Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Μόνος στα βουνά με το κοπάδι του | Η μάχη του Θοδωρή με τη φύση .Η ζωή ενός ορεινού κτηνοτρόφου.

 Ο τελευταίος φύλακας των βουνών | Η ζωή ενός ορεινού κτηνοτρόφου.

Στο Μικρό Χωριό της Ευρυτανίας συναντάμε τον Θοδωρή, έναν από τους τελευταίους ορεινούς κτηνοτρόφους της περιοχής. Μέσα από τη ζωή του, βιώνουμε την αυθεντική επαφή με τη φύση και τα ζώα. Ο Θοδωρής περιγράφει πώς η καθημερινότητα του είναι δεμένη με τις ανάγκες του κοπαδιού του, εξηγώντας πως υπάρχει βαθιά επικοινωνία και κατανόηση με τα ζώα, που όπως λέει, "μιλάνε, αρκεί να τα καταλαβαίνεις".

Μέσα από την προσωπική του μαρτυρία αναδεικνύονται οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ορεινή κτηνοτροφία, όπως η υποτίμηση του κόπου του παραγωγού, η απειλή από τους λύκους, και η συνεχής δέσμευση που απαιτεί το επάγγελμα. Ωστόσο, η αγάπη του Θοδωρή για το βουνό και η απόλυτη ελευθερία που αισθάνεται ζώντας κοντά στα ζώα, τον κάνουν να μη θέλει να αλλάξει τη ζωή του με καμία άλλη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η αληθινή άνεση και ευτυχία βρίσκονται στο να ζεις απλά, στη φύση, χωρίς άγχος και μακριά από τους θορύβους της πόλης.
Ένα συγκινητικό βίντεο για τη σύνδεση του ανθρώπου με τη φύση και την ελευθερία που χαρίζει η ζωή στο βουνό.

Παραγωγή: Greek Village Life




ΣΤΑΛΟΣ. Η καλοκαιρινή ανάπαυση του κοπαδιού…








Γράφει η δρ Μαρία Ν. Αγγέλη
e-mail: agelimaria@yahoo.gr
" Απρίλη, Απρίλη δροσερέ, Μάη καμαρωμένε,
σε μήνυσαν, Μάη μου, τα πρόβατα ν’ αξιώνεις τα χορτάρια,
Σε μήνυσαν οι όμορφες ν’ αξιώνεις τα λουλούδια,
σε μήνυσαν και τα πουλιά της άνοιξης τ’ αηδόνια
ν’ αξιώνεις τα κοντά κλαδιά και τα ψιλά δενδράκια.
Δημοτικό τραγούδι "
Ο στάλος ή σταλός ή στάλισμα στο πλούσιο λεξιλόγιο του τσοπάνη είναι το μέρος ή το «κατοικιό» που ξεμεσημεριάζουν τα ζώα…. Στάλος λέγεται το σκιερό δένδρο ή η συστάδα δένδρων, αλλά και το τσαρδάκι ή φραντζάτο που κατασκεύαζε ο ίδιος ο τσοπάνης.

Αυτό το «κατοικιό» τις περισσότερες φορές το έχει έτοιμο η φύση. Σε  κάποιο βουναλάκι ή διάσελο, σε  κάποιο σκιερό δένδρο, πουρνάρι, βελανιδιά, έλατο, πλάτανο κ.λπ. Ακόμα και σε βραχοσπηλιές…

Αν δεν το βρει έτοιμο από τη φύση αυτό το σκιερό μέρος που χρειάζεται τότε το κατασκευάζει μόνος του ο τσοπάνης. Διαλέγει τον κατάλληλο τόπο, μαζεύει τα απαραίτητα υλικά και το στήνει.
Yλικά: Χρειάζεται φούρκες, τέμπλες ή τεμπλιά, βέργες, κλαδιά και φτέρες. Τέμπλες ή τεμπλιά είναι μακρουλά ξύλα από πουρνάρι ή φιλίκι. Και τα απλά εργαλεία που έχει για τις κατασκευές των μαντριών του: λοστό, βαριά, σφυρί, τανάλια, σύρμα, πρόκες…
Κατασκευή: Μπήγει  στη γη καλά τις φούρκες σε τρύπες που ανοίγει με το λοστό. Τις χτυπάει πάνω με τη βαριά. Έτσι όπως οι αγρότες κατασκευάζουν τις «ηλιάστρες ή λιάστρες» για την αποξήρανση του καπνού… Στη μέση καρφώνει δυο ψηλότερες φούρκες. Μετά καρφώνει τις τέμπλες ή τα τεμπλιά από φούρκα σε φούρκα. Πάνω ρίχνει χλωρά κλαδιά και πολλές φτέρες. Τα δένει καλά με λιανές βέργες για να γίνει ένας καλός σταλός. Η φτέρη είναι πολύ χρήσιμο φυτό για τις ανάγκες του τσοπάνη. Κυρίως χρησιμοποιείται στην κατασκευή της καλύβας του. Χρησιμοποιείται επίσης για να  σκεπάσει στο στάλο του προβάτου. Είναι αδιαπέραστη στη βροχή και στον ήλιο. Δημιουργεί πολύ ίσκιο και προστατεύει τα ζωντανά από τον καύσωνα του καλοκαιριού…

 Εκεί στο κατασκευασμένο τσαρδάκι ή φραντζάτο προστατεύονται τα ζώα από την καλοκαιρινή ζέστη.«Σήκωσα το στάλο μου», λέει με ικανοποίηση ο τσοπάνης, που είναι και μάστορας…


Παρατηρούσα τα τελευταία χρόνια ανηφορίζοντας με το αυτοκίνητο από το χωριό Μπαμπίνη προς Αετό Ξηρομέρου, δεξιά του δρόμου ένα στάλο και κάποιες φορές τα ζώα κάτω που ησύχαζαν… Ήταν μια γραφική εικόνα στις καλοκαιρινές μέρες. Και όχι μόνο για μένα που λόγω καταγωγής έχω μια ευαισθησία γύρω από τα αγροτο-κτηνοτροφικά θέματα, αλλά για κάθε διερχόμενο νομίζω…

Ο στάλος ανάλογα με τα ζώα που φιλοξενεί λέγεται γιδόσταλος ή προβατόσταλος και πρατόσταλος. Ακόμα και τοπωνύμια έδωσαν οι τσοπάνηδες σε μέρη που είχαν σταλούς των ζώων τους: Όπως «γιδόσταλα», «πρατόσταλα», «σταλάκια». Αλλά και «διαολόσταλα» και «νεραϊδόσταλα»! Πίστευαν ότι σε κάποιους τόπους ξεμεσημεριάζουν οι διαβόλοι και οι νεράϊδες και προξενούν κακό σε όποιον περάσει  από το χώρο τους!

Όταν ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, Από τις δέκα το πρωί ίσαμε τις πέντε περίπου το απόγευμα τα πρόβατα δεν βοσκούν και «σταλίζουν». Όταν «ο ήλιος είναι δυο σαμαροτριχιές και μέχρι να πέσουν τα απόσκια», η ζέστη είναι δυνατή και ανυπόφορη. Χρησιμοποιώ μια χαρακτηριστική έκφραση του ποιμενικού κόσμου για τη μέτρηση του χρόνου. Η ώρα μετριέται με τριχιές και μάλιστα αυτές που χρησιμοποιούσαν για το σαμάρι των ζώων, και με τον ίσκιο. Είναι ένας πρακτικός τρόπος μέτρησης του χρόνου από τον άνθρωπο της υπαίθρου…Η σαμαροτριχιά είναι σαράντα οργιές, όπως με διαβεβαίωσε με απόλυτη σιγουριά ο υπερήλικας ξηρομερίτης Αλέξανδρος Κυριαζής. Και μου εξήγησε ότι χρειαζόταν τόσο μεγάλη για να φορτώνουν και μεγάλα φορτώματα στο σαμάρι των ζώων. Για παράδειγμα τα βριζόνια που κουβαλούσαν μέσα άχυρο για τα ζώα…[Βριζόνια ήταν ειδικά σύνεργα μέσα στα οποία έβαζαν το άχυρο].

Το πρόβατο κυρίως, αναζητάει πολύ τον στάλο. Δεν αντέχει τη ζέστη. Χρειάζεται το στάλο για να ξεκουραστεί, να ηρεμήσει και να ανασάνει… Τα πρόβατα το καλοκαίρι τα πιάνει η «φυσομάνα», «φ’σομάνα», όπως τη λένε οι ξηρομερίτες κτηνοτρόφοι. Τα ζώα ανοίγουν το στόμα και με δυσκολία ανασαίνουν. Αφήνουν τη βοσκή και τρέχουν για τον ίσκιο και τον αέρα. Εκεί θα χαλαρώσουν, θα πλαγιάσουν, θα αναχαράξουν. Σαν ψόφια αφήνονται στο στάλο…

Το γίδι είναι πιο ανθεκτικό αλλά και αυτό θέλει το στάλο του. Τα  γίδια επιθυμούν πολύ την καθαριότητα. Το στάλο ο τσοπάνης τον διατηρεί καθαρό. Τον καταβρέχει με νερό, αν μπορεί, για να κάθεται η σκόνη που σηκώνουν τα ζώα… Θέλει και το «πράμα» καθαρό «γιατάκι»! Γι’ αυτό επιλέγει τα καλύτερα μέρη για γιδοσταλούς και πρατοσταλούς. Φροντίζει την καλοπέραση και την υγεία του κοπαδιού του…

Ο γιδοβοσκός συνήθως βρίσκει έτοιμους φυσικούς στάλους. Η φύση προνοεί για κείνον και τα ζώα του. Και με τη «μαστοριά της» τον ανακουφίζει από αυτό τον κόπο.

 Τις ώρες που σταλίζουν τα ζώα ξεκουράζονται και οι τσοπάνηδες. Τρώνε το λιτό φαγητό τους, στρίβουν ένα τσιγάρο, κλέβουν λίγες ώρες ύπνο κάτω σε ένα ίσκιο εκεί δίπλα στο στάλο.Αυτές τις ώρες και το τσοπανόσκυλο ξεκουράζεται. Ο τσοπάνης  παραπέρα σε παχύ ίσκιο και αυτός ξαπλώνει μπρούμυτα ή ανάσκελα απολαμβάνει τον δροσερό αέρα και κοιμάται γλυκά. Σταλίζουν τα πράματα, ο σκύλος και ο τσοπάνης! Είναι ώρες ηρεμίας των τσοπάνηδων και των ζώων. Γαλήνη και ηρεμία… Μόνο τα κουδούνια  ακούγονται αργά καθώς  αναδεύονται τα ζωντανά… Και ενδιάμεσα το ήρεμο γαύγισμα του τσοπανόσκυλου, απλά για να δηλώσει παρόν!


Εικόνα: Φυσικός στάλος για ζώα και ανθρώπους…

Το μεγάλο δένδρο  αποτελούσε το φυσικό στάλο του κοπαδιού


του Νίκου Δ. Αγγέλη στα Βρύστιανα Ξηρομέρου.


Σήμερα αποτελεί ένα τοπόσημο για τα παιδιά και τα εγγόνια του που περπατούν στα χνάρια του…  


Κάθε κτηνοτρόφος της περιοχής είχε το δικό του φυσικό στάλο… Το δικό του δένδρο. Και αναφερόμαστε σε δέντρα εξαιρετικού κάλλους! Τοπόσημα σήμερα…


Οι αρμόδιοι φορείς μπορούν  να δείξουν ενδιαφέρον και να προχωρήσουν στην κήρυξη αυτών των αιωνόβιων δένδρων  ως: Διατηρητέα Μνημεία της Φύσης. Και τούτο λόγω της ιδιαίτερης επιστημονικής, οικολογικής, αισθητικής, ιστορικής και πολιτισμικής αξίας τους… Υπάρχει σχετική νομοθεσία προστασίας της  φύσεως.

Ας «ακούσουμε» την αφήγηση ενός  υπέργηρου τσοπάνη για το στάλο:

«Τα πρόβατα σταλίζουν το καλοκαίρι άμα είναι λιοβόρι από το πρωί μέχρι τ(ι)ς πέντε το απόγευμα. Σε πιρνάρια, σε βελανιδιές, σε πλατάνια κ.λπ. Είναι και τεχνικοί στάλοι. Με διάφορα πανιά τώρα τελευταία, αλλά φοβάμαι δεν είναι κατάλληλα. Σαν αυτά πόβαναμε στα καπνά… Πάλι ζέστη φέρνουν. Με κλαριά και φτέρες που ’φκιαναμε παλιά ήταν καλύτερα για τα πρόβατα… Έκοβα φούρκες όπως αυτές για τα κρεβάτια στα καπνά,[τις ηλιάστρες] τις έμπηγα στο χώμα και μετά ένα τεμπλί απάν’ σ’ αυτές γένονταν ένα γυροβόλι σαν το τιμόνι τ’  αυτοκινήτου! Κατάλαβες; Μετά αυτό το γυροβόλι το σκέπαζαμε με ξύλα, κλαριά, πλατάνια, μηλιοκ(ο)κιές, πλατύφυλλα, και πολλή φτέρη. Δεν πηράει ο ήλιος τ’ φτέρη. Για να μην νε πάρει ο αέρας τ’ φτέρη την πλάκωναμε με κλάρες ή λούρες…

Εγώ τώρα έχω φυσικό στάλο. Εκεί στο χωράφι είναι πιρνάρια κι νια απηδιά. Πάνε μισά πρόβατα στο ’να μισά στ’ άλλο. Μοιράζονται από δω κι από κει. Αν δεν ήταν αυτά θα ’φκιανα με φούρκες.

Εδώ στην Μπαμπίνη δεν έχει δέντρα και φκιάνουν με φούρκες, τεμπλιά και φτέρες. Τις ώρες που σταλίζουν τα πρόβατα ξεκουράζεται κι ο τσοπάνης. Μπορεί να πάει στ(ι)ς δ(ου)λειές του. Παράδειγμα έχει μια δ(ου)λειά να πεταχτεί στ’ Αγρίνιο...

Παλιά τα πρόβατα τα ’πιανε η φυσ(ού)να. Είναι όταν ο στάλος είχε χώμα, σκόνη τα πείραζε. Είχανε πρόβλημα στ’ μύτ(η). Δεν ανασαίνουν… Τώρα με τα φάρμακα δεν έχουν πρόβλημα…» [Προφορική αφήγηση Σπύρου(Πίπη) Μπαρμπαρούση γενημέννου το 1931 στα Βλυζιανά Ξηρομέρου].

Το απόγευμα όταν άρχιζε να δροσίζει, «ξεστάλιζαν», σκάριζαν τα ζώα και πήγαιναν για βοσκή. Αρχίζει πάλι το βόσκημα με την επίβλεψη του τσοπάνη…

«Kαι σαν τσακίσουν τα ζερβά και σαν διαβεί το κάμα
Από τα τόπια τα δροσά,
Σκαρίζουν τα γιδόπρατα κι όλα μαζί αντάμα,
Αργοσκαλώνουν την πλαγιά…»
[Β. Λαμνάτου, Ο Αγναντευτής της Ρούμελης, Αθήνα 1963, σελ. 93]

Ο στάλος εκτός από ανάπαυση χρησιμεύει επίσης και ως ρολόϊ για το τσοπάνη. Με τις συνήθειες των ζώων υπολογίζουν την ώρα. είναι και το φυσικό ρολόϊ του τσοπάνη. Είναι θαυμαστός ο τρόπος που ο αγρότης και ο τσοπάνης «βλέπουν την ώρα» στα ρολόγια της φύσης…

Ο στάλος αλλιώς: Με το στάλο και με άλλες συνήθειες των ζωντανών τους, με διάφορα σημάδια, όπως η θέση του ήλιου, του φεγγαριού, κ.λπ. υπολόγιζαν την ώρα οι άνθρωποι της υπαίθρου αγρότες και ποιμένες…

 «Παν τα πράματα στο στάλο», υπολογίζουν την ώρα περίπου δέκα το πρωϊ.

«Απόσταλα», είναι μετά το στάλο, δηλαδή η ώρα πέντε το απόγευμα.

«Στο στάλο τα πράματα», δηλαδή όλο το μεσημέρι…

Ο  σταλός και το ρήμα σταλίζω χρησιμοποιήθηκαν και σε λαϊκές εκφράσεις με μεταφορική σημασία. Ενδεικτικά παραθέτω:

«Σταλίζει αυτός»: λέγεται για άνθρωπο κοιμάμενο! Συνώνυμη έκφραση: «κοιμάται όρθιος»!

«Στάλισα πολλή ώρα εκεί…». Λέγεται σε περιπτώσεις που περιμένει κάποιος πολλές ώρες  ακούνητος για κάποια δουλειά, χωρίς να καταφέρει κάτι!

Επίσης, και ως φοβέρα χρησιμοποιήθηκε το ρήμα σταλίζω, όπως γράφει ο μελετητής της τσοπάνικης ζωής Δημήτριος Λουκόπουλος:

 «Θα σου δείξω εγώ πού σταλίζει η ψείρα!». Η ιδιαίτερη αυτή λαϊκή έκφραση σημαίνει θα σε εκδικηθώ όπως σου αξίζει!

Kαι ως κατάρα χρησιμοποιήθηκε το ρήμα. Ιδιαίτερα στην περιοχή του Ξηρομέρου:

«Να σταλίσει ο διάολος μέσα σου!».Στην προκειμένη περίπτωση ο «διαολόσταλος» δεν ήταν ένα σκιερό μέρος, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος στον οποίο απευθυνόταν η κατάρα.

Θα κλείσω με στίχους του Βασίλη Λαμνάτου που ύμνησε τη ζωή των τσελιγγάδων:

«…Από μικρός βλαχόζησα στης ερημιάς τα τόπια,

Κοντά σε στάνες, σε κοπές, γιδάρης και πρατάρης.

Με τη δροσιά της χαραυγής, το πρόσωπό μου βρέχα

και την καρδιά μου γέμιζα, μ’ αρώματα του λόγγου!

Αχ, πού ’ναι τώρα βρε παιδιά, τα χρόνια εκείνα πού ’ναι!

Είπεν ο γερο-μπιστικός κι έγειρε το κεφάλι

Στο στοιχειωμένο χέρι του, ύπνο γλυκό να πάρει!»

[Β. Λαμνάτου, Ο Αγναντευτής της Ρούμελης, Αθήνα 1963, σελ.30-33]


Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Δύο πυρκαγιές εκδηλώθηκαν στο Νομό Θεσπρωτίας.

Δύο πυρκαγιές εκδηλώθηκαν στο Νομό Θεσπρωτίας. Η μία στο Βασιλικό της Τ.Κ. Αγίας Μαρίνας Δήμου Ηγουμενίτσας και η δεύτερη στην Περιοχή Νούνεσι της Τ.Κ. Ψάκας του Δήμου Παραμυθιάς

Στην πρώτη επιχειρούν 5 υδροφόρα οχήματα, 1 ομάδα δασοκομάντος, συνολικά 22 πυροσβέστες

Στην δεύτερη 2 υδροφόρα οχήματα και μία ομάδα δασοκομάντος, συνολικά 13 πυροσβέστες

Παρασκευή λέει ο Σχοινάς ότι θα γίνει η πληρωμή από ΑΑΔΕ, τι πρόκειται να καταβληθεί σε συνδεδεμένες και οικολογικά

Στο μέγιστο δυνατό ποσό θα πιστωθούν όλα τα οικολογικά σχήματα, με τις αρμόδιες αρχές να έχουν στόχο να στείλουν τις πρώτες εντολές πληρωμής από την ερχόμενη Παρασκευή, 26 Ιουνίου.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ΑγροΤύπου, τα ποσά είναι αυξημένα - κατά μέσο όριο από 30% έως 50% ενώ υπάρχουν και δράσεις που έχουν αυξηθεί ακόμη και στο 344% - κάτι που σημαίνει ότι λίγοι θα πάρουν πολλά.

Αυτό αναμένεται να συμβεί γιατί με την αύξηση των ποσών ενίσχυσης στο κάθε οικολογικό σχήμα έχουμε παράλληλα και μείωση των επιλέξιμων εκτάσεων στο αντίστοιχο ποσοστό.

Άξιο απορίας όμως είναι γιατί στην ανακοίνωση της ΑΑΔΕ με τον καθορισμό των τελικών μοναδιαίων ποσών των οικολογικών σχημάτων, για το έτος ενίσχυσης 2025, δεν ανακοινώθηκαν αντίστοιχα και τα επιλέξιμα στρέμματα, που τα γνωρίζει η ΑΑΔΕ. Αυτό θα βοηθούσε να είχαμε μια καλύτερη εικόνα για την επερχόμενη πληρωμή.

Εβδομάδα πληρωμών

Κρίσιμη χαρακτήρισε την εβδομάδα που διανύουμε ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, σε δηλώσεις που έκανε το πρωί της Τρίτης, 23 Ιουνίου, προσερχόμενος στο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας και Αλιείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που γίνεται στο Λουξεμβούργο.

Συγκεκριμένα ανέφερε πως «Μπαίνουμε στην τελική διευθέτηση των λεπτομερειών του σημαντικού πακέτου πληρωμών του Ιουνίου, που θα γίνουν με το νέο σύστημα από την ΑΑΔΕ. Είμαι σε καθημερινή επαφή με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και τον διοικητή της ΑΑΔΕ για να βεβαιωθούμε ότι αυτές οι πληρωμές θα γίνουν στην ώρα τους, στο ύψος των προσδοκιών, αλλά και ταυτόχρονα θα συνεχίσουμε με αποφασιστικότητα την αναδιάρθρωση του ελληνικού συστήματος για τις αγροτικές πληρωμές. Χρειαζόμαστε ένα γερό σανίδι έτσι ώστε να μπορέσουμε να πατήσουμε για όλα αυτά που έρχονται τα επόμενα χρόνια»

Τι πληρωμές θα γίνουν

Σύμφωνα με όσα έχει ανακοινώσει η ΑΑΔΕ, τον Ιούνιο θα γίνουν οι εξής πληρωμές:
Ευζωία Χοίρων - Ανειλημμένες Υποχρεώσεις 2024 και 2025: 16 εκατ. ευρώ σε 105 δικαιούχους
Βασική Ενίσχυση, Αναδιανεμητική, Γεωργοί Νεαρής Ηλικίας (Young), συνδεδεμένες ενισχύσεις και οικολογικά σχήματα 2025: 397,2 εκατ. ευρώ σε 390.000 δικαιούχους
ΜΝΑ (Μικρά Νησιά Αιγαίου) 2025: 8,5 εκατ. ευρώ σε 35.900 δικαιούχους.
Παράλληλα, αναμένεται να γίνει η καταβολή επιδοτήσεων για όλες τις εκτάσεις που είχαν πρόβλημα με τον Κωδικό Σφάλματος «54350», που αφορά για εκτάσεις που εµφανίζονται στο Εθνικό Κτηµατολόγιο µε αρχικό δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό ∆ηµόσιο.

Συνδεδεμένες Ενισχύσεις

Θα γίνει η πίστωση όλων των συνδεδεμένων στο μέγιστο δυνατό ποσό (όσοι έχουν ήδη πληρωθεί θα πάρουν την προσαύξηση του ποσού).

Οι νέες τιμές μονάδας των συνδεδεμένων ενισχύσεων έχουν ως εξής:
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΡΥΖΙΟΥ 345
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΣΚΛΗΡΟΥ ΣΙΤΟΥ 115
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΤΟΜΑΤΑΣ 588,8
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΩΝ ΠΡΟΣ ΧΥΜΟΠΟΙΗΣΗ 468
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΒΡΩΣΙΜΩΝ ΟΣΠΡΙΩΝ 327,75
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΠΡΩΤΕΙΝΟΥΧΩΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΨΥΧΑΝΘΩΝ ΕΚΤΟΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗΣ ΣΟΓΙΑΣ 220,8
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗΣ ΣΟΓΙΑΣ 608
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΣΠΟΡΩΝ ΠΡΟΣ ΣΠΟΡΑ 540,5
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑΣ ΑΝΑ ΚΟΥΤΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΜΕΤΑΞΟΣΠΟΡΟΥ 281,75
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΜΑΛΑΚΟΥ ΣΙΤΟΥ 115
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΡΙΘΑΡΙΟΥ 115
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΑΡΑΒΟΣΙΤΟΥ 605
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗΣ ΣΤΑΦΙΔΑΣ 400
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΜΗΛΩΝ 542,8
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΠΡΩΤΕΙΝΟΥΧΩΝ ΣΑΝΟΔΟΤΙΚΩΝ ΨΥΧΑΝΘΩΝ 95
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΟΥ ΠΡΟΒΕΙΟΥ ΚΑΙ ΑΙΓΕΙΟΥ ΚΡΕΑΤΟΣ 13,8
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΟΥ ΒΟΕΙΟΥ ΚΡΕΑΤΟΣ - ΜΕΤΡΟ Α (ΘΗΛΑΖΟΥΣΕΣ) 118,8
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΟΥ ΒΟΕΙΟΥ ΚΡΕΑΤΟΣ - ΜΕΤΡΟ Β (ΣΦΑΓΗ 11-12 ΜΗΝΩΝ) 220
ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΟΥ ΒΟΕΙΟΥ ΚΡΕΑΤΟΣ - ΜΕΤΡΟ Γ (ΣΦΑΓΗ 13-24 ΜΗΝΩΝ) 258,5

Οικολογικά Σχήματα

Μετά την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διοικητικών και διασταυρωτικών ελέγχων και την αποστολή των οριστικών στοιχείων από την ΑΑΔΕ ως Οργανισμό Πληρωμών, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προχώρησε στον καθορισμό των τελικών μοναδιαίων ποσών των Οικολογικών Σχημάτων για το έτος ενίσχυσης 2025.

Όπως υποστηρίζει το ΥπΑΑΤ, η διαμόρφωση των τελικών αυξημένων τιμών σε σχέση με το 2025, κατέστη δυνατή μέσω της αξιοποίησης αδιάθετων πόρων της Βασικής Εισοδηματικής Στήριξης και της ανακατανομής πόρων μεταξύ οικολογικών σχημάτων, με βάση τα οριστικά στοιχεία των επιλέξιμων εκτάσεων που προέκυψαν μετά την ολοκλήρωση των ελέγχων. Έτσι, υλοποιήθηκε η δέσμευση του Υπουργείου για πλήρη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ, με τους πόρους που εξοικονομήθηκαν να κατευθύνονται σε παρεμβάσεις με αυξημένη ζήτηση προς όφελος των πραγματικών δικαιούχων. Ως αποτέλεσμα, οι τελικές μοναδιαίες τιμές των Οικολογικών Σχημάτων για το 2025 διαμορφώνονται στα υψηλότερα επίπεδα από την έναρξη εφαρμογής του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ 2023-2027. Στη συντριπτική πλειονότητα των παρεμβάσεων οι τελικές ενισχύσεις προσεγγίζουν ή εξαντλούν τα ανώτατα ποσά που προβλέπονται στο ΣΣ ΚΑΠ.

https://www.agrotypos.gr/

Παϊσιάδης Σταύρος
















Ιστορική μνήμη και δημόσιος χώρος στην Πρέβεζα – Η προτομή Μάτσα και η πλατεία Ανδρούτσου

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΠΡΕΒΕΖΗΣ

Η δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί το τελευταίο διάστημα στην Πρέβεζα σχετικά με την τοποθέτηση προτομών σε κοινόχρηστους χώρους της πόλης μας επιβεβαιώνει την ανάγκη να υπάρξει επιτέλους ένας σοβαρός σχεδιασμός, βασισμένος στην ιστορική γνώση, στον σεβασμό της συλλογικής μνήμης και στην προστασία της ταυτότητας των εμβληματικών χώρων της πόλης.

Η Εταιρεία Βυζαντινών και Ιστορικών Μελετών Νομού Πρεβέζης έχει από την πρώτη στιγμή εκφράσει ξεκάθαρα την αντίθεσή της στην τοποθέτηση της προτομής του Μάτσα στην πλατεία Ανδρούτσου. Η θέση μας δεν στρέφεται εναντίον του προσώπου, αλλά εναντίον μιας λανθασμένης επιλογής χώρου, η οποία αλλοιώνει τον ιστορικό και συμβολικό χαρακτήρα της κεντρικής πλατείας που είναι αφιερωμένη στον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Η πλατεία Ανδρούτσου δεν είναι ένας ουδέτερος δημόσιος χώρος. Φέρει επί δεκαετίες το όνομα του μεγάλου αγωνιστή της Επανάστασης του 1821 και αποτελεί σημείο αναφοράς για την ιστορική μνήμη της πόλης. Ο χώρος αυτός οφείλει να διατηρήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και να αναδειχθεί ακόμη περισσότερο ως τόπος τιμής των αγωνιστών και των ηρώων που συνδέονται με την ιστορία της Πρέβεζας και της εθνικής παλιγγενεσίας.

Για τον λόγο αυτό έχουμε προτείνει επανειλημμένα τη δημιουργία μιας πραγματικής «Πλατείας Ηρώων», όπου, δίπλα στον Ανδρούτσο, θα μπορούσαν να τιμηθούν πρόσωπα όπως ο Λάμπρος Βέικος, ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος και άλλες ιστορικές μορφές που συνδέονται άμεσα με τους αγώνες του Έθνους και την ιστορία του τόπου μας.

Παράλληλα, θεωρούμε ότι η Πρέβεζα διαθέτει πλήθος άλλων κατάλληλων χώρων για την τοποθέτηση προτομών προσωπικοτήτων που προσέφεραν στον τόπο και αξίζουν την αναγνώριση των συμπολιτών τους. Η τιμή προς πρόσωπα που διακρίθηκαν στην επιστήμη, στην κοινωνική προσφορά, στον πολιτισμό και σε άλλους τομείς της δημόσιας ζωής αποτελεί αυτονόητη υποχρέωση κάθε κοινωνίας.

 Ωστόσο, η επιλογή του τρόπου και του χώρου δημόσιας τιμητικής αναγνώρισης απαιτεί συγκεκριμένα κριτήρια και ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την άποψή μας, η ανέγερση προτομών σε κοινόχρηστους χώρους της πόλης θα πρέπει να συνδέεται πρωτίστως με τη διαχρονική και ουσιαστική συμβολή ενός προσώπου στην ιστορία, την κοινωνική ζωή και την ανάπτυξη της Πρέβεζας, καθώς και με τη σχέση που έχει διαμορφώσει η τοπική κοινωνία με τη μνήμη και το έργο του.

Η καταγωγή, η προσωρινή διαμονή ή ακόμη και η ευρύτερη επαγγελματική καταξίωση αποτελούν ασφαλώς στοιχεία που αξίζουν σεβασμού, δεν μπορούν όμως από μόνα τους να καθορίζουν τις επιλογές που αφορούν τη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης στον δημόσιο χώρο.

Η Εταιρεία Βυζαντινών και Ιστορικών Μελετών Νομού Πρεβέζης δηλώνει ότι, με υπομονή, επιμονή και συνέπεια, θα συνεχίσει τον αγώνα της για την απομάκρυνση της προτομής του Μάτσα από την πλατεία Ανδρούτσου και για την αποκατάσταση του ιστορικού χαρακτήρα του χώρου. Θα συνεχίσουμε να παρεμβαίνουμε δημόσια, να καταθέτουμε προτάσεις και να υπερασπιζόμαστε την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης μας, θεωρώντας ότι η διαχείριση της συλλογικής μνήμης δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά ούτε με ευκαιριακές αποφάσεις.

Οι προτομές, τα μνημεία και οι ονομασίες των πλατειών δεν αποτελούν απλές διακοσμητικές παρεμβάσεις. Είναι στοιχεία που διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση των επόμενων γενεών και γι’ αυτό απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, σεβασμό και υπευθυνότητα.

Η Πρέβεζα αξίζει μια πολιτική μνήμης με κριτήρια, όραμα και ιστορική συνέπεια.

Οι παλιοί βιολιτζήδες ήταν μεγάλοι δημιουργοί.!!


ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ  ΑΕΙΜΝΗΣΤΗΣ   ΚΟΥΛΑσ  ΤΖΑΛΜΑΚΛΗ - ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ 

 Φίλοι μου αγαπημένοι... (Τον θυμάστε μαρές τον πατριώτη μας τον Άλκη το Στέα;). Λοιπόν, φίλοι μου αγαπημένοι, που έλεγε κι εκείνος, θα σας ξομολογηθώ την οπισθοχώρησή μου, γιατί δεν έχω το κουράγιο να συνεχίσω με τα Γιαννιώτικα στιχοπλάκια! Μόνο για καθυστερημένων στόματα είναι να μπαίνουν και να βγαίνουν... αν... κι ένα κάτι λέει... να: «Δε θέλω άντρα όμορφο να κάθεται σιμά μου να συχνομπαρμπερίζεται και να πονάει η κοιλιά μου!...». Οι βιολιτζήδες των «Ζευγαριών» που είναι παλιά Γιαννιώτικη περιοχή έβαζαν την... μουσική, ας πούμε... και κοντά τους κάθονταν αργόσχολοι μερακλήδες που έβαζαν τα λόγια τα ασυνάρτητα. Μην απορείτε, τώρα είναι χειρότερα. Εκείνο όμως που πρέπει να ξέρετε είναι πως την πολυμελή οικογένεια την έδρευε η κυρά βιολιτζίνα... Η γύφτσα που ήταν δούλα σε σπίτια... για ένα πιάτο φαΐ. Προκομένες γυναίκες, ακόμα και πυλοφόρι σε οικοδομές ανέβαζαν... Αυτό το Παλλάδιο που βλέπετε εκεί στην 28ης Οκτωβρίου γυναίκες τόχτισαν! Θεός σχωρέστην την προκομένη γειτόνισσά μου –εκεί στα Ζευγάρια που έκατσα 16 χρονάκια, την κυρά Γίτσα, που μας μολογούσε πως εννιά μηνών αγκαστρωμένη... ανέβαζε στις σκαλωσιές τους ντενεκέδες με τη λάσπη, το τσιμέντο, τον ασβέστη, το νερό για να ριχτούν οι όροφοι που γλέπουμε σε κείνη την γωνία... Το πρώην παγοποιείο του Φιξ κι ύστερα το κολαστήριο των φυλακών. Στην κυρά Γίτσα την γειτόνισσά μου που χόρταινες λογική κουβέντα και τα χεράκια της έσταζαν Ζαγορίσια προκοπή... γιατί  Ζαγορίσια γύφτισσα ήταν η κυρά Γίτσα που φύλαξε τα πέντε παιδιά της στην κατοχή... πλέκοντας εργόχειρα και πηγαίνοντάς τα στα χωριά... και γύριζε με τα χέρια γιομάτα κηπευτικά και όσπρια και τραχανάδες.


Τι θα γένονταν η φαμίλια της που ο καψαρός ο μουσικοσυνθέτης ο άντρας της είχε σταυρώσει τα χέρια; Τι συνθέσεις να κάνει και τι στιχοπλάκια να πει; Ποιος χόρεψε στην Κατοχή σε κέντρο; Ποιος κόλλησε χαρτονόμισμα σε μέτωπο βιολιτζιή; Το θυμάστε αυτό το ωραίο; Ο μερακλής που χόρευε φτιούσε το χαρτονόμισμα και το κολλούσε στο μέτωπο του αρχιβιολιτζή και οι φίλοι και συγγενείς του σέρνοντας το χορό, σηκώνονταν κι έριχναν το κάτιτις τους στο καπέλο του αρχιβιολιτζιή... κι ύστερα γένονταν η μοιρασιά! Και ξημέρωναν να γλεντάν, να πίνουν και να χορεύουν. Και τα χαράματα, οι μεν βιολιτζιήδες πήγαιναν κι έπεφταν ψήφιοι για ύπνο στο υπόστεγο του μεσοχωριού που ήταν ειδικό στέκι, για βιολιτζιήδες του καλοκαιριού και διερχόμενους γανωτζιήδες, που έρχονταν για κάποιες μέρες να «αγανώσουν τ’ αγγεία...». Κι οι Ζαγορίσιοι τόκαναν το γάνωμα των αγγειών υπέροχο χορό από μερακλή χορευτή!.. Στα χωριά του Ζαγοριού (δεν ξέρω για άλλες περιοχές...) οι παλιοί χοροί χορεύονται από μερακλήδες χορευτές. Και πάλι το λέω, πως οι βιολιτζιήδες ήταν μεγάλοι δημιουργοί! Ποια Σκάλα του Μιλάνου και ποιες Όπερες που σπουδάζουν και τους πέφτει ο κόλος να κουνιούνται στις απέραντες σκηνές! 

Παιδάκια μου, σας μαθαίνω αυτά που μας γιόμιζαν τη ζωή κάποτε. Είστε τώρα ευχαριστημένοι με τα δικά σας γλέντια; Μήπως θα πλήξετε αν βρεθείτε σε παραδοσιακό γλέντι... ή θα ξεφαντώσετε κι εσείς; Ευτυχώς που η Τηλεβίζιον μας δείχνει χωριά που ακόμα γλεντάν παραδοσιακά. Γεια σας!


                   

www.proinoslogos.gr

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Θεσπρωτία: Η κρίσιμη μάζα ικανότητας που λείπει. Όταν το λίγο γίνεται καθεστώς

Γράφει ο Σωτήρης Γιάκης

Υπάρχει ένα σημείο όπου οι μεμονωμένοι ικανοί άνθρωποι παύουν να είναι εξαιρέσεις -ή άλλοθι - και γίνονται δύναμη αλλαγής. Στη δημόσια ζωή της Θεσπρωτίας λείπει ακριβώς αυτό: η κρίσιμη μάζα ικανότητας. Ένας επαρκής πυρήνας ανθρώπων με γνώση, ήθος, ανεξάρτητη κρίση, συνεργατικότητα και αντοχή, ικανός να επιβάλει σχέδιο, συνέχεια και λογοδοσία.

Ο όρος δεν είναι καθιερωμένος επιστημονικός δείκτης. Είναι πολιτική σύνθεση με θεωρητική βάση. Η θεωρία της critical mass δείχνει ότι οι πολύ μικρές μειοψηφίες μένουν συχνά εγκλωβισμένες σε συμβολική παρουσία. Το 30% χρησιμοποιήθηκε στη σχετική βιβλιογραφία ως ενδεικτικό - όχι καθολικό - κατώφλι επιρροής. Όχι ως μαγικός αριθμός, αλλά ως ένδειξη ότι η παρουσία αποκτά δύναμη όταν συνδυάζεται με πυκνότητα, συνοχή και πράξη.

Από το κοινωνικό κεφάλαιο του Putnam και τη συλλογική δράση της Ostrom έως τη συλλογική νοημοσύνη της Landemore, οι θεωρήσεις αυτές συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η ατομική επάρκεια δεν αρκεί. Μόνο όταν οι ικανοί αποκτούν συνοχή μπορούν να θέτουν κανόνες, να απαιτούν λογοδοσία, να αντέχουν στις πιέσεις και να μετατρέπουν μεμονωμένες πρωτοβουλίες σε σταθερή πολιτική κατεύθυνση. Χωρίς αυτή τη συλλογική βάση, η ικανότητα μένει ατομικό προσόν· δεν γίνεται θεσμική ισχύς.

Το συμπέρασμα είναι αμείλικτο. Λίγοι αξιόλογοι άνθρωποι, διάσπαρτοι στα επίπεδα εξουσίας, δεν αρκούν. Το σύστημα τους απομονώνει, τους εξαντλεί, τους χρησιμοποιεί ως άλλοθι ή τους αφομοιώνει. Χωρίς κρίσιμη μάζα, οι ικανοί δεν αλλάζουν το σύστημα· το σύστημα αλλάζει εκείνους.

Τότε το λίγο παύει να είναι αποτέλεσμα. Γίνεται μέθοδος εξουσίας.

Το καθεστώς του λίγου δεν μετατρέπει τα αιτήματα σε διεκδικήσεις. Τα καθηλώνει στο επίπεδο της αναφοράς, της παράκλησης και της φωτογραφίας. Δεν παράγει σχέδιο· αθροίζει πενιχρές και ασύνδετες παρεμβάσεις και τις παρουσιάζει ως πρόοδο. Δεν λογοδοτεί με αποτελέσματα· απαντά με ανακοινώσεις. Έτσι η πολιτική παύει να είναι δύναμη μετασχηματισμού και γίνεται μηχανισμός συντήρησης.

Η καρέκλα γίνεται σκοπός. Η ιδιότητα υποκαθιστά την αποστολή. Η επανεκλογή εμφανίζεται ως πιστοποιητικό ικανότητας. Το σύστημα δεν σχεδιάζει το μέλλον του τόπου· σχεδιάζει τη δική του επιβίωση.

Αυτό είναι το πρόβλημα της Θεσπρωτίας. Δεν είναι μόνο ότι γίνονται λίγα. Είναι ότι ακόμη και τα λίγα που γίνονται δεν ενώνονται σε κατεύθυνση. Η αποσπασματική δραστηριότητα παράγει κίνηση, όχι πρόοδο. Στρατηγική υπάρχει όταν ξέρουμε πού θέλουμε να βρίσκεται ο τόπος σε δέκα χρόνια, ποια βήματα οδηγούν εκεί, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη και με ποια αποτελέσματα θα κριθεί.

Η ευθύνη έχει σειρά.

Πρώτη είναι η κεντρική πολιτική εκπροσώπηση. Δεν είναι ταχυδρομείο αιτημάτων ούτε φωτογραφικό αρχείο συναντήσεων. Οφείλει να μετατρέπει τις ανάγκες του νομού σε εθνικές προτεραιότητες, να οικοδομεί συμμαχίες και να δεσμεύει το κράτος σε στόχους, πόρους και χρονοδιαγράμματα. Όταν αρκείται στη μεσολάβηση και στην παράκληση, δεν παράγει πολιτική· παρουσιάζει τη διαχείριση της έλλειψης ως επιτυχία.

Στην Περιφέρεια, το κριτήριο δεν είναι πόσες παρεμβάσεις μπήκαν σε έναν κατάλογο. Είναι αν άλλαξε η θέση της Θεσπρωτίας. Σε έναν σχεδιασμό που λειτούργησε με κέντρο βάρους τα Ιωάννινα, η τοπική περιφερειακή εκπροσώπηση όφειλε να γίνει αντίβαρο. Δεν έγινε. Ο νομός πήρε μερίδια, όχι θέση· παρεμβάσεις, όχι πορεία. Δεν συγκροτήθηκε στρατηγική που να συνδέει λιμάνι, σύνορα, παραγωγή, τουρισμό, εκπαίδευση και ενδοχώρα σε μία αλυσίδα αξίας.

Εδώ δεν χωρούν υπεκφυγές. Όποιος βρίσκεται επί δεκαετίες στο προσκήνιο δεν κρίνεται από τις ανακοινώσεις του. Κρίνεται από το αποτύπωμά του. Έγινε η Θεσπρωτία ισχυρότερη μέσα στην Ήπειρο; Απέκτησε δική της αναπτυξιακή ταυτότητα; Αν όχι, η μακροβιότητα μετρά την αντοχή του μηχανισμού, όχι την αξία της θητείας.

Στον πρώτο βαθμό, η Ηγουμενίτσα δεν έχει δικαίωμα να διοικείται ως δήμος συντήρησης. Είναι το μητροπολιτικό κέντρο της Θεσπρωτίας στην πράξη. Αν δεν μετατρέπει την κίνηση που περνά από πάνω της σε αξία που μένει στον τόπο, απλώς φιλοξενεί τη διέλευση.

Η καθημερινότητα είναι υποχρέωση. Όχι όραμα.

Η κρίσιμη μάζα ικανότητας δεν είναι λέσχη αυτοανακηρυγμένων «αρίστων». Είναι επάρκεια με ήθος, συνεργασία και δημοκρατική ευθύνη. Δεν ζητά έναν σωτήρα. Απαιτεί αρκετούς ανθρώπους που θα συμφωνήσουν σε λίγες μετρήσιμες προτεραιότητες, θα αντέξουν τη σύγκρουση και θα υπηρετήσουν σχέδιο μεγαλύτερο από τη θητεία, τον τίτλο και το όνομά τους.

Η Θεσπρωτία δεν πάσχει από έλλειψη ανθρώπων. Πάσχει επειδή οι ικανοί δεν έγιναν ακόμη δύναμη, ενώ το λίγο έγινε καθεστώς.

Δεν χρειάζεται άλλους διαχειριστές του λίγου. Χρειάζεται κρίσιμη μάζα ικανών ανθρώπων που θα αποφασίσουν ότι ο τόπος δεν μπορεί να ζει άλλο κάτω από τις δυνατότητές του.



Σωτήρης Γιάκης

Το Γλέντι που Κράτησε μέχρι το Πρωί | Ευρωπαϊκή Ημέρα Μουσικής

Δήμητρα Καψάλη και Νίκος Ράπτης ξεσήκωσαν το χωριό.

Στις 21 Ιουνίου 2026, στη Μαλεσιάδα Αιτωλοακαρνανίας, η Ευρωπαϊκή Ημέρα Μουσικής έγινε μια μεγάλη πολιτιστική γιορτή γεμάτη τραγούδι, χορό και συγκίνηση. Μετά την τελετή ακολούθησε μεγάλο παραδοσιακό γλέντι με τη Δήμητρα Καψάλη και τον Νίκο Ράπτη, που κράτησε μέχρι τις πρωινές ώρες.

Πλήθος κόσμου, πολιτιστικοί σύλλογοι και φίλοι της παράδοσης έδωσαν το παρών, στέλνοντας από τη Μαλεσιάδα ένα δυνατό μήνυμα ενότητας, πολιτισμού και αγάπης για τη μουσική μας.

Παραγωγή: Greek Village Life

Ποίηση και πολεμική: μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα


Με μεγάλη χαρά  παρουσιάζουμε σήμερα ένα βιβλίο, που εκδόθηκε από τον καλό εκδοτικό οίκο Κίχλη, το οποίο σε 500 σελίδες σκιαγραφεί τη ζωή και το έργο του Κοτζιούλα.

Η χαρά είναι διπλή, αφού το βιβλίο το υπογράφει η καλή φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου, του πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με την οποία συνεργαζόμαστε εδώ και χρόνια σε διάφορα φιλολογικά θέματα. Και γίνεται τρίδιπλη, ανάμικτη με καμάρι, επειδή στο βιβλίο της Αθηνάς έχω βάλει το χέρι μου κι εγώ: έχω γράψει ένα επίμετρο με τίτλο «Η γλώσσα του Κοτζιούλα και ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα», και έχω επιμεληθεί το γλωσσάρι του βιβλίου -που είναι απαραίτητο, διότι ο Κοτζιούλας στα έργα του χρησιμοποιεί ηπειρώτικους ιδιωματισμούς, που δύσκολα τους καταλαβαίνει ο σημερινός αναγνώστης.

Το βιβλίο το παρακολούθησα από κοντά ενώ γραφόταν και έχω διαβάσει πολλές φορές τα δακτυλόγραφα στις διάφορες φάσεις του, οπότε δεν είμαι αμερόληπτος. Θεωρώ πάντως ότι είναι μια εξαιρετική δουλειά. Η Βογιατζόγλου αξιοποίησε, απέσταξε πιο σωστά, το αδημοσίευτο υλικό του αρχείου Κοτζιούλα, κάτι που ήταν απαραίτητο αφού ο, αενάως αυτοβιογραφούμενος, όπως τον χαρακτηρίζει, Κοτζιούλας περιγράφει τα περιστατικά της ζωής του άλλοτε σε επιστολές του, άλλοτε σε ημερολόγια και πολύ συχνά στα ποιήματά του. Και ακριβώς επειδή η συγγραφέας παραθέτει διαρκώς αποσπάσματα από το έργο του ποιητή (όπως θα δείτε στο δείγμα που βάζω στο τέλος), πολλές φορές νομίζεις πως διαβάζεις αυτοβιογραφία του Κοτζιούλα.

Η συγγραφέας παρουσιάζει επίσης την τροχιά που διέγραψε ο Κοτζιούλας στο πνευματικό στερέωμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και τις αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις του με ομοτέχνους, καθώς ο Κοτζιούλας ανήκε στην αντιμοντερνιστική πτέρυγα αφενός και ταυτόχρονα ήταν τυπικός εκπρόσωπος των λογοτεχνών της επαρχίας, έστω κι αν τα περισσότερα δημιουργικά του χρόνια τα πέρασε στην Αθήνα.
Αλλά βέβαια, ο Κοτζιούλας ήταν και ο μοναδικός σημαντικός λογοτέχνης μας που όχι απλώς πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση παρά και πολέμησε μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ, καθώς συνδέθηκε προσωπικά με τον πρωτοκαπετάνιο Άρη Βελουχιώτη και δημιούργησε το Θέατρο του βουνού. Η Βογιατζόγλου δίκαια εξαίρει αυτή τη σύντομη σε ημερολογιακό χρόνο αλλά πυκνή σε γεγονότα και σε δημιουργία περίοδο της ζωής του ποιητή (1943-1945).

Στην αρχή σκέφτηκα να παρουσιάσω ένα κομμάτι από το δικό μου επίμετρο -αλλά θα ήταν εγωιστικό, και μπορεί να περιμένει για άλλο άρθρο, ενώ επίσης λογαριάζω να αφιερώσω κι άλλο ένα άρθρο σε κάποιες λέξεις του Κοτζιούλα σπάνιες, αφού εμείς εδώ λεξιλογούμε (εκτός από τις Κυριακές). Οπότε, παρουσιάζω ακριβώς τις πρώτες σελίδες από το 3ο κεφάλαιο του βιβλίου, «Τα χρόνια του ηρωισμού (1943-1945», την ενότητα «Στο βουνό με τους αντάρτες».
Μεταφέρω το κείμενο όπως εμφανίζεται στο βιβλίο, δηλαδή πολυτονισμένο (ας κάνουμε μια υποχώρηση στις αρχές μας για το χατίρι του Κοτζιούλα) αλλά χωρίς τις υποσημειώσεις, για τεχνικούς λόγους.

kotz-arta
Ο Κοτζιούλας στο βουνό με τους αντάρτες

Η προσχώρηση του Κοτζιούλα στὸ ἀντάρτικο, τὸ 1943, καὶ τὰ ὅσα ἔζησε μέχρι τὸν ἀφοπλισμό, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1945, ὑπῆρξαν ἡ κορυφαία ἐμπειρία τῆς ζωῆς του. Ἡ ἔνταση μὲ τὴν ὁποία βίωσε τὰ γεγονότα καὶ ἔγραψε γι’ αὐτά, ἡ ἀνάταση καὶ ἡ προσωπικὴ ὁλοκλήρωση ποὺ φαίνεται νὰ αἰσθάνθηκε ὀφείλονται σὲ πολλοὺς λόγους. Κατ’ αρχὰς ἡ Ἀντίσταση, μὲ τὸν ἀγροτολαϊκὸ χαρακτήρα της, ἦταν ἡ στιγμὴ στὴν ὁποία ἔνιωσε ὅτι ἡ πραγματοποίηση τῶν ἰδανικῶν του ἦταν δυνατή: ἡ ὀρεινὴ ἐπαρχία ἀναβαθμίστηκε σὲ σχέση μὲ τὴν Ἀθήνα καὶ ὁ πολιτισμός της ἀναπτύχθηκε, οἱ ἀγροτοποιμενικὲς κοινότητες πρωταγωνίστησαν στὸν ἀγώνα, ἡ λαοκρατία καὶ ἡ ἀταξικὴ κοινωνία ἔμοιαζαν, γιὰ λίγο, ἐφικτά. Ἐπιπλέον, ἡ ἀντιστασιακὴ τέχνη ἀνταποκρινόταν στὸ ὅραμά του γιὰ μιὰ τέχνη κατανοητὴ ἀπὸ τὸν λαό, μορφικὰ παραδοσιακὴ καὶ ρεαλιστική – ὁ μοντερνισμὸς ἦταν στὸ βουνὸ ἐκτὸς παιχνιδιοῦ. Σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, ὁ Κοτζιούλας μπόρεσε, ἐπιτέλους, νὰ συνδυάσει τὴ γραφὴ μὲ τὴν πράξη. Οἱ ἐνοχές του ἐπειδὴ εἶχε ἐγκαταλείψει τὸ χωριὸ γιὰ χάρη τῶν πνευματικῶν σειρήνων τῆς πρωτεύουσας ἁπαλύνθηκαν. Ἡ εὔθραυστη αὐτοπεποίθησή του τονώθηκε· ὁ φιλάσθενος γραφιάς, ποὺ δὲν εἶχε μπορέσει νὰ συμμετάσχει στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο, διεκδικοῦσε τώρα δάφνες ἡρωισμοῦ. Ὑπῆρξε ὁ μοναδικὸς νεοέλληνας λογοτέχνης ποὺ ἔζησε καὶ ἔγραψε γιὰ τόσο μεγάλο διάστημα στὴ μαχόμενη Ἑλλάδα καὶ ἡ προσφορά του στὸν ἀγώνα ἦταν, ὅπως θὰ δοῦμε, πολύπλευρη.
Ἀπὸ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1942 εἶχε ἀρχίσει νὰ ἀκούγεται στὴν περιοχὴ τῶν Τζουμέρκων τὸ ὄνομα τοῦ Ἄρη Βελουχιώτη καὶ νὰ ἐξαπλώνεται στὴν ἑλληνικὴ ἐπαρχία ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ ἡ δράση τοῦ ΕΑΜ καὶ τοῦ ΕΛΑΣ. Ὅπως γράφει ὑπαινικτικά, ἐξαιτίας τῆς λογοκρισίας, στὸν Γονατᾶ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1942, ἂν δὲν τὸν ζωογονοῦσε ἡ πεποίθηση πὼς «θὰ ἀναθάλει ἀπὸ τὸ χαλασμὸ μιὰ καλύτερη ἀνθρωπότητα, λιγότερο σάπια καὶ κακὴ ἀπ’ τὴ σημερινή», δὲ θά ’βλεπε «ἄλλο καταφύγιο ἀπὸ τὴν αὐτοκτονία». Τὴν Πρωτοχρονιὰ τοῦ 1943 ἡ μιὰ ἀπὸ τὶς δυὸ ἀντάρτικες ὁμάδες τοῦ ΕΛΑΣ ποὺ συγκροτήθηκαν τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1942 στὴν Ἄρτα, ἐκείνη τοῦ Ἀριστοφάνη Τσάκα (ποὺ ἔφερε τὸ ἀγωνιστικὸ ψευδώνυμο καπετὰν Τζαβέλας), πέρασε ἀπὸ τὴν Πλατανούσα καὶ ὁ ἀρχηγός της μίλησε στοὺς κατοίκους γιὰ τὸ ΕΑΜ. Στὰ ἀπομνημονεύματά του ὁ Τσάκας λέει ὅτι τοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ προσοχὴ μὲ τὴν ὁποία ὁ Κοτζιούλας (τὸν ὁποῖο θυμόταν ὡς ποιητικὰ ταλαντοῦχο μαθητὴ στὸ γυμνάσιο τῆς Ἄρτας) παρακολουθοῦσε τὴν ὁμιλία του: «Πρόσεχε τὰ λόγια μου ἔχοντας τὴν παλάμη του κυρτὴ στ’ αὐτὶ γιὰ ν’ ἀκούει καλύτερα· ἦταν δὰ καὶ λίγο βαρήκοος».

Στὸ ἀφήγημά του «Τ’ ἀνεπάντεχα τῆς Πρωτοχρονιᾶς», ὁ Κοτζιούλας διηγεῖται πῶς ὁ ἀρχικὸς φόβος του γιὰ τὴν εἴσοδο τῶν ἀνταρτῶν στὸ χωριὸ ἔδωσε τὴ θέση του σὲ μιὰ ἐμπειρία ἀποκάλυψης, ποὺ ἀποδίδεται μὲ ὅρους ποιητικούς:

Τί δουλιὰ ἔχει ἡ ἀλεποῦ στὸ παζάρι ! […] Ἄλλο εἶναι τὸ ἔργο μας, κύριε, ἀνώδυνο καὶ πολιτισμένο, νὰ μεταφράζουμε τοὺς κλασικούς. Βέβαια ὁ Ὁράτιος καὶ ὁ Θεόκριτος δὲν ἔχουν τόσο ταιριαστὴ θέση κάτου ἀπ’ τὰ δασιὰ φρύδια τοῦ Τζουμέρκου, μὰ καθένας ἔχει τὴ σειρά του, καὶ δὲ μπορεῖ ὁ γραφιάνος νὰ γίνει βασιλεὺς τῶν ὀρέων, νὰ τὰ βάλει μ’ ἀνθρώπους τοῦ ντουφεκιοῦ. Ἂς τὸ στρίψουμε λοιπὸν κανονικά.

Ἡ γνωριμία του μὲ τοὺς ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ, ὅμως, ἐνέπνευσε στὸν Κοτζιούλα ἐμπιστοσύνη, ἡ ὁμιλία τοῦ Τζαβέλα τοῦ κέντρισε τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς ποὺ ἡ ὁμάδα ξεσήκωσε στοὺς παρευρισκόμενους δὲν τὸν ἄφησε ἀνεπηρέαστο. Τὸ διήγημα καταλήγει ὡς ἑξῆς:
Πῆρα τὸν ἀπάνω δρόμο καὶ τράβηξα γιὰ τὸ σπίτι μου, κάπου μισὴ ὥρα ἀπ’ τὸ κέντρο τοῦ χωριοῦ. Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, μὲ ρωτοῦσαν, δεξιὰ ἀριστερά, ὅλο γιὰ τοὺς ἀντάρτες. Καὶ χίλιες σκέψεις γυρίζαν στὸ μυαλό μου.Ἔνιωθα τὸν ἑαυτό μου ἄνω κάτω, σὰ νά ’χα ζαλιστεῖ ἀπὸ πιοτὸ ἢ νὰ παραμιλοῦσα στ’ ὄνειρό μου ἢ νὰ περίμενα ἀγαπητικιὰ πολυπόθητη. Μὰ κι ὅλο τὸ χωριό, ἴσαμε τὸ πιὸ ἀπόμερο κονάκι, μὲ τοὺς ἀντάρτες εἶχαν νὰ κάμουν. Φάνηκαν στὸ μεσοχώρι μὲ ντουφέκια, μὲ μαχαίρια, μ’ ἀλλιώτικα ὀνόματα, σὰν τὶς «προσωπίδες» ποὺ βγαῖναν τὶς ἀποκριές. Καὶ πέρασαν ἀπὸ μαχαλὰ σὲ μαχαλὰ σὰν τὰ «Λαζαρούδια», μόνο ποὺ δὲν τραγουδοῦσαν, δὲν ἔλεγαν τὰ πάθια τοῦ νεκροῦ, μὰ κήρυχναν ἀνάσταση γιὰ τὶς πεθαμένες ψυχές μας.
Ὁ Κοτζιούλας ἀκολούθησε τὴν ὁμάδα τοῦ Τζαβέλα καὶ στὰ ἑπόμενα χωριὰ καὶ δὲν ἄργησε νὰ ἀναλάβει διοικητικὴ θέση σὲ τμῆμα τοῦ ΕΛΑΣ. Τὸν Ἀπρίλιο συγκροτήθηκε τὸ Ὑπαρχηγεῖο ἀνταρτῶν Ξηροβουνίου καὶ Δυτικοῦ κάμπου Ἄρτας μὲ καπετάνιο τὸν Γάκη Σπύρου, στρατιωτικὸ διοικητὴ τὸν πρώην συμμαθητὴ τοῦ Κοτζιούλα Γιάννη Παπανικολάου καὶ πολιτικὸ ἐπίτροπο τὸν Κοτζιούλα. Ἡ παρουσία τοῦ ὑπαρχηγείου ἦταν πάντως βραχύβια, καθὼς μέχρι τὸ τέλος τῆς Κατοχῆς συγκροτημένα ἐλασίτικα τμήματα δὲν κατόρθωσαν νὰ δημιουργηθοῦν στὴν περιοχὴ τοῦ Ξηροβουνίου, ὅπου κυριαρχοῦσαν οἱ δυνάμεις τοῦ ΕΔΕΣ –εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἀκόμη καὶ στὴν Πλατανούσα ἑβδομήντα ἀπὸ τοὺς κατοίκους στρατολογήθηκαν στὸν ΕΔΕΣ καὶ πέντε μόνο στὸ ΕΑΜ.

Ὁ Κοτζιούλας ἀφοσιώθηκε μὲ θέρμη στὰ καθήκοντά του ὡς ἐπιτρόπου καὶ ἀνέπτυξε ἔντονη δράση, ποὺ φαίνεται ὅτι ἀπέδωσε καρπούς. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ λαογράφος, ἱστορικὸς καὶ μετέπειτα στέλεχος τοῦ ΕΑΜ Χρῆστος Σούλης φροντίζει νὰ διοριστεῖ ὁ ποιητὴς στὴ «Ζωσιμαία Σχολὴ» τῶν Ἰωαννίνων. Ὅπως σχολιάζει ὁ Παπανικολάου, ἡ ἄρνηση αὐτοῦ τοῦ διορισμοῦ ἦταν ἡ πρώτη ἀντιστασιακὴ πράξη τοῦ Κοτζιούλα, ὁ ὁποῖος προτίμησε νὰ διδάξει «στὸ γυμνάσιο τοῦ ΕΑΜ». Τὰ παπούτσια ποὺ τοῦ στέλνει ὁ Σούλης ἀπὸ διανομὴ τῆς Μητρόπολης Ἰωαννίνων φτάνουν τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ περιοδεύσει στὰ χωριὰ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς Τζουμέρκων-Ξεροβουνίου, προκειμένου νὰ ἀφυπνίσει τοὺς βιοπαλαιστὲς τῆς ὀρεινῆς ὑπαίθρου· ὁ σύντροφος καὶ μετέπειτα μελετητής του Νίκος Κοσμᾶς μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Κοτζιούλας εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ ἐπιβάλλεται στὸ ἀκροατήριό του:
Τὸ ὕφος του, παρ’ ὅλη τὴν πικρὴ ἔκφραση τοῦ προσώπου του, ἦταν ἀθῶο, παιδικό. Μιλοῦσε μὲ γερμένο λίγο τὸ κεφάλι, ἀργά, σιγανὰ καὶ γλυκά. Μιλοῦσε κατ’ εὐθείαν στὴν ψυχὴ τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων. Ἀνάλογα μὲ τὸ ἀκροατήριο εἶχε καὶ τὶς προσφωνήσεις. Στοὺς κτηνοτρόφους τῶν Τζουμέρκων ἄρχιζε μὲ τὶς λέξεις : «Ἀγαπητοί μου βλαχοποιμένες, πρόβατα φυλᾶτε καὶ πρόβατα δὲν ἔχετε. Τὰ χρωστᾶτε. Γιατί νὰ τὰ χρωστᾶτε; Τὸ σκεφτήκατε αὐτὸ καμιὰ φορά;».
Ἡ μεγαλύτερη συμβολὴ τοῦ Κοτζιούλα στὸν ΕΛΑΣ ἦταν ἡ βοήθεια ποὺ πρόσφερε στὴ στρατολόγηση ὁρισμένων ἀγροτοποιμενικῶν φατριῶν (πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦταν ζωοκλέπτες καὶ ληστοφυγόδικοι), κυρίως τῶν περίφημων Μπουντουραίων καὶ Γρατζουναίων : «χάρη σ’ αὐτὸ τοὺ μάγου γινήκαμεν κι μεῖς ἀμίτις. Ποῦ ξέραμεν, ἰμεῖς ἀπ’ ἀγώνις;», φέρονται νὰ λένε ἀργότερα μέλη τῶν ὁμάδων αὐτῶν. Ὡστόσο, ἡ «διαπαιδαγώγηση» τῶν συγκεκριμένων ὁμάδων ἀπὸ τὸν ΕΛΑΣ δὲν ἀποδείχτηκε πολὺ ἀποτελεσματική· οἱ ζωοκλοπὲς καὶ οἱ λεηλασίες συνεχίστηκαν καὶ μέλη τῆς ὁμάδας πέρασαν ἀργότερα στὸν ΕΔΕΣ, ὅπου ἐπίσης ὁδηγήθηκαν σὲ ρήξη μὲ τὴν ἡγεσία καὶ ἐντέλει ἐξολοθρεύτηκαν. Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1943, πάντως, ὅταν οἱ ληστὲς εἶχαν μόλις ἐνταχθεῖ στὸν ΕΛΑΣ, ἡ σχέση τους μὲ τὸν Κοτζιούλα ἦταν θερμή. Ὁ Ἀλέξανδρος Μπουντούρης, ἀπὸ τὰ ἡγετικὰ μέλη μιᾶς φατρίας τῶν Γρατζουναίων, χάρισε στὸν ποιητὴ τὸ πιστόλι του, ἐμπειρία ποὺ ἀποτυπώνεται στὸ ποίημα «Ἀντάρτες»:

Μὲ κλέφτες ἔσμιξα κι ἐγώ, μὲ χαραμῆδες
ποὺ βγαίνουν –σκιάχτρα ζωντανά– στὶς δημοσιὲς
κι ἁρπάζουν χρήματα, περίσσιες φορεσιὲς
ἀπὸ μαυραγορίτες κι ἄλλους μουστερῆδες.
Δὲν ξέρω τί θὰ λὲν γιὰ μὲ οἱ πρωτευουσιάνοι
σὰ μάθουν τὰ καμώματά μου τὰ στερνά,
μά, ὅπως καὶ νά ’ναι, πῆρα δίπλα τὰ βουνὰ
κι ἐδῶ ποὺ βρίσκομαι κανένας δὲ μὲ πιάνει.
Βαρύζωστο φορῶ στὴ μέση μου κουμπούρι
ποὺ δὲ λαθεύει ἀπὸ τὶς ἕξι του καμιὰ
καὶ θά ’στρωνες μὲ δαῦτο κάμποσα κορμιά,
ὢ Ἀλέξη, ἂν δὲν τὸ ἀποχωρίζοσουν, Μπουντούρη […] (Γ9)

Πέρα ἀπὸ τὸν θαυμασμό του γιὰ τοὺς γενναίους ἄντρες τοῦ βουνοῦ καὶ τὴν αἴσθηση τῆς συντροφικότητας ποὺ ἀπολαμβάνει στὸ πλάι τους, ὁ Κοτζιούλας ἐκφράζει στοὺς στίχους αὐτοὺς τὴν ἱκανοποίησή του γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι διαφοροποιεῖται ἀπὸ τοὺς «πρωτευουσιάνους» ὡς ἀγωνιστής. «Πρωτευουσιάνος», πάντως, εἶχε αὐτοχαρακτηριστεῖ λίγους μῆνες πρίν, ὅπως εἴδαμε, γράφοντας στὸν Τζελέπη γιὰ τὴν ἀπουσία οὐσιαστικοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν λογίων γιὰ τὴν πάσχουσα ἐπαρχία.
Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1943 γράφει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δημοφιλῆ ἀγωνιστικὰ ποιήματά του, ποὺ μελοποιήθηκε ἀργότερα ἀπὸ τὸν ἀντιστασιακὸ μουσικοσυνθέτη Ἀλέκο Ξένο. Πρόκειται γιὰ τὴ δεκάστροφη «Ἐπανάσταση», μιὰ καταγγελία ἐναντίον τῆς ἐγχώριας ταξικῆς ἀνισότητας, μὲ ὁρμητικὰ ἐκφρασμένη τὴ βεβαιότητα τῆς κοινωνικοπολιτικῆς ἀνατροπῆς. Παραθέτω ἐνδεικτικὰ δυὸ στροφές:

Ποῦ θὰ πᾶτε, ποῦ θὰ πᾶτε! Κομποδιάστε τὰ κλεμένα,
κρύψτε καὶ τ’ ἀσημικά σας νὰ τὰ χαίρεται ἡ σκουριὰ
θά ’βγουμε κι ἐμεῖς παγάνα, θὰ σᾶς εὕρουμε ὣς τὸν ἕνα,
καὶ στὴν πόλη μέσα ἂν εἶστε καὶ στ’ ἀπόμερα χωριά.
[…]
Ποῦ θὰ πᾶτε, ποῦ θὰ πᾶτε! Νά, ξυπνάει ὁ μιναδόρος
καὶ τῆς θάλασσας ὁ μοῦτσος κι ὁ λιγόλογος σκαφτιάς.
Πὲς καὶ πὲς οἱ ἁπλοὶ διδάχοι, στὰ στερνὰ θὰ πιάσ’ ὁ σπόρος
κι εἶναι πιὰ φουρτούνας βόγγος ἡ φωνὴ τῆς ἐργατιᾶς. […]
[Ολόκληρο το ποίημα εδώ]

Ὁ Κοτζιούλας ἀπάγγειλε τὸ ποίημα σὲ μιὰ σύσκεψη πολιτικῶν ἀρχηγῶν καί, ὅπως γράφει στὶς ἀναμνήσεις του ἀπὸ τὸν Ἄρη, ἄρεσε πολὺ στοὺς συναγωνιστές του· ἄρχισε λοιπὸν νὰ τοὺς τὸ μοιράζει ἀντιγράφοντάς το μὲ τὸ χέρι σὲ τσιγαρόχαρτο δεκάδες φορές. Ὅπως ἀφηγεῖται, μάλιστα, κάποιο ἀντίγραφο ἔφτασε στὰ χέρια Ἐδεσίτη, τυπώθηκε σὲ γραφομηχανὴ σὲ ἑκατοντάδες ἀντίγραφα, τοιχοκολλήθηκε καὶ κοινοποιήθηκε μὲ αὔξοντα ἀριθμὸ στοὺς ἀντάρτικους σχηματισμοὺς καὶ τὶς ἐπιτροπὲς τοῦ ΕΔΕΣ ὡς τεκμήριο κομμουνιστικῆς προπαγάνδας. Συνοδευόταν ἀπὸ ἐπικριτικὴ ἀνάλυση ἑνὸς ἴλαρχου ἀπὸ τὸ ἀρχηγεῖο «Ἐθνικῶν ὁμάδων» Τζουμέρκων, στὴν ὁποία ὁ Κοτζιούλας ἔγραψε καὶ τοιχοκόλλησε ἀπαντητικὸ κείμενο, ποὺ ὅμως δὲν σώζεται.
Ἡ ἐπαναστατικὴ ποίηση τοῦ βουνοῦ φαίνεται ὅτι εἶχε καὶ τὴν ἰδιότυπη «φιλολογία» της.
Ἡ φήμη τοῦ ποιήματος ἔφτασε μέχρι τ’ αὐτιὰ τῶν Μαυροσκούφηδων, τῶν ἔφιππων φρουρῶν τοῦ Βελουχιώτη, στὶς σκληραγωγημένες μορφὲς τῶν ὁποίων ὁ Κοτζιούλας εἶδε νὰ ἐνσαρκώνεται τὸ ἰδανικό του γιὰ τὸν ἡρωισμό. Τοὺς πρωτογνώρισε σὲ φιλικὸ σπίτι στὸ χωριὸ Χόσεψη τῶν Τζουμέρκων στὶς ἀρχὲς Αὐγούστου τοῦ 1943 καὶ μίλησε μαζί τους μέχρι ἀργὰ τὴ νύχτα.
Ὅπως γράφει :
Μὲ ἄκουσαν μὲ προσοχὴ ἐκεῖνο τὸ βράδυ καὶ τὸ μόνο ποὺ μοῦ ζητοῦσαν ἦταν νὰ τοὺς κάμω ἕνα τραγούδι, μὰ δικό τους, μαυροσκούφικο, γιὰ νὰ τό ’χουν νὰ τὸ λένε. Ἡ ζήτηση τραγουδιῶν ἐκεῖνον τὸν καιρὸ στὰ βουνὰ ἦταν ἄλλο πράμα. Καὶ φαντάζεται κανένας τὴ δυστυχία ἑνὸς στιχουργοῦ ποὺ δὲν ἤξερε καὶ μουσική, νὰ τὴν ταιριάξει μὲ τὰ λόγια. Συνθέτη ἔπρεπε νὰ σκίσεις βουνὰ καὶ βουνὰ γιὰ νὰ πετύχεις.

Ο Κώστας Τραχανάς γράφει για τον Κοτζιούλα.

«Ποίηση και Πολεμική-Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα» 


thumbnail

Η Ήπειρος είναι και ήταν φτωχός τόπος .Δύσκολες οι συνθήκες ζωής. Μίζερο το μεροκάματο και δεν έφτανε τα παλιά χρόνια να χορτάσουν τόσα στόματα τη φαμίλια. Οι δύσκολες συνθήκες ζωής ενεργοποιούν όμως τον άνθρωπο.

Ό,τι δε  μας δίνεται εύκολα μας αναγκάζει να ψάξουμε, να επινοήσουμε, να ανακαλύψουμε, να εφεύρουμε.Έτσι στα πλοκάμια της σκέψης καταλαγιάζει η επινοητική λειτουργία.Το πνεύμα γίνεται πιο γόνιμο. Ευκαιρίες θέλει. Κι αυτές , αν δεν τις βρίσκει στην Ήπειρο, οπότε δρασκελίζει τα διάσελα, πηγαίνει σε άλλα μέρη, γκιζεράει σε άλλες πολιτείες, σε άλλους κόσμους. 

Στον ορεινό όγκο της Πίνδου το μάτι αγνάντευε μακριά και το πνεύμα αφηνόταν λεύτερο να συλλάβει, να ελέγξει, να παράγει έργο. Εκεί πάνω στα σκληροτράχηλα βουνά μας,στα Τζουμέρκα ,ο νους διαφεντεύει , δεν διαφεντεύεται. Η Ήπειρος  για καιρούς πολλούς έκανε εξαγωγή …φτώχιας και πνεύματος. Ένα  φτωχό αλλάφωτισμένο τέκνο της Ηπείρου ήταν και ο Γιώργος Κοτζιούλας.

« Αν έχετε ακουστά για κάποιον ποιητή/πόχειαπ΄τ’απόμακρα Τζουμέρκα φανιστεί,/Γιώργο τον βάφτισαν , του ΚωσταντήΚοτζιούλα,/γεννήθηκε, κοντά στις δάφνες, στην Τζουμούλα/για αυτόν που αθάρρευτος , σαν όλοι απ΄ τα βουνά, μπήκε στην πολιτεία με τα πολλά στενά/και μοσκοτρώγοντας καρβέλι αντίς μπομπότα/παιδεύτηκε πολύ για γράμματα, για φώτα,/νυχτοδουλεύοντας χρόνια μισοτιμής,/πρόθυμος για δουλειές , στο πάρσιμο ατζαμής,/αλλά και βαρετός κοντεύοντας να γίνει/με την αδύναμη κείνη ντροπαλωσύνη,/κι έτσι που δείχνονταν μη βλέποντας καλό,/τον άκακον αφού τον παίρνουν για λωλό,/σαν είδε κι έπαθε χωρίς να διαφορέψει/(μόνο που τα μαλλιά του πέσαν απ’ τη σκέψη),/στα τριάντα τόσα του γύρισε στο χωριό/για λάχανα της γης βελάνια των κλαριών/και από το φόβο του ξεβγήκε καπετάνος,/αυτός ο από καιρό μισοάρωστοςγραφιάνος….»

Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956),ο πολυδιαβασμένος και πολύγλωσσος  ποιητής της ευάνδρου Ηπείρου.Ο Ηπειρώτης Γιώργος Κοτζιούλας, ο μεγάλος αδικημένος των γραμμάτων μας.Το έργο του είχε περιθωριοποιηθεί και μεγάλο μέρος του, ακόμα και σήμερα, παραμένει ανέκδοτο. Η περιθωριοποίησή του οφειλόταν στο ότι ήταν παραδοσιακός ποιητής, επαρχιώτης , φτωχός και αριστερός. Ο Γιώργος Κοτζιούλας  αντιστασιακός , αγωνιστής , αριστερός, παραδοσιακός  ποιητής της προπολεμικής και μεταπολεμικής εποχής. 

Ένας σημαντικός λαϊκός ποιητής και πεζογράφος, ένας ευαίσθητος κριτικός , χαλκέντερος μεταφραστής και ένας ακέραιου ήθους αριστερός στοχαστής. Ένας από τους πιο προικισμένους Έλληνες ποιητές, που έγραψε το απαράμιλλης ειλικρίνειας έργο του, με το αίμα του. 

Ο ποιητής ο ζυμωμένος με τη φύση των Τζουμέρκων και της Πεντέλης , ο μαρτυρικός κάτοικος της Αθήνας, ο ηρωικός αντάρτης του βουνού, που αγωνίστηκε για τα δίκαια του λαού και τη διατήρηση των ηπειρωτικών παραδόσεων. Αμετακίνητα πιστός στον Άρη Βελουχιώτη. Η περίπτωση του Γ.Κοτζιούλα  παραπέμπει στο φαινόμενο, καπεταναίοι κι οπλαρχηγοί της επανάστασης του 1821, να έχουν μαζί τους τους «ραψωδούς» τους.

Ο Γιώργος Κοτζιούλας ήταν ένας αυτοεξόριστος στην πρωτεύουσα προλετάριος του πνεύματος. Η ποίηση υπήρξε το όπλο και η άμυνά του σε όλη τη διάρκεια του αντίξοου βίου του. Η Ποίησή του ήταν αντιστασιακή, λυρική,  πικρή, ερωτική, αστική , φυσιολατρική, αυτοβιογραφική, ηθογραφική  και οξύτατα καταγγελτική .

Ο Γιώργος Κοτζιούλας γεννήθηκε το 1909 στην Πλατανούσα των Τζουμέρκων και έτυχε να έχει δάσκαλο τον φωτισμένο ποιητή και ζωγράφο Γιώργο Αράπη. Δεκατριών ετών το 1922, φοίτησε στο Γυμνάσιο Άρτας. 

Πνευματικό κέντρο για τους νεαρούς σπουδαστές στην Άρτα τότε , ήταν το πρακτορείο εφημερίδων, που τους έφερε σε επαφή με το πρώτο περιοδικό ποικίλης ύλης του Μεσοπολέμου ,το διάσημο «Μπουκέτο». Στα 17 του χρόνια , λίγες ημέρες μετά την πτώση της Δικτατορίας του Πάγκαλου στις 22Αυγούστου 1926, ο Κοτζιούλας βρέθηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει .Μένει σε παράγκες και η υγεία του κλονίζεται (ήταν φυματικός από το 1934).Έζησε μια ζωή γεμάτη κακουχίες και στερήσεις.  

Λόγω της φτώχιας, της πείνας, της φυματίωσης  και τις ταλαιπωρίας, το πτυχίο της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, το πήρε μετά από 11 χρόνια, το 1938. Συμμετείχε στη λογοτεχνική ζωή του Μεσοπολέμου. Σύχναζε «στα ιερά Πάνδημης Φιλολογίας», δηλαδή στο απάνω και κάτω «Μπάγκειο», όπου εισχωρεί στους λογοτεχνικούς  κύκλους της Αθήνας.
  

Ο ποιητής βρέθηκε στο προσκήνιο της λογοτεχνικής ζωής της Αθήνας μόνο τη δεκαετία το ‘ 30 .Την δεκαετία του ‘ 40 τον ποιητή ρούφηξε η δίνη της ιστορίας : απομακρύνθηκε για τέσσερα χρόνια από την πρωτεύουσα και συμμετείχε στο αντάρτικο πλάι στον Βελουχιώτη .Από το 1944 έως το 1948,  είχε μια πενταετή εκρηκτική παραγωγικότητα στην ποίηση, στην πεζογραφία, στην κριτική και αρθρογραφία. Την ίδια εποχή αφιερώνει αρκετά ποιήματα στην Εμορφία Κηπουρού (αδελφή του Κώστα Κηπουρού του καπετάν Μετσοβίτη) με την οποία παντρεύτηκε το 1950 στη Νέα Σμύρνη.

Η ζωή του ήταν γεμάτη αντιξοότητες , μετακινήσεις , κινδύνους, φτώχια, προβλήματα υγείας . Ήταν απρόθυμος να βολευτεί σε κάποιο επάγγελμα και είχε ασυμβίβαστο κριτικό ήθος. Η προσχώρηση του Κοτζιούλα στο αντάρτικο, το 1943, και τα όσα έζησε μέχρι τον αφοπλισμό, τον Ιανουάριο του 1945, υπήρξαν η κορυφαία εμπειρία της ζωής του. Δημιούργησε το Θέατρο του βουνού. Το πρώτο του μονόπρακτο ήταν το «Το καινούργιο Εικοσιένα» και παίχτηκε στο Βουλγαρέλι. 

Ο περιοδεύων θίασος που πήρε το όνομα «Λαϊκή σκηνή», ανήκε στην 8η μεραρχία και  πέρασε τη διετία 1943-44,από τριάντα χωριά των Τζουμέρκωνκαι έκανε πάρα πολλές παραστάσεις. Άλλα θεατρικά του έργα είναι : «Ο ακατάδεχτος», «Το πρόστιμο του δασικού», «Ξύπνα ραγιά!», «Ο αστυνόμος» , «Ρημαγμός» , «Ηπειρώτισσες» «Ο Σταχτιάρης» κ.α. Αντάρτες Ηθοποιοί ήταν : ΓιώργοςΠαπαδόπουλος («Μπισκοτέν»), Βασίλης Ντέτσικας, Δέσποινα Ντέτσικα, Ι.Λαμπράκης,Α.Λαμπράκης,Π. Αλέτρας,Δ.Παπανικολάου,Νίκος Καραβασίλης, Ηλέκτρα Ζαχαρή, Β.Αναγνωστοπούλου, Δ.Παπανικολάου,ΓιάννηςΓεωργοκώστας ,Νίκος Μ.Δημητριάδης («Πρωτεργάτης»-ηθοποιός-σκηνικά-κιθαρωδός),Γρηγόρης Βαφιάς, Αγνή Κομπορόζου (Πρωταγωνίστρια), Χρ.Ζώης(«Ροβεσπιέρος»),Δήμος Γούλας (Υποβολέας). Σε μερικές παραστάσεις παίζανε και πολίτες.

«Όταν , έγινε η παράσταση  , πάλι με χιόνι, με άθλιο καιρό, σε ένα ακατοίκητο σπίτι σαν αχερώνα, σα χάνι, έπειτα από το καθεαυτού έργο παίχτηκε και το δικό μου «Το καινούργιο εικοσιένα». Νόμιζα πώς οι θεατές , στριμωγμένοι σε κάτι παλιοσάνιδα, άλλοι καθιστοί, άλλοι όρθιοι, ανάμεσα σε τσιγάρα και λάμπες που κάπνιζαν, νόμιζα πώς δε θα χαν υπομονή να καθίσουν όλοι ως το τέλος. Η πρόχειρη εκείνη σκηνή μου τους είχε κινήσει την προσοχή, με τη γλώσσα, το τοπικό χρώμα., κι εγώ δεν ξέρω με τι. Απάνω σ’ αυτό ακούω μια φωνή, πολλές φωνές:

-Το συγγραφέα!...Το συγγραφέα!..
Ποιος δαίμονας τους είχε σφυρίξει αυτήν τη λέξη στ’ αυτί ; Πού ήξεραν αυτοί οι ορεσίβιοι από πρεμιέρες θεάτρων!!»

Ο συμπατριώτης μας Γιώργος Κοτζιούλας ,που αν και βιολογικά θα μπορούσε να ενταχθεί στη γενιά του ’30 , ιδεολογικά και αισθητικά διαφοροποιείται από αυτήν , καθώς μένει πιστός στις αισθητικές αξίες που διαμορφώθηκαν από τη γενιά του ’20. Οι ποικίλες ποιητικές του επιδράσεις που δέχτηκε από τον Χάινε, τον Βερλαίν, τον Πόε,τον Γιεσένιν , ως τον Βάρναλη, τον Κρυστάλλη, τον Καρυωτάκη,τον Γρυπάρη, τον Άγρα, τον Καβάφη, τον Φιλύρα , συγχωνεύονται και αφομοιώνονται σε μια ποίηση έντονα προσωπική. 

Οι δε πεζογραφικές επιδράσεις του ήταν από τον Ουγκώ, Χάμσουν, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι, Πιραντέλο, Μπούνιν, Λώρενς,Ντίκενς,Ρίλκε, Απολλιναίρ, Ζιντκ.α.Δέχτηκε επιδράσεις και από το δημοτικό τραγούδι.Τρεις είναι παράγοντες στους οποίους ο Κοτζιούλας αποδίδει την ώθησή του προς την ποιητική δημιουργία:  η κληρονομικότητα (ο παππούς τραγουδιστής, ο πατέρας χαρισματικός αφηγητής), ο «χωριάτικός πολιτισμός»(πανηγύρια, τραγούδια της Αποκριάς, παιδικά τραγούδια) και η ψυχοσύνθεσή του («Ήμουν αντελικάτο παιδί, λίγο μυγιάγγιχτο από τότε, το κλίμα μου ήταν η ευπάθεια»).

Υπηρέτησε την ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο (θέατρο στα βουνά-αντιστασιακά μονόπρακτα), την αυτοβιογραφία, τη λαογραφική μελέτη , τα οδοιπορικά , τον κριτικό δοκιμιακό λόγο και έγραψε και δυο μοιρολόγια. Ανέδειξε με ρεαλισμό τις ιδιαιτερότητες και τις ομορφιές της ζωής της υπαίθρου, τις παθογένειες των κατοίκων της επαρχίας και του χωριού και τα βάσανα της βιοπάλης, τον σταδιακό μετασχηματισμό της επαρχιακής Ελλάδας, τη μετάβαση από το χωριό στην Αθήνα και τις ανυπέρβλητες δυσκολίες προσαρμογής στο άστυ, διεκδίκησε τη διατήρηση, στον λόγο της λογοτεχνίας, της τοπικής ιδιαιτερότητας( και πρωτίστως των γλωσσικών ιδιωμάτων) και αποτύπωσε τη νοσταλγία του ξενιτεμένου από τον γενέθλιο τόπο και ενίοτε εξιδανίκευσε έναν οριστικά χαμένο ειδυλλιακό χρονότοπο. Μετά τον Εμφύλιο φτάνει στο απόγειο της ποιητικής του ωρίμανσης .

Σε ορισμένα από τα ποιήματα αυτά έδωσε τον καλύτερο εαυτό του, όπως και ότανέγραφε , λίγα χρόνια νωρίτερα , για τους νεκρούς , τους εξόριστους και τους φυλακισμένους οπλαρχηγούς της Αντίστασης και τους παροπλισμένους Μαυροσκούφηδες.Αυτός ο ανυποχώρητος ιδεολόγος , ο σκληρός μαχητής στα πεδία της λογοτεχνίας και της πολιτικής έγραψε τους ισχυρότερους στίχους του ( αλλά και τα καλύτερα κριτικά κείμενά του) υμνώντας όσους χάθηκαν, πενθώντας για όσα χάθηκαν…

Ο κριτικός Κοτζιούλας χαρακτηρίζεται από εγρήγορση φιλολογική συνείδηση, ασκημένο βλέμμα στα λογοτεχνικά κείμενα και υφολογική ζωντάνια.Η γλώσσα του Κοτζιούλα στα ποιήματα , είναι η απλή, αψεγάδιαστη δημοτική της εποχής του, μπολιασμένη με πολλές ηπειρώτικες λέξεις. Στα πεζά του το ιδιωματικό στοιχείο είναι ακόμη εντονότερο, ίσως επειδή τα περισσότερα είναι βιογραφικά και εκτυλίσσονται στην Ήπειρο.
Ο Κοτζιούλας ήξερε άριστα τη γραμματική , το συντακτικό και την ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας , της καθαρεύουσας  και της δημοτικής . Ήταν ένας πολύγλωσσος , παθιασμένος μεταφραστής της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ένας δεινός φιλόλογος.Η μεταφραστική του δραστηριότητα δεν ήταν πάρεργο αλλά βασική πηγή βιοπορισμού και ταυτόχρονα μια από τις προσφιλέστερες ενασχολήσεις του .Γνώριζε Αγγλικά, Γαλλικά (τα έμαθε στο Γυμνάσιο της Άρτας) και Ρωσικά. Πέθανε το 1956 σε ηλικία 47 ετών.
Οι πολιτισμικές καταβολές του Κοτζιούλα , η ιδιοσυγκρασιακή προσήλωσή του στις παραδοσιακές μορφές, ο ενισχυμένος από τη στιβαρή κλασική παιδεία ορθολογισμός του, το αριστερής καταγωγής αίτημά του για μια τέχνη κατανοητή από τους πολλούς τον έθεταν στον αντίποδα του μοντερνισμού και τον έκαναν να είναι εναντίον εκείνου που θεωρούσε ως κυριαρχία του αστικού κόσμου στο πεδίο της τέχνης. 
Μένει πάντα πιστός στους «παρακμιακούς» Καρυωτάκη και Καβάφη.Λογοτέχνες που σχετίστηκαν με τον Γ.Κοτζιούλα ήταν :  ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Μάρκος Αυγέρης, η Λιλίκα Νάκου, ο Βασίλης Ρώτας, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Κώστας Βάρναλης, ο Κωστής  Μπαστιάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Καββαδίας, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου,  ο Σταύρος Τσακίρης, η Έλλη Αλεξίου , ο Στρατής Μυριβήλης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος, ο Νίκος Εγγονόπουλος , ο Θράσος Καστανάκης, ο Γιώργος Κατσίμαπλης, ο Χαρίλαος Παπαντωνίου, ο αρχιτέκτονας            Πάνος Τζελέπης κ.α. Ανήκε και στον κύκλο των πιστών της Πολυδούρη , όταν η ποιήτρια νοσηλευόταν ετοιμοθάνατη στο σανατόριο «Σωτηρία».

«Τζουμέρκα –Αθήνα , αυτή ήταν όλη/που χάραξα , όλη μου η γραμμή./Κίνησα απέκει μ’ ένα τσόλι,/μου’ λειψε εδώ και το ψωμί…».
«Μεγάλωσα μέσα στις δάφνες (..) ήταν απ’ το γνήσιο είδος-«δάφνηη απολλωνία»(…).Τότε που ήμουν άγουρος βοσκός μασούσα και δαφνόφυλλα, μην έχοντας τι άλλο να κάνω εκεί στην ερημιά μου(…).Δεν ήξερα ακόμα πώς το ίδιο έκανε πριν από αιώνες κι η Πυθία στο μουσείο των Δελφών….».

«Οι στίχοι γράφονται με ταραχή,/δεν είναι παίξε γέλασε η ψυχή./Μια σκέψη για να πιάσεις ή μια λέξη,/μπορείς να καρτερείς όσο να φέξει…. Στο ποίημα θα ‘ ναι η ίδια σου η καρδιά/που θα ξοφλά πρωτότυπα το κρίμα/δεμένη σαν κατάδικη στη ρίμα…».
Τα «Ηπειρωτικά» είναι μια συλλογή που περιέχει ορισμένα από τα ισχυρότερα ποιήματά του.Άλλες ποιητικές συλλογές και ποιήματά του είναι: «Δεύτερη ζωή », «Γρίφος», «Σιγανή φωτιά», «Εφήμερα»,«Τσουράπια από τη μάνα μου», «Φεγγάρι»«Κομμάτι εξοχής», «Ο Άρης», «Δειλός εγώ; », «Φυγή στη φύση»(η ποίηση της ήττας του Κοτζιούλα), «Στου γέρου μας το ξόδι», «Ο πεθαμός του Καταχνιά», «Μονάχα», «Είνορα»(ποίημα για τους μαυροσκούφηδες), «Τσάρλι Τσάπλιν», «Ελληνόπουλα», «Καραϊσκάκηδες», σονέτο «Οι πρώτοι του αγώνα»,αφηγήματα διάπλασης: «Από μικρός στα γράμματα», «Παλιά μου τέχνη», αφηγήματα  «Όταν ήμουν με τον Άρη», «Ιστορία ενός θιάσου», το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Πικρή ζωή» , η συλλογή διηγημάτων «Το κακό συναπάντημα  κι άλλα διηγήματα»κ.α.
Έκανε  κριτική  ,διόρθωση , διασκευή, μετάφραση στα περιοδικά :Ελληνικά Γράμματα, Ελεύθερα Γράμματα, Ρυθμός, Νέα Εστία, Νεοελληνικά Γράμματα, Μπουκέτο, Νέος Νουμάς,Νέοι σταθμοί,Ρομάντζο, ηπειρωτικό περιοδικό Ελλοπία και στις εφημερίδες : Ηπειρωτική Ηχώ, Δημοκρατία,Μακεδονικές Ημέρες,  Ρίζος της Δευτέρας, Ριζοσπάστηςκ.α.
Μετάφρασε : τουςΑθλίους, τις Μεγάλες προσδοκίες, την Παναγία των Παρισίων, τον Μπεν –Χουρ , τους Τρεις σωματοφύλακες, τα Πανεπιστήμιά μου, τις  Γυναίκες στον έρωτα, την  Μαρία Στιούαρτ, τα Δύσκολα χρόνια, κ.α.

Το 1954 έχουμε ανθολόγηση της ποίησης του Κοτζιούλα στην τρίτομη ποιητική ανθολογία του Αρτινού Μιχάλη Περάνθη. Να αναφέρουμε ότι ο πρώτος τόμος των Απάντων του Κοτζιούλα , εκδόθηκε το 1956 χάρη στη χορηγία του συντοπίτη, φίλου του ποιητή και βουλευτή , τότε, της κεντρώας παράταξης στον Νομό Άρτας Πέτρου Γαρουφαλιά. 
«Σέρνονταν με τη βαρυγκόμια στην ψυχή, με το μαράζι(…)ώσπου απ’ τις άδειες το υπουργείο τον πέταξε στην μπάντα, μεσοκομμένον, με κομμένη σύνταξη, μισή, να μασουλάει ένα ξερό κομμάτι σαν σκυλί και να βλογάει, ευκές να δίνει στο δημόσιο. Πάει ο καφές, πάει και το λάδι, ως να του κατέβει το φαρμάκι το φαϊ; Δεν υποφέρνεται άλλο, θα τραβήξει θαρετός εκεί που’ ν’ αρτυμή νηστίσιμη, στον κάμπο, θα κουβαλήσει τα παλιά του σύνεργα, πολέμαρχος, που ζώνεται ξανά στα γερατιά του άρματα νιού, να πολεμήσει. - Μα φοβάμαι πώς αυτό τ’ άντρεισμα το παράκαιρο θα ’ναι καθώς του αρώστου που ξανακυλάει».
«Δεύτερος βάρδος δεν θα υπάρχει στην  Ελλάδα/που να’ χει τιμηθεί απ’ τον αρχηγό παρόμοια,/πολέμαρχο ακριβόν στο να μοιράζει εγκώμια/-και αυτό καθόλου για του στίχου την αξιάδα…» .

Ο Κοτζιούλας υπήρξε ο μόνος νεοέλληνας ποιητής που έζησε και έγραψε πλάι στους αντάρτες.Υπήρξε ο μοναδικός νεοέλληνας λογοτέχνης που έζησε και έγραψε για τόσο μεγάλο διάστημα στη μαχόμενη Ελλάδα και τα βιβλία του αποτελούν βασικό αποτύπωμα της «ιστορίας» τη στιγμή που ακόμη διαδραματιζόταν.Ο Γιώργος  Κοτζιούλας έζησε στην εποχή του όσο λίγοι. Ήταν ένας γνήσιος ποιητής από το μέταλλο των μεγάλων, ήταν μια αμόλυντη αξία , αλλά  βρέθηκε σε εποχή που σκοτώνει τους ποιητές

Η  Καθηγήτρια Φιλοσοφίας Ιωαννίνων, Αθηνά Βογιατζόγλου, παρουσιάζει σε αυτό το βιβλίοσύγχρονες απόψεις και καινούργια δεδομένα για τη ζωή και τη συγγραφική δραστηριότητα του Γιώργου Κοτζιούλα , αυτού του επίμονου και ασυμβίβαστου ιδεολόγου της ζωής και της τέχνης. Στόχος της συγγραφέως είναι να αποτιμηθεί ο Γιώργος Κοτζιούλας, να επανεκτιμηθεί και να τύχη μιας ευρύτερης αναγνώρισης. Πρόκειται για μια άριστη μελέτη.Διαβάστε τη.
Η Αθηνά Βογιατζόγλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και εκπόνησε το  διδακτορικό της στοKingsCollege   του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.Δίδαξε στα Τμήματα Φιλολογίας των πανεπιστημίων Κρήτης και Πάτρας και το 2001 εξελέγη λέκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων , όπου σήμερα υπηρετεί ως αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Άλλα έργα της είναι « Η μεγάλη Ιδέα του λυρισμού .Μελέτη  του Προλόγου στη ζωή του Άγγελου Σικελιανού» και  «Η γένεση των πατέρων. Ο Σικελιανός ως διάδοχος των εθνικών ποιητών». Επίσης , επιμελήθηκε την έκδοση του μυθιστορήματος του Α.Λεβέντη «Η Τασσώ», καθώς και το βιβλίο του Γ.Π.Σαββίδη «Λυχνοστάτες για τον Σικελιανό».