Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Νικόπολη (Σμυρτούλα) Πρέβεζας. Δείτε τα video




Δείτε τα video
























Η Νικόπολη είναι δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Πρέβεζας που βρίσκεται εντός του γεωγραφικού χώρου της Αρχαίας Νικόπολης.. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο από 5m έως 80m και έχει 400 κατοίκους (απογραφή 2011)
Γεωγραφία
Η κοινότητα της Νικόπολης (Σμυρτούλα) απέχει από την Πρέβεζα περίπου 8 χιλ. βορείως και είναι κτισμένη στούς πρόποδες του ομώνυμου λόφου της Νικόπολης (100m μέγιστο ύψος). Συνδέεται με ασφάλτινο δρόμο με την εθνική οδό Πρέβεζας - Άρτας και με την παραλιακή οδό Πρέβεζας - Πάργας - Ηγουμενίτσας. Το χωριό έχει Νοτιοδυτικό προσανατολισμό και στίς πλάτες του έχει το άλσος της Νικόπολης (οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν το εν άλσει προάστειον.)
Ιστορία 
Η Νικόπολη, ως κοινότητα είναι νέο χωριό σχετικά. Στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε ελάχιστους κατοίκους κατά κανόνα κτηνοτρόφους. Κατοικήθηκε προπολεμικά και μεταπολεμικά κυρίως από βλάχους Συρρακιώτες και από Μικρασιάτες πρόσφυγες. Η όλη ιστορία της κοινότητας είναι ίδια με αυτή που περιγράφεται στό λήμμα Αρχαία Νικόπολη. Πέραν της γεωγραφικής σχέσης με την διάσημη Αρχαία Νικόπολη και με όλα τα σημαντικά ιστορικά στοιχεία που την συνδέουν, η κοινότητα της Σμυρτούλας - Νικόπολης, έγινε γνωστή γιά τις εξής μάχες:




















Πλησίον αξιοθέατα
Υποδομές κοινότητας
  • Κοινοτικό Κοιμητήριο
  • Κοινοτικό στάδιο - γήπεδο (νοτιοανατολικά πρός Πρέβεζα)
Για να διαβάσετε για την Αρχαία Νικόπολη κάνετε κλικ εδώ   https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1_%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7

Η μάχη της Νικόπολης, ο χαλασμός της Πρέβεζας το 1798 και η συνθήκη του Campoformio.



Eπιστολή του 1799 για τον Χαλασμό της Πρέβεζας


Με τον όρο ο Χαλασμός της Πρέβεζας αποκαλούνται τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν τη Μάχη της Νικοπόλεως (12 Οκτωβρίου 1798). Στη μάχη αυτή, νικήθηκε η Γαλλική Φρουρά Γρεναδιέρων που προστάτευσε την Πρέβεζα, με αποτέλεσμα δυνάμεις 7000 Τουρκαλβανών Οθωμανών υπό τον Αλή Πασά Τεπελενλή και τον γιό του Μουχτάρ εισήλθαν στην Πρέβεζα και προέβησαν σε ανελέητη σφαγή και λεηλασία των κατοίκων της πόλης, με αποτέλεσμα την πλήρη ερήμωσή της και τον εποικισμό της από Οθωμανούς (13+14 Οκτωβρίου 1798).[1]


Η Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο (17 Οκτωβρίου 1797)

Η Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο (Campoformido και μετέπειτα Campoformio, πόλη της Ιταλίας στη ΒΔ επαρχία Undine) που συνάφθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1797 ήταν μια σπουδαία συνθήκη ειρήνης μεταξύ Γαλλίας και Αυστρίας η οποία και επισφράγισε την προκαταρκτική Συνθήκη ειρήνης Λεόμπεν που είχαν συνομολογήσει οι ίδιες χώρες έξι μήνες πριν. Υπογράφηκε στο Κάμπο Φόρμιο, ένα χωριό της Βενέτσια Τζούλια, (Βενετίας), ύστερα από την ήττα των Αυστριακών και τον τερματισμό της νικηφόρας εκστρατείας του Ναπολέοντος στην Ιταλία. Γεγονός είναι πως όταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης μετέφερε ο ίδιος τη Συνθήκη αυτή στο Παρίσι μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα την παρέδωσε στα μέλη του Διευθυντηρίου στο λόγο του τόνισε τα εξής (κατά μετάφραση εποχής): «Αι δύο ωραιότεραι χώραι της Ευρώπης (Ιταλών και Ελλήνων) αι φημισμέναι άλλοτε δια τας τέχνας και τας επιστήμας και δοξασμέναι δια τους μεγάλους άνδρες που εγέννησαν, βλέπουν τώρα το πνεύμα της ελευθερίας να εξέρχεται του τάφου των προπατόρων τους». Σύμφωνα με τη Συνθήκη αυτή ισχύουν οι εξής όροι: Τέθηκε τέρμα στη μέχρι τότε ένδοξη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας μετά από 11 αιώνες ανεξαρτησίας. Λόγω δε της παρακμής της η Βενετία τελικά αναγκάζεται να δεχθεί συμμαχία με τον Ναπολέοντα η οποία ουσιαστικά είναι μια υποταγή για αυτήν. Η Βενετία χάνει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της μεταξύ των οποίων και τα Επτάνησα που περιέρχονται στη Γαλλία. Η Αυστρία εγκατέλειψε τις επαρχίες της στο Βέλγιο και συμφώνησε επίσης, με τον όρο της επικύρωσης από διάσκεψη των χωρών της αυτοκρατορίας, ότι η Γαλλία μπορούσε να προσαρτήσει τα εδάφη που είχε κυριεύσει και κατείχε στην αριστερή όχθη του Ρήνου, από τη Βασιλεία έως το Άντερναχ, συμπεριλαμβανομένου και του Μάιντς. Σε αντάλλαγμα, για την απώλεια των Αυστριακών αυτών κτήσεων στη Λομβαρδία, ο Ναπολέων παραχώρησε στους Αυστριακούς τα βενετικά εδάφη ανατολικά του ποταμού Αδίγη, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν η Ίστρια, η Δαλματία, και η ίδια η πόλη της Βενετίας. Περιέρχονται στη Γαλλία τα περισσότερα από τα εδάφη, που κατέκτησε ο Ναπολέων στην εκστρατεία του αυτή κατά του Πρώτου Συνασπισμού, κυρίως στη βόρεια Ιταλία καθώς επίσης τις ενετικές κτήσεις του ελλαδικού χώρου μεταξύ των οποίων το Βουθρωτό (σημερινή Αλβανία), την Πάργα (Νομός Πρέβεζας), την Πρέβεζα και την Άρτα. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης ιδρύθηκαν οι Δημοκρατίες των Ιταλικών Άλπεων (παράλπεια Δημοκρατία) και της Λιγουρίας στη βόρεια Ιταλία, που τελούσαν μέχρι τότε υπό γαλλική επιρροή. Επίσης η Γαλλία υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει την επιρροή της για να βοηθήσει την Αυστρία να αποκτήσει το Σάλτσμπουργκ και τμήμα της Βαυαρίας, ενώ ακολούθησε μυστική συμφωνία ότι κανένα εδαφικό αντάλλαγμα δεν θα δινόταν στην Πρωσία, πρώην σύμμαχο της Αυστρίας.

Γάλλοι γρεναδιέροι στην Πρέβεζα (Νοέμβριος 1797)
Μετά την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βενετίας, και με βάση τη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, η Πρέβεζα, η Πάργα και τα Ιόνια νησιά περιέρχονται στους Γάλλους. O Μέγας Ναπολέων έστειλε στην Πρέβεζα ως πολιτικούς εκπροσώπους τους επιφανείς Έλληνες της Κορσικής αδελφούς Stefanopoli. Τον έναν από τους αδελφούς αυτούς τον είχε δηλώσει ως «κηδεμόνα» στη Στρατιωτική Σχολή όπου σπούδασε.

Ο στρατηγός La Salchette με 280 Γάλλους Γρεναδιέρους στρατιώτες (κατ΄ άλλη άποψη 700) φτάνει στην Πρέβεζα με πλοία και μία μικρή δύναμη Γαλλικού στρατού καταφθάνει ειρηνικά επίσης στην πόλη της Πάργας. Οι Πρεβεζάνοι υποδέχονται με χαρά τους Γάλλους. Γράφουν στα έγγραφά τους "ΠΕΑ" (= «Πρώτο ‘Ετος Απελευθέρωσης»).[2] Ο ιστορικός Κάδμιος (ψευδώνυμο μάλλον του Μάρκου Βότσαρη ΙΙ, συνταγματάρχη του Μηχανικού) γράφει (1900) για την άφιξη των Γάλλων στην Πρέβεζα:
« Τω 1798, ότε υψώθη η Γαλλική σημαία επί των δήθεν επάλξεων του ερειπωμένου φρουρίου της Πρεβέζης, δεν υπήρχον επ αυτού ή τρία σιδηρά τηλεβόλα, η δε Γαλλική Δημοκρατία από πολλών μεριμνών περισπωμένη, ελάχιστον εφρόντιζε περί της σπουδαίας ταύτης θέσεως. Η άμυνα αυτής, μετά περιοχής της Νικοπόλεως είχεν εμπιστευθή εις διακοσίους ογδοήκοντα Γρεναδιέρους, υπό την διοίκησιν του Στρατηγού La Salcette (ή La Salchette) . Μόλις ούτος ώπλισεν και ωργάνωσε την Εθνοφυλακήν της Πρεβέζης και απέστειλε πολεμοφόδια εις τους Σουλιώτας, τους προσφερθέντας να ταχθώσιν υπό την Γαλλικήν σημαίαν και συμπράξωσι προς απόκρουσιν του Αλή Πασά, εσκέφθη διά την άμυναν της προκεχωρημένης θέσεως Νικοπόλεως »

Η Μάχη της Νικοπόλεως (1798 μΧ, Οκτώβριος 12)
Όπως αναφέρθηκε, στις 17 Οκτωβρίου 1797, υπεγράφη μεταξύ Βενετών και Γάλλων του Μεγάλου Ναπολέοντα Ι (Ναπολέων Βοναπάρτης), η Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο (The Treaty of Campo Formio), με την οποία η Πρέβεζα με την Πάργα και τα Ιόνια νησιά περιήλθαν στους Γάλλους, ερήμην του Σουλτάνου. Οι κάτοικοι της Πρέβεζας υποδέχθηκαν τους 280 Γάλλους γρεναδιέρους υπό τον στρατηγό La Salchette με μεγάλη χαρά σαν απελευθερωτές, διότι είχαν δεινοπαθήσει οικονομικά και διοικητικά από τους Βενετούς. Η Πρέβεζα όμως, δυστυχώς παρέμεινε στα χέρια των Γάλλων λιγότερο από ένα χρόνο, γιατί τον Οκτώβριο του 1798 μΧ, πέρασε βιαίως στα χέρια του Αλή Πασά Τεπελενλή (Ale Pasha Tepelena), μετά τη Μάχη της Νικοπόλεως. Προφανώς, η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είδε με καλό μάτι τη Συνθήκη του Campo Formio, διότι υπεγράφη άνευ της δικής της συγκατάθεσης.
Πριν τη Μάχη της Νικοπόλεως: Στις 12 Οκτωβρίου 1798 (ή στις 22 Οκτωβρίου κατά την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους), στα ερείπια της Νικοπόλεως, έγινε μία σκληρή μάχη, η Μάχη της Νικοπόλεως, στην οποία έλαβε μέρος η Γαλλική Φρουρά Πρέβεζας αποτελούμενη από 280-300 γρεναδιέρους υπό τον στρατηγό La Salchette (Λα Σαλσέτ), συνεπικουρούμενη από 200 Πρεβεζάνους πολιτοφύλακες και 60 Σουλιώτες πολεμιστές υπό τον καπετάν Χρηστάκη (Μάνος Δημήτριος, 1965). Κατά άλλη άποψη, επικεφαλής των Πρεβεζάνων πολιτοφυλάκων ήταν ο Παναγιώτης Τσαρλαμπάς, παππούς του Οδυσσέα Ανδρούτσου, και επικεφαλής των Σουλιωτών ήταν ο τυχαίως ευρεθείς στην Πρέβεζα Γεώργιος Μπότσαρης και επίσης ένα μικρότερο σώμα από την περιοχή Λάκκα Σούλι υπό τον καπετάν Χρηστάκη (Θεόφιλος Σπυράκος, 2007, σελίδα 178). Της μάχης αυτής προηγήθηκε προετοιμασία δύο μηνών με οχυρωματικά έργα. Η προετοιμασία καθυστέρησε πολύ λόγω της διαφωνίας των μηχανικών των Γάλλων, με αντικείμενο εάν οι οχυρώσεις θα είναι υπέργειες, δηλαδή ξύλινοι πύργοι, ή επίγειες, δηλαδή χαρακώματα. Πέραν αυτού, η θέση άμυνας ήταν λανθασμένη (στην σημερινή θέση Μάζωμα Πρέβεζας, ή «έλεγχος» πού βρίσκεται η ταβέρνα του Αριστείδη Ακρίβη, έξω από τα τείχη της Νικοπόλεως). Είναι προφανές ότι τα Ελληνογαλλικά στρατεύματα μειονεκτούσαν τόσο ως προς τον αριθμό στρατιωτών όσο και ως προς τη θέση τους.

Αλή Πασάς Τεπελενλής, Τεπελένι Αλβανίας
Από την άλλη μεριά παρατάχθηκε ο 58χρονος τότε Αλή Πασάς Τεπελενλής, διορισμένος «περιφερειάρχης» Ηπείρου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με επικεφαλής το νεαρό γιό του Μουχτάρ Πασά, με 4.000 πεζούς και 3.000 έφιππους Τουρκαλβανούς, ένα ασκέρι δηλαδή 7.000-8.000 ανδρών. Από ότι φαίνεται, οι Γάλλοι δεν πρόλαβαν να προετοιμασθούν αμυντικά, γιατί προδόθηκαν οι οχυρωματικές εργασίες τους και η στρατιωτική τους παράταξη, με αποτέλεσμα να δεχθούν ταχεία επίθεση από τον Αλή Πασά. Ο ιστορικός Κάδμιος γράφει χαρακτηριστικά: «Ο Ισθμός ούτος της Νικοπόλεως απέχει μίαν ώραν (εννοεί με πεζοπορία φυσικά) από της πόλεως της Πρεβέζης και εθεωρήθη επιδεκτικός αμύνης. Εκτός των διακοσίων ογδοήκοντα Γάλλων Γρεναδιέρων, προσεφέρθησαν ενθουσιωδώς περί τους διακοσίους Πρεβεζαίους και εξήκοντα Σουλιώτες, ίνα αμυνθώσιν εν τη θέσει ταύτη, εκτός των προσφερθέντων ήδη και αναμενομένων Σουλιωτών. Μόλις είχεν αποπερατωθή έν πυροβολείον από λέκτρου, εις ό ο Richemont, Αξιωματικός του Μηχανικού, ετοποθέτησε δύο πυροβόλα εκ χυτοσιδήρου, όπερ ήτο και το μόνον πυροβολικόν θέσεως, γίνεται γνωστόν ότι επήρχετο ο στρατός του Αλή Πασσά, εις όν προδόται, τον ίδιον προπαρασκευάζοντες όλεθρον, είχον προδόσει την στρατιωτικήν παράταξιν των Γάλλων». Κάδμιος: «Πολεμικαί Επιχειρήσεις παρά την Πρέβεζαν», Αθήναι, Εκδόσεις Μιχαήλ Σαλίβερου, 1900, σελίδες 14-15. Μάνος Δημήτριος: «Αλή Πασάς Τεπελενλής», Εκδόσεις Άλφα, Αθήνα 1965. Μιχαήλ Ντασκαγιάννης: «Ο Χαλασμός της Πρέβεζας», Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, Απρίλιος 2005. Σπυράκος Θεόφιλος: «Ιστορία και αρχαιότητες της Ηπείρου», Αθήνα 2007, σελίδα 178-179. Γκούβας Χαράλαμπος: "Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας", έκδοση Ιδρύματος "Μουσείο Τεχνών και Επιστημών Πρέβεζας Χαράλαμπος Γκούβας, 2009. Η Μάχη της Νικοπόλεως: Τα στρατεύματα του Αλή Πασά κατέφτασαν από το Μιχαλίτσι και σχεδόν περικύκλωσαν τους Γάλλους και Ελληνες. Γράφει γλαφυρά ο ιστορικός Κάδμιος: «Η πρωτοπορία του Πασσά συγκειμένη εξ επτακοσίων Αλβανών και διοικουμένη υπό του υιού αυτού Μουχτάρ, προσέβαλε πρώτη τας αμυντικάς θέσεις των Γάλλων. Οι εν Νικοπόλει ημύνθησαν καρτερικώς μέχρι πρωίας, ότε δύο λόχοι Γάλλων προσέβαλον ερρωμένως τους Αλβανούς και εξώθησαν αυτούς μέχρι των ερειπίων του αρχαίου θεάτρου της Νικοπόλεως, ευρισκομένων επί των δυτικών κλιτύων των υψωμάτων και επί της από Πρεβέζης εις Ιωάννινα αγούσης οδού. Κατά την στιγμήν εκείνην, οι εξήκοντα Σουλιώται πυροβολήσαντες εις τον αέρα κατέφυγον εις τα όρη, ήρχισε δε και εις τας τάξεις της εγχωρίου φρουράς να αναφαίνεται σύγχυσις, οι δε της προτεραίας καυχησιολόγοι να καταλαμβάνονται υπό λιποψυχίας. Ιδόντες τούτο οι εν τη πρωτοπορεία Αλβανοί επέπεσαν σφοδρότερον, αλλά δεν ηδυνήθησαν να προχωρήσωσι. Εξ άλλου ο στρατηγός La Salchette παρατηρήσας ότι το κατερχόμενον μέτωπον ήτο δυσανάλογον της αμυνομένης δυνάμεως και φοβηθείς διάσπασιν, διέταξεν την συμπύκνωσιν των ανδρών, ούτω δε η μάχη έμεινεν αμφίρροπος μέχρις της 8ης πρωϊνής, ότε ήρξαντο κατερχόμεναι αι εκ τεσσάρων χιλιάδων τουρκαλβανών, ών το τρίτον ιππείς, ορδαί του Αλή Πασσά μετ’ αλαλαγμών αγρίων…» (Κάδμιος, σελίδα 15). Η μάχη ήταν ιδιαίτερα φονική, διήρκεσε μία ολόκληρη μέρα και παρά τα οχυρωματικά έργα των Γάλλων, φυσικά τη μάχη κέρδισε ο Αλή Πασάς. Ο «συνταγματάρχης Hotte, παλαίων επί πολύ διά του ξίφους, κατώρθωσεν να φθάση μέχρι της περιβολής εις ήν ημύνετο και ο στρατηγός La Salchette, αγωνιζόμενος μετά εικοσιπέντε ανδρών, μέχρις εξαντλήσεως των πυρομαχικών, οπότε και παρεδόθησαν. Ο δε γενναίος Richemont ηγωνίσατο τον άπελπιν τούτον αγώνα μετ’ ολίγων στρατιωτών εντός του μεγάλου αμφιθεάτρου, ένθα και συνελήφθη…» (Κάδμιος, σελ. 16) Ο ίδιος ο La Salchette συνελήφθη αιχμάλωτος, βαρειά τραυματισμένος και απεβίωσε. Στο μεταξύ ο λοχαγός Tissot είχε την ευθύνη των αποθηκών της Πρεβέζης με τριάντα πέντε άνδρες. Συγκέντρωσε ογδόντα άνδρες και ήρθε γρήγορα στη Νικόπολη, όπου έδωσε μάχη για να απελευθερώσει τον στρατηγό La Salchette και τον συνταγματάρχη Hotte, αλλά συνάντησε ορδές τουρκαλβανών Ετσι ο Tissot επανέκαμψε στην Πρέβεζα για να σώσει τους κατοίκους από την επερχόμενη σφαγή των Αλβανών, όπου βρήκε να τον περιμένουν τουρκαλβανοί εισελθόντες στην πόλη από άλλη οδό. Ο λοχαγός Tissot έφτασε στο λιμάνι και παρετάχθη πίσω από την εκκλησία Αγιος Χαράλαμπος, έτσι ώστε τα νώτα του να προστατεύονται από θαλάσσης και τα πλευρά του από διπλανές κατοικίες. Ο Tissot έδωσε ηρωϊκή μάχη επί δυόμιση ώρες έτσι ώστε έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στις χριστιανικές οικογένειες να επιβιβασθούν σε βάρκες και να πάνε στό Άκτιο, ενώ η αναμενόμενη βοήθεια από τη Λευκάδα ουδέποτε έφτασε λόγω ενάντιου ανέμου. Όμως η μάχη του Tissot ήταν άνιση και «μετά πεισματώδη αγώνα οι εναπομείναντες εννέα άνδρες του, εκ των τριάκοντα έξ συνελήφθησαν, αφωπλίσθησαν και ωδηγήθησαν ενώπιον του Μουχτάρ Πασσά» (Κάδμιος, σελίδα 17). Ετσι μόνον 9 γρεναδιέροι με τους αξιωματικούς Tissot και Camus έμειναν ζωντανοί, αιχμαλωτίσθηκαν και αλυσοδεμένοι στην Πρέβεζα όπου έγιναν σκοπίμως μάρτυρες της σφαγής των γυναικόπαιδων, και των προυχόντων, του εμπρησμού και της λεηλασίας της πόλης που αριθμούσε τότε 16.000 άτομα πληθυσμό. Στη συνέχεια οι Γάλλοι αιχμάλωτοι μέσω Ιωαννίνων οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ τα στρατεύματα του Αλή Πασά κυρίευσαν ανενόχλητα πλέον στην Πρέβεζα.

  
O Μικρός Τυμπανιστής στη Μάχη της Νικόπολης

Για πολλά χρόνια, αργότερα, κυκλοφορούσε στη Γαλλία η σοκολάτα Chocolate Poulain η οποία απεικόνιζε τον Μικρό Γάλλο Τυμπανιστή στη Μάχη της Νικόπολης (Le Petit Tambour au Siege de Nicopolis) λίγο πριν αποκεφαλισθεί. Από τη σφαγή της Νικοπόλεως ξέφυγαν λιγοστοί Σουλιώτες πολεμιστές και ελάχιστοι Πρεβεζάνοι Πολιτοφύλακες. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί, ότι ο γνωστός Βρετανός ναύαρχος Nelson (1758-1805) είχε τόσο μίσος εναντίον του Μεγάλου Ναπολέοντα, ώστε μετά τη Μάχη της Νικοπόλεως έστειλε συγχαρητήρια επιστολή στον Αλή Πασά όπου έγραφε
Εξοχότατε, παρακαλώ δεχθείτε τα θερμά μου συγχαρητήρια, για τη μεγαλειώδη νίκη σας εναντίον των Γάλλων
Οι Γάλλοι και Έλληνες αιχμάλωτοι
Εκτός από μεγάλος ληστής, μεγάλος δικτάτωρ, και μεγάλος σφαγέας, ο Αλή Πασάς Τεπελενλής ήταν και μεγάλος διπλωμάτης, δολοπλόκος και δημαγωγός. Μετά τη σφαγή της Νικόπολης, της Πρέβεζας και της Σαλαώρας, για επικοινωνιακούς λόγους, οργάνωσε μεγαλειώδη επιστροφή και υποδοχή των δυνάμεών του στα Ιωάννινα, βάζοντας τους λιγοστούς Έλληνες και Γάλλους άτυχους αιχμαλώτους να προπορεύονται της πομπής κρατώντας στα χέρια τους τα κομμένα και αλατισμένα κεφάλια των συντρόφων τους, υπό τους αλαλαγμούς και τις ζητωκραυγές του Τουρκαλβανικού πληθυσμού των Ιωαννίνων. Πολλοί από αυτούς τους αιχμαλώτους πέθαναν από τις κακουχίες στο δρόμο προς τα Ιωάννινα. Από τα Ιωάννινα, οι εννέα Γάλλοι γρεναδιέροι αιχμάλωτοι, και δύο αξιωματικοί Tissot και Camus οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι στην Κωνσταντινούπολη για ανάκριση. Ο λοχαγός Camus αργότερα απελευθερώθηκε, πιθανόν με μεσολάβηση της μητέρας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, Μαρίας Λετίτσια, και επιστρέφοντας στη Γαλλία έγινε στρατηγός και έγραψε τα απομνημονεύματά του, σε τρείς τόμους. Ο στρατηγός Camus σε κάποιο σημείο των απομνημονευμάτων του αναφέρει ότι
κατά την εκτέλεση οχυρωματικών έργων στη θέση Μάζωμα, η σκαπάνη των Γάλλων στρατιωτών αποκάλυψε το ανατολικό νεκροταφείο της Νικοπόλεως και σε λίγο πλήθος κτερισμάτων (κοσμήματα, λυχνάρια, πήλινα, κλπ) ήρθε στο φως, τα οποία όλα συλήθηκαν.
Είναι άγνωστο τι απέγιναν αυτά τα ευρήματα, γιατί σχεδόν όλοι οι Γάλλοι στρατιώτες σκοτώθηκαν στη μάχη και τα υπάρχοντά τους λεηλατήθηκαν από τους Τουρκαλβανούς του Μουχτάρ.

Ο Χαλασμός της Πρέβεζας, ή, Σφαγή της Πρέβεζας
Μετά τη λήξη της Μάχης της Νικοπόλεως, στις 13 Οκτωβρίου 1798, οι 7.000 Τουρκαλβανοί του Αλή Πασά, πεζικάριοι και ιππείς, εισήλθαν νικητές στην απροστάτευτη πλέον Πρέβεζα, την οποία είχε ήδη εγκαταλείψει το μεγαλύτερο μέρος του ενεργού τμήματος του πληθυσμού της, μεταβαίνοντας στο Άκτιο και από εκεί στα βουνά της Ακαρνανίας (Ακαρνανικά Όρη) για να διασωθεί. Αρχικά συνελήφθησαν οι Πρεβεζάνοι προεστοί, συνεργάτες των Γάλλων και αποκεφαλίστηκαν στην παραλία της Πρέβεζας, μπροστά στους Γάλλους αιχμαλώτους γρεναδιέρους και τους λοχαγούς Tissot και Camus. Η πόλη λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε ενώ όσοι Χριστιανοί δεν πρόλαβαν να την εγκαταλείψουν, σφάχτηκαν ανηλεώς. Ο Αλή Πασάς μπήκε στην Πρέβεζα δύο μέρες μετά και όπως αναφέρει ο Pouquevil αποκεφάλισε στη Σαλαώρα, 170 προύχοντες, ενώ κατά τον Αραβαντινό οι εκτελεσμένοι ήταν συνολικά 400, που παραπλανημένοι από τις υποσχέσεις του είχαν επιστρέψει. Ελάχιστοι κάτοικοι απέμειναν και αυτοί ήταν κυρίως μουσουλμάνοι. Η πλειοψηφία των προσφύγων εγκαταστάθηκε στα Επτάνησα. Ο Αλή Πασάς παρέδωσε την πόλη στη σφαγή, τους βιασμούς, τη λεηλασία και τις φλόγες, διάρκειας δύο ημερών. Αφού λεηλατήθηκαν συστηματικά όλες οι ελληνικές συνοικίες, οι Οθωμανοί βίασαν, έσφαξαν, σκότωσαν άμαχους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και έκαψαν τα σπίτια και τις εκκλησίες των Ελλήνων. Ο Αλή Πασάς, ανάμεσα σε πολλά από τα λάφυρα του, έδειξε την προτίμησή του σε ένα χρυσό δισκοπότηρο του ναού του Αγίου Ανδρέα ή του Αγίου Χαραλάμπους, και, ένιωθε τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση πίνοντας από αυτό το ποτήρι το αγαπητό του ρακί, συστηματικά κάθε μέρα. Το διήμερο αυτό της σφαγής και λεηλασίας αποκαλείται «Ο Χαλασμός της Πρέβεζας».

Η σφαγή της Σαλαώρας (1798 μΧ, Οκτώβριος 14)
Οι Πρεβεζάνοι πολίτες που είχαν καταφύγει στο Άκτιο και τα Ακαρνανικά όρη, για να γλιτώσουν, εξαπατήθηκαν με δόλο του Αλή Πασά, ο οποίος παρέσυρε τον τότε Μητροπολίτη Άρτας Ιγνάτιο να δράσει ως δήθεν μεσολαβητής. Ο Ιγνάτιος απέστειλε κάποιον αρχιμανδρίτη μαζί με εκπρόσωπο του Αλή Πασά και διεμήνυσαν στους φυγάδες «να γυρίσουν πίσω ειρηνικά και δεν κινδυνεύουν». Η ομάδα αυτή των Πρεβεζάνων εξαπατηθείσα, οδηγήθηκε με πλοία στο λιμάνι της Σαλαώρας του Αμβρακικού Κόλπου, με την υπόσχεση ότι δήθεν «δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο», και ότι «θα εγγυόταν ο ίδιος ο Αλής την ασφάλειά τους, μέχρι να ηρεμήσουν οι Τουρκαλβανοί». Τελικά εκεί στη Σαλαώρα, χιλιάδες Πρεβεζάνοι περικυκλώθηκαν από τους Τουρκαλβανούς και αποκεφαλίστηκαν μπροστά στον Αλή Πασά! Είναι τέτοια η αγριότητα της ομαδικής σφαγής της Σαλαώρας, (διήρκεσε μία ολόκληρη μέρα) ώστε ο πρώτος δήμιος πέθανε από ανακοπή και αντικαταστάθηκε από άλλον ώρες αργότερα. Ο όρος γενοκτονία ωχριά μπροστά στη «Σφαγή της Σαλαώρας». Αποτέλεσμα της Σφαγής: Υπολογίζεται ότι μετά το «Χαλασμό της Πρέβεζας» από τους 12.000 τότε κατοίκους της πόλης παρέμειναν ζωντανοί μόνο 4.000 στην πλειοψηφία τους Αλβανοί και Οθωμανοί. Οι υπόλοιποι 8.000 είτε σφαγιάσθηκαν, είτε στάλθηκαν ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. O Πρόξενος των Γάλλων στά Ιωάννινα F. Pouqueville περιγράφει "σφαγή 170 Ελλήνων στην Πρέβεζα" αλλά είναι προφανές ότι εννοεί την σφαγή εντός της πόλεως, όχι αυτή της Σαλαώρας ("Ο Πουκεβίλ στήν Ελλάδα", εκδόσεις Ολκός, και "Ξένοι Περιηγητές στήν Πρέβεζα", Η "Καθημερινή", 28 Ιανουαρίου 2001). Κατά μία άποψη οι σφαγιασθέντες με αποκεφαλισμό ανέρχονται σε 500 άτομα (Θεόφιλος Σπυράκος, σελίδα 179). Η πόλη τελικά ξανακατοικήθηκε από πολίτες γειτονικών περιοχών και απέκτησε πάλι σταδιακά τον αρχικό πληθυσμό της. (Ελευθεροτυπία: «Τα Ιστορικά»). Ενας Άγγλος περιηγητής το έτος 1808 αναφέρει ότι «βρήκε την Πρέβεζα σε άθλια κατάσταση, με πληθυσμό 3.000 άτομα, εκ των οποίων οι μισοί ήταν Τούρκοι και Αλβανοί». Είναι ενδιαφέρον αλλά όχι και παράξενο, ότι στο σημερινό Τεπελένι της Αλβανίας, την είσοδο της πόλης μπροστά στο Δημαρχείο κοσμεί ένα καλοφτιαγμένο πρόσφατο μπρούτζινο άγαλμα του Αλή Πασά Τεπελενλή σε βάση από καφέ γρανίτη (Ali Pasha Tepelena, Φωτό: Χ.Γκούβας Μάϊος, 2002), ενώ υπάρχει στην Αλβανία και το ομώνυμο διάσημο στην Αλβανία συγκρότημα δημοτικής μουσικής «Grupo Tepelenes Ali Pasha», το οποίο σε ένα από τους τελευταίους δίσκους του αφιερώνει δύο τραγούδια στα Ιωάννινα και ένα τρίτο, το τραγούδι «Koke Nestabul», ή «Koka në Stambollë» (σημαίνει «Το κεφάλι στην Κωνσταντινούπολη») αποτελεί ύμνο στον «αδικοχαμένο» Αλή Πασά Τεπελενλή.















Αίτιο της κατάληψης της Πρέβεζας
Φαίνεται ότι στα Ιωάννινα ο Αλή Πασάς Τεπελενλής ένοιωθε ανασφαλής και σκόπευε τη μετεγκατάσταση της έδρας του στην Πρέβεζα για να έχει άμεση πρόσβαση σε ουδέτερο δυτικό έδαφος, όταν θα αυτονομείτο από την Πύλη ("θα σήκωνε μπαϊράκι"). Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός των πολύ καλών σχέσεων πού είχε με τους δυτικούς διπλωμάτες και τους περιηγητές της περιοχής, Άγγλους, Γάλλους, Ολλανδούς, Δανούς, στους οποίους παρείχε στην Πρέβεζα πλουσιοπάροχη φιλοξενία, σε σημείο πού οι ίδιοι στις περιγραφές τους τον περιγράφουν με αξιοθαύμαστα λόγια. Ακόμα και οι σύζυγοι των Ευρωπαίων διπλωματών δεν φείδονται καλών λόγων για τον «ευγενέστατο κύριο Αλή Πασά, πού ήταν αβρότατος μαζί τους και τους δώριζε συχνά διαμάντια και μαργαριτάρια». Μετά τη δεύτερη κατάληψη της Πρέβεζας, ο Αλή Πασάς αν και δήλωσε πως θα σεβόταν την εσωτερική αυτονομία της πόλης, φρόντισε να τοποθετήσει στην ηγεσία της «Εξάρας» (όργανο αυτοδιοίκησης) πρόσωπα πιστά σε αυτόν. Οι Αλβανοί Μπεκήρ Αγάς και Τσατς Μπέης, όργανα του Αλή, ασκούσαν τρομοκρατία στην πόλη. Κύριο τους μέλημα ήταν να δημεύουν περιουσίες κατοίκων και να τις παραχωρούν είτε σε συμπατριώτες τους είτε σε Έλληνες πιστούς στον Αλή. (Κ.Ρωμαίος: «Eλλάς», τόμος 2ος, σελ 368-370, εκδ. Γιοβάνη).
Τελικά, ο Αλή Πασάς δεν πρόλαβε να εδραιωθεί στην νέα έδρα του την Πρέβεζα, γιατί το 1822 είχε το γνωστό άδοξο τέλος στο νησάκι των Ιωαννίνων με τον αποκεφαλισμό του από στρατεύματα του Χουρσίτ Πασά, το δε κεφάλι του πήρε αλατισμένο την οδό προς Κωνσταντινούπολη. Ο τάφος του ακέφαλου σώματός του βρίσκεται σήμερα στο Φρούριο του Ιτς Καλέ στα Ιωάννινα. Μετά το βίαιο θάνατο του Αλή Πασά, σε ηλικία 82 ετών, το 1822, η Πρέβεζα παρέμεινε στα χέρια των Οθωμανών άλλα 90 χρόνια, μέχρι την 21η Οκτωβρίου 1912, οπότε απελευθερώθηκε από τον Ελληνικό Στρατό υπό τον Ταγματάρχη Παναγιώτη Σπηλιάδη, προς τιμήν του οποίου φέρει το όνομα η παραλιακή λεωφόρος της Πρέβεζας.

Το πόστερ «Ο Χαλασμός της Πρέβεζας»
Το έτος 2004, βρέθηκε στη συλλογή παλαιών εγγράφων του Κωνσταντίνου Φίλου, μια επιστολή του έτους 1798 μΧ, του Πρεβεζάνου Σπύρου Τριάντογλου από τα Λεχαινά Ηλείας, προς τον επίσης Πρεβεζάνο Προεστό Σιόρ Αταρίνο Χουρόπουλο στους Παξούς. Η ευκατάστατη οικογένεια Αταρίνου Χουρόπουλου γλύτωσε από τη σφαγή του Χαλασμού της Πρέβεζας μετακομίζοντας έγκαιρα στους Παξούς, με όλο το βιός της όπως αναφέρεται στην επιστολή. Στην επιστολή αυτή γίνεται αναφορά στο Χαλασμό της Πρέβεζας. Με αφορμή αυτή την επιστολή ο Χαράλαμπος Γκούβας και ο Κωνσταντίνος Φίλος, μελέτησαν τη διαθέσιμη βιβλιογραφία και με τη συνεργασία δύο ειδικών στην ψηφιακή φωτογραφία (Γεώργιος Καρράς και Θωμάς Τσεκούρας), κατασκεύασαν ένα Poster με τίτλο «Ο Χαλασμός της Πρέβεζας». Το Poster αυτό είχε σαν σκοπό να κάνει γνωστό στο ευρύ κοινό το φοβερό αυτό ιστορικό γεγονός το οποίο άγνωστο γιατί πέρασε στα ψιλά της ιστορίας. Το Poster εκτίθεται στο Δήμο Πρέβεζας, στη Νομαρχία Πρέβεζας, την Αστυνομία Πρέβεζας , σε ορισμένες δημόσιες Υπηρεσίες της πόλης και στην ταβέρνα «Κελάρι».

20 και 21 Οκτωβρίου 1912. Η Μάχη της Νικόπολης και η Απελευθέρωση της Πρέβεζας.



Η Μάχη της Νικόπολης.
Η Νικόπολη ας θυμήσουμε ότι κτίστηκε από τον ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο, σε ανάμνηση της ναυμαχίας του Ακτίου που έγινε στις 2/9 του 31 π.Χ. μεταξύ του Γαΐου Οκταβιανού (μετέπειτα Καίσαρα Αυγούστου) και του ΜάρκουΑντωνίου και τη Κλεοπάτρα, που μετά τη δολοφονία του Καίσαρα διεκδικούσαν το θρόνο της απέραντης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το κύριο σώμα αμύνης οι Τούρκοι το είχαν τοποθετήσει έξω από τη Νικόπολη και σε ένα πλάτος 700 μέτρων, όπου διασχίζεται από αρχαίες τάφρους που τα χρησιμοποίησαν σαν χαρακώματα. Για να προκαλέσουν σύγχυση στους Έλληνες που έκαναν επιθέσεις, μπροστά από τα χαρακώματα τοποθέτησαν πέντε μοντέρνα πεδινά πυροβόλα. Η φρουρά της Πρέβεζας είχε μια δύναμη 600 ανδρών, ενισχυμένη από τουρκαλβανούς τσάμηδες, και από Οθωμανούς της Πρέβεζας που είχαν το δικαίωμα να έχουν όπλα, αυτοί οπλίστηκαν από την αποθήκη πολεμικού υλικού των Τούρκων στην Πρέβεζα. Τελικά η συνολική δύναμη των τούρκων στην Πρέβεζα ήταν περίπου 1000 άνδρες. Στον κόλπο της Πρέβεζας ήταν και το αντιτορπιλικό «Αττάλεια» με δύο ατμακάτους σε ασφαλές σημείο αγκυροβολημένα.































Ο επιτιθέμενος ελληνικός στρατός αφού εξασφάλισε τα νώτα του μέχρι και την τοποθεσία Πέντε Πηγάδια στο Βουνό Ξηροβούνι. Επικεφαλής της δύναμης ήταν ο ταγματάρχης του μηχανικού Σπηλιάδης, με επιτελείς τον ίλαρχο Γαβριελάκη και τον ανθυπίλαρχο Μεκά. Το μεσημέρι της 19 ης Οκτωβρίου αποφασίστηκε να γίνει η επίθεση κατά των τουρκικών γραμμών της Νικόπολης. Η δύναμη έφθασε το απόγευμα της ίδια ημέρας στο ύψωμα του Αγίου Κωνσταντίνου απέναντι από την τουρκική γραμμή άμυνας των Τούρκων.
Εγκατεστάθηκαν προφυλακές και ο καταυλισμός των ανδρών και ήταν ετοιμοπόλεμοι. 
Το ξημέρωμα της 20/10/1912 οι άνδρες παρατάχθηκαν για επίθεση. Στο δεξί άκρο παρατάχθηκαν οι Κρήτες αντάρτες του Μάνου, στο αριστερό άκρο τα Ηπειρωτικά τμήματα και τη κεντρική γραμμή ο τακτικός στρατός με ένα τάγμα του 15 ου Συντάγματος. Πίσω από τους πεζούς υπήρχαν δύο πυροβολαρχίες με διοικητές τους Χαβίνη και Μπούφη. Σε επικουρία υπήρχαν στο Ιόνιο πέλαγος και μοίρα ελαφρών σκαφών του στόλου, που απέκλειαν τα λιμάνια σ' όλη την Ηπειρωτική ακτή..
Ο άνδρες αδημονούν μέχρι να δωθεί η διαταγή επίθεσης από τον Σπηλιάδη. Στις 7.00 πμ. δόθηκε η διαταγή και τα άκρα άρχισαν την επίθεση πυροβολώντας όρθιοι και μετακινούμενοι προς την τουρκική γραμμή. Σε λίγο όλη η ελληνική παράταξη είχε πλησιάσει τις τουρκικές θέσεις. Οι Τούρκοι μάχονται αλλά δεν κατορθώνουν να σταματήσουν τους επιτιθέμενους. Οι ηγέτες της επίθεσης έφιπποι κινούνταν συνεχώς δίνονταν διαταγές και εμψυχώνοντας τους άνδρες τους. Ο Σπηλιάδης μετά από μιας ώρας μάχη διέταξε ο 10 ος λόχος του λοχαγού Φιλιππόπουλου να κάνει επίθεση. Ο λόχος με σφοδρό πυρ και με τη βοήθεια από τα άκρα. Οι τούρκοι ήταν μέσα στα χαρακώματα και αντιστέκονταν καρτερικά. Πολλές οβίδες του πυροβολικού έπεφταν χωρίς να βρουν το στόχο τους. Τραυμάτισαν όμως τα άλογα του Σπηλιάδη, του Γαβριελάκη και του Μελά. Αυτό συντέλεσε όμως η μάχη να γίνει ακόμη πιο λυσσαλέα από τους Έλληνες. Το «Εμπρός» του Σπηλιάδη ακούγεται συνεχώς και οι στρατιώτες ενθουσιώδεις ακολουθούν τη διαταγή. Μερικοί δεκανείς και λοχίες στο κέντρο τραυματίζονται, αλλά οι άνδρες συνεχίζουν την επίθεση. 
Στις 11 π.μ. από την πλευρά της θάλασσας μία ατμάκατος άρχισε να πολυβολεί κατά των επιτιθεμένων ανεπιτυχώς. Η πυροβολαρχία Χαβίνη έστρεψε προς τα εκεί τις κάνες των πυροβόλων, μετά από δέκα βολές μια στήλη καπνού έδειξε ότι το σκάφος βυθίστηκε, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από τους αξιωματικούς με τις διόπτρες τους. Η είδηση μεταδόθηκε αστραπιαία και έσπειρε τον ενθουσιασμό στους άνδρες. Η πυροβολαρχία συνέχισε τις βολές και τα υπόλοιπα σκάφη απομακρύνθηκαν για αν κρυφτούν στον όρμο του Αγίου Σπυρίδωνα.
Η εξέλιξη της μάχης είναι σε κρίσιμο σημείο. Τα πυρά των μάουζερ και των μάνλιχερ των ανδρών αντηχούν και τα σφυρίγματα των οβίδων από τα πυροβόλα που είναι τοποθετημένα στα υψώματα του Αγίου Γεωργίου, του Παντοκράτορα και της Βρυσούλας που περνούν από πάνω τους το δείχνουν. 
Οι Κρητικοί του Μάνου συνεχίζουν την επίθεση με στόχο να φτάσουν τα τουρκικά χαρακώματα και να βάλουν τη σημαία τους εκεί. Ο Κώστας Μάνος μαχόμενος πληγώνεται στο χέρι, αλλά δεν τον σταματάει τίποτε. Με την ψυχραιμία που διακρίνει τους ηγήτορες κάνει ένα πρόχειρο δέσιμο της πληγής και συνεχίζει. 
Στις 12 το μεσημέρι τα πυρομαχικά έχουν εξαντληθεί και γίνεται διανομή νέων πυρομαχικών. Σε μισή ώρα όλοι έχουν λάβει τα πυρομαχικά και η επίθεση συνεχίζεται. Οι πυροβολαρχίες πλησιάζουν και σφυροκοπούν τις τουρκικέ θέσεις. Οι οβίδες σκορπίζουν το θάνατο και προκαλούν σύγχυση στον εχθρό. Το παρατηρούν τα άγρυπνα μάτια του Σπηλιάδη και του διοικητή του τάγματος Δούλη και διατάσσουν προέλαση. Οι διμοιρίες κάνουν άλματα. Στις 2 μ.μ. η μάχη είναι σε κρίσιμη καμπή. Οι Τούρκοι που μάχονται κοντά στα ερείπια της Νικόπολης αποδεκατίζονται από τα εύστοχα πυρά και υποχωρούν προς τον ελαιώνα της Πρέβεζας. Οι Κρήτες καταλαμβάνουν τη δεξιά πλευρά ώστε οι αμυνόμενοι να βρεθούν σε διασταυρούμενα πυρά και αναγκάζονται να εγκαταλήψουν τις θέσεις τους και να υποχωρήσει άτακτα. 
Όλη η γραμμή αμύνης διασπάται και οι Τούρκοι πετούν τας όπλα και τρέχουν μέσα από τον ελαιώνα με κατεύθυνση προς την Πρέβεζα.
Καταλαμβάνονται τα χαρακώματα και οι άνδρες ακολουθούν τους φεύγοντες. Οι Κρήτες πρώτοι καταλαμβάνουν τα υψώματα και υψώνουν την ελληνική σημαία.
Τα λάφυρα είναι 5 πεδινά πυροβόλα και άφθονα πολεμοφόδια.
Οι άνδρες ανασυντάσσονται σε λίγα λεπτά και επιδίδονται στην καταδίωξη του εχθρού που απομακρύνεται προς την Πρέβεζα. Τους ακολουθούν κατά πόδας μέχρι σχεδόν τις πύλες των φρουρίων και των οχυρωμάτων της Πρέβεζας. Σταματούν όμως την προέλαση διότι γινόταν στόχος από τα πυροβολεία του φρουρίου.
Ο στρατός καταυλίστηκε στα οχυρώματα της Νικόπολης όπου και έγινε σίτιση τους. Είναι γεμάτοι χαρά για το θρίαμβο τους.
Ο Σπηλιάδης δεν ήθελε να αφίσει ούτε στιγμή τους εχθρούς να ησυχάσουν, διέταξε την πυροβολαρχία του Χαβίνη να συνεχίσει να βάλει κατά του φρουρίου. Ο πανικός εκεί είναι έντονος και θα έφερνε εύκολα αποτέλεσμα για την παράδοση της πόλης.

Οι κάτοικοι της Πρέβεζας αγωνιούν. 

Οι κάτοικοι της Πρέβεζας και ιδιαίτερα οι μουσουλμάνοι από τὸ πρωί της ημέρας της μάχης της Νικόπολης άκουγαν τους κρότους των πυροβόλων και των όπλων. Όλοι τους πίστευαν ότι ο στρατός τους ο παρατεταγμένος στα χαρακώματα και επάνω στα ερείπια της Νικόπολης.

Είχαν πεισθεί ότι η ορμητικότητα των Ελλήνων με τη λόγχη έκανε κάθε αντίσταση μάταια. Για το λόγο αυτό προσπαθούσαν να πείσουν τον ταγματάρχη διοικητή να παραδώσει την πόλη της Πρέβεζας στον ελληνικό στρατό. Επίσης οι μουσουλμανικές οικογένειες ζητούσαν βοήθεια από φιλικές χριστιανικές να τις φιλοξενήσουν για να αποφύγουν όποια βία από τον ελληνικό στρατό. Οι χριστιανικές οικογένειες χωρίς να διατηρούν όποια μνησικακία για τα φοβερά μαρτύρια που υπέφεραν οι χριστιανοί στα χωριά που κατελάμβανε ο τουρκικός στρατός και οι τουρκαλβανοί έδειχναν κάθε αγριότητα, τους προσέφεραν άσυλο στο σπίτι τους.
Ο ελληνικό πληθυσμός της Πρέβεζας γνωρίζοντες το αποτέλεσμα της μάχης της Νικόπολης, προσπαθούσαν να κρύψουν τη χαρά τους. Οι περισσότεροι είχαν ετοιμάσει κρυφά ελληνικές σημαίες με ότι ύφασμα είχαν.
Αυτή ήταν η κατάσταση της πόλης της Πρέβεζας. Οι Τούρκοι αγωνιούσαν και φοβούνταν από τις λεηλασίες των Κρητών ιδιαίτερα. Ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης δεν συμφωνούσε με την γνώμη αυτών που πρότεινα την παράδοση της πόλης. Σχεδίαζε να προτάξει άμυνα πριν από τις οχυρώσεις της πόλης και από το φρούριο, με όλη τη δύναμη και με όσους μπορούσαν να λάβουν τα όπλα.



























Στις 4 μ.μ. της 20/10-1912 κάλεσε το Δήμαρχο της Πρέβεζας Χαλήλ βέη και του ανακοίνωσε την απόφαση του. Ο Χαλήλ ήταν και ο πρόεδρος της Νεοτουρκικής Λέσχης στην Πρέβεζα αλλά ήταν και λογικός άνθρωπος που εννοούσε ότι κάθε αντίσταση δεν θα είχε θετικό αποτέλεσμα και μόνο φθορές και θύματα. Αλλά δεν μπορούσε να μη συμμορφωθεί στην στρατιωτική διαταγή. Συγκάλεσε αμέσως στο Δημαρχείο το Δημοτικό Συμβούλιο για να τους ανακοινώσει ότι ο διοικητής ήθελε να αμυνθεί ο τουρκικός στρατός. Ο Χαλήλ συνέστησε να μεταφερθούν οι οικογένειες που διέμεναν κοντά στην τάφρο προς το κέντρο της πόλης για να αποφευχθούν θύματα. Επίσης τους πληροφόρησε ότι ο ίδιος σαν δήμαρχος απέβλεπε στο συμφέρον των δημοτών της πόλης και θεωρούσε μάτεη κάθε άμυνα. Συνέστησε να γίνουν διαβήματα προς τον διοικητή από τους προκρίτους. Οι πρόκριτοι συμφώνησαν και ενώ αποχωρούσαν από το Δημαρχείο, τρείς οβίδες έπεσαν μέσα στην πόλη. Οι κάτοικοι έτρεχαν αναζητούντες ασφαλές μέρος προστασίας. Σκηνές απελπισίας σε όλη την πόλη καθώς αναζητούσαν ασφαλές άσυλο. Πολλοί πήγαν στο Τζαμί του Αγίου Ανδρέα στο κάστρο, όπου είχαν ελπίδα να έχουν σχετική ασφάλεια. Οι άνδρες κάτοικοι που φοβούνταν πιθανή ισοπεδώση της πόλης από το πυροβολικό των ελλήνων, διαμαρτύρονταν στο διοικητή ο οποίος ήταν ανένδοτος στην απόφαση του. Οι πρόκριτοι πιεζόμενοι πήγαν στον Δεσπότη της Πρέβεζας Ιωακείμ Βαλασιάδη και τους ξένους προξένους και τους ικέτευαν να συμβάλουν ώστε να μεταπειστεί ο διοικητής. Οι πρόξενοι συσκέφτηκαν έχοντας πρόεδρο τον πρόξενο της Αυστρίας Μάϊξνερ και συνέταξαν έγγραφο που έστειλαν στο διοικητή. Στο έγγραφο του εφιστούσαν την προσοχή για τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε η πόλη και ο άμαχος πληθυσμός, τον παρακαλούσαν να εξασφαλίσει τους αμάχους αν δεν μπορούσε να παραδώσει την πόλη κα έπρεπε να αμυνθεί. 















Ο διοικητής τους απάντησε ότι στο έγγραφο αυτό ότι δεν είχε λάβει διαταγή από τον προϊστάμενο του να παραδώσει την πόλη, διότι είχε αρκετά εφόδια με τα οποία θα μπορούσε να αμυνθεί. Εάν την ελάμβανε θα την παρέδιδε. Οι πρόξενοι οργίστηκαν από την απάντηση αυτή κι' εξεβίασαν τον διοικητή να δεχθεί την παράδωση της πόλης. Ο διοικητής ζήτησε να συντάξουν οι ίδιοι την επιστολή και να ζητήσουν επίσημα την παράδοση της πόλης. Στην αρχή δεν αποδέχονταν να συντάξουν οι ίδιοι την επιστολή, αλλά ο Δεσπότης τους μετέπεισε και συνέταξαν το έγγραφο. Ο Δεσπότης συγκάλεσε στο λιμεναρχείο όλους τους προκρίτους τούρκους και έλληνες και όλες τις υπόλοιπες αρχές και τους ανέγνωσε το έγγραφο. Ακολούθησε μια μακριά συζήτηση, στην οποία οι έλληνες δεν ήθελαν ν’ αναγραφεί ότι οι έλληνες ζητούν την παράδοση, μια και οι Τούρκοι ζητούσαν από φόβο και πανικό την παράδοση για ν’ αποφύγουν τα τυχόν αντίποινα από τον ελληνικό στρατό. Η γνώμη αυτή επεκράτησε και ειδοποιήθηκε ο διοικητής ο οποίος δήλωσε ότι παραδίδει τη πόλη υπό τον όρο της εξασφάλισης της ζωής τιμής και περιουσίας των κατοίκων. Έγιναν μερικές ακόμη διορθώσεις στο έγγραφο, υπογράφηκε και το παρέλαβαν οι πρόξενοι για να το επιδώσουν στην Έλληνα διοικητή στη μέση της νύχτας. Έτσι στις 3 π.μ. οι πρόξενοι Αγγλίας Κονεμένος, Ρωσσίας Κέφερης, Αυστρίας Μαϊξνερ και ο αρχιγραμματέας της διοίκησης με λευκή σημαία πήγαν στη Νικόπολη ζητώντας να παρουσιασθούν στον αξιωματικό υπηρεσίας Κοσμόπουλο. Ο Κοσμόπουλος τους οδήγησε στον ταγματάρχη Δούλη, ο οποίος στη συνέχεια τους οδήγησε στο διοικητή Σπηλιάδη.

Επί τόπου αμέσως και μεταξύ των προξένων και του Σπηλιάδη υπεγράφη το πρωτόκολλο της παράδοσης με τους παρακάτω όρους: 
(1) να παραδοθούν όλοι οι αξιωματικοί, στρατιώτες και αντάρτες. (2) να επιτραπεί στους αξιωματικούς να φέρουν τα ξίφη τους μέχρι το πλοίο που θα επιβιβάζονταν και (3) να προστατευθεί η τιμή, η ζωή και η περιουσία όλων των κατοίκων ανεξάρτητα από το θρήσκευμα τους. Συμφωνήθηκε η είσοδος του ελληνικού στρατού να γίνει στις 2 μ.μ. της ίδιας ημέρας. Μετά από αυτό ανεχώρησαν οι πρόξενοι για να φέρουν την είδηση στη πόλη. Με αυτό και οι Τούρκοι της Πρεβέζης ήταν ικανοποιημένοι διότι διέφευγαν τους κινδύνους οι οποίοι τους έζωναν. Στο στρατόπεδο της Νικόπολης η είδηση μεταδόθηκε στόμα με στόμα και προκάλεσε πανηγυρισμό από όλους του γεγονότος.
Με την αυγή που δεν άργησε να φανεί από τις κορυφές των βουνών του Βάλτου οι άνδρες του νικηφόρου στρατεύματος και πάλι άρχισε να ετοιμάζεται να εισέλθει στην Πρέβεζα με το μέτωπο ψηλά, οι άνδρες το εόρταζαν με τραγούδια και χορούς μαζί με τους αξιωματικούς τους.

Η Είσοδος του Στρατού στην πόλη της Πρέβεζας.

Μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης της πόλης και την επιστροφή των προξένων στην πόλη από το στρατόπεδο της Νικόπολης η τουρκική αστυνομία της Πρέβεζας ήταν σαν να μην υπήρχε και βρήκαν την ευκαιρία ορισμένα κακοποιά στοιχεία να δράσουν. Οι Έλληνες πρόκριτοι συναντήθηκαν πρωϊ και αποφάσισαν να σχηματιστεί προσωρινή πολιτοφυλακή. Οι ομάδες αυτές των πολιτών περιφρούρησαν την πόλη μέχρι τη στιγμή που το άγημα του ναυτικού κάτω από τις διαταγές του αξιωματικού του ναυτικού Ρίτσου αποβιβάστηκε από το ΑΜΒΡΑΚΙΑ και την Κανονιοφόρο Β' και παρέλαβε τη φρούρηση της πόλης, οι ατμομυοδρόμονες παρέμειναν εκτός του λιμανιού για φρούρηση του στενού αλλά και διότι λόγω μεγάλου βυθίσματος και του αβαθούς του λιμανιού αδυνατούσαν να προσεγγύσουν στην προβλήτα. Μετά το μεσημέρι ξεκίνησε ο στρατός από τη Νικόπολη για να εισέλθει στην Πρέβεζα.

Οι κάτοικοι της πόλης βγήκαν στους δρόμους για να δώσουν εορταστική μορφή στην είσοδο του απελευθερωτικού στρατού, πρώτος ο Μητροπολίτης Ιωακείμ και ο κλήρος προϋπάντησαν τους στρατιώτες. Μαζί με τους Έλληνες κατοίκους εξήλθαν και επιτροπές των Τούρκων και Εβραίων κατοίκων για να δηλώσουν υποταγή εις την Ελληνική διοίκηση.

Στις 12.45 μ.μ. ο διοικητής του ΙΙΙ/15 τάγματος με τους 9ο, 10ο και 12ο λόχους μαζί με την 6 η Πεδινή πυροβολαρχία ξεκίνησαν από τη Νικόπολη. Στις 14.00 άρχησε η είσοδος στην πόλη.

Ο στρατός εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη. Οι κάτοικοι αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους στρατιώτες. Από τα μπαλκόνια οι γυναίκες έρραιναν με λουλούδια τους στρατιώτες. Τα σπίτια είχαν στολιστεί με Σημαίες ή ότι άλλο ύφασμα είχαν με γαλανόλευκο χρώμα. Η χαρά και ο ενθουσιασμός των κατοίκων που επικρατούσαν στην πόλη ήταν απερίγραπτα. Στη συνάντηση του λαού με το στρατό, ο Μητροπολίτης προσεφώνησε τον στρατό και έκανε ευχή να είναι το ίδιο επιτυχημένη και η απελευθέρωση των υπόλοιπων υποδούλων Ελλήνων που στέναζαν κάτω από το ζυγό της δουλείας. Στην προσφώνηση αυτή απάντησε ο Σπηλιάδης και τον ευχαρίστησε. Εν τω μεταξύ άνδρες κατέλαβαν το Διοικητήριο και άλλοι φρόντισαν για τον αφοπλισμό των Τούρκων στρατιωτών και των ατάκτων τουρκαλβανών και των φιλάρχων τους.

Η είσοδος στην Πρέβεζα τηλεγραφήθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών από τον Διοικητή του Στρατού Ηπείρου Στρατηγό Σαπουντζάκη, ο οποίος μαζί με τον υπασπιστή του Γρίβα και τον Μάνο έφθασαν με αυτοκίνητο από την Άρτα. Τον Στρατηγό ακολουθούσαν με άλλα αυτοκίνητα και οι πολιτικές αρχές Σαχτούρης, Φορέστης και Καραπάνος. Ο στρατηγός έγινε επίσης δεκτός με ενθουσιασμό και του προσφέρθηκε στεφάνι από δάφνη από τους προεστούς και τον Μητροπολίτη σε ειδική σύντομη τελετή. Επί τόπου μετά από ενημέρωση υπέβαλε και νέα λεπτομερή πλέον αναφορά προς το Υπουργείο. Μετά την 16.00 ώραν εισήλθαν και τα υπόλοιπα στρατεύματα στην πόλη μαζί και τα σώματα των Προσκόπων και των Κρητών του Κ. Μάνου.

Ο Στρατηγός διέταξε να επανέλθη στην πόλη ο απομακρυνθείς λόγω πολέμου πρόξενος στην Πρέβεζα (μάλλον από τη Λευκάδα) ο οποίος ήταν γνώστης προσώπων και πραγμάτων και θα βοηθούσε το στράτευμα και οι αρχές να εγκατασταθούν. Η ναυτική μοίρα Ιονίου με ατμομυοδρόμονες μετέφερε τους αιχμαλώτους στη Λευκάδα. Ανέθεσε στην αστυνομία Λευκάδας να περιφρουρησει τους αφικνουμένους αιχαμλώτους. Επίσης και στο Φρουραρχείο Πατρών να μεριμνήσει για τη μεταφορά και συντήρηση των αιχμαλώτων. Οι Τούρκοι αξιωματικοί έφεραν το ξίφος τους όπως είχε συμφωνηθεί μέχρι την επιβίβαση στα πλοία..
Οι Τούρκοι είχαν βυθίσει στον Αμβρακικό το αντιτορπιλικό ΑΤΤΑΛΕΙΑ, ενώ οι δύο ατμάκατοι είχα βυθιστεί λόγω του κανονιοβολισμού από τα ελληνικά πυροβόλα.

Στο Άκτιο σταλθηκε φρουρά 30 άνδρών και η Εθνοφρουρά του Ακτίου μεταφέρθηκε στη Σαλαώρα για τη φύλαξη του εγκατεληφθέντος πολεμικού υλικού. Πολλά κακοποιά στοιχεία κινούντα ύποπτα για το λόγο δύο λόχοι υπό τον λοχαγό Πετροπουλάκη ανέλαβαν την τήρηση της τάξης και της ασφαλείας μέχρι την άφιξη αστυνομικών οργάνων. Το άγημα των ναυτών που αρχικά είχε αναλάβει τις πρωτες ώρες τη φρούρηση ήταν ανεπαρκές και γι' αυτό ένισχύθηκε με 100 άνδρες του Εμπέδου Ευζώνων για να είναι δυαντή η εναλλαγή των φυλάκων για σίτηση και ανάπαυση. Παράλληλα αιτήθηκε η αποστολή αστυνομικών από διάφορα αστυνομικά τμήματα της χώρας για να αναλάβουν τήρηση της τάξης, ώστε να απαγγιστρωθούν οι μάχιμοι άνδρες για τις επιχειρήσεις το ταχύτερον. Οι Κρήτες επιβιβάστηκαν σε ατμόπλοιο γιά την Κόπραινα και στη συνέχεια για το μέτωπο του Ξηροβουνίου -Μπουράτσα -Τερρόβου. Η Εφορία υλικού πολέμου διατάχθηκε να αποστείλει ειδικούς φροντιστές αξιωματικούς για καταμέτρηση, αναγνώρηση και τακτοποίηση του υλικού το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί άμεσα από το στράτευμα. Μετά από τακτοποίηση λεπτομεριών ο Στρατηγός και οι υπόλοιποι συνοδοί του ανεχώρησαν για επιστροφή στην Άρτα και συνέχιση των επιχειρήσεων στο Ανώγειο.

Οι απώλειες Ελλήνων και Τούρκων.

Οι απώλειες των Τούρκων δεν εξακριβώθηκαν αλλά κατά τους υπολογισμούς ήταν 30 νεκροὶ και 100 τραυματίες. Ο ι Έλληνες είχαν 10 νεκρούς και 59 τραυματίες.
Από τον τακτικό στρατό τραυματίες ήσαν μεταξύ άλλων και οι : ο Ανθ/γός Κ. Βάρφης, οι λοχίες του πεζικού :Ανδρέας Σαμοσάκης και Φώτιος Σκιαδαρέσης. Οι δεκανείς : Γρ. Βαλαμόντες και Ιωαν. Ξένος. Οι στρατιώτες :Παν. Καβαλιέρης, Δημ. Παπαδούκας, Κ. Σύρος, Π. Πετρόπουλος, Γ. Αθανασίου, Δ. Ραχιώτης, Ν. Γράψας, Αθ. Κιτσικέλης, Γεωρ. Φαμάκης, Ι Καραγεώργος, Δημ. Λάμπρου, Φωκ. Σπαθής, Σπυρ. Μπρούμας, Σπ. Μπογιάκος, Σπ. Τούμπας, Κ. Κοκιάς, Αθ. Καρατσούλης, Νικ. Ζολώτας, Βασ. Μαστρογιάννης, Νικ. Τζερεμές, Γαβρ. Σκυλοδήμος, Γ. Τέγκας, Θεοχ. Κατσάνος, Γεωρ. Καλογήρου, Θ. Μωραΐτης, Ανδρ. Κοντογιάννης, Γερασ. Ροσόλυμος, Ευστ. Φερεντίνος, Νικ. Μητσάκης, Δ. Χαβιάς, Κ. Τσούνης, Δημοσθ. Παπανικολάου, Σπ. Κατερέγος, Δ. Κικελής, Γ. Σωτηρόπουλος, Δ. Ζαράγκος, Περ. Τζανάτος, Θεμ. Ζαμίχας, Γ. Πάνος, Φρ. Κομιτσόπουλος, Σωτ. Βασιλάτος, Αθ. Μαγγίνας, Αθ. Καντερές, Δημ. Πιτσίλης, και Α. Πανάγος που ανήκαν στο 15ο Σύνταγμα.
Τραυματίες από τα ανταρτικά τάγματα ήταν οι: Θωμάς Πρίφτης, Ιωαν. Χατζημανώλης, Α. Γιακουμάκης, Ε. Λεβάκης, Δ. Βεργιαντής, Ανδρ. Πουλάκης, Θ. Γιακουράκης, Δ. Παρασνάκης και Χ. Παπαδοκωσταντάκης.
Στην Πρέβεζα οι αιχμάλωτοι Τούρκοι ήταν 810. Οι 660 ήταν του τακτικού στρατού, από τους οποίους οι 58 ήταν αξιωματικοὶ. Οι υπόλοιποι 150 ήταν τουρκαλβανοί αντάρτες.

Ο νικηφόρος στρατός παρέλαβε όλο το υλικό που άφησαν οι απελθόντες Τούρκοι. Οι αποθήκες ήταν γεμάτες πολεμοφόδια, που υπολογίστηκε η αξία τους σε 8.000.000 γαλλικά φράγκα. Επίσης στη Νικόπολη κατασχέθηκαν πέντε πεδινά πυροβόλα και το μισοβυθισμένο αντιτορπιλλικό «ΑΤΤΑΛΕΙΑ» γιά ανέλκυση.

Η άλωση της Πρέβεζας από το στρατό είχε μεγάλη σημασία για τον αγώνα που διεξάγονταν στην Ήπειρο. Το λιμάνι της Πρέβεζας είχε μεγάλη σημασία για τη μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων. Για το λόγο αυτό εγκαταστάθηκε η υπηρεσία εφοδιασμού και εφοδιοπομπών στην Πρέβεζα για τα πλεονεκτήματα που παρείχε το λιμάνι. Πριν οι αποστολές στρατευμάτων και εφοδίων γινόταν από την Κόπραινα που δεν είχε λιμενικές εγκαταστάσεις. Αλλά και τα δέκα σπίτια δεν ήταν δυνατόν να προσφέρουν οποιαδήποτε υποστήριξη στα αποβιβαζόμενα στρατεύματα. Ούτε μια πρόχειρη στέγη και καταστήματα για προμήθειες.
Η Πρέβεζα ήταν μια οργανωμένη πόλη με πολλά οικήματα και καταστήματα για την εξυπηρέτηση των στρατευμάτων αλλά και τη μεταφορά των τραυματιών από το μέτωπο αργότερα για μεταφορά στον Πειραιά με το πλωτό νοσοκομείο «ΑΛΒΑΝΙΑ» υπό τη διεύθυνση της Πριγκήπισσας Μαρίας μέσα σε 24 ώρες.

Σύντομο σημείωμα για τον Κωστή Μάνο και το εθελοντικό του σώμα Κρητών.
Στις δύο επαναστάσεις στην Κρήτη του 1886 και 1896 ο Μάνος ήταν οπλαρχηγός σε ηλικία 20 ετών. Ο άνθρωπος της κοσμικής ζωής, και των ακαδημαικών εδράνων, μπόρεσε να δρά στο βουνό και στον πόλεμο, έτσι οι συμπολεμιστές του θυσιάζονταν γι’ αυτὸν. Μειλίχιος και απλός είχε σαν φίλους του τους συμπολεμιστές του. Στην επανάσταση του Θερίσου ήταν υπαρχηγός του Ελ. Βενιζέλου.
Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης επιδόθηκε στον πολιτικό βίο και έγινε βουλευτής στη Βουλή της Κρήτης. Μετά την επανάσταση του 1909 στου Γουδί, έβαλε υποψηφιότητα για την αναθεωρητική Βουλή και εξελέγη.
Η γνώσεις του στην αρχαία ελληνική γλώσσα τον οδήγησαν στη μετάφραση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή. Με παραδειγματική χρήση της δημοτικής γλώσσας και την καλλιέπεια των στίχων που αποδίδει τη ζωή στο έργο.
Το ανταρτικό σώμα του Μάνου συνέχισε να συμμετέχει στις μάχες του πολέμου στη Ήπειρο μέχρι και τις μάχες γύρω από τη Μανωλιάσα, όταν αποφασίστηκε η διάλυση των εθελοντικῶν σωμάτων. Ο ίδιος παρέμεινε στη Φιλιππιάδα με την ανταρτική του στολή και ανέμενε να κληθεί να πολεμήσει. Αλλά μέχρι και την πτώση των Ιωαννίνων δεν χρειάστηκε και έτσι επέστρεψε στην Αθήνα.
Μετέβη στη Θεσσαλονίκη όπου συνεχιζόταν ο αγώνας της απελευθέρωσης της Μακεδονίας και στις μάχες κατά των Βουλγάρων. Η αγάπη του στην περιπέτεια τον έφερε κοντά στα νεοαφιχθέντα αεροπλάνα και τον αεροπόρο Αργυρόπουλο. Το μεσημέρι της 5/4-1913 πραγματοποίησαν αναγνωριστική πτήση με τον Αργυρόπουλο στην περιοχή του Λαγκαδά. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες και ο δυνατός αέρας ανέτρεψε το εύθραυστο αεροσκάφος και οι δύο έπεσαν με το αεροπλάνο σε βράχους και βρέθηκαν ατυχώς νεκροί. Ο θάνατος του Κωστή Μάνου σε ηλικία 44 ετών ήταν άξιος για έναν ριψοκίνδυνο άνδρα με τόλμη που τόσο τον τραβούσε. Ο θάνατος του λύπησε όλο τον ελληνικό κόσμο και όχι μόνο την Κρήτη. Αιωνία τους η μνήμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: