Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Η Θειά Δημήτρω από τη Βόνιτσα: «Με μια γάμπαρι ξεχνιέσαι»!


Η θειά Δημήτρω από τη Βόνιτσα μετά απο ένα μικρό διάλλειμα λόγω καλοκαιριού, επανέρχεται απο σήμερα δριμύτερη, ανατρεπτική, με ευρηματικό χιούμορ και σάτιρα!
    Η Θειά Δημήτρω ξανάρχεται, με μια πληθώρα λέξεων της τοπικής διαλέκτου. Γεγονότα πραγματικά, ραμμένες ιστορίες από διαφορετικά πρόσωπα, σε μια εκδήλωση στη Βαρκαρόλα που δεν εύρισκες τσιπούρα.
    Φιλοδοξία της, να μας θυμίζει μοναδικές κι ανεπανάληπτες στιγμές που δε θα σβήσει ο χρόνος και η μνήμη.
Καλή ανάγνωση. Απολαύστε τη......

Η Θειά Δημήτρω από τη  Βόνιτσα: «Με μια γάμπαρι ξεχνιέσαι»!

     Απόκαμε το γιόμα (πέρασε το μεσημέρι) και από απέναντι η Γκίκου άρχισε να το λαλάει. Ανασκόθκα απ΄τ΄φρατζάτα πόυχω στου μπόντζου κι άρχισα να ψήνω ένα καφέ. Δε πέρασε μσί ώρα ξεκάμπσε η Γκίκου. 
  -Δμήτρου, μ λέει, απόψε έχει βαρκαρόλα, να πάμε.
 -Γιατί Γκίκου μ, τσ’ αποκρένου, κάθε βράδυ στα παγκάκια τσ’ παραλίας δεν τον πστρώνουμε;
  -Απόψε Δμήτρου έχει κι ψμένες τσιπούρες.
 -Εχεις ανάγκη εσύ Γκίκου από τσιπούρες; Μόλις πιάσει ο Σεπτέμβρης ο Νάκιας σ’ φέρνει κουτσουμούρες Αμβρακικού. Αμα έρθ΄ο Απρίλης, σε νταβάδες σ’ φέρνει τσ’ μινίδες. Απ΄το Γενάρη μέχρι και τον Ιούνη, ο Νάκιας σαρώνει τσ’ αυγωμένους πετρογοβιούς κι τσ΄φέρνει και καθαρσμένους, μη ΄χαλάσις τ΄αυγά τσ. Εκειές τσ’ ζαργάνες στο τέλος τ’ Αυγούστ’, τι τα λές. Τώρα να σπώ για τσ γάμπαρες, ο Νάκιας ρίχνει εκιά τα γαμπαρόδιχτα στα βαθιά για μεγάλες και βαριές γάμπαρες. Για να μη τ’  ξμερώσω, ο Νάκιας σε έχει τσιτσφο.
  -Λάρωσε Δμήτρω. Σι Ακουρμένεται η γειτουνιά. Ιγώ τον Νάκια τον έχω φίλο.
 -Φίλο, ΦΙΛΑ!!!!! και προχώρα, τ’ λές. 
 -Δμήτρου, να σ’ πώ τι θέλου. Πρέπει να πάμε. Θα δούμε κόσμο πούχει να κατέβει στ’ παραλία, απ΄τον καιρό τσ’ προηγούμενης ψαροκατάνυξης.......

    -Αλήθεια Γκίκου, αυτή η μέρα είναι η εξαιρέσιμη τ’ κανόνα. Όπως όταν έχουμε νηστεία, μας επιστρέπνε να φάμι για κάποια μέρα ψάρι, εδώ έχουμε κατάλυση τ’ κανόνα τσ παραλίας.  Όπως λέει κι ένα πιδι απ΄ του παζάρ’, στ’ παραλία τσ Βόνιτσας έχουμε κάτ’ βαρεμένους, σαν εμάς, π δεν μας πέρνει ου ύπνους αν δε διαβούμε κι να μετρήσουμε τσ’ πλάκες. Εχουμε κι τσ΄άλλους, που δεν ξέρνε τι χρώμα έχνε οι πλάκες τα παραλίας. Όμως Γκίκου ακουρμάσ’ καλλίτερη κατηγορία. Αυτοί που κατεβαίνε  πρίν τσ εκλογές ή μετά του κέρατο. 
   -Πάντως σήμερα έχουμε την κατάλυση, να πάμε, απαυγάζει η Γκίκου.
*************************
    Τράβξαμε κατά τον Αι Δμήτρη, περάσαμε τσ’ Σουλιώτη (πούσε Τζένη!!!!!)κι φτάσαμε στα ραφτάκια. Τον πιστρώσαμε στου μόλο και βάλαμε τα κλιτσνάρια μας στ΄θάλασσα. 
     Η Γκίκου έβγαλε απ΄του  κόρφο τσ’ μια μποτίλια τσίπρο κι έκανε την αρχή. Ρούφξε μια γουλιά κι πέρασε τ’ μποτίλια σε μένα. Ητανε κι κάτ’ λιανόπαιδα πουκνανμνε του δρομολόγιο μόλο-φανάρι. Γνώρσα ένα κι του κρινα. 
  -Μαρέ Νίκο, βούτα για κανένα αχινό. Μι τράει ου Νίκος κι παρασόλισε.  Τ΄προηγούμενη φορά δεν τον άφσα ούτε μια στιγμή. Αυτός έβγαζε αχινούς κι ιγώ τσ΄ρούφαγα. 
   -Θειά Δμήτρω, θα σ’ βγάλω μόνο καμιά δεκαριά. 
  -Νίκου μ’ κάντς ‘κοσι (είκοσι) γιατί έχουμε κι παράπλευρες απώλειες. Είναι κι η Γκίκου.

    Πήραμι του ορεκτικό μας, ήπιαμε κι ένα καραφάκι τσίπουρο, πλιτσνάρσαμε κι τα κλιτσνάρια μας, μέχρι που πέρασε η βαρκαρόλα.
   Πάμε να σκωθούμε, αλλά πθενά κίνηση. Είχε μουδιάσει ου πισνός μας, άσε πούτανε κι μούσκεμα. Πάμε να σκωθόύμε στρατιωτικά κι με παραλαγή στο πιστρώφσμα. Εο, Εο κι αναχαράξαμε σαν πλακίδες.
    Πήραμε το κοντό κι φτάσαμι στ΄λεγόμενη πλατεία δημαρχείου. Πλατεία δημαρχείου όπως λέμε ο Εύξεινος πόντος, το ακρωτήριο της καλής ελπίδας,
  -Ο πεζός καβαλάρης, ναυμαχία στην έρημο,  συμπληρώνει η Γκίκου. 
  -Ορα Γκίκου, αυτά πλές είναι  από άλλο ανέκδοτο, βρήκες ξομπλι, κι είπες να πάρεις τα χάκια σ.
   Αγναντεύουμε που θα πιστρώσουμε για να έχουμε κι θέα. Αχά, η αίθουσα συνεδριάσεων τ’ Δήμου ήτανε ανοιχτή.
   -Ισα Γκίκου για το καραούλι..... 
  Στροχίστκαμε σε κανά δυό χρυσοκεντιμένες γναίκες και φτάσαμε στ’ αίθουσα. Απθώνω το πισνόμ στο έδρανο (τόμαθα απ’ τα τσούπρα τ΄Τακούλα, πούνε  φοιτήτρια) κι τραβάου να ανέβει απάνου κι η Γκίκου. Ποιος θα μας πεί κβέντα, τ’ κουτάει;

      Μας είδε η Φρουσαλιά, πούτανε στα μέσα κι στα ώξ. Μας φέρνει δύο τσιπούρες καλοψημένες και λεμονισμένες. Με του δεύτερο του δρομολόγιο, μας έφερε δύο κίκαρες κρασί.
   -Γκίκου τσ’ λέου. Κράτα χαρακτήρα. Σε βλέπει ο Νάκιας. Αν φάς αμέσως τ’ τσιπούρα, θα παρεξηγηθεί, θα πεί ότι σ΄αρέσνε τα ξένα κι όχι τα δκά τ’.
   Απαρατάει στο έδρανο τσ τσιπούρες κι αρχίσαμε τ’ νεξερεύνηση. Μπροστά μας ήτανε η Μαρούλα καθηγήτρια τσ Γαλλικής, μια ομορφοκόπελλα, κι δίπλα η Ασπρούλα μια ΠΑΡΑμορφωμένη χοντροκόλλα. 
      Η Μαρούλα προσπάθαγε να καθαρίσει τ’ τσιπούρα μι το πλαστικό του μαχαίρι και του πλαστικό του πιρούνι. Το ξεπετσάλιασε κι άρχισε να τσμπάει. Η Ασπρούλα είχε πονιαστεί με δύο τσιπούρες κι τήραε σα πέρα, μι το βλέμμα τσ αγελάδας.
    Γύρσε η Μαρούλα να μας μολογήσει τα χρόνια πολλά για τ΄μέρα πουχουμε. Μας τάπε πρωτα στα γαλλικά κι μετά στα ελληνικά. Γαλλικά τσ Γαλλίας, όχι Γαλλικά τσ Τζένης.
   Γυρίζει προς το πιάτο τσ η Μαρούλα, τράει, μόνο το ψαρουκόκαλλο. Η Ασπρούλα αφού πονιάστκε, συνέχισε ναχει το πρώην απλανές βλέμμα τσ αγελάδας. Μόνο ένα κοιλοστράγγισμα τσ΄ελειπε.
     Ευκαιρία ήθελε η Γκίκου να ξεφορτουθεί τ’ τσιπούρα, για να δείξει στου Νάκια το ποιος είναι ο καλλίτερος πψαράς. Προσφέρει τ τσιπούρα στ Μαρούλα και η Μαρούλα αρχίζει την ιεροτελεστία να τ’  ξεπετσαλίζει. Τώρα όμως ιγώ τήραγα τη Μοσχάρα , τ’ Ασπρούλα. Βαράει του τηλέφωνο τσ’ Μαρούλας,  κι τι βλέπνε τα μάτια μ’. Η Μσκάρου η Ασπρούλα αρπάζει τ’  τσιπούρα με τα δύο χέρια κι τ’ φέρν  στου στόμα τσ  σαν νάτανε  φυσαρμόνικα. Μι δύο μαυλισιές, πάει η τσιπούρα.
Εμνε  μόνο η ραχοκοκαλιά τ’ ψαριού.

    Μόλις η Μαρούλα τελειώνει τ’ πάρλα στου τηλέφωνο, τράει του πιάτο, μόνο η ραχοκοκαλιά. Η Ασπρούλα, κράταε το πράο και απλανές βλέμμα τσ γελάδας.
   Τ’ κατάσταση την έσωσε ο Νάκιας, πούρθε απίκου και κένωσε στ’ Μαρούλα μια τγανιά γάμπαρες, πούχε έκπληξη για τ’ Γκίκου.
   Τι να τα κάνεις τα άνθη τ’ ξηράς,  μπροστά στα άνθη τσ’ θάλασσας.
  Όπως έλεε  κι η διαφήμιση «με ένα άρλεκιν ξεχνιέσαι».

     Η Μαρούλα στ’ αρχή έκανε τ ΄δύσκολη, ότι δεν ήθελε τσ γάμπαρες. Η Ασπρούλα τήραε τσ’ γάμπαρες σα διπλοψημένο σάντουτς με καπνιστή γαλοπούλα κι μοτσαρέλα,  κι έκανε σα τ΄χήρα στου κρεβάτ.
  Πάει ο Νάκιας να ταήσει τ’ Μαρούλα κι ηπεμβένει η Γκίκου. 
  -Νάκια η Ασπρουλα τσ’ σκαπούλσε, εσύ αν πάς να τσαρκαλέψεις τ Μαρούλα, θα σε χώσω  εκεί που ξεμαγιάρεις τα δίχτυα.
  -Γκίκου δεν νογάς τίποτα για μένα, λέει ο Νάκιας
  -Δεν σε αστοχάου Νάκια, τ απαντάει η  Γκίκου, και τ’ σκάει ένα δημόσιο φιλί.
******************************
    Αμα δεν το χαμπαριάσατε, πάνε για γάμο. Άλλος ένας απ΄του Κόκκινο μας έρχεται στ’ Μπούχαλη. Μόνο εκείνο το ξεπατωμένο ο ανηψιός μου ο Τακούλας πήγε του λοξό το δρόμο. Όχι μόνο παντρεύτκε στο παζάρ’  αλλά είναι κι  σόγαμπρος. 

Είδες τι κάν νε οι γάμπαρες;
Με μια γάμπαρη ξεχνιέσαι.
 Κι μι τη τιμή πούχει, φοριέται κι στο δεξί σα κόσμημα....

Δεν υπάρχουν σχόλια: