Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020

Ο Γεροσουλιώτης - Του Γιάννη Βλαχογιάννη

Ο Γεροσουλιώτης μάζευε τον πόνο του πολύν καιρό. Σε κανέναν όμως δεν ξεμολογιόταν το σκοπό του. Χρόνια ήταν περασμένα, που τους ξέρασε το κύμα τ’ άδικο της μοίρας της σκληρής στο πράσινο ακρογιάλι των Κορφών. Κι ενώ οι άλλοι μ’ ανθοβότανα γελούσανε την πείνα και τη συφορά τους, κι ενώ βρίσκανε κάποια παρηγοριά στα κάλλη του φιλόξενου νησιού, ο Γεροσουλιώτης είχε άλλου το νου του. Ολημερίς αγνάντευε τα ξεροβούνια τ' αντικρινά. Κι ολονυχτίς ο πόθος του τον πολεμούσε.

Κάποτε, ένα βράδυ, γύρισε στο σπίτι χτυπημένος σαν από καινούρια συφορά.
Ο άμοιρος εγώ, είπε, τι κατάρα μ' ήβρε! Ο Θεός μ’ οργίστηκε!
Έκαμε τους άλλους να τρομάξουν. Παιδιά κι εγγόνια τον τριγύρισαν. Ο γέρος, χτύπαγε τα στήθια του.
Πάει το Σούλι, φώναζε. Πάει πια!
Έκλαψε, κι ύστερα σώπησε, βλοσυρός. Στα φιλικά τα λόγια ούτε και πρόσεξε. Οι Σουλιώτες οι άμοιροι συνήθιζαν με της πατρίδας το χαμό. Η ελπίδα μοναχά περίσσευε απ’ τα περασμένα τους. Ο γέρος έδειξε πιο ύστερα να μαλακώνει. Έφαγε γελαστός, και πλάγιασε. Και την αυγή δε βρέθηκε στο στρώμα του.
Με ψαροκάικο είχε περάσει στ' ακρογιάλι το στεριανό. Βαστούσε τ' άρματά του, σα για πόλεμο. Άδειος από κάθε άλλο φόρτωμα. Νηστικός, ποιος ξέρει πόσο πλανήθηκε και πού. Κάποτε νύχτωσε όξω από το Σούλι. Και μπήκε στο χωριό αθώρητος, αν ύπαρχε κι άλλη εκεί ζωή. Χαιρετάει το Σούλι ο γέρος και δεν αντιχαιρετιέται. Να τα σπίτια τώρα τα γειτονικά, όλα βουβά! Κι άδεια και νεκρικά. Γυμνές χάσκουν οι θύρες τους και τα παράθυρα.
Μισόπνοος και ζαλισμένος απ’ την κούραση, ο Γεροσουλιώτης θαρρεί πως βρίσκεται σ' άλλο Σούλι, φανταστικό. Στέκεται και φωνάζει κανένα γείτονα του.
Γεια χαρά σου, καπετάν Λαμπρούση! Καλώς σας ήβρα κι όλους σας!
Απόκριση καμιά... Να και το σπίτι το δικό του! Να τος κι ο γεροπρίναρος ο φουντωτός, να και το ξεροπήγαδο στην πέτρινην αυλή. Όμως η θύρα είναι κλεισμένη... Ανοίγει, βλέπει στη γωνιά φωτιά ζωντανεμένη. Σα να ‘χασε το νου του μόνη μια στιγμή. Έπειτα όλα φανήκανε να ξαστερώνουν. Και το ξαστέρωμα ήταν η τρέλα του Γεροσουλιώτη. Μ' ανοιχτόκαρδη ματιά κοιτάζει γύρω. Στρωμένο το παραγώνι, κι η φωτιά λαμπρή τον κράζουν. Κι έτοιμο το τραπέζι, το φτωχικό. Κάθεται σταυροπόδι και τοιμάζεται να πέσει στο φαΐ, σα θεριό ολονήστικο. Και τότε θόρυβος ακούγεται από την αυλή. Τρεις Αρβανίτες μπαίνουνε στο σπίτι. Στέκονται ξαφνισμένοι. Και κρατούνε στα χέρια τ' άρματα.
Τι είστε σεις; ρωτάει ο γέρος ήσυχα.
Δε συλλογιέται τίποτα κακό. Κι άξαφνα όλα τα φαντάζεται. Κι ορθός, και φοβερός σα σκιάχτρο, καθώς είχε γίνει από τους κόπους κι απ’ του νου του τον παραδαρμό, κράζει στους Αρβανίτες·
Ωρέ, τι θέλετε στο Σούλι εσείς, σκυλιά; Το Σούλι ψέματα είναι πως το πήρατε! Το Σούλι ζει!
Κι ως να τραβήξει το σπαθί ο Γεροσουλιώτης, έπεσε νεκρός.

Σημ. του συγγραφέα
Εδώ θα ιδείς τη νοσταλγία που νιώθαν οι Σουλιώτες, όσο ζούσανε στα Εφτάνησα, για το Σούλι τ' αλησμόνητο. Κ ι ν τ έ ρ ι ήταν η λέξη η σουλιώτικη, που σήμαινε το βαθύν καημό του Σουλιώτη για το Σούλι. Τον πόνο αυτόν ωραία τον παράστησε ο ποιητής Μαρκοράς στο ποίημά του:

Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Στην ξενιτιά πεθαίνω,
πατρίδα μου ακριβή·
θ’ αφήσω το κορμί
         σε χώμα ξένο.

Τον κάκου αυγή και βράδυ
ποθούσα να σε ιδώ·
Χριστέ! με τι καημό
         θα πάω στον Άδη!

Δείξε μου καν την έρμη,
τη δοξασμένη γη
με απάτη σπλαχνική,
         βαριά μου θέρμη!

Ξανοίγοντας τα μαύρα
του τόπου μου βουνά,
θα μου φανεί δροσιά
         του χάρου η λαύρα.

θα λέω πως είναι τότες
που πάλευαν συχνά
με αμέτρητη Τουρκιά
         λίγοι Σουλιώτες.

Τα παλικάρια εκείνα
θα ξαναπλάσει ο νους,
που ενίκησαν εχθρούς,
         δίψα και πείνα.

Θα να τα ιδώ στη μάχη,
στον κίνδυνον ομπρός,
ακλόνητα, καθώς
         του τόπου οι βράχοι.

Πώς οι βουνίσιοι θόλοι
βγάνουν πολέμου αχό,
πώς μ' έβρηκε θα πω
         τούρκικο βόλι.

Στο σκλαβωμένο στήθος
χείλη θ' ακούω θερμά,
και ξέπλεκα μαλλιά,
         και δάκρυα πλήθος.

Του κάκου! Ερμιά, σκοτάδι
έχω στα μάτια εγώ·
Χριστέ! με τι καημό
         θα πάω στον Άδη!

https://katoci.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: