Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Η αληθινή και μοναδική ιστορία του Νάση και της Τέρως από το Ριζοβούνι Πρέβεζας. Αγάπη που πέρασε δια "πυρός και σιδήρου".

Kορίτσια γεμίζουν τα παγούρια με κρύο νερό για το σπίτι από την κεντρική βρύση του χωριού ("του χαρτά").

Αληθινή πέρα ως πέρα η ιστορία που θα διαβάσετε πιο κάτω.Θα μπορούσα να γράψω ολάκερο βιβλίο με λεπτομέρειες. Τα πρόσωπα υπαρκτά και θα το διαπιστώσετε στο τέλος.

Ήρωές μας ο Νάσης και η Τέρω.
Ο Νάσης γεννήθηκε το 1947 στο Ριζοβούνι Πρεβέζης.Οκτώ χρόνων παιδάκι τον πήρε η μάνα του πάνω στ' άλογο, να πάνε στα χωράφια. Μαζί τους και το πουλαράκι της φοράδας, με το οποίο όταν έφτασε στο κτήμα άρχισε να παίζει, όπου τον κλώτσησε στο κεφάλι. Ένα χρόνο τον έτρεχαν στα νοσοκομεία. Στο τέλος οι γιατροί του αφαίρεσαν το δεξί μάτι, τοποθετώντας του γυάλινο. Μια στιγμούλα ήταν και να, άλλαξε η ζωή του.


Ο μικρός συνέχισε το σχολείο.
Ερωτεύτηκε την Ελευθερία. Την Τέρω. Ήταν το πιο όμορφο κορίτσι του χωριού. Οι αδελφές του έλεγαν πως μοιάζει με νεράιδα.
<< Ο Νάσης ήταν , και είναι ακόμα, ο πιο όμορφος άντρας που ξέρω. Τον αγαπούσα από πάντα νομίζω. Απ' όταν κατάλαβα ότι υπάρχω >>, μου είπε στο τηλέφωνο η Τέρω και εγώ κατέγραψα την ιστορία της.
" Μια ξαδέλφη μου είχε φωτογραφία του. Την έκλεψα και την κοιτούσα κρυφά. Φορούσε τζιν παντελόνι και καπέλο! Ακόμα θυμάμαι τη φασαρία, όταν την ανακάλυψε η μητέρα μου. Ο πατέρας, άγριος άνθρωπος, με είχε κλείσει εσωτερική στην Οικοκυρική Σχολή. Όμως εγώ, μια φορά κανόνισα να συναντηθούμε σε μέρος έξω από το χωριό μας, κρυφά.
Παιδικές κουβέντες λέγαμε, μα όσο μιλούσαμε, ερχόταν πιο κοντά μου κι εκεί ανταλλάξαμε το πρώτο μας φιλί.

1953. Μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Ριζοβουνίου με τους δασκάλους τους.
Από τότε το έσκαγα τις νύχτες από τη Σχολή και συναντιόμασταν.Στα χωράφια, στα ποτάμια, πάνω στο βουνό. Ερχόταν κάτω από το παράθυρό μου, κάνοντας με τα χέρια του τον ήχο της κουκουβάγιας, κι έβγαινα.
Κάποιες φορές, πήγα εγώ στο σπίτι του, έριχνα μια πέτρα στο τζάμι, έβγαινε αυτός με το λυχνάρι και με έπαιρνε μέσα. Κανένας δε μας είχε καταλάβει μέχρι τότε. Έτσι νομίζαμε.
Μας πρόδωσαν τα τσιμπιδάκια από τα μαλλιά μου που έμειναν ξεχασμένα στα μαξιλάρια του κρεβατιού του. Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Ένα βράδυ μας τσάκωσαν στο δωμάτιο του Νάση. Όταν το έμαθε ο πατέρας μου, έγινε έξω φρενών. Για να γλιτώσω από το θυμό του, πήγα κι έμεινα στη θεία μου.

Εκείνος ορκίστηκε να μη με πειράξει και είπε ότι θα με στείλει στη Γερμανία, ώστε να αποφύγουμε τα σχόλια του χωριού. Στο σπίτι, μου έδωσε κι ένα λουκούμι να φάω.Γλυκάθηκα λίγο. Ήταν πολύ μεγάλη χειρονομία αυτή. << Να, μ' αγαπάει και δε θα με πειράξει.., σκέφτηκα!
Ήμουν πολύ κουρασμένη και ξάπλωσα. Είχα πολύ μακριά μαλλιά. Άρχιζα να τα χτενίζω, μην μπερδευτούν στον ύπνο. Δεν κατάλαβα πότε ήρθε ο πατέρας μου από πίσω μου, αθόρυβα, μαζί με το θείο μου. Μ' άρπαξε απ' τα μαλλιά και άρχισε να με τραβάει προς το κρεβάτι. Πήρε ένα προβατοψάλιδο. Πάγωσα από το φόβο. Καθώς ήταν αδύνατο να αντιδράσω, απλά έλεγα μέσα μου " κάνε ότι θέλεις, εγώ αυτό που θέλω, στο τέλος, θα το καταφέρω, ΄κάνε ότι θέλεις". Έκοβε, έκοβε μαλλιά. Μου τα 'κοψε σύρριζα. Γουλί μ' άφησε. Με κλείδωσε μέσα κι έφυγε.

Την άλλη μέρα, μου έδεσαν ένα μαντήλι στο κεφάλι, με πήρε ο πατέρας και φύγαμε για Αθήνα. Από κει ταξιδέψαμε για Γερμανία. Εγώ αμίλητη σε όλη τη διαδρομή. Όταν βρέθηκα σε αυτή τη χώρα, δεν ησύχασα.
Άρχισα να στέλνω γράμματα στο Νάση, όμως δεν έφταναν ποτέ στα χέρια του. Ένα βράδυ, αργά, ήρθε κάποιος από το χωριό στο σπίτι μας, εκεί  στη Γερμανία και είπε στον πατέρα μου ότι στέλνω γράμματα στο Νάση....>>
Εν τω μεταξύ, ο Νάσης, μόλις κατάλαβε πως έφυγε η Τέρω, στην κυριολεξία τρελάθηκε. Μάνιασε.

Αρχές Μαΐου πήγε φαντάρος. Μόλις είχε ξεκινήσει η δικτατορία στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι επέστρεψε η Τέρω με άδεια. Εκείνος, σαν το 'μαθε, έτριβε ολημερίς το μάτι του, με σκοπό να κοκκινίσει τόσο, ώστε να πάρει αναρρωτική άδεια, κάτι που πέτυχε.
Την ίδια μέρα, πήγε στο χωριό κι έστειλε σημείωμα με την ξαδέλφη της, το οποίο έλεγε: << Αν δεν έρθεις απόψε στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, δε θέλω να σε ξαναδώ>>.
" Με σβηστά φώτα μέσα στη νύχτα", συνέχισε να μου λέει η Τέρω, " φύγαμε, για να μη μας δουν. Στο δρόμο, πέφταμε, ματώναμε, γελάγαμε και συνεχίζαμε. Σ' ένα διπλανό χωριό μείναμε όλο το βράδυ, γιατί μας κυνηγούσαν. Δεν ξέραμε που να πάμε. Ο Νάσης ήταν λιποτάκτης και κρυβόμασταν. Ήμασταν ευτυχισμένοι. Πέρασαν είκοσι επτά μέρες... Ήταν οι πιο ωραίες μέρες που πέρασα ποτέ.



Μετά ο Νάσης γύρισε στο στρατό κι εγώ στη Γερμανία. Δε γινόταν αλλιώς. Με πάντρεψαν με ένα Γερμανό. Δε μ' άφησαν περιθώρια. Ή τον έπαιρνα ή με σκότωναν. Την πρώτη νύχτα, του 'πα πως αγαπάω κάποιον άλλο. Εν τω μεταξύ ο Νάσης πέρασε στρατοδικείο. Έφαγε πέντε χρόνια και τρεις μήνες."
Στη φυλακή έμαθε πως παντρεύτηκε η Τέρω. Το έσκασε. Τον ξαναπιάσανε και του προσθέσανε άλλα τέσσερα χρόνια στην ποινή του. Από το στρατό μάζεψε δεκατρία χρόνια φυλακή μόνο από τις αποδράσεις! Ήταν δικτατορία τότε, δεν γινόταν αλλιώς.
Ξεκίνησε η πορεία του στις ελληνικές φυλακές. Είχε πάει σε όλες και από παντού είχε δραπετεύσει. Έψαχνε τρόπο να πάει στη Γερμανία, κάτι που τελικά κατάφερε. Δραπέτης, αλλά στη Γερμανία! Για να βγάζει χαρτζιλίκι, ζωγράφιζε σε ελληνικές ταβέρνες.

" Εγώ ήμουν παντρεμένη", συνέχισε να μου διηγείται η Τέρω, "και είχα και δύο παιδιά, τον Τζώρτζη και τον Ντένη. Μια μέρα, σε μια ταβέρνα, είδα κάποια ζωγραφιά και ρώτησα ποιός την είχε κάνει. Μου τον έδειξαν και τον κοίταξα για μια στιγμή, κλεφτά. Η καρδιά μου χτύπησε παράξενα. Τον πλησίασα περισσότερο και όταν διαπίστωσα πως ήταν ο αγαπημένος μου, παραλίγο να λιποθυμήσω!
Πήγα πίσω στον άντρα μου και του είπα ότι γύρισε αυτός που αγαπάω και θα μείνω μαζί του. Αυτός έφυγε και από τότε, δεν τον είδα ποτέ ξανά...
Μείναμε με το Νάση πολύ λίγο καιρό. Μετά τον πρόδωσαν και τον έπιασε η γερμανική αστυνομία.

Τον κράτησαν οκτώ μήνες σε γερμανικές φυλακές, γιατί και η Ελλάδα δεν τον ήθελε πίσω. Δεν είχε κάνει κανένα έγκλημα. Το μόνο που έκανε ήταν οι αποδράσεις, για να βρεί εμένα.
Το '82 αποφυλακίστηκε και πήρε ταυτότητα. Ήταν πια νόμιμος. Παντρευτήκαμε και κάναμε δύο παιδιά.Στα σαράντα τρία , έπιασε την πρώτη του πραγματική δουλειά, σε ένα εργοστάσιο.
Σήμερα επιστρέψαμε στην Ελλάδα, ανακαινίσαμε το πατρικό μου μου σπίτι και ζούμε ευτυχισμένοι".

Αν τυχόν κάποιος αναγνώστης μας βρεθεί στην περιοχή, το ευτυχισμένο αυτό αντρόγυνο με χαρά θα σας κεράσει καφέ και γλυκό του κουταλιού. Οι λεπτομέρειες που θα μάθετε από τους ίδιους για τη μοναδική στα χρονικά αγάπη τους είναι συγκλονιστικές.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα " ΣΑΜΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ" , την Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014, από τον Νώντα Βαλεοντή.

Για την αντιγραφή και πιστή απόδοση
Χριστόφορος Ευθυμίου

1 σχόλιο:

Unknown είπε...

KANENAS DEN MPOREI NA STAMATISEI H' MALLON NA XWRISEI DUO KARDIES POU AGAPIOUDE .MONAXA O THANATOS !!!!!! EXW GNWRISEI KAI EGW TON PONO TIS AGAPHS .EFXWME NA EISTE PADA EFTUXISMENOI