Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο παρουσίασε ο Χρήστος Τούμπουρος το βιβλίο του Βαγ. Αυδίκου "Οι τελευταίες πεντάρες", την Πέμπτη 27 Απριλίου 2017





Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας
Έχω την εντύπωση πως σήμερα, λόγω του περιεχομένου του βιβλίου, του συγγραφέα, του χώρου όπου παρουσιάζεται, όλων μας που συμμετέχουμε, των εξαίρετων Λαλητάδων που μας τιμά η παρουσία τους, όλα αυτά και χίλια άλλα δυο ηπειρώτικα πως η παρουσίαση αυτή του βιβλίου «Οι τελευταίες πεντάρες» του Βαγγέλη Αυδίκου, θα μετατραπεί σε μια Πανηπειρωτική μέθεξη, σε ένα καθαρά ηπειρώτικο γεγονός.







Για το λόγο αυτό προβληματίστηκα για τον τρόπο που θα παρουσιάσω το λογοτεχνικό αυτό έργο. Όχι, όχι δεν θα χρησιμοποιήσω επιστημονικούς όρους, δεν θα μπω στα δυσνόητα και ολισθηρά εν πολλοίς μονοπάτια μιας ανάλυσης ενός λογοτεχνικού έργου από επιστημονικής πλευράς, η οποία πολλάκις αναιρεί και τη θέληση του συγγραφέα. Γιατί είναι σίγουρο ότι ο Βαγγέλης Αυδίκος δεν μιλάει με την επιστημονική του ιδιότητα, αλλά ως απλός πολίτης θέλησε να βάλει το θέμα της προεμφυλιακής βίας. Ένα θέμα πανανθρώπινο και άκρως τραυματικό για τη χώρα μας. Έτσι παραβλέπω τις αφηγηματικές τεχνικές, ομοδιηγητικούς ή ετεροδιηγητικούς αφηγητές κλπ. Και προχωρώ όχι μόνο με το συναίσθημα, αλλά εξετάζοντας τα νοήματα με τη σημερινή ζέουσα πραγματικότητα και επιχειρώντας να διεισδύσω στα εσώτερα της σκέψης του συγγραφέα.


Κυρίες και Κύριοι
Και κάτι προσωπικό. Ο κ. Αυδίκος, ο συγγραφέας του βιβλίου «Οι τελευταίες πεντάρες», χωρίς να γνωρίζει φυσικά, με τη γραφή του συνέβαλε να γυρίσει η μνήμη μου πίσω, μα πολύ πίσω και να φτάσει στα 1966-1967, να με ταρακουνήσει συναισθηματικά και να μού θυμίσει πόσο κοντά είμαστε και πώς όλα τα γεγονότα μας αφορούν.
Και αμέσως εξηγούμαι.
Ο μακαρίτης ο πατέρας μου, δημόσιος υπάλληλος, επειδή «δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις» η Πολιτεία, φιλεύσπλαχνη και πάντα δίκαιη, τον πήρε από τα Τζουμέρκα και μέσα σε δυο χρόνια του «φούσκωσε» έξι μεταθέσεις. Πράμαντα, Θήβα, Αγρίνιο, Τρίπολη, Ηγουμενίτσα, Αμφιλοχία, Πρέβεζα. Η τελευταία ήταν και η σημαδιακή, γιατί μετά από ενάμισι χρόνο πέθανε εν ώρα υπηρεσίας…
Θυμάμαι πώς φτάσαμε με το φορτηγό του Φλώρου, αργά Παρασκευή βράδυ, στην Πρέβεζα. Το Σάββατο πρωί γνωρίστηκα στη γειτονιά μας με δύο μελλούμενους συμμαθητές-αγγελούδια αληθινά. Φτιάξαμε μια καταπληκτική ομάδα! Την Κυριακή φιλόξενοι που ήταν με ξενάγησαν στα Ματζίρικα και ακολούθως πήγαμε στις ελιές απέναντι ακριβώς από το νεκροταφείο. Εκεί για πρώτη φορά είδα να παίζουν το ΠΙΤΣ. Ήταν το εθνικό παιχνίδι της Πρέβεζας. Το στριφτό. Κατενθουσιάστηκα, αλλά η ημέρα είχε άδοξο τέλος. Μας συνέλαβε ο Γυμναστής. Αφού μας έκραξε για τα καλά, ρώτησε για μένα. Του συστήθηκα. Έριξε τις απειλές του και έφυγε. Την Δευτέρα πρωί, είχα δώσει το σημείωμά μου από το Γυμνάσιο Αγνάντων, και μετά την προσευχή ακούω το όνομά μου και το όνομα των δύο συμμαθητών μου. Στο γραφείο του κ. Γυμνασιάρχη.
Ο Γυμνασιάρχης, ο εξαίρετος Λευτέρης, προσπάθησε να μας συνετίσει. Μας έριξε δύο μέρες αποβολή, αλλά ταυτόχρονα άρχισε με την ένρινη φωνή του και τον εξάψαλμο. «Ντροπή σας. Τι είστε εσείς. Τζογαδόροι; Θα συνηθίσετε και θα παίζετε σε όλη τη ζωή σας τυχερά παιχνίδια. Θα σας παίρνουν ακόμα και τις τελευταίες πεντάρες .»
Όπως καταλαβαίνετε φίλοι μου, μόλις έπιασα στα χέρια το βιβλίο «Οι τελευταίες πεντάρες» με έπιασε ένα σύγκρυο. Λες να αναφέρεται στο πιτς; μονολόγησα. … Όταν άρχισα να το διαβάζω και βεβαιώθηκα, τι να πω. Συγκινήθηκα, έκλαψα, μπινελίκωσα, χίλια δυο έκανα… Από μέσα μου όμως είπα: «γεια σου ρε Βαγγέλη που με εξανάγκασες να τα θυμηθώ όλα, μα όλα αυτά». Αν δεν ήταν άλλη η αφορμή που έγραψε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας σίγουρα για μένα, το βιβλίο θα ήταν καθαρά βιωματικό.
Και αφού πήρα φόρα να κάνω και μια διευκρίνιση. Όταν διάβασα και ξαναδιάβασα το βιβλίο κι άρχισα την περισυλλογή μού ήρθαν στο νου και σιγοψιθύρισα τους στίχους του Ρίτσου: «Οι σκοτωμένοι ξεκουράζονται/ κάτω απ’ το χώμα,/ μα εδώ, πάνου απ’ το χώμα/ μάς σκοτώνουν κάθε μέρα/την ελπίδα μας» Γιάννης Ρίτσος







Τι θέλω να πω. Η τέχνη θα προωθήσει την ελπίδα. Αυτό το τονίζω προκαταβολικά. Γιατί την ελπίδα με το έργο του υπηρετεί ο συγγραφέας.
Η αφόρμηση της συγγραφής είναι ένα επονείδιστο γεγονός, ο φόνος, δηλαδή η εκτέλεση σαράντα οκτώ πολιτών της Πρέβεζας από τον ΕΔΕΣ. Από τα θύματα αυτά δεκατέσσερα ήταν παιδιά, ηλικίας 16-19 ετών που ανήκαν στην υποδειγματική ΕΠΟΝ. Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν σε διάστημα δέκα ημερών. Από την αποχώρηση των Γερμανών από την πόλη στις 14 Σεπτεμβρίου 1944 ως τις 23 Σεπτεμβρίου.
Αυτή η περίοδος των δέκα ημερών είναι η πληγή που πονάει. Αλλά, όπως γράφει και ο συγγραφέας «καμιά πληγή δεν κλείνει, αν δεν την ψηλαφήσουμε» ( σελ 105). Εδώ ακριβώς έρχεται η τέχνη, η λογοτεχνία, να ψηλαφήσει, να περιποιηθεί και να επουλώσει, αν είναι δυνατόν, την πληγή.
Αυτό ακριβώς κάνει ο συγγραφέας. Γιατί η τέχνη δεν είναι απλά μια πνευματική μεταστοιχείωση της πραγματικότητας. Πάει μπροστά, πολύ μπροστά, πέρα από την αποκρυστάλλωση των ανθρώπινων συναισθημάτων σε καλλιτεχνικές μορφές, παρέχει και κοινωνική συνδρομή, διαφωτίζει, παιδαγωγεί και διδάσκει. Και η διδασκαλία αυτή έρχεται από την πένα του Θουκυδίδη που έγραψε για τον εμφύλιο πόλεμο των Κερκυραίων και που τα λόγια του είναι οικουμενικά και πάντοτε επίκαιρα. «Οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες κι αμέτρητες συμφορές στις πολιτείες, συμφορές που γίνονται και θα γίνωνται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου.» (Μετάφραση Άγγελου Βλάχου).
Το ίδιο δεν έγινε και στη σύγχρονη Ελλάδα; Όμως, για να πούμε και την αλήθεια ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται καθόλου να γράψει ιστορία. Αφορμάται από ιστορικό γεγονός και διατυπώνει σκέψεις που μόνο με την τέχνη είναι δυνατόν να διατυπώσει ξύνοντας πληγές και επουλώνοντας, το ξαναλέω κακοφορμισμένες καταστάσεις. Και κάτι ακόμα. Κατά νου έχει και το μεγάλο κοινωνικό ή και εθνικό πρόβλημα της ερήμωσης της υπαίθρου, εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου.







Και τα αποτελέσματα του εμφυλίου τα περιγράφει με τόση δραματικότητα, αλλά και παραστατικότητα ο συγγραφέας. «Ο μπάρμπας ο δικός μου (…) ήταν έξω από το κάστρο του Αγίου Ανδρέα, δεν γνώριζε όμως ότι πυροβολούσε τον γιο του (…), ο πατέρας θεωρούσε υπεύθυνο τον εαυτό του για τον τραυματισμό, ο γιος ποτέ δε συγχώρεσε τον πατέρα τ’, τι γύρευες έξω από το κάστρο, τη δ’λειά έκανα, αμυνόταν ο πατέρας». (σελ 229-230)
Για να βαθύνουμε πιο πολύ.
Ποιος, λοιπόν, δεν γνωρίζει το περίφημο ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη «Πρέβεζα». (Αν και ο Σαββίδης σημειώνει πως «Τελικός τίτλος του ποιήματος φαίνεται πως ήταν: Επαρχία(…)»
«Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια».
Και απαντά ο Αυδίκος σε έναν διαλογισμό μαζί του.
«Καλή η περιγραφή με τις κάργιες. Δεν πετούσαν, όμως, μόνο στον ουρανό της πόλης. Είχαν φωλιάσει και στις ψυχές των ανθρώπων». «Σελ. 126» Το μέγεθος της συμφοράς και η επάρκεια της γνώσης του τον παρωθούν σε μια τέτοια επικοινωνία. Γιατί πώς να το κάνουμε. Συνδιαλέγεται με τον Καρυωτάκη. Μόνο που ο συγγραφέας καταφέρνει τη συμφορά να την μετατρέψει σε αιτία διδαχής και μήνυμα αισιοδοξίας. «Μάλλον έχει δίκιο, σκέφτεται ο Ξηγημένος που ακούει αμυδρά τις φωνές των συμπαικτών του, δεν είναι εύκολο να τις ξεχωρίσει. Ποιος τ’ απάντεχε αν πεθάνω παίζοντας πιτς. Ποιο πιτς, τα ξέφτια του έμειναν, τέλειωσι κι αυτό, κλείσαν τα ντεφτέρια της ζωής μας. Νιώθω να φεύγω, η ψ’χούλα μ πούπουλο γίν’κι, μα τι μπαχλατάνε ικεί κάτου; Δεν είμι αχάρ’στος, οι πιντάρις μου ‘καναν το χατίρι, ήρθαν κοντά μ’, μαζί πέσαμι, δίπλα στη μουτσούνα μ’ κούρνιασαν. Δεν έχω παράπονο, το μάτι να μ’ βγει, Είχα καλή ζωή» (σελ. 332)
Η ζωή προχωράει, ο δρόμος δεν έχει τελειωμό, παραβλέπουμε αγριότητες και καταβυθίζουμε αξίες στο όνομα ή στην διπλή ανάγνωση του αξιώματος «η ζωή προχωράει». Ερωτήματα που έμμεσα θέτει ο συγγραφέας και άμεσα πρέπει να απαντήσει ο αναγνώστης.
Να, γιατί είναι δυνατό το βιβλίο και η ανάγνωσή του θέλει μεγάλη προσοχή και έντονο προβληματισμό.
Σύννεφο τα μηνύματα και ακατάπαυστος ο προβληματισμός.
«Πανούκλα είναι ο φανατισμός» (σελ 117) Και ακόμα. «Οι άνθρωποι γένονται θεριά ανήμερα στον πόλεμο, αδελφός κομματιάζει τον αδελφό του, υπάρχ’νι μεγαλύτερα θεριά απ’ τ’ αδέρφια, όταν μαλώνουν;»
Είναι αλήθεια πως ο φανατισμός οδηγεί τους ανθρώπους στη βία, δηλητηριάζει τις ανθρώπινες σχέσεις και εγκαθιστά στην ψυχή του φανατικού την επιθυμία σύνθλιψης του αντιπάλου. Σε τελική ανάλυση οδηγεί τους ανθρώπους σε ηθική εξαχρείωση. Επόμενο στάδιο είναι ο αδελφοκτόνος σκοτωμός. «-Άκουσε, παιδί μου, … Με απασχολεί εδώ και καιρό η αδελφοκτόνος περίοδος.»
Ενοχή, τύψεις; «Τι κάναμε για να μη χυθεί αίμα; Τίποτε. Αντίθετα όλοι ρίχναμε ξύλα στη φωτιά. Ο γιατρός ήταν το εύκολο θύμα. Πλήρωσε για τον αδελφό του. Ούτε οι συγγενείς του, που μπορούσαν να τον σώσουν, δεν το έκαναν» (Σελ.125).
Προβληματισμοί…. Συνεχόμενοι προβληματισμοί…

Κι από πάνω τα διαχρονικά μηνύματα, οι αξίες που συνθέτουν ιδανικά.
«Δεν αναζητώ εκδίκηση. Να θάψουμε με τον ίδιο τρόπο τους νεκρούς μας θέλω». Γνωρίζει πολύ καλά ο συγγραφέας πως η εκδίκηση είναι μάχαιρα αμφίστομη. Πλήττει και το θύμα, αλλά και τον θύτη. Και μ’ αυτή την αρχή ανασκαλίζει και συντηρεί τη μνήμη.
Διαθεματική με την οποία ασχολήθηκαν όλα σχεδόν τα εξαίρετα μυαλά της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
«Να ο Έλληνας πάντα πικραμένος με γλυκιά μορφή/καμωμένος για τα βάσανα πώς τραγουδά και δένεται/στη μνήμη που έχει πάντα συννεφιά…»(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Α’)
Όμως μπορεί τότε
«Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί,/ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα πια δεν υπάρχει,/ ό, τι σκοτώνουν τη μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω απ’/τη ράχη». (Γ. Σεφέρης, Μνήμη, Α’)
Και θα δώσει τη λύτρωση ο Ελύτης.
Όμως η μνήμη πάντα θα καίει/ άκαυτη βάτος. Γιατί καθορίζει τα πάντα η αιωνιότης, όπως τη δίδαξε ο μέγας Καβάφης
Αιωνιότης
(…)Ο βασιλεύς φοβήθηκε και λέει· «Θεέ μεγάλε,
συγχώρεσέ με αν δεν μπορώ ζωή να πάρω ανθρώπου».
Με περιφρόνησι ο θεός απήντησε· «Aπό μένα
νομίζεσαι πιο δίκαιος; Με λέξεις μη γελιέσαι.
Καμιά ζωή δεν παίρνεται. Γνώριζε πως ποτέ του
μήτε γεννήθηκε κανείς, μήτε κανείς πεθαίνει».
Κ. Καβάφης
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Γιατί γεννήθηκαν και ζουν οι αξίες και τα ιδανικά. Η φιλία και η δικαιοσύνη. Η εντιμότητα και η δημοκρατία. Οι τίμιες σχέσεις και τα ζεστά ανθρώπινα φιλιά ……………. Αυτά συνοδεύουν τον άνθρωπο. Αν θέλει να λέγεται άνθρωπος…
Κι αυτά προωθεί ο Αυδίκος με το έργο του.
Κυρίες και κύριοι
Είναι αληθινός τεχνίτης του λόγου. Δεν είναι η ιδιότητά του. Δεν είναι γλωσσολόγος. Καθηγητής Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας είναι. Είναι η γραφή, οι απόψεις και το σπουδαιότερο για μένα η Τζουμερκιώτικη καταγωγή του. Κάποιος κάπου έγραψε για την Πρεβεζιάνικη λαλιά. Ας μού επιτρέψει να πω ότι όποιος έχει διαβάσει τα έργα του θα διαπιστώσει ότι σ’ αυτά κυριαρχούν η Τζουμερκιώτικη – η Συρρακιώτικη λαλιά.
Ο Αυδίκος χρησιμοποίησε και καλλιέργησε τη γλώσσα χωρίς φανατισμούς και χωρίς να καταστρέψει τήν «άρθρωση τής γλώσσας». Μιας γλώσσας απαλλαγμένης από τεχνητά κατασκευάσματα και χυδαία αργκό. Ζωντανή κι όχι ξύλινη και φτιασιδωμένη. Και το σπουδαιότερο: όχι αλαργινή από τη λαϊκή πραγματικότητα και την Τζουμερκιώτικη προκοπή. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις χρησιμοποιεί την Πρεβεζιάνικη θα έλεγα ιδιορρυθμία. (Κ’μπάρε, αντρέπομαι τ’ Πίπ’ , καλή κ’βέντα δεν παίρν’ς απ’ το στόμα τ’, στην αρχή όλο αυτό κ’βέντιαζαν ….) Άλλωστε και για να πούμε και αλήθειες η Πρέβεζα δεν Συρρακοκρατείται;
Κι αυτή η γλώσσα αποτυπώνει στο χαρτί και εντυπώνει στη συνείδησή μας, εικόνες που δείχνουν ανθρώπους της καθημερινότητας, σεβαστούς κι αγαπητούς με αξίες και καημούς. «Απ’ αυτόν τον παππού έμαθα την αξία της σιωπής» (σελ. 158) . Και θα τολμήσω να πω πως ακατανίκητος είναι ο συγγραφέας στην περιγραφή του παιχνιδιού, όπου κυριαρχεί η συμπεριφορά της πεντάρας: « Η μια πεντάρα έπεσε στο χώμα με την πλευρά των γραμμάτων. Η άλλη είχε κέφια, φαίνεται, και ήθελε να παίξει με την αγωνία μου. Άρχισε να κυλάει αργά σαν ρόδα. Από τα κέφια της εξαρτιόταν τα όνειρά μου, αυτή τη φορά, όμως, λες και γνώριζε πως δεν είχα λεφτά, μού έβγαλε τη γλώσσα. Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα που μού φάνηκαν βουνό. Όλη την ώρα την παρακαλούσα, άντε κοκκώνα μου, κάνε μου τη χάρη, δώσ’ μου το φιλί της ζωής. Φύσαγα προς τη μεριά της, ήθελα να βάλω κι εγώ ένα χέρι. Δυστυχώς όμως, η πεντάρα έμοιαζε μαγεμένη από τον Τέλη, πήγε μπροστά του και ξάπλωσε φαρδιά πλατιά, με την όψη των γραμμάτων.»
Παράλληλα, να τονίσω πως ο προσεκτικός αναγνώστης θα θαυμάσει την ικανότητα του συγγραφέα να συντάσσει με σωστό λογοτεχνικό τρόπο και περισσότερο θα τον θαυμάσει για την πληθώρα των σχημάτων λόγου. Αληθινό λογοτεχνικό κομψοτέχνημα. Παρελαύνουν όλα τα σχήματα λόγου.
Παρομοιώσεις, μεταφορές, προσωποποιήσεις, συνεκδοχές κλπ.
Αναλογικότητα. «-Δεν έχ’ς υπομονή. Όλες οι εποχές δεν έχουν όλα τα ψάρια. Χρειάζεται να ξέρ’ς πότε ψαρεύεις, σε ποιο ψαρότοπο και τι. Όμοια είνι και στο πιτς. Ου παίχτις, κάθι παίχτ’ς είνι ψαράς και ψάρι μαζί. Εσύ είσαι ψαράς και για ταύτο πρώτη δ’λειά σ’ είνι να μάθ’ς τα χούγια των άλλων πιτσαδόρων.»
Δραματικότητα: «είναι μέσα στο Γυμνάσιο όλοι οι σύντροφοί μου. Κι έφυγε τρέχοντας, χωρίς να φιληθούμε. Αναθάρρησα, όταν το είδα να γυρίζει πίσω. Χαμογέλασα. Μάνα, δώσ’ μου τις κάλτσες, τις άσπρες που γράφουν ΚΚΕ. Τις πήρε κι έφυγε αφίλητος. Τον φίλησα μόνο στην Παργινόσκαλα. Σαν σαρδέλες τους είχαν θάψει οι κακούργοι. Τα ρίξανε τα παιδιά σαν σκυλιά σ’ έναν μεγάλο λάκκο. Τον γνώρισα από τις κάλτσες. Τα μάτια της ποτάμι. Έκλαιγε σιωπηλά, ένιωθα μόνο το στήθος της να παλινδρομεί, που μ’ ανεβοκατέβαζε και μένα στην αγκαλιά της.»

Και η αποθέωση της δραματουργικής τεχνικής του Αυδίκου με την αποκορύφωση του έργου.
«Ήθελα να πεθάνω κι εγώ. Ώσπου γνώρισα τον πατέρα σου. Μου τον προξένεψαν. Μού άρεσε που έμοιαζε με τον προηγούμενο άντρα μου. Δεν μιλούσε πολύ. Δεν παραπονέθηκε ποτέ που έβλεπε τα μάτια μου να δακρύζουν. Δεν ρωτούσε ποτέ. (…)
Ξαφνικά, ένιωσα να βρέχεται το μάγουλό μου, άνοιξαν οι κρουνοί των ματιών της. Σηκώθηκα όρθιος και την έσφιξα γερά στην αγκαλιά μου.» Υπολανθάνει η δραματουργία του Βιζυηνού στο διήγημά του «Το αμάρτημα της μητρός μου». Η γυναίκα εξιλεώνεται και ο αφηγητής λυτρώνεται.

Να πούμε για κάθαρση, για λύτρωση με οποιαδήποτε ερμηνεία του όρου: από ηθικής πλευράς που μετριάζονται τα βλαβερά πάθη ή προωθείται η συγκινησιακή τέρψη που νιώθει ο αναγνώστης.
Η λύτρωση είναι περισσότερο συναισθηματική και εμπλουτίζει, όπως όλα τα βιώματα, τον ψυχικό κόσμο του αναγνώστη. Μ’ αυτή την έννοια διδάσκει. Η τέχνη δεν είναι πολωτική, όπως κάπου αλλού εκμυστηρεύτηκε ο συγγραφέας. Η τέχνη εντείνει τα συναισθήματα. Δεν δικάζει. Ζητεί κατανόηση. Αληθινή διδαχή. Και η διδαχή είναι:
«-Οι δ’κοί μας φίλοι φεύγουν, πεθαίνουν, και το δ’κό μας σκοινί δεν είνι μεγάλο. Δεν θέλω να ξεχαστεί αυτό που έγινε στην Παργινόσκαλα. (…)
Ο Ξηγημένος γεμίζει τα ποτήρια με κρασί. Στη μνήμη των παιδιών που ντουφεκίστηκαν στην Παργινόσκαλα, στον Νίκο της δικής σου Νίκης, στον γυμνασιάρχη, σ’ όλους που ντουφεκίστηκαν άδικα. Σ’ αυτούς που χάσανε τη ζωή τους τον Σεπτέμβριο του 1944».



Εμ, επόμενο ήταν. Ο Αυδίκος δάσκαλος είναι. Θα απεμπολούσε την ιδιότητά του;
 Τελειώνω. Τι μού έμεινε;
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
Αύριο είναι ΚυριακήΣιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες
Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!»

(Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, Νεφέλη)
Στο χέρι μας είναι. Από εμάς εξαρτάται. Αυτό είναι το μήνυμα που μας δίνει ο συγγραφέας Βαγγέλης Αυδίκος με το βιβλίο του. Να τελειώνουμε με τον πόλεμο. Να τελειώσουμε μ’ αυτόν. Μήνυμα διαχρονικό και πανανθρώπινο. Στο χέρι μας είναι να το αξιοποιήσουμε. Ποτέ πια πόλεμος…

Δεν υπάρχουν σχόλια: