλα αυτά, με αίσθημα σεβασμού προχωράς.


Ο Χρήστος Σκούρτης, στον Αγ. Αθανάσιο, το στολίδι των Χιονάδων
%IMAGEALT%


Στα ανηφορικά καλντερίμια της Πυρσόγιαννης, γύρω απ’ τις εκκλησιές της Βούρμπιανης, έως το υπέροχα απομονωμένο Πληκάτι. Με δέος και θαυμασμό στέκεσαι εμπρός στις αγιογραφίες των Χιονιάδων, στων πλούσιων εμπόρων, «συμμαζεμένο» Γανναδιό, στη χάρμα οφθαλμών Καστάνιανη. Περισσότερο απ’ όλα όμως, σε συνεπαίρνουν οι άνθρωποι. Αυτοί που έμειναν στον τόπο τους, παρέα με τους συνοριοφύλακες «να φυλάνε τα έλατα», όπως αστειευόμενοι δήλωσαν οι λιγοστοί γηγενείς στο Πληκάτι...

Κέντρο των μαστοροχωρίων, η Πυρσόγιαννη και ο ένας από τους δύο εναπομείναντες πετράδες μας άνοιξε το σπίτι του και μας ταξίδεψε πίσω, στα παλιά. Ο 87χρονος Γιάννης Περόνης, μόλις τέλειωσε το δημοτικό, πήγε ταξίδι. Βοηθός μάστορα, κοντά στον πατέρα του. Εφτιαξαν μαζί σπίτια πολλά, από τα θεμέλια έως τη στέγη. Τότε, ένα μπουλούκι αριθμούσε 7 άτομα, κι ήταν συνήθως «συγγενολόι». Τις περισσότερες φορές έλειπαν 5-6 μήνες, ανάλογα με το μέγεθος του σπιτιού.

Μάλιστα, πριν από τον εμφύλιο, από τους 350 κατοίκους του χωριού το 90% ήταν χτίστες. Σήμερα, απομένουν λιγότεροι από 50 και είναι όλοι τους συνταξιούχοι. Αναπολεί με διαύγεια πως οι παλιοί μαστόροι δεν ήξεραν τίποτα άλλο, μόνο την πέτρα. Πως για να μην τους καταλαβαίνουν οι εργοδότες τους, συνεννοούνταν με τη «μυστική» διάλεκτο των πετράδων, τα κουδαρίτικα.

«Ξεσυρθείτε να μανέψουμε», έλεγαν (=μαζευτείτε να φάμε). «Ορματη μπουρέσου» φώναζαν την καλή νοικοκυρά, «τσέρο» ήταν το κρέας, «ντιβόλκο» το νερό. «Κάποιες περιοχές ταΐζανε», σου λέει. «Το Πωγώνι, το Ζαγόρι, η Θεσσαλία, μας περιποιούνταν, για να χαλαλήσουν το σπίτι.
Αλλού μαγειρεύαμε οι ίδιοι, στην κατσαρόλα, στη σκαλωσιά, κάνα φασόλι, κάνα μακαρόνι, που γίνονταν εύκολα. Τι ζωή ήταν αυτή; Ο άντρας να μαγειρεύει...»

Και συνεχίζει: «Ηταν σκυλίσια η ζωή μας, ήταν σκληρή. Το επάγγελμά μας δεν ήταν ούτε προσοδοφόρο ούτε ευχάριστο. Καθόλου ζηλευτό. Ζούσες στις καλύβες, μαζί με τα ζώα. Θυμάμαι μονάχα, όταν έφευγα από ‘δω, μετρούσα τις μέρες να γυρίσω γρήγορα». Εξηγεί πως και τα μπουλούκια ξεχώριζαν ως προς την ικανότητα, πως οι «πελεκάνοι» (πελεκητές της πέτρας) και οι γεφυροποιοί ήταν ειδικοί τεχνίτες, με μεγάλο μυαλό!


Ευτυχισμένοι γέροντες στο Πληκάτι, μες στις οξιές και τα μαυρόπευκα του Γράμμου
%IMAGEALT%


Πως το χωριό του «γέννησε» τον χτίστη του γεφυριού της Κόνιτσας, τον καλύτερο του νομού και ακόμα παραπέρα! Του ‘ρχεται στον νου για τότε που ματώναν τα θεμέλια, για να μη ματώσουν οι μαστόροι και, όταν αργότερα, μετά τον πόλεμο, αναγκάστηκε ο κόσμος να φύγει. Διηγείται πως προέτρεψαν τα παιδιά τους να μάθουν γράμματα, να μην περάσουν τα ίδια, να ζήσουν καλύτερα. Και δικαιολογεί με τον δικό του τρόπο, πώς «ξαφνικά» έσβησε το επάγγελμα...

Στους Χιονάδες των περίφημων ζωγράφων νιώθεις τυχερός. Σε περιμένει άλλωστε με ένα τεράστιο κλειδί στο χέρι, ένας από τους 10 κατοίκους του, ο Χρήστος ο Σκούρτης. Εδώ που έφτασες, σε χωρίζει μισή ώρα περπάτημα από την Αλβανία, τριγύρω επικρατεί ένα γκριζωπό, μελαγχολικό σκηνικό.


Εδώ ως και τα πρόβατα ταξιδεύουν για μήνες: Ηγουμενίτσα-Χιονάδες για βοσκή!
%IMAGEALT%


«Στο μέρος μας θριαμβεύει η πέτρα», τον πιάνεις να περηφανεύεται και κάνει τη σκέψη σου μιλιά. Σε οδηγεί στο κόσμημα του χωριού, την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, του 1866. Σε προνομιακή τοποθεσία, με βλέμμα στραμμένο στην κοιλάδα του Γοργοπόταμου, φυλάσσονται οι «θησαυροί» των εκ Χιονάδων καλλιτεχνών.

Το 18ο και 19ο αιώνα, ταξίδευαν κι αυτοί, εικονογραφώντας ναούς και στολίζοντας αρχοντικά και η φήμη τους έφτασε έως τη Βαλκανική και τη Ρωσία. Μερικά από αυτά κοσμούν ακόμα τον τόπο τους, αφού κάθε χωριανός παράγγελνε ένα έργο για την εκκλησιά και μετά υπέγραφε τη δωρεά. Παρατηρείς τα έντονα χρώματα, το άπλετο μπλε και γύρω, να τα «αγκαλιάζουν» γλυπτά από ξύλο καρυδιάς απ’ το Γοργοπόταμο. Αλλοι τεχνίτες αυτοί...


Σύσσωμη η οικογένεια Φακούρα, λίγο πριν μετά το καζαναριό στην Καστάνιανη
%IMAGEALT%


Στροφή για Πληκάτι και μες στην οργιώδη φύση, βρίσκεις τον βορειότερο οικισμό της διαδρομής∙ την αφετηρία των ορειβατικών μονοπατιών στις κορυφές του Γράμμου. Καθισμένοι εκεί, στην πλατεία Εθνικής Τραπέζης, σε περιμένουν παρέες ηλικιωμένων που απολαμβάνουν ήλιο και θέα πανοραμική. Απ’ το όνομα και μόνο καταλαβαίνεις πως το Πληκάτι υπήρξε πατρίδα πολλών ξακουστών «πελεκάνων», παρόλα αυτά, αυτοί που έμεναν πίσω εκμεταλλεύτηκαν τα πλούσια βοσκοτόπια του Γράμμου, ασχολούμενοι με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Αν τους ρωτήσεις για τα αξιοθέατά τους, ένα θα σου δείξουν: τον νεόδμητο ξενώνα Αγριολούλουδο, λίγο έξω απ’ το χωριό!

Βάζεις σημάδι την ταμπέλα «ελάτε μέσα να δείτε κι ό,τι δεν βρείτε, να μου το πείτε» και μπαίνεις στο παντοπωλείο του ενός και μοναδικού Ελληνα κατοίκου Ασημοχωρίου. Ο 91 χρονών Δημήτρης Γεωργάκης διατηρεί εδώ και 40 χρόνια το μαγαζάκι του, την ευκαιρία του να βγει απ’ το σπίτι. Καθισμένος στην καρέκλα του δίπλα στη σόμπα, «γεμίζει» τη μέρα του με τους λιγοστούς περαστικούς. Τα ράφια λυγίζουν φορτωμένα λογιών λογιών πράγματα, όπως απαιτούν οι περιστάσεις οι παλιές.

Ο ίδιος ζεσταίνεται πάλι με ξύλα, όπως απαιτούν οι «κρίσιμες», σημερινές περιστάσεις και το μόνο πράγμα που τον κάνει να παραπονιέται σε τούτη την ηλικία, είναι πως του λείπει το πετρέλαιο... «Είχα 10 φορές περισσότερα!» σου λέει για την πραμάτεια του, πριν σου εκμυστηρευτεί κάποια από τα «μυστικά» συστατικά του λικέρ από κράνι που ετοιμάζει. Το φτιάχνει όσο καιρό έχει και το μαγαζί, παρόλο που πλέον στηρίζεται σε άλλους για βοήθεια στη συγκομιδή. Ας έχει... Η αξία του είναι η ίδια και το χαμόγελο και μόνο που σου χαρίζει, αξίζει τον κόπο.

Τρεις γειτονιές
Το έχεις ακούσει από χίλια στόματα. Η Καστάνιανη είναι πανέμορφο χωριό. Στα πρόθυρα να κριθεί διατηρητέο, με το που ξεπροβάλλει πίσω από φιδωτές στροφές κερδίζει δικαιωματικά αυτόν, και πολλούς άλλους τίτλους!


Πετράς από τους τελευταίους ο Γιάννης Περόνης και η γυναίκα του Ασπασία (την οποία ούτε στα ταξίδια του αποχωρίστηκε)
%IMAGEALT%


Ο Κώστας Στεργίου, ο δάσκαλος, στηριζόμενος στη μαγκούρα του, περιμένει να σε ξεναγήσει. Δείχνει τον δρόμο για τις τρεις γειτονιές που ενώνονται με ισόποσα γεφύρια. Μεσαριά, Ράχη, Γκάλινα η ηλιόλουστη... Περιπλανείσαι αφοσιωμένος μέχρι που νιώθεις κι άλλα μάτια να σε κοιτούν. Η οικογένεια Φακούρα βγαίνει να σε προϋπαντήσει, να σε κεράσει κάτι, οτιδήποτε, κάτι μικρό! Το χωριό ζωντανεύει πάντα στα καζαναριά, λίγο πριν πάρει «φωτιά» το αποστακτήριο του Νταρίλη. Χορτασμένος ακολουθείς ένα καταπράσινο μονοπάτι.

Διασχίζεις περιμετρικά τον οικισμό και απ’ τα χαμηλά, φτάνεις ξάφνου στο ψηλότερο σημείο, στους Αγ. Αποστόλους και τη βρύση που διοχετεύει με νερό Ράχη και Μεσαριά. Προσπερνάς αρχοντικά με πολεμίστρες. Σε εντυπωσιάζουν κι άλλα, με φουρούσια σκαλιστά, πριν φτάσεις με «πλάγιο» τρόπο στον Αγ. Δημήτριο (1670), την εκκλησία-οχυρό. Θαυμάζεις το πορφυρό ταβάνι, το παλιό δεσποτικό και δύσκολα καταφέρνεις να βγεις από ‘κει μέσα.

Στον ήλιο, στην πραγματικότητα, πίσω στην Κόνιτσα γιατί νυχτώνει. Θυμάσαι τον Γιάννη στο ταβερνάκι του, το Δέντρο, να διατείνεται με μεγάλη πειστικότητα πως η τρέλα είναι η λογική του μέλλοντος. Σκέφτεσαι πως οι Ηπειρώτες υπερέβησαν εαυτούς, γεφυρώνοντας μετά κόπων και βασάνων αδιάβατα ποτάμια. Πάει αυτό το εμπόδιο. Το νίκησαν. Σειρά έχουν άλλα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: