Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2020

Δυο αδέρφια σε διαφορετικά στρατόπεδα......

Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Χίλια οκτακόσια ογδόντα επτά κάπου σε ένα χωριό σκλαβωμένο στην Ηπειρο καθώς τα σύνορα ειναι στους Καλαρρύτες και ειναι σκλαβωμενο το χωριό του ποιητή του βουνού και της στάνης του Κώστα Κρυστάλη το Συράκκο, καθως  Πρέβεζα και Γιάννενα . 

Ο Κώστα Μπάρκας ένας καλός οικογενειάρχης, τα καλοκαίρια στο μπουλούκι χτίστης και το χειμώνα να βοηθάει την Χάιδω την γυναίκα του στα πρόβατα. Ένας λόγος να είναι ευτυχισμένη οικογένεια, μεγάλωσε μαζί τις τρείς τσούπρες και ενα παιδί, τώρα ήρθε και ένα ακόμα παιδί. Ο Νούνος το βάφτισε Λεφτέρη για να έρθει η πολυπόθητη λευτεριά. Καθώς ο καιρός περνάει τα παιδιά μεγαλώνουν, οι τσούπρες παντρεύτηκαν, ο πατέρας κανε με τα παιδιά ενα καλό μπουλούκι. Βέβαια ο ζυγός είναι ζυγός και δεν αντέχετε και ξάφνου ακούγεται οτι ο ελληνικός στρατός εφτασε στο Εμίν Αγά μεγαλος γυιός του Μπάρκα ο Τασούλας Φεύγει εθελοντής για το μέτωπο εκει θα συναντήσει πολλούς εθελοντές κρητικούς μαζί και έναν δάσκαλο. Καλά μωρε δάσκαλε παράτησες τα μαθητούδια σου και ήρθες να πολεμήσεις εδώ στα κράκουρα ρωτάει τον Κρητικό ο Τασιούλας.

Ο Κρητικός του απαντάει ακου να σου πω μωρέ σύντεκνε δανεικά ειναι αυτά, ξεχνάς τον Νταλιάνη με τους τρακόσιους τι θυσία κάναν στο Φραγκοκάστελο για την Κρήτη Μαθές τωρα που γνωριστήκαμε θα πώ στον Σαπουτζάκη να έρθεις στην πυροβολαρχία. Έτσι και έγινε, οΤασιούλας πολεμάει στη Μανωλιάσσα και στο Αι ΝικόλαΠολλές φορές θυμάμαι τη θειά Λάμπραινα στους Δραμεσούς Δωδώνης που τα έμαθα από πρώτο χέρι. Ακούστε τι μου έλεγε η Θειά Λάμπραινα η γιαγιά της γυναίκας μου. Ξεκινάει την αφήγηση αφού ξαναδένει το μαύρο της μαντήλι και σκουπίζει τα υγρά της μάτια. "Γιωγάκη μ άξε να σπού εγώ τότε ήμουν τσούπρα δεκαέξ χρονών ήμαν μας φωνάξαν βράδ μεσάνυχτα να πάμε πίσω από την Ολίτσκα στα Δερβίζιανα είχαν λύσ τα κανόνια και εμείς τα παέναμαν γκότσια πίσω στον Άι Νικόλα. Αφού διαβήκαμαν τα δυο βουνά φτάκαμαν εκεί που είναι τώρα ο Μπόλας και μετά από εκεί πάνω τον Άι Νικόλα ήταν κάτι άντρες θυρίοι με κάτι βράκες και ένα μαντήλι στο κεφάλι αυτοί ήταν Κρητικοί". Ίσως και τώρα που αναφέρομε τους κάνουμε και ένα μνημόσυνο καθώς και τον μεγάλο φιλέλληνα το Γαριβάλτι με τους πολεμιστές που ευτυχώς υπάρχει μια οδός στην πόλη Γκαριβάλτι εκεί στα σφαγεία κοντά στο παραλίμνιο και το χρώμα που βάφουν στην περιοχή των Γιαννίνων γαριβαντί τις βελέντζες ίσως με το χρώμα της στολής των Γαριβαλντινών 

Αλλά το άλλο παιδί ο Λευτέρης τι εγινε; Ειναι τραυματιοφορέας στον Τούρκικο στρατό στο Μπιζάνι. Βλέπετε τον πήραν με το ζόρι, δυό φορές πήγε να δραπετέυσει και τον πιάσανε και τον είχαν για κρεμάλα. Αλλα ένας τούρκος αξιωματικός τον εγλύτωσε και αυτός ήταν ο Μεγάλος Ελληνας Σμυρνιός ο Νικολάκ Εφέντη. Που λίγο πολύ όλλοι ξέρουμε πόσο βοήθησε γαι την κατάληψη του Μπιζανίου Εκείνη η ερμη η  μάνα των παιδιών καθε πρωί πήγαινε και άναβε ένα κεράκι στην Παναγιά στην Τσούκα που δεν είχε δέκα μέρες που λευτερώθηκε. Όλοι σκέφτονταν ποτέ να μην δώσει ο Θεός και βρεθούν.

Σιγά σιγά ο κλοιός σφίγγει γύρω από το Μπιζάνι. Τα Πεστά, η Αετοράχη, ο Δρύσκος η Καστρίτα πέφτουν σε Ελληνικά χέρια. Σε δέκα μέρες πέφτουν και τα Γιάννενα, το τι έγινε ένας Θεός το ξέρει. Από την Καλούτσενη ως το Κουρμανιό και από Μώλο ως τον Κουραμπά ο κόσμος έχει στοιβαχτεί για να δει τον Εσάτ Πασά να παραδίδει το κλειδί της πόλης στον Διάδοχο Κωνσταντίνο, μια λαοθάλασσα να ξεσπά σε τόσα χρόνια σκλαβιάς. 

Μόνο ο Τασιούλας δεν ευχαριστιέται τούτο το πανηγύρι, ψάχνει να βρει τον αδερφό του, του είπαν πως τον είδαν στον Ακραίο μαζί με άλλους αιχμαλώτους, τρέχει να τον βρει ρωτάει παντού. 

Ένας αλφαμίτης του λέει αν γυρεύεις ένα ξανθό παιδί με γαλανά μάτια που λέει ότι είναι Ρωμιός ένα ομορφόπαιδο.

-Ναι αυτός είναι απαντά ο στρατιώτης. 

-Τον έχουν στο δεύτερο γραφείο τον ανακρίνουν για τυπικούς λογους. Πηγαίνετε στο χωριό σας και το βραδάκι το παιδί σας θα είναι στο χωριό σας. 

Έτσι και έγινε, το απόβραδο εκεί στην πλατέα στα πεζούλια που καρτέραγαν τον Λευτέρη η ζυγιά με τα νταύλια και τα ντέφια ήταν έτοιμα, να σου και ξεπρόβαλε κάτω στη Δέση το γνωστό ανάλαφρο περπάτημα του. Όλος ο κόσμος όρμηξε και τον αγκάλιασε και η μάνα του έτρεξε να ανάψει μια λαμπάδα ίσα με το μπόι του.

Αυτές οι πέντε αράδες είναι αφιερωμένες σε όλους αυτούς που πέσανε για την απελευθέρωση της πόλης των Γιαννίνων και ένας φόρος τιμής που ίσως δεν έφτανε η μελάνι η δυο κόλες χαρτί για να τους μνημονεύσει η ιστορία. 


Γιώργος Γιαννάκης,

 Απόδημος Κραψίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: