Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

'Oταν η μοιχεία ήταν ποινικό αδίκημα... Στις 20 Αυγούστου 1982 με τον νόμο 1972 του Ανδρέα Παπανδρέου, καταργείται η δίωξη της.





Μία μοιχεία οδηγεί έναν γάμο στο τέλος του ή είναι ευκαιρία για μια καινούρια αρχή, για μια δεύτερη ευκαιρία; Ο συγγραφέας Πάουλο Κοέλιο, στο βιβλίο του με τίτλο «Μοιχεία», μέσω της πρωταγωνίστριάς του, της τριαντάχρονης Λίντα, κερνά εμφατικές απαντήσεις: μέσα από τον εσωτερικό της μονόλογο εξιστορεί την έγγαμη ζωή της η οποία ήταν τέλεια. Φαινομενικά, όμως, αφού η ίδια ένιωθε ότι της έλειπε το πάθος. Αυτή είναι και η απάντηση στην ερώτηση «γιατί κάποιος να διαπράξει μοιχεία;». Λόγω απουσίας πάθους, αγαπητέ. Σωματικού και διανοητικού.
Αλλά ας κάνουμε τις συστάσεις – από εκεί δεν ξεκινά και η μοιχεία; Με μια γνωριμία…
Μοιχεία, λοιπόν, είναι η σεξουαλική σχέση ενός παντρεμένου ατόμου με κάποιο άλλο, πέραν του ή της συζύγου του. Από τους νομικούς, ορίζεται ως η παράβαση της συζυγικής πίστης που συνίσταται στην εξώγαμη κατά φύση συνουσία μεταξύ δύο προσώπων, τα οποία το ένα, τουλάχιστον, είναι έγγαμο.
Οι σχετικές προσωπικές ιστορίες που μπορεί να περιγράψει ο καθένας από εμάς, δεν έχουν τελειωμό. Η Ιστορία, όμως, έχει καταγράψει την πορεία της μοιχείας, αναδεικνύοντας ότι πρόκειται για ένα… «άθλημα» πανάρχαιο, με «χρυσά μετάλλια». Που ποτέ δεν τα απονέμει ο/η απατημένος/η, έτσι; Η μοιχεία είναι τόσο παλιά (και αμαρτωλή) ιστορία, όσο και ο θεσμός του γάμου και της οικογένειας. Μπορεί η κοινωνική της απαξία να μεταλλάσσεται από εποχή σε εποχή, από κοινωνία σε κοινωνία και από πολιτισμό σε πολιτισμό. Για παράδειγμα, ο κώδικας του Χαμουραμπί (18ος αιώνας π.Χ.) στη Βαβυλώνα προέβλεπε για τη μοιχεία την ποινή του θανάτου με πνιγμό.

00a4eabce1277aa2a4a578405f621631

Η Νταϊάν Λέιν στην αγκαλιά του εραστή της στη ταινία που έχει ως θέμα τις
 εξωσυζυγικές σχέσεις, η «Απιστη»

Οι λέξεις «μοιχός» και «μοιχεία» απαντούν συχνά στον Αριστοφάνη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Ξενοφώντα και τους ρήτορες. ∆εν υπάρχουν σχεδόν καθόλου στον Θουκυδίδη και στις τραγωδίες. Λογικό. Η μοιχεία, σε κάποιες περιπτώσεις, είναι τραγωδία από μόνη της. Αντίστοιχα, η έννοια της μοιχείας στην Αρχαία Σπάρτη δεν ήταν σαφής και προσδιορισμένη. Το βέβαιο είναι ότι η πράξη της μοιχείας εμπεριείχε το στοιχείο της ποινικοποίησης. Στην αρχαία Αθήνα ήταν βαρύτατο έγκλημα και η τιμωρία των μοιχών αποφασιζόταν στο δικαστήριο, μπροστά σε ακροατήριο. Ωστόσο, ο παλαιότερος νόμος του Δράκοντα άφηνε το περιθώριο σε αυτόν που έπιανε επ’ αυτοφώρω τους μοιχούς να αποφασίσει για την τύχη τους – έπαιρνε τον νόμο στα χέρια του. Αργότερα, οι (δίκαιοι) νόμοι του Σόλωνα πρόσφεραν στον/στη σύζυγο τρεις εναλλακτικές: είτε να σκοτώσει και τους δυο μοιχούς, είτε να ευνουχίσει τον μοιχό, είτε να τον/την εξαναγκάσει με βασανιστήρια να εξαγοράσει τη ζωή του – βαθιά ανθρώπινο. Το απίστευτο ήταν ότι στην περίπτωση που είχε χρησιμοποιηθεί βία για τη συνεύρεση, ο/η σύζυγος δεν μπορούσε να απαιτήσει παρά μόνο μια αποζημίωση που οριζόταν από το δικαστήριο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, σε άλλες ελληνικές πόλεις η μοιχαλίδα γνώριζε τον ορισμό του όρου «διαπόμπευση». Για παράδειγμα, στην Κύμη την έσερναν πρώτα στην αγορά και έπειτα την ανέβαζαν σ’ ένα μεγάλο λιθάρι (πέτρα), για να την «καμαρώσει» και, βασικά, να τη χλευάσει ο λαός. Επειτα την κάθιζαν πάνω σ’ έναν γάιδαρο και την έκαναν βόλτα σε όλη την πόλη ενώ τη λοιδορούσαν, την έβριζαν και την έφτυναν. Και για να κλείσει η τελετή, την πήγαιναν πάλι στην αγορά όπου, πάνω στο ίδιο λιθάρι, τη «βάφτιζαν» «ονοβάτιδα». Αυτόν τον ατιμωτικό «τίτλο» θα τον κουβαλούσε εφ’ όρου ζωής και μέχρι να άφηνε τον μάταιο τούτο κόσμο, ενώ της απαγόρευαν τη συμμετοχή σε όλες τις δημόσιες τελετές. Το βασικό είναι ότι το υπόλοιπο της ζωής τής μοιχαλίδας θα ήταν εκ των πραγμάτων μοναχικό: καμία άλλη γυναίκα δεν ερχόταν σε επαφή μαζί της – για να μη τη διαφθείρει, τι άλλο; Εννοείται ότι σε όλες τις ελληνικές
πόλεις ο σύζυγος την έδιωχνε από το σπίτι, αναγκαστικά: ακόμα κι αν ο ίδιος τη συγχωρούσε «γυναίκα είναι, θα την κάνει τη στραβή της, δεν πειράζει», η κοινωνία θα τον αποκήρυχνε ως «άτιμον». «Κερατά», που λέμε στις ημέρες μας.

Στα επόμενα χρόνια, πάντα στη χώρα μας, η μοιχεία ήταν ποινικό αδίκημα σχεδόν από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Κατά το άρθρο 286 τού Ποινικού Νόμου (της Βαυαροκρατίας, παρακαλώ) που ίσχυσε έως τις 31 Δεκεμβρίου 1950, η διάπραξη μοιχείας χαρακτηριζόταν ως πλημμέλημα. Παρέμεινε έτσι και με τον νέο Ποινικό Κώδικα που ίσχυσε από την 1η Ιανουαρίου 1951. Στο άρθρο 357 προβλεπόταν ποινή ενός έτους για τους μοιχούς, ενώ το έγκλημα διωκόταν μόνο με έγκληση του παθόντος συζύγου. Η μοιχεία ήταν ατιμώρητη μόνο εάν υπήρχε διάσταση των συζύγων ή ανοχή του παθόντος συζύγου – «δεν πειράζει, δεν πάθαμε και τίποτα, από κέρατο πέθανε μόνο ο ταυρομάχος».

apistia14

Ο νόμος περί μοιχείας ίσχυσε στην Ελλάδα για, περίπου, τέσσερις δεκαετίες. Σε όλα τα χρόνια γράφτηκαν ιστορίες με κλάματα ή με καταστάσεις για γέλια. Κλάματα από τους εμπλεκόμενους -μοιχούς και απατημένους- και γέλια από τη γειτονιά που δεν κοιτούσε τις πομπές της, αλλά τα καμώματα των απέναντι.
Για να πιστοποιηθεί το αδίκημα έπρεπε οι δράστες να συλληφθούν επ’ αυτοφώρω και, επομένως, γυμνοί. Τα όργανα της τάξης τούς συνελάμβαναν και τους πήγαιναν γυμνούς στο αστυνομικό τμήμα χωρίς να επιτρέπουν στους μοιχούς να ντυθούν, άντε κάνα σεντόνι-κουβέρτα. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίον πιστοποιείτο το αδίκημα – το οποίο ήταν αυτόφωρο. Σε όλη αυτή την ιστορία έπαιξαν ρόλο και πολλοί ιδιωτικοί ερευνητές, λέγε με ντετέκτιβ. Ο κύριος ή η κυρία πήγαινε στον ντετέκτιβ, του εξηγούσε για ποιον λόγο πρέπει να παρακολουθήσει τον/τη σύντροφό του, δια λόγους απιστίας. Οι ντετέκτιβ παρακολουθούσαν ένα παράνομο ζευγάρι και όταν διαπίστωναν τη μοιχεία ενημέρωναν τους απατημένους συζύγους οι οποίοι θα έπρεπε να ενημερώσουν τον Ειρηνοδίκη και την Αστυνομία – για να οργανωθεί το σχέδιο «έφοδος-αιφνιδιασμός». Βέβαια, πολλές φορές οι ντετέκτιβ παρέκαμπταν την Αστυνομία και έκαναν την έφοδο μόνοι τους, συνοδευόμενοι από φωτογράφους – για να πιστοποιηθεί το αδίκημα. Τα φλας φώτιζαν το παράνομο δωμάτιο και τα καρέ αποτύπωναν τα έκπληκτα βλέμματα των μοιχών – «ωχ, μας πιάσανε». Υπάρχουν πολλές ιστορίες που αναφέρουν ότι, αρκετές φορές, οι ντετέκτιβ ακινητοποιούσαν τους μοιχούς για να μην προλάβουν να αντιδράσουν και να απαθανατιστεί το γυμνό ενσταντανέ. Βέβαια, αρκετοί φωτογράφοι και ιδιωτικοί ερευνητές έφαγαν πολύ ξύλο από εραστή-«τρίφυλλη ντουλάπα» κατά την έφοδο.

e4407e4888f4ae4f9c7d67bebc9dd989
Κλάσικ καρέ: Τα «όργανα» της τάξης, ο απατημένος σύζυγος, ο μοιχός και η μοιχαλίδα ενδεδυμένοι με τη χλαμύδα της αμαρτίας («Η βίλα των οργίων»/Φίνος Φιλμ)

Αν η έφοδος και η σύλληψη ήταν επιτυχημένη, το παράνομο ζευγάρι έμενε όλη νύχτα στο κρατητήριο και η υπόθεση εκδικαζόταν την επόμενη ημέρα. Οι περισσότεροι τιμωρούνταν με 6 έως 8 μήνες φυλάκιση – αλλά ήταν, ευτυχώς, μια ποινή η οποία μπορούσε να εξαγοραστεί. Αλλά τι να το κάνεις; Το πρόβλημα ξεκινούσε από τη στιγμή που γινόταν η σύλληψη, με ολόκληρα κομμάτια διαπόμπευσης. Επειτα, έπαιρναν σειρά οι δημοσιογράφοι, αφού για τις εφημερίδες οι ιστορίες μοιχείας αποτελούσαν ένα συνηθισμένο, καλοπουλημένο ρεπορτάζ. Οι ρεπόρτερ, μάλιστα, έπρεπε να γράφουν όσο το δυνατόν πιο πικάντικες λεπτομέρειες από τη σύλληψη – πάντα πουλούσε η «κλειδαρότρυπα». Αν, μάλιστα, ο δημοσιογράφος ήταν παρών κατά τη στιγμή που γινόταν η έφοδος στην ερωτική φωλιά, η εφημερίδα την επόμενη ημέρα θα εξαφανιζόταν από τα μανταλάκια στα περίπτερα εν ριπή (μπανιστηρτζίδικου) οφθαλμού.



Ολα αυτά άλλαξαν και η μοιχεία πήγε στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας όταν αποποινικοποιήθηκε στη χώρα μας από την κυβέρνηση της Αλλαγής, από το κυβερνών κόμμα ΠΑΣΟΚ, στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης του πλέγματος των διατάξεων που αφορούσαν στο Οικογενειακό Δίκαιο. Η Εκκλησία της Ελλάδος αντέδρασε, υποστηρίζοντας ότι «η αποποινικοποίηση της μοιχείας θα κλονίσει τα θεμέλια της οικογένειας και του γάμου». Βλέπετε, οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Μουσουλμανισμός) είναι κατηγορηματικές απέναντι στη μοιχεία, υπακούοντας στην έβδομη εντολή που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή, σκαλισμένη επάνω σε πέτρινη πλάκα: «Ου μοιχεύσεις». Κι ενώ Ιουδαϊσμός και Χριστιανισμός αρκούνται σε εκκλησιαστικά επιτίμια, στα κράτη όπου εφαρμόζεται η Σαρία (ισλαμικός θρησκευτικός νόμος), οι ποινές είναι ιδιαίτερα απάνθρωπες, κυρίως για τις γυναίκες (ραβδισμοί ή λιθοβολισμός ή ταφή εν ζωή). Η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, όμως, δεν λειτούργησε σκοταδιστικά και έτσι κατάργησε το άρθρο 357 του Ποινικού Κώδικα με το άρθρο 8 του Νόμου 1272/82, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 20 Αυγούστου 1982.

apistia3

Οσον αφορά στις αστικές συνέπειες, με τον Νόμο 1329/1983 η μοιχεία έπαψε να αποτελεί απόλυτο λόγο διαζυγίου. Μπορεί, όμως, να επιφέρει τη λύση του γάμου μόνο αν κριθεί ότι από αυτή έχουν διαταραχθεί τόσο σοβαρά οι συζυγικές σχέσεις, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα (άρθρο 1439 Α.Κ). Αλλά, τουλάχιστον, έληξε η διαπόμπευση με τα σεντόνια και τις συλλήψεις.

Στην Ευρώπη και την Αμερική η μοιχεία αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί λόγο διαζυγίου, παρά την όποια αποποινικοποίηση. Πιο ανεκτικοί εμφανίζονται οι Ινδουιστές, ορισμένοι λαοί της Αφρικής και της Πολυνησίας, όπως και οι Εσκιμώοι.

Ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, ιρλανδός συγγραφέας (Νόμπελ 1925), είχε γράψει ότι «Η αιτία των διαζυγίων που αποδέχεται η κοινωνία είναι γελοία, μιας και ο κακός χαρακτήρας είναι πολύ πιο σοβαρή αιτία από τη συζυγική απιστία». Η Μέριλιν -μία ήταν και είναι η Μέριλιν- είχε πει ότι «Οι σύζυγοι, συνήθως, είναι καλοί εραστές όταν απατούν τις γυναίκες τους». Ο γάλλος συγγραφέας Ρομπέρ ντε Φλερ τόνιζε ότι «Το να απατηθείς είναι κι αυτό μια ιστορία αγάπης. Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με αυτά, η αλήθεια είναι μία: η μοιχεία έχει κλείσει πολλά σπίτια. Δυστυχώς, αλλά -σε κάποιες περιπτώσεις- και ευτυχώς…


Δείτε την ελληνική ταινία, σχετικά με την μοιχεία του 1964. με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, Κάκια Αναλυτή, Διονύση Παπαγιαννλοπουλο, κ.α.




Δεν υπάρχουν σχόλια: