Σάββατο, 6 Ιουνίου 2020

Λόρκα- η ποίηση είναι επανάσταση.


Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου.

Γεννήθηκε σαν χθες στις 5 Ιουνίου 1898. Τον εκτέλεσαν χωρίς δίκη όχι μόνο γιατί ήταν διαφορετικός, αλλά γαιτί η ποίηση του είχε μέσα του την επανάσταση.Κι αυτό όλοι το φοβούνται, τη δύναμη του λόγου και της ελέυθερης σκέψης Αποτελεί κάθε εποχή επανάσταση.

Ο Λόρκα την άνοιξη του 1930 έδωσε μια διάλεξη  στο σπίτι των φοιτητών στη Μαδρίτη για το τι είναι τέχνη- από πού προέρχεται πώς εκφράζεται και ποιός τελικά την κατέχει.

Τι είναι τελικά η τέχνη, η έμπνευση η δημιουργία; Άγγελος ή Μούσα; Παλιό ή νέο, ζωή ή θάνατος;
..."Όχι µ' έναν άγγελο,όπως έχουν πει, ούτε µε µια µούσα. Είναι ανάγκη να γίνει αυτό το βασικό ξεχώρισµα για να φτάσει κανείς στην καρδιά ενός έργου.Ο άγγελος καθοδηγεί και προικίζει µε δώρα, όπως ο ΆγιοςΡαφαήλ, ή φρουρεί και υπερασπίζει, όπως ο Άγιος Μιχαήλ, ή προειδοποιεί όπως ο Άγιος Γαβριήλ. Ο άγγελος µπορεί να θαµπώσει αλλά δεν καταφέρνει τίποτε περισσότερο απ' το να πετάξει ανάλαφρα πάνω απ' το κεφάλι του ανθρώπου. Σκορπίζει τη χάρη του, κι ο άνθρωπος, χωρίς καµιά σχεδόν προσπάθεια δηµιουργεί, αγαπιέται, χορεύει.Ο άγγελος στο δρόµο της ∆αµασκού, ο άγγελος που γλίστρησε µέσα απ' τα ξύλινα ανοίγµατα του µικρού παραθυριού στην Ασσίζη κι εκείνος που ακολούθησε τα βήµατα του µυστικιστή Χάιντριχ Σούζο, είναι ένας άγγελος που προστάζει και κανείς δενµπορεί ν' αντισταθεί στη λάµψη του γιατί ανοιγοκλείνει τις ατσαλένιες του φτερούγες στα σύνορα των εκλεκτών.
Η µούσα υπαγορεύει και που και που εµπνέει. Τα όσα µπορεί,είναι σχετικά λίγα γιατί µακραίνει και εξαντλείται τόσο γρήγορα -την είδα δυο φορές- που αναγκάστηκα να την περιγράψω µε τη µισή καρδιά της από µάρµαρο. Οι ποιητές που εµπνέονται απ' αυτήν, ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από πού έρχονται. Έρχονται απ' τη µούσα που τους ενθαρρύνει και καµιά φορά που τους καταβροχθίζει κιόλας. Αυτή ήταν και η περίπτωση του Απολλιναίρ, ενός µεγάλου ποιητή, που τον κατέστρεψε η µούσα, η ίδια εκείνη που ζωγράφισε πλάι του ο θαυµάσιος κι αγγελικός Ρουσσώ. Η µούσα ξυπνάει την εξυπνάδα και φέρνει µαζί της τοπία µε κολόνες και µια ψεύτικη γεύση δάφνης. Πολύ συχνά η εξυπνάδα είναι εχθρός της ποίησης γιατί µιµείται πολύ, γιατί υψώνει τον ποιητή σ΄ ένα θρόνο στηµένο σε κοφτερές κι απότοµες άκρες κάνοντάς τον να ξεχνάει πως ξαφνικά, από στιγµή σε στιγµή, εκεί που κάθεται, µπορεί να τον κατασπαράξουν τα µερµήγκια ή µια πελώρια ακρίδα γεµάτη φαρµάκι να πέσει πάνω στο κεφάλι του. Ενάντια σ' όλα αυτά, οι µούσες που φωλιάζουν στο µονόκλ ή στην απαλή ζεστασιά των βερνικωµένων τριαντάφυλλων ενός κοµψού σαλονιού, είναι εντελώς ανίσχυρες. Ο άγγελος και η µούσα έρχοντ' απ' έξω.  
Ο άγγελος χαρίζει ακτινοβολία, η µούσα δίνει µορφές (ο Ησίοδος διδάχθηκε απ'αυτές). Χρυσό φύλλο ή πτυχή χιτώνα ο ποιητής δέχεται τακαλούπια έτοιµα, καθισµένος ανάµεσα στους θάµνους της δάφνης του. Το ντουέντε, όµως, πρέπει να ξυπνάει µέσα στα ίδια κύτταρατου αίµατος. Πρέπει να σπρώξουµε µακριά τον άγγελο, να διώξουµε µε κλωτσιές τη µούσα και να χάσουµε το φόβο που µας γέµιζε το βιολετί άρωµα που αναδίνει η ποίηση του δεκάτου ογδόου αιώνα και το τεράστιο τηλεσκόπιο όπου απλωµένη πάνω στους φακούς βρίσκεται η µούσα χλωµή κι άρρωστη από τα ίδια τα όριά της. Η αληθινή µάχη είναι το ντουέντε.
Αν θέλει κανείς, ξέρει τον τρόπο να φτάσει στο Θεό. Με την αγριάδα του ερηµίτη ή µε την κρυφή φωνή του µυστικιστή. Μ'έναν πύργο σαν της Αγίας Τερέζας ή µε τα τρία µονοπάτια του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού. Κι ακόµα κι όταν αναγκαστούµε ν'αναφωνήσουµε µε τον Ησαΐα: "Αληθινά, εσύ είσαι ο µυστικόςΘεός!", τελικά ο Θεός στέλνει τα πρώτα αγκάθια της φωτιάς του σ'όποιον τον γυρέψει. Για να βρούµε το ντουέντε δεν υπάρχει τίποτε να µας βοηθήσει. Ούτε χάρτης ούτε "σωστοί τρόποι". Το µόνο που ξέρουµε είναι πως καίει αίµα σαν κοπανιστό γυαλί, πως εξαντλεί,πως σβήνει τη γλυκιά γεωµετρία που µάθαµε, πως κλωτσάει όλα τα στυλ, πως κάνει τον Γκόγια, ζωγράφο του γκρίζου, του ασηµένιου κι εκείνου του ροζ στην καλύτερη αγγλική παράδοση να ζωγραφίζει µε τις γροθιές και τα γόνατα τροµερά µαύρα κατράµια, πως αφήνει το Σίντο Βερνταγκέ ολόγυµνο στον κρύο αέρα των Πυρηναίων, πως σπρώχνει το Χόρχε Μανρίκε να περιµένει το θάνατο στην ερηµιά της Οκάνια, πως ντύνει το λεπτοκαµωµένο σώµα του Ρουσσώ στο πράσινο κοστούµι του ακροβάτη και βάζει τα µάτια ενός ψόφιου ψαριού στον κόµη Λωτρεαµόν στο Βουλεβάρτο του πρωινού....
...Η µούσα µένει ακίνητη. Μπορεί αν κρατήσει τον πολύπτυχο χιτώνα της, τα αγελαδίσια µάτια της που ατενίζουν την Ποµπηία ή την πλατιά της µύτη µε τα τέσσερα πρόσωπα που της έδωσε ο φίλος της ο Πικάσσο. Ο άγγελος µπορεί να ανεµίσει στα µαλλιά που ζωγράφισε ο Αντονέλλο ντί Μεσσίνα ή αν φτερουγίσει στις πτυχές του Λίππι και στο βιολί του Μασσολίνο και του Ρουσσώ.Μα το ντουέντε; Πού είναι το ντουέντε; Μέσα από την άδεια αψίδα υψώνεται ένας άνεµος του νου που πνέει ακατάπαυστα πάνω από τα κεφάλια των νεκρών σε µιαν ατέλειωτη αναζήτηση για καινούργια τοπία κι ανυποψίαστους τόνους. Ένας άνεµος που µυρίζει σάλιο παιδιού, φρεσκοκοµµένο χορτάρι και πέπλο Μέδουσας αγγέλλοντας το αιώνιο βάπτισµα των νιογέννητων πραγµάτων”.
Να τι είναι η Τέχνη που καλύτερα δε θα μπορούσε κανένας μας να εκφράσει όσο ο Λόρκα. Είναι η φωτιά που καίει κι όχι να την καίμε εμείς, είναι η σπίθα που ανάβει κι όχι η κατά παραγγελία πυροστιά... Είναι το σκότος όλης της αβύσσου που γεννά το νέο και όχι το ψοφίμι που με τη μυρουδιά του καταπνίγει το ανοιξιάτικο αεράκι..... είναι το νέο που έρχεται και όχι το παλιό που όσο και να το βάψεις δε λάμπει ούτε θα λάμψει πια. Η ποίηση του Λόρκα ήταν επανάσταση και συνεχίζει να είναι γιατί έχει μέσα της τη φωτιά και το τσεκούρι. Αν δυανύουμε δύσκολους καιρούς ίσως έχει κάτι ακόμη να μας πεί, αρκεί να ξέρουμε ανάγνωση.




Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου

Δεν υπάρχουν σχόλια: