Ο Νικόλας Άσιμος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20
Αυγούστου του 1949 από γονείς Κοζανίτες. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος
Ασημόπουλος.
Οι γονείς του ήταν από την Κοζάνη, όπου ο Νικόλας έζησε
τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το σχολείο. Το 1967 εγγράφεται στη Φιλοσοφική
σχολή του Α.Π.Θ. Τα χρόνια της φοιτητικής του ζωής ασχολήθηκε ενεργά με το
θέατρο, ενώ παράλληλα έγραφε τραγούδια και τραγουδούσε σε μπουάτ. Συχνά είχε
προβλήματα με την αστυνομία, καθώς ήταν η περίοδος της Χούντας και της
λογοκρισίας.
Το 1973 εγκαθίσταται στην Αθήνα. Συνεχίζει να
ασχολείται με το θέατρο και τελειώνει μια ιδιωτική σχολή Δραματικής Τέχνης.
Γράφει τραγούδια τα οποία δε δισκογραφεί επίσημα, αλλά τα γράφει μόνος του σε
κασέτες τις οποίες πουλάει σε διάφορους δρόμους της Αθήνας. Δίνει ακόμα μουσικές
παραστάσεις σε μπουάτ της Πλάκας, και συνεργάζεται με καλλιτέχνες όπως ο Θανάσης
Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, και η Κατερίνα Γώγου. Το
1976 απέκτησε μία κόρη από τη σχέση του με την Λίλιαν Χαριτάκη, εκτός
γάμου.

Η πρώτη του συμμετοχή στη δισκογραφία ήταν το 1974 με το
single Ρωμιός-Μηχανισμός σε ηλικία 25 χρόνων. Το 1977 φυλακίστηκε για δύο μήνες,
μαζί με άλλους πέντε εκδότες - συγγραφείς, με επίσημη κατηγορία: «Εξέχουσες
προσωπικότητες που επηρεάζουν αρνητικά το κοινωνικό σύνολο».
Το 1978 κατατάχτηκε στον στρατό. Ωστόσο πήρε απαλαγή,
καταφέρνοντας να του αναγνωριστεί ότι πάσχει από σχιζοειδή ψύχωση, την οποία
προσποιήθηκε καθώς ήταν αντίθετος προς τη στράτευση.
Την περίοδο 1980 - 1981 έγραψε το βιβλίο Αναζητώντας
Κροκάνθρωπους, το οποίο δεν εκδόθηκε επίσημα, αλλά κυκλοφόρησε από τον ίδιο σε
φωτοτυπημένα αντίγραφα. Μετά τον θάνατό του, το βιβλίο κυκλοφόρησε από εκδοτικό
οίκο, κάτι που ο ίδιος δεν θα ήθελε να συμβεί.
Γύρω στο 1983 άνοιξε ένα μαγαζάκι στα Εξάρχεια, στην οδό
Καλλιδρομίου, το οποίο ονόμασε «Χώρο Προετοιμασίας». Επρόκειτο και για τον χώρο
κατοικίας του. Εκεί έγραφε, συνέθετε τα τραγούδια του, πουλούσε βιβλία,
παιχνίδια για παιδιά, πρόχειρα κοσμήματα κατασκευής γνωστών του, κασέτες δικές
του κυρίως και άλλα αντικείμενα.
Το 1987 οδηγήθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή του σε
ψυχοθεραπευτική κλινική και λίγο αργότερα στις φυλακές Κορυδαλλού, με την
κατηγορία του βιασμού.
Αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση, ωστόσο ποτέ δεν
κατάφερε να ξεπεράσει τη μεγάλη του πίκρα για μια αβάσιμη κατηγορία που δεν
τεκμηριώθηκε ποτέ. Η δίκη του που εκκρεμούσε, μαζί με άλλα προβλήματα που
αντιμετώπιζε, τον οδήγησαν στην αυτοκτονία μία μέρα σαν σήμερα, στις 17 Μαρτίου
του 1988.
Ο ίδιος είχε γράψει στο βιβλίο του:
Κάποτε θα με
διαβάσεις ίσως, θ' ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις.
Αλλά δεν θα' μια πια εγώ. Θα' ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατο τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν.
Όσο υπήρχα με φοβόσουν.
Όσο υπήρχα δεν με άντεχες.
Δεν είχες την δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά άμα στο ζητούσα.
Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ.
Είναι καλύτερο ν' αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με την φάτσα μου επάνω τυπωμένη.
Και σου φαίνεται γέλιο.
Και ας μου φαινόταν γελοίο.
Αλλά δεν θα' μια πια εγώ. Θα' ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατο τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν.
Όσο υπήρχα με φοβόσουν.
Όσο υπήρχα δεν με άντεχες.
Δεν είχες την δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά άμα στο ζητούσα.
Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ.
Είναι καλύτερο ν' αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με την φάτσα μου επάνω τυπωμένη.
Και σου φαίνεται γέλιο.
Και ας μου φαινόταν γελοίο.
Δείτε το video.
www.theinsider.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου