Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Αντώνης Σαμαράς και ο φόβος της Χρυσής Αυγής.



Η πρώτη σφραγίδα που μπήκε στο ευρωπαϊκό διαβατήριο της Ελλάδας ήταν τον Δεκέμβριο του 1974 και έφερε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος, έχοντας μόλις πριν από λίγους μήνες επιστρέψει στην Ελλάδα και αφού κέρδισε τις πρώτες εκλογές του Νοεμβρίου, οργάνωσε το δημοψήφισμα για το Πολιτειακό.

Με την ευμενή υπέρ της λεγόμενης «Αβασίλευτης» άψογη ουδετερότητα που τήρησε, ο τότε αρχηγός της συντηρητικής παράταξης απάλλαξε τη χώρα από μια πολύχρονη πηγή ανωμαλίας που ήταν η εμπλοκή του Παλατιού στην πολιτική. Με αυτή την απόφασή του και με μια σειρά κινήσεις και πρωτοβουλίες που ανέλαβε τα επόμενα χρόνια σηματοδότησε τον οριστικό ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ελλάδας.

Αρκετοί στενοί, τότε, συνεργάτες του Καραμανλή ήταν φιλοβασιλικοί: από τον μετέπειτα διάδοχό του στην πρωθυπουργία Γεώργιο Ράλλη, ο οποίος παραδέχθηκε ότι ψήφισε υπέρ της Βασιλείας, έως τον Σπύρο Θεοτόκη, ο οποίος εκπροσωπούσε ένα από τα πιο γνωστά τζάκια της παλαιάς Δεξιάς και την επομένη του δημοψηφίσματος, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, παραιτήθηκε από βουλευτής της ΝΔ για να γίνει τρία χρόνια αργότερα συναρχηγός της «βασιλοχουντικής» Εθνικής Παράταξης.

Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι η πλειονότητα όσων στην κάλπη για το Πολιτειακό ψήφισαν υπέρ της βασιλευομένης -το 30,8% του εκλογικού σώματος- προέρχονταν από τη «δεξαμενή» των ψηφοφόρων που τρεις εβδομάδες νωρίτερα είχαν δώσει στην νεοϊδρυθείσα Νέα Δημοκρατία το ανεπανάληπτο 54,37% που πήρε ο Καραμανλής στις πρώτες μεταχουντικές εκλογές.
Η επιλογή του Σερραίου πολιτικού να αγνοήσει το λεγόμενο «πολιτικό κόστος», ταυτιζόμενος με τη βούληση που είχε η πλειοψηφία του ελληνικού λαού και κινούμενος σε αντίθετη φορά από εκείνη που ήθελαν οι μισοί και πλέον ψηφοφόροι του, όχι μόνον δεν του κόστισε εκλογικά -αφού κέρδισε και τις επόμενες εκλογές, παρά την εμφάνιση στην εκλογική κονίστρα των βασιλοχουντικών που περιορίστηκαν στο 6,82% στις βουλευτικές εκλογές του 1977-, αλλά τον καθιέρωσε ως μια ευρωπαϊκή πολιτική φυσιογνωμία με διεθνή αναγνώριση και ακτινοβολία.

Το προηγούμενο αυτό μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει τον οδηγό στην απόφαση που καλείται να λάβει σήμερα ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς για το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που διχάζει βαθιά τον τρικομματικό κυβερνητικό συνασπισμό και αποτελεί ένα από τα κρισιμότερα τεστ αντοχής για τη συνοχή του και εν γένει την πολιτική σταθερότητα που αργά αλλά σταθερά υπάρχουν σημάδια ότι βαίνει προς αποκατάσταση.

Η δημοσκόπηση της Alco που δημοσίευσε το κυριακάτικο «Πρώτο Θέμα» έδειξε ότι η πλειονότητα των πολιτών, σε ποσοστό 52%, ευνοεί την ανάληψη μιας τέτοιας νομοθετικής πρωτοβουλίας. Υπάρχει, ωστόσο, μια πολύ ισχυρή μειοψηφία που έχει, σε ποσοστό 35%, αντίθετη άποψη και διαφωνούν με το νομοσχέδιο που ετοίμασε ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Αντώνης Ρουπακιώτης και στηρίζουν σθεναρά το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι προφανές ότι πολλοί από τους αντιδρώντες είναι ψηφοφόροι, οι οποίοι στις τελευταίες εκλογές ή και σε προηγούμενες αναμετρήσεις ψήφισαν τη Νέα Δημοκρατία. Και, κακά τα ψέματα, το βασικό επιχείρημα που προβάλουν οι συνεργάτες του κ. Σαμαρά για να μην προωθηθεί το επίμαχο νομοσχέδιο στη Βουλή, είναι για να μην δυσαρεστηθεί αυτό το τμήμα του εκλογικού σώματος το οποίο εκδηλώνει συμπάθεια προς τη Χρυσή Αυγή, αγνοώντας -προφανώς οι περισσότεροι- το πραγματικό ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοναζιστικού αυτού μορφώματος.

Τα περί δήθεν περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης δεν είναι παρά το άλλοθι για να καλυφθεί ο φόβος για το πρόσκαιρο πολιτικό κόστος που μπορεί, ενδεχομένως, να υπάρξει για το μεγαλύτερο κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού, τα στελέχη του οποίου ισχυρίζονται πως τάχατες οι προωθούμενες ρυθμίσεις για να τιμωρούνται όσοι εγκωμιάζουν τον ναζισμό ή πρωταγωνιστούν σε εκδηλώσεις ξενοφοβικής βίας θα ενισχύσουν, αντί να πλήξουν, την Χρυσή Αυγή, καθώς τα στελέχη της θα «ηρωοποιηθούν» στα μάτια συντηρητικών ψηφοφόρων που προβληματίζονται από το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης.

Και ο Παλαιοκώστας, όμως, ο οποίος «κλέβει τις τράπεζες», θεωρείται «ήρωας» από αρκετούς συνέλληνες. Για να μη θυμηθούμε τη... γοητεία που φημολογείτο ότι ασκούσε παλαιότερα σε ένα τμήμα του γυναικείου πληθυσμού ο Παπαχρόνης. Κανείς, ωστόσο, δεν φαίνεται να διανοήθηκε να προτείνει την αποποινικοποίηση των ληστειών ή των βιασμών. Γιατί, άραγε, να συμβεί αυτό για τους ρατσιστές και ξενόφοβους ναζιστές, που είναι τόσο. γενναίοι «ήρωες» που πάνε οπλισμένοι στη Βουλή;

Σε κάθε περίπτωση, οι απόψεις περί ενδεχόμενης «ηρωοποίησης» μοιάζουν πολύ κοντόφθαλμες. Κατ΄ αρχήν γιατί τα μέτρα για τον περιορισμό της λαθρομετανάστευσης δεν έρχονται σε αντίθεση με τον ποινικό ή άλλο κολασμό των ρατσιστών. Και, κυρίως, γιατί αν η κυβέρνηση δεν λάβει τώρα μέτρα, υπό τον φόβο της αντίδρασης των συμπαθούντων τη Χρυσή Αυγή, τα στελέχη της θα εκτραχυνθούν ακόμη περισσότερο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εσωτερική σταθερότητα και τη διεθνή εικόνα της χώρας.

Αν, λοιπόν, ο νυν πρωθυπουργός εννοεί ότι θέλει πράγματι να ηγηθεί του ευρωπαϊκού μετώπου, το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο είναι, νομίζω, η ευκαιρία να το αποδείξει, απορρίπτοντας μικροκομματικούς υπολογισμούς, όπως ακριβώς έκανε σε πολύ πιο δύσκολους καιρούς για την τότε πολύ πιο ασταθή ελληνική δημοκρατία ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!













Του Γρηγόρη Τζιοβάρα 

Δεν υπάρχουν σχόλια: