Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Συρράκο, του χθες και του σήμερα. Απολαύστε τα video.



Απολαύστε τα video.
















Δείτε ένα άλμουμ με παλιές φωτογραφίες.


Το Συρράκο (ή Σιράκο) είναι χωριό του νομού Ιωαννίνων, που ανήκει διοικητικά στον Δήμο Βορείων Τζουμέρκων. Είναι χτισμένο σε μία πλαγιά του όρους Λάκμος, σε υψόμετρο 1.150 μέτρων. Το Συρράκο στέκεται πάνω από την χαράδρα του ποταμού Χρούσια, παραπόταμου του Καλαρρύτικου και απέναντι του αντικρίζει τα Τζουμέρκα. Οι κοντινότερες πόλεις στο Συρράκο είναι τα Ιωάννινα και ηΆρτα που απέχουν 40 λεπτά με μία ώρα ορεινής διαδρομής.

Το Συρράκο είναι ανακηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός. Διατηρεί αναλλοίωτη την παραδοσιακή ηπειρώτικη αρχιτεκτονική με τα πετρόχτιστα σπίτια, με στέγες από σχιστόλιθο. Μαζί με τους γειτονικούς Καλαρρύτες είναι τα μόνα χωριά που διατηρούν αυτή την αρχιτεκτονική στα νότια του νομού Ιωαννίνων, κάτι που είναι πιο συνηθισμένο στα βόρεια του νομού στην περιοχή των Ζαγοροχωρίων. Πολλά οικήματα είναι μεγάλα και πλούσια, κάτι που μαρτυρά την οικονομική άνθηση του Συρράκου στο παρελθόν. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το παλιό πέτρινο, τριώροφο σχολείο, το οποίο είναι και το μεγαλύτεροι κτίσμα του χωριού.
Στο Συρράκο δεν επιτρέπονται μηχανοκίνητα οχήματα με αποτέλεσμα να διατηρείται άθικτο το παραδοσιακό του χρώμα. Η είσοδος οχημάτων επιτρέπεται μέχρι την είσοδο του χωριού, οπού ένα πέτρινο γεφύρι συνδέει το χωριό με τον σύγχρονο δρόμο.










Iστορία και περιγραφή του Συρράκου.
    Ένδοξη και ιστορική κωμόπολη που είναι χτισμένη στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου, στους πρόποδες του όρους Περιστέρι (Λάκμος). Βρίσκεται σε υψόμετρο 1200 μέτρων ανατολικά των Ιωαννίνων και σε απόσταση 53 χιλιομέτρων. Χωρίζεται από την κωμόπολη των Καλλαρυτών με βαθιά χαράδρα, απαράμιλλης ομορφιάς, την οποία διαρρέει παραπόταμος του Αράχθου ο Χρούσιας, και αποτελεί λόγω του ξηρού και υγιεινού του κλίματος, ιδεώδη τόπο θερινής διαμονής. Από τις τρεις πλευρές του το περιβάλλουν άγριες χαράδρες που το οχυρώνουν.
    Για το όνομα του Συρράκου και την καταγωγή των κατοίκων του έχουν γραφεί πολλά και αντιφατικά από Έλληνες και ξένους. Γεγονός είναι ότι έλαβαν μέρος σε όλους τους Εθνικούς αγώνες και θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες.
    Το Συρράκο κατοικήθηκε προ του 15ο (πιθανότατα τον 11ο μ.Χ αιώνα) από Έλληνες βλαχόφωνους (κουτσοβλάχους).
    Σ' όλο το μακρύ διάστημα της Τουρκοκρατίας, μετά το 1480, το Συρράκο μαζί με 42 γειτονικά χωριά αποτελούσαν την αυτοδιοίκητη ομοσπονδία του Μαλακασίου, που τη διοικούσαν οι πρόκριτοι (δημογέροντες) του Συρράκου, το οποίο ήταν η πρωτεύουσα. Η ομοσπονδία αυτή ανήκε στην κυριαρχία της Βαλιδέ Σουλτάνας (βασιλομήτορος) και είχε ειδικά προνόμια.
    Διατηρώντας αυτή την αυτονομία αναπτύχθηκε το Συρράκο σημαντικά. Οι κάτοικοί του αρχικά ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Πολύ γρήγορα όμως ανάπτυξαν τη βιοτεχνία παραγωγής ποικιλίας μάλλινων υφασμάτων και κτηνοτροφικών προϊόντων. Αρκετοί επίσης ασχολήθηκαν με την αργυροχρυσοχοΐα. Έγιναν σπουδαίοι έμποροι και διακινούσαν διάφορα προϊόντα, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά σε όλα τα μεγάλα εμπορικά κέντρα και λιμάνια της Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Μάλτα, Λονδίνο, Οδησσό, Μόσχα, Βουκουρέστι, Βελιγράδι, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, Τουρκία κ.ά.).
    Η μεγάλη αυτή εμπορική κίνηση (διεθνές εμπόριο) έφερε στο Συρράκο σημαντικό πλούτο, ευημερία, μόρφωση και πολιτισμό, ο οποίος σήμερα αντικατροπτίζεται στην υπέροχη παραδοσιακή αρχιτεκτονική των κτιρίων του. Οι ξένοι περιηγητές Leake και Pouqueville στα χρόνια 1815 και 1818, ομολογούν ότι βρήκαν στο Συρράκο "εμπορικήν κίνησιν, αμιλλωμένην προς τας καλυτέρας ευρωπαϊκάς πόλεις" και ότι στο Συρράκο βρήκαν σημαντικές βιβλιοθήκες και κυκλοφορούσαν γαλλικές, ιταλικές και ευρωπαϊκές εφημερίδες.
    Ανάλογα με την εργασία, έγινε διάσπαση της κοινωνίας και προέκυψαν δύο κοινωνικές τάξεις, των Ραφτάδων και των Κτηνοτρόφων.














    Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες είναι τα μοναδικά χωριά της Ηπείρου που επαναστάτησαν τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης του 1821 με την υποκίνηση του Ιωάννη Κωλέττη και του Γεωργ. Τουρτούρη. Το Συρράκο τότε είχε 720 οικογένειες και 3.500 κατοίκους. Αποτέλεσμα ήταν οι Τούρκοι να καταστρέψουν δια πυρός και σιδήρου τα δύο χωριά. Στο Συρράκο έμεινε μόνο ο Ναός της Παναγίας και 2-3 σπίτια. Οι Συρρακιώτες διασκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Μερικοί άρχισαν να επιστρέφουν στα 1827-28 και να χτίζουν τα σπίτια τους απ' την αρχή. Στα 1854 ξεσηκώθηκαν ξανά από τον Συρρακιώτη γιατρό κ. Κόμνο. Οι πρόκριτοι όμως του χωριού κατόρθωσαν να πάρουν αμνηστία για την εξέγερση και να σώσουν το Συρράκο από μια δεύτερη καταστροφή.
    Αρχίζει νέα περίοδος ανάκαμψης που όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί άρχισε η βιομηχανική ανάπτυξη στην Ευρώπη και έσβησε το εμπόριο των μάλλινων υφαντών και ο μουσαμάς και τα αδιάβροχα αντικατέστησαν την κάπα.
    Το Συρράκο απελευθερώθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1912 από τον Συρρακιώτη οπλαρχηγό Γεώργιο Λεπενιώτη.
    Παράλληλα με την κτηνοτροφία, την τυροκομία και κυρίως με τη βιοτεχνία και το εμπόριο, οι Συρρακιώτες ασχολήθηκαν με τα γράμματα και τις επιστήμες.
    Πολλούς μεγάλους άνδρες προσέφερε το Συρράκο στην πατρίδα Ελλάδα : Ο Ιωάννης Κωλέττης Φιλικός και πρώτος Συνταγματικός Πρωθυπουργός της Ελλάδας. Οι οπλαρχηγοί Κατσικογιάννης, Ρόκας, Βαρζώκας, Λεπενιώτης κ.ά. Οι ποιητές και εθνικοί αγωνιστές Γεώργιος Χ. Ζαλοκώστας και Κώστας Κρυστάλλης. Οι μεγάλοι ευργέτες Γ. Γιαννώτης, Σπυρ. Μπαλτατζής, Ν.Κ. Πάλιος, Σπυρ. Τοπάλης, Χριστόφορος Ρίζος, Ιωάννης Ρίζος, Απόστολος Ρίζος, Χρ. Τσιώκος, Γεώργιος Μπούντας, Κ. Χολέβας, Γ. Ίκκος κ.ά. Οι διπλωμάτες πρεσβευτές Ευγένιος Γ. Ζαλοκώστας και Δημήτριος Μπίτσιος. Ο λογοτέχνης Χρήστος Π. Ζαλοκώστας πρωταθλητής ξιφασκίας στην Ευρώπη και κουμπάρος και σύγαμβρος του βασιλιά Αλεξάνδρου και βουλευτής Αθηνών. Ο Ακαδημαϊκός Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωάννης Τρικαλινός. Ο ενδοκρινολόγος Καθηγητής Πανεπιστημίου Διονύσιος Γ. Ίκκος. Ο Στρατηγός Βασίλειος Δημ. Κρυστάλλης κ.ά.π.












    Άγνωστο είναι πότε λειτούργησε σχολείο στο Συρράκο. Στην επίσκεψή του στο κεφαλοχώρι του Συρράκου το 1777 ο πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός, βρήκε να λειτουργεί το σχολείο. Στα χρόνια του Κ. Κρυστάλλη λειτουργούσαν δύο σχολεία (Δημοτικό και Ελληνικό με 270 μαθητές και 4 δασκάλους και Παρθεναγωγείο με 70 μαθήτριες).
    Προστάτης και πολιούχος του χωριού είναι ο Άγιος Νικόλαος. Η παράδοση λέει ότι οι πρώτοι κάτοικοι βρήκαν την εικόνα του στην πηγή "Γκούρα" και εξαιτίας αυτού χτίστηκε εκεί κοντά ο ναός. Το 1821 κάηκε παντελώς και ξαναχτίστηκε το 1834. Μέχρι το 1900 ξανακάηκε εν μέρει από απροσεξία των ιερέων και ανακαινίστηκε το 1900. Ο ναός έχει ωραίο τρούλο, φανταστικούς θόλους, σκαλιστό τέμπλο, αγιογραφίες και ωραίες βυζαντινές εικόνες, γυναικωνίτη και ένα υπέροχο χρυσοκέντητο επιτάφιο σπάνιο έργο ρωσσικής τεχνοτροπίας, δωρεά του ευεργέτη Σπυρίδωνος Μπαλτατζή.
    Μπαίνοντας στο χωριό από τα δυο λιθόκτιστα τοξωτά γεφύρια και παίρνοντας το δρόμο προς το κέντρο βρίσκουμε την πλατεία - το χοροστάσι- με τους δύο γεροπλάτανους, φυτεμένους όπως λένε οι κάτοικοι, από τους πρώτους κατοίκους και που το πυκνό φύλλωμά τους καλύπτει όλο το χώρο της πλατείας. Είναι η πιο αρχιτεκτονημένη και προσεγμένη περιοχή του χωριού, φτιαγμένη με μεράκι και αγάπη. Στην πλατεία στήνεται ο διπλός ή τρίδιπλος χορός στις γιορτές και τα πανηγύρια.
    Πάνω από την πλατεία η εκκλησία του Αγ. Νικολάου και δίπλα η "Γκούρα" η κεντρική βρύση, ο πρώτος ίσως πυρήνας του οικισμού, το παλαιότερο κτίσμα με αξιόλογη κατασκευή και στέγη θολωτή φτιαγμένη από ειδική ελαφρόπετρα. Η κατοικία στο Συρράκο είναι μια επαναλαμβανόμενη μονάδα στη διόρθωση και την ανάπτυξη του οικιστικού συνόλου. Ένα σπίτι που θεωρούνταν αρχοντικό, μπορεί να είναι μεγαλύτερο σε διαστάσεις, να έχει λαμπρότερη κατασκευή, αλλά δεν παύει να είναι μία ομοιότυπη μονάδα στο οικιστικό σύνολο.
    Η διάρθρωση του χωριού διατήρησε σε άριστη αρμονία τη σχέση φυσικού περιβάλλοντος και χτισμένου χώρου. Δεν είναι η κατοικία ανεξάρτητη, αλλά υπάρχει η ακολουθία: Κατοικία - πεζόδρομος -βρύση-δημόσιος χώρος. Τα σπίτια είναι με 2 ή 3 ορόφους σε έδαφος με μεγάλη κατωφέρεια (μεγάλη κλίση). Το κύριο υλικό δομής είναι η πέτρα.
Αυτά όλα χαρίζουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στον οικισμό, ένα περιβάλλον με προσωπικότητα, που έρχεται σε αντίθεση με το χωρίς προσωπικότητα περιβάλλον των σύγχρονων οικισμών και πόλεων.








    Η μέγιστη πλειοψηφία των κατοίκων έχουν εγκατασταθεί στα Γιάννινα, στην Πρέβεζα, στην Φιλιππιάδα, στην Άρτα και στον κάμπο της, στην Αθήνα, στην Πάτρα και σε άλλα κέντρα της Ελλάδας . Τα μέλη του Αγροτικού Συλλόγου Συρρακιωτών Πρέβεζας στις 7-2-1990 ήταν 180! Τα μέλη των Συναιτερισμών παραγωγών οπωροκηπευτικών και αγροτικών προϊόντων Πρέβεζας με καταγωγή από το Συρράκο στις 7-2-1990 ήταν 203!
    Το Συρράκο πέρασε μια πολύ μεγάλη κρίση στις δεκαετίες του 1950-60 που οφείλεται κυρίως στην έλλειψη του δρόμου. Άργησε να γίνει, το 1976, και η βατότητά του είναι παρά πολύ δύσκολη, ιδίως δε τους χειμερινούς μήνες. Έτσι στο εξάμηνο του χειμώνα μένει σχεδόν έρημο. Το καλοκαίρι κατοικείται από τους κτηνοτρόφους και πολλούς παραθεριστές. Θεωρούμε ότι έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την αναγέννησή του. Τα τελευταία 8-10 χρόνια χτίστηκαν πάνω από 30 καινούργιες κατοικίες και πολλές επισκευάστηκαν.





    Το μέλλον του Συρράκου είναι ο τουρισμός και η κτηνοτροφία. Κατά τη γνώμη του συνόλου των πατριωτών του Συρράκου υπάρχουν τρόποι διάσωσης και αναγέννησης.
    Απαραίτητη όμως προϋπόθεση είναι η υλική συμπαράσταση της επίσημης Πολιτείας. Έτσι θα αξιοποιηθούν οι απαράμιλλες φυσικές ομορφιές και οι ιδανικοί και υπέροχοι βοσκότοποί του, (75.000 στρέμματα) Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα στον επισκέπτη να λατρέψει τη φύση και να απολαύσει ένα διαφορετικό ύφος ελληνικού τοπίου και ομορφιάς. Να γίνει τελικά μια ανάπτυξη. Στο έργο αυτό η Κοινότητα έχει τη συνδρομή και υποστήριξη των Συνδέσμων Συρρακιωτών που έχουν ιδρυθεί στην Αθήνα, τα Ιωάννινα, την Πάτρα, την Πρέβεζα και τη Φιλιππιάδα και τον κάμπο της Άρτας.


Ιωάννης Κωλέττης 

(1774-1847)
    Μέλος της Φιλικής Εταιρείας, πολιτικός και αγωνιστής του 1821.Γεννήθηκε στο Συρράκο το 1774 και διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Εγκαταστάθηκε στα Γιάννινα όπου στην αρχή ασχολήθηκε με το εμπόριο. Με την προτροπή και την οικονομική ενίσχυση του θείου του Γ. Τουρτούρη, πήγε στην Πίζα της Ιταλίας, όπου σπούδασε Ιατρική. Εκεί επηρεάστηκε από τις ιδέες και τις πολιτικές διακηρύξεις της Γαλλικής Επανάστασης και επείσθη ότι οι Έλληνες για να ελευθερωθούν πρέπει να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις. Εκεί συνέγραψε και τύπωσε το έργο του "Ελληνική Νομαρχία", ήτοι λόγος περί ελευθερίας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διετέλεσε προσωπικός γιατρός του Αλή Πασά των Ιωαννίνων.
    Το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και έγινε μέλος της. Τον Ιούνιο του 1821 κάνει την επανάσταση στο Συρράκο και τους Καλαρρύτες. Μετά την καταστολή της πηγαίνει στο Μεσολόγγι και εν συνεχεία στην Πελοπόννησο, όπου μπήκε οριστικά στον Αγώνα. Πήρε μέρος στις Εθνικές Συνελεύσεις. Διετέλεσε Υπουργός εσωτερικών, Ναυτικών και Στρατιωτικών και Μέλος της Τριμελούς Διοικητικής Επιτροπής μετά το θάνατο του Καποδίστρια. Μετά την άφιξη του Όθωνα, ήλθε σε αντίθεση με την Αντιβασιλεία και στάλθηκε πρεσβευτής στο Παρίσι από το 1835 μέχρι το 1843.
Ήταν αρχηγός του Γαλλικού κόμματος. Έγινε ο πρώτος Συνταγματικός Πρωθυπουργός της Ελλάδας από το 1844 μέχρι το 1847.
    Είχε συλλάβει το νόημα της "Μεγάλης Ιδέας" στην οποία αφιέρωσε κάθε επιδίωξη και σκέψη, χωρίς ατομική φιλοδοξία ή συμφέρον και πέθανε Πρωθυπουργός και πτωχός το 1847.


Κώστας Κρυστάλλης 

(1868-1894)
    Εθνικός ποιητής και πεζογράφος, γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου το 1868. Τα πρώτα γράμματα διδάχθηκε στην πατρίδα του και μετά στη περίφημη "Ζωσιμαία σχολή" των Ιωαννίνων, όπου εμπορεύονταν ο πατέρας του.
    Μαθητής ακόμη το 1886, δημοσίευσε το πρώτο του πατριωτικό ποίημα "Σκιές του Άδου" στο οποίο "έδωσε εν συντομία τας διαφόρους μάχας της Ελληνικής Επαναστάσεως". Το ποίημα αυτό τον έκανε γνωστό, αλλά προκάλεσε την οργή των Τουρκικών αρχών και αναγκάστηκε να ξεφύγει και ύστερα από πολλές περιπέτειες έφτασε στην Αθήνα. Καταδικάστηκε ερήμην σε 25 χρόνια εξορία στη Βαγδάτη, από τους Τούρκους. Στην Αθήνα αντιμετώπισε σκληρότατες βιοτικές συνθήκες, γιατί το κράτος δεν έδωσε καμία βοήθεια στον καταδιωκόμενο από τους Τούρκους νεαρό Κρυστάλλη.
    Εργάστηκε κάτω από αντίξοες συνθήκες σε τυπογραφείο, στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό "Μπαρστ και Χίρστ" στο περιοδικό "Εβδομάς" και προσελήφθη υπάλληλος στους ΣΠΑΠ. Παράλληλα με την εργασία ξενυχτούσε διαβάζοντας και γράφοντας. Η υπερεντατική εργασία επέσκαψε την λεπτή του υγεία και προσβλήθηκε από φυματίωση.
    Το 1890 κυκλοφόρησε την ποιητική του συλλογή "Αγροτικά", που επαινέθηκαν στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό. Το 1891 δημοσίευσε τη μελέτη του "Οι Βλάχοι της Πίνδου". Το 1893 εξέδωσε τα "Τραγούδια του Χωριού και της Στάνης" και το 1894 τα "Πεζογραφήματα". Άλλα έργα του είναι τα εξής "Χελιδόνες", "Ο καλόγηρος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου" κ.ά. Η ασθένειά του εξελίσσονταν επικίνδυνα και αναχώρησε για την Κέρκυρα με την ελπίδα να βελτιωθεί. Εκεί όμως η κατάσταση επιδεινώθηκε και με προτροπή της αδελφής του που έμενε στην Άρτα πήγε εκεί. Ύστερα από λίγες ημέρες πέθανε στις 22 Απριλίου 1894.
    To Υπουργείο Παιδείας κήρυξε το 1994 ως "Έτος Κώστα Κρυστάλλη".
    Κανείς από τους ποιητές μας δεν αγάπησε και δεν τραγούδησε τη φύση, τις ομορφιές της και τα ψηλά λεβέντικα βουνά της πατρίδας μας, όσο ο Κώστας Κρυστάλλης. Και αυτό τον έκανε αξιαγάπητο και κοσμοαγάπητο σε όλη την Ελλάδα. Και το κρυσταλλένιο τραγούδι του με την ειλικρίνεια και τον τόνο του δημοτικού τραγουδιού, με τις ωραίες του ποιητικές εικόνες και το δυνατό του στίχο, κυλάει από κει με το κελάρυσμα των ρυακιών και φτάνει σ' εμάς απλό και καθάριο, αγνό, όπως ήταν ο ίδιος. "Άγουρος του χωριού κι εγώ, παιδί κι εγώ της στάνης, όσες φορές κάμπους, βουνά, στάνες, χωριά διαβαίνω κι οργώματα και ποταμιές, τέτοια τραγούδια λέγω".


Γεώργιος Ζαλοκώστας 

(1805-1858)
    Ποιητής και Αγωνιστής του 1821. Γεννήθηκε στο Συρράκο το 1805.
    Ο πατέρας του Χριστόδουλος ήρθε σε ρήξη με τις τουρκικές αρχές, εγκατέλειψε την Ήπειρο το 1814 και εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Εκεί ο Γεώργιος έμαθε τα πρώτα γράμματα και την ιταλική γλώσσα. Το 1821 μόλις εξερράγη η Ελληνική Επανάσταση εγκατέλειψε τις σπουδές και ήρθε στην Ελλάδα και συμμετείχε στον αγώνα παίρνοντας μέρος σε πολλές μάχες, όπου και διακρίθηκε για την ανδρεία και τον ηρωισμό του.
    Στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου ήταν υπερασπιστής του και πήρε μέρος και στην ηρωική έξοδο. Από το 1827 έγινε αξιωματικός και υπηρέτησε στο Ναυτικό και στην Ελληνική Χωροφυλακή, που είναι από τους ιδρυτές της και τους πρώτους αξιωματικούς.
    Παντρεύτηκε το 1840, αλλά στάθηκε άτυχος πατέρας, αφού από τα εννέα παιδιά του τα επτά πέθαναν το ένα μετά το άλλο. Το γεγονός αυτό επηρέασε βαθύτατα τον ευαίσθητο ποιητή.
    Στο ποιητικό του έργο είναι σαφής η επίδραση τόσο της Αθηναϊκής όσο και της Κερκυραϊκής Σχολής. Πήρε το πρώτο βραβείο στον Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό το 1851 για το ποίημά του "Μεσολόγγιον" και στη συνέχεια βραβεύτηκε άλλες δύο φορές για τις ποιητικές συλλογές "Αρματωλοί και Κλέπται"(1853) και "Ώραι σχολής" (1854). Η ποίησή του είναι επική (πατριωτική) και λυρική.
    Ο πολεμιστής ποιητής πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 1858, με παράπονο για την άδικη περιφρόνηση του Όθωνα, να μην υπογράψει προαγωγή του στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, ενώ αυτός εξυπηρέτησε την πατρίδα με γενναιότητα, εντιμότητα και ενθουσιασμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: