Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

Θρύλοι και φαντάσματα!!!!


Γράφει ο Γιώργος  Γιαννάκης

Πολλές φορές νιώθω το νου μου να αρμενίζει στα παιδικά μου χρόνια εκεί στα ψωμοτόπια της Πίνδου. Εκεί που ακόμη αποκομμένοι και πίσω από τον άλλο κόσμο που δεν ξέραμε από αυτοκίνητο και ηλεκτρικό, μόνο το τηλέφωνο είχε έρθει. Θυμάμαι έναν φουκαρά που ήταν και λίγο χαμένος ανέβηκε πάνω στο στειλιάρι και φώναζε για την γυναίκα που του έφυγε, "Γιάννενα Γότιστα Προσβάλα γυναίκα θκιά μ εκεί είναι"!!! 

Βέβαια το σκοτάδι φέρνει σκοτάδι πλάθοντας φαντασιώσεις για παγανά και για φαντάσματα νεράιδες και πεθαμένους που έρχονται πάλι στον πάνω κόσμο. Ο Μπάρμπα Νάστος κλασικός φοβιτσιάρης ο οποίος κυκλοφορούσε πάντοτε με ένα μπροστογεμή στην πλάτη του όταν τον ρώταγες τι το θες το ματρακά αυτόν, σου έλεγε για ώρα ανάγκης. 


Αυτός λοιπόν κατά το σκάρο [ που δεν ήξερε τι θα πει άρμεγμα και σκάρος] άκουγε νταούλια νεράιδες και ντέφια κάτω στο ρέμα της Κρουστάλους. Μια μέρα λοιπόν ήρθε στο καφενείο σκυλογδαρμένος λες και πέρασε τα βασανιστήρια τ' Αλή Πασά. Τον ρώτησαν το όπλο τι κουβαλάς και λέει αυτός, για ώρα ανάγκης!!! Καταλαβαίνεται τι δούλεμα έπεσε. 

Πολλοί λέγαν ιστορίες για πεθαμένους που βγαίνουν. Η καψερή η Χρίσταινα έβλεπε τον Χρίστο της τον άδικο σκοτωμένο να είναι στην πόρτα φτυστός με την μπουραζάνα την άσπρη και να του λέει έλα Χρίστο μ να φάμε Τα παγανά τα Χριστούγεννα είχαν τον πρώτο λόγο κάτω στο λάκκο της Κώσταινας δεν σταμάταγαν όλη νύχτα. Τι διάολο χαλάνε έλεγε ο μπάρπα Φέζος.

 

Βέβαια ήταν και κάτι παλικαράδες στο καφενείο που βάζαν στοίχημα ότι θα φέρουν από την εκκλησία κάτι που να φανερώνει ότι πήγαν εκε,ί αν και δεν υπήρχαν θρύλοι και ιστορίες να δεις πως βγαίνουν οι πεθαμένοι από δίπλα από το κοιμητήριο. Τέλος πάντων πολλοί πήγαν αλλά ένας δεν γύρισε είχε βάλει στοίχημα να καρφώσει το μαχαίρι πάνω στην Άγια τράπεζα τελικά κάφωσε και το γιλέκο του οπότε νομίζοντας ότι κάποιος τον τραβάει έμεινε εκεί 

Ο παπάς ήταν από το άλλο το χωριό, όταν νύχτωνε και πήγαινε στο χωριό του καβάλα στο μουλάρι τον ακολουθούσαν και άλλοι κάνα δεκαριά από πίσω εκεί στα λαγγάδια 

Εμείς τα λιανούργια που ξέραμε πόσο φοβάται ο παππάς του στήνουμε μια παγίδα. Παίρνουμε ένα κολοκύθι του φτιάχνουμε στόμα, μύτη, μάτια, του βάζουμε ένα κερί αναμμένο και η νεκροκεφαλή είναι έτοιμη, την βάζουμε σε μια γωνία περιμένοντας τον παπά. Περνάει παππάς να πάει στο χωριό του πέφτει πάνω στο φάντασμα αρχίζει ο παππάς τα ξόρκια εμείς κατουρηθήκαμε από τα γέλια. Την άλλη μέρα στο καφενείο ήταν το κύριο θέμα, ο αγροφύλακας που ήταν γάτα και άκουγε τον παπά κατάλαβε ποιοι ήταν οι οι συνεργοί του φαντάσματος.

 Λέει σε όλες τις νοικοκυρές να πάνε στους κήπους να δούνε σε ποιά έχει χαθεί ένα κολοκύθι. Ξεκίνησε από την μάννα του Βαγγελάκη. Ω Χρύσω για κοίτα στο κήπους μήπως λείπει κάνα κολοκύθι. Στον κήπο δεν λείπει αλλά από το κατώι και ετοιμαζόμουν να φτιάκου πίτα και τα έβαλα με τη γειτόνισσα, θεέμ συγχώραμε. Καλά Χρύσω δεν θέλω τίποτα άλλο και φεύγει ο αγροφύλακας. Πάει ο Βαγγελάκης στο σπίτι τον τσακώνει η μάννα του με μια τσουκνίδα του φολτάκιασε τον κώλο να δεις κερατά αν το ξανακάνεις. Αφού τα έμαθε όλα ο παππάς δεν μας κάρφωσε στον δάσκαλο αλλά η τιμωρία μας ήταν να μην ξαναπατήσουμε στο Ιερό να κάνουμε τα παπαδοπαίδια



Γιώργος  Γιαννάκης

Απόδημος Κραψίτης