Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Αμπελεία Ιωαννίνων. Απολαύστε τα video



Απολαύστε τα video










































Αμπελεία

Η Αμπελεία (Τοπική Κοινότητα Αμπελειάς - Δημοτική Ενότητα Μπιζανίου), ανήκει στον δήμο Ιωαννιτών της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνωνπου βρίσκεται στην Περιφέρεια Ηπείρου, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα "Καλλικράτης".

Η επίσημη ονομασία είναι "Η Αμπελειά". Έδρα του δήμου είναι τα Ιωάννινα και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Ηπείρου.

Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο "Καποδίστριας", μέχρι το 2010, η Αμπελειά ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Αμπελειάς, του πρώην Δήμου Μπιζανίου του Νομού Ιωαννίνων.

Το Νέο Μπιζάνι έχει υψόμετρο 555 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 39,56696222 και γεωγραφικό μήκος 20,8707119565. Οδηγίες για το πώς θα φτάσετε στο Νέο Μπιζάνι θα βρείτε εδώ.

Ο πρώην Δήμος Μπιζανίου

Ο Δήμος Μπιζανίου ήταν δήμος του νομού Ιωαννίνων που συστάθηκε με το πρόγραμμα Καποδίστριας από τη συνένωση παλαιότερων κοινοτήτων της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου. Λειτούργησε την περίοδο 1999 -2010 οπότε και καταργήθηκε με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης και εντάχθηκε στον νέο δήμο Ιωαννιτών. Βρισκόταν νότια της πρωτεύουσας του νομού, των Ιωαννίνων. Ο δήμος Μπιζανίου αποτελούνταν από εννιά δημοτικά διαμερίσματα. Καταλάμβανε έκταση 88,6 Km2 και είχε συνολικό πληθυσμό 4.241 κατοίκους. Έδρα του δήμου ήταν το χωριό Πεδινή.

























Ο δήμος περιλάμβανε τα παρακάτω δημοτικά διαμερίσματα και οικισμούς:

Δ.δ. Ασβεστοχωρίου -- το Ασβεστοχώρι [ 312 ]
Δ.δ. Κοσμηράς -- η Κοσμηρά [ 497 ]
Δ.δ. Μανολιάσης -- η [[Μανολιάσα Ιωαννίνων|Μανωλιάσσα]] [ 307 ]



Τα οχυρά μάχης και η τουρκική αμυντική οργάνωση στο λεκανοπέδιο Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913 

Στις 21 Φεβρουαρίου 1913 η πτώση της πόλης των Ιωαννίνων και η απελευθέρωση της από τον ελληνικό στρατό, μετά από σκληρές μάχες με τον τουρκικό στρατό, αποκάλυψε και την εκτεταμένη αμυντική οργάνωση πολλαπλών οχυρώσεων του τουρκικού στρατού στο λεκανοπέδιο Ιωαννίνων. 

Οι οχυρώσεις αυτές που αποτελούν μια σειρά ισχυρών οχυρών μάχης, κατασκευάστηκαν το 1909 από την γερμανική στρατιωτική αποστολή επικεφαλής της οποίας ήταν ο γερμανός στρατηγός Κόλμαρ φον ντερ Γκόλτζ (Colmar von der Goltz).
Τα οχυρωματικά αυτά έργα που συναντά κανείς και σε άλλες πόλεις στα Βαλκάνια, αποτέλεσαν ένα από τα κυρίαρχα εργαλεία της Αυστροουγγρικής εξωτερικής πολιτικής στα Βαλκάνια, και είναι το στρατιωτικό προϊόν μιας επεκτατικής πολιτικής, που λειτούργησε σαν χείρα βοηθείας προς την παραπαίουσα άλλοτε κραταιά Οθωμανική αυτοκρατορία κατά τον 19ο αιώνα, στην περιοχή των Βαλκανίων.
Με αυτή την συγκεκριμένη στρατηγική, διαμορφώθηκαν μια σειρά από ειδικές συνθήκες πολιτικής προσέγγισης, με τον «Μεγάλο ασθενή», όπως αποκαλείτο τότε η παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, με απώτερο σκοπό την μελλοντική εδραίωση της πολιτικής τουDeutsheReich (Γερμανικό Ράιχ),που θα εδράζετο στον γεωπολιτικό άξονα «Βερολίνο- Βαγδάτη».
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918, έθεσε τις βάσεις για προοπτική συνεργασίας, μεταξύ της Γερμανίας και της Τουρκίας, καθώς και την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Βερολίνου - Βαγδάτης, την χρηματοδότηση της οποίας είχε αναλάβει η DeutsheBank(Γερμανική Τράπεζα). Με τον τρόπο αυτό η γερμανία εισήλθε πολιτικά και στρατιωτικά, στο κατώφλι του ηγεμονισμού με την εφαρμοσμένη στρατηγική της που αναφερόταν στο δόγμα: «100 jahrigedeutshe - turkischeWaffenbruderschaft» (Εκατονταετής Ένοπλος Αδελφότης Γερμανίας - Τουρκίας).
Οι δεκάδες πλέον στρατιωτικές αποστολές συνεργασίας της γερμανίας, σε όλη την Οθωμανική επικράτεια, έθεταν πλέον τις βάσεις αυτού του θεωρήματος, αλλά και την εδραίωση της κυριαρχίας του DeutsheReich (Γερμανικό Ράιχ) μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Γερμανοί αξιωματικοί, προΐστατο στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και στους στρατιωτικούς σχηματισμούς, και όπως αναφερόταν σχετικά: «στο δεσποτικό καθεστώς του Αβδούλ Χαμίτ Β΄, το Γερμανικό Επιτελείο είχε επιτέλους βρει τη μορφή του πολιτεύματος την οποίαν ανέκαθεν ονειρευόταν, την πρωσική δικτατορία των στρατηγών πασάδων».
Η τουρκική αμυντική οργάνωση της πόλης των Ιωαννίνων είναι έργο του Γερμανού (Πρώσoυ), στρατάρχη Κόλμαρ φον ντερ Γκόλτζ, επονομαζόμενος και Goltz πασάς. Γεννήθηκε το 1843 στο Bielkenfeld, της Ανατολικής Πρωσίας και από το 1883 έως το 1895 ηγήθηκε της αναδιοργάνωσης του τουρκικού στρατού. Επιπλέον στην διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου διοίκησε δύο Τουρκικές Στρατιές, εναντίων των Άγγλων στην Εγγύς Ανατολή, στο Ιράκ. Πέθανε στις 19 Απριλίου του 1916 από τύφο, στη Βαγδάτη του Ιράκ.




















Ο γερμανός στρατηγός ήρθε στα Γιάννενα το 1909 συνοδευόμενος από ανώτερο κλιμάκιο γερμανικής στρατιωτικής αποστολής και πραγματοποίησε τις μελέτες αλλά και τις κατασκευές των έργων για την αμυντική οργάνωση και τα οχυρωματικά της πόλης των Ιωαννίνων. Οστρατηγός Κόλμαρ φον ντερ Γκόλτζ, επιθεώρησε προσωπικά ο ίδιος, το φυσικό οχυρό Μπιζάνι και στην συνέχεια με συγκεκριμένη πρόταση προς το τουρκικό γενικό επιτελείο, υπέδειξε τον τρόπο ημικυκλικής οχύρωσης και μετατροπή του σε οχυρό μάχης, με διάθεση πυροβόλων επ΄αυτού, προτείνοντας στην σχετική πρόταση του, πως τα πυροβόλα θα πρέπει να βάλλουν προς τον Δρίσκο, το Κοντοβράκι, την Αετοράχη, προς την έξοδο του δρόμου που έρχεται από την Πρέβεζα, προς τα Πέντε Πηγάδια, καθώς και προς τα υψώματα της Μανολιάσας και της Τσούκας. Τον Απρίλιο του 1910 ήρθε στα Γιάννενα, νέο γερμανικό στρατιωτικό κλιμάκιο που αποτελείτο από τον αξιωματικό Πούσελτ, συνταγματάρχης βαρέος πυροβολικού και από τον αξιωματικό Μώτ, αντισυνταγματάρχης του μηχανικού, οι οποίοι ήταν ενταγμένοι στο επιτελείο του στρατηγού Κόλμαρ φον ντερ Γκόλτζ. Οι δύο αξιωματικοί με το γερμανικό στρατιωτικό κλιμάκιο εκστρατείας πραγματοποίησαν πασσάλωση- οριοθέτηση του έργου και προχώρησαν στην κατανομή του οχυρού, σε πυροβολεία, ορύγματα ακροβολιστών, αποθήκες πυρομαχικών, στρατώνων, αποθήκες υλικού καθώς σε άλλα έργα που ήταν απαραίτητα στο οχυρό Μπιζάνι.
Τον Μάιο του 1910, το εκτελούμενο έργο είχε φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα και άρχισε να πραγματοποιείται η οχύρωσή του ταυτόχρονα με τις άλλα φρούρια- οχυρά μάχης σε όλο το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων. Το 1911 η γερμανική στρατιωτική αποστολή επανήλθε εκ νέου στα Γιάννενα, προς επιθεώρηση των οχυρωματικών έργων, αλλά και για να παραδώσει τα συμφωνηθέντα έργα στην τουρκική στρατιωτική διοίκηση της πόλης, στον στρατηγό Εσάτ Πασά. Μέχρι το 1912, είχε σχεδόν αποπερατωθεί το έργο της οχυρώσεως και όταν πλέον είχε αρχίσει η επιστράτευση του τουρκικού στρατού, η οχύρωση είχε συμπληρωθεί με ταχύσκαπτα έργα, συρματοπλέγματα και με θέσεις πυροβολαρχιών εκστρατείας.
Για την κατασκευή των οχυρώσεων, στα οχυρωματικά έργα ο τουρκικός στρατός διέθεσε στην γερμανική στρατιωτική αποστολή, 600 πρώην τούρκους στρατιωτικούς που είχαν καθαιρεθεί από τις τάξεις του τουρκικού στρατού επειδή είχαν συμμετάσχει στο κίνημα των Νεότουρκων το 1908.
Οι πρώην στρατιωτικοί που είχαν φυλακισθεί στην Κωνσταντινούπολη, χρησιμοποιήθηκαν ως εργάτες, στην κατασκευή των οχυρωματικών έργων.
Το κόστος των οχυρωματικών έργων έφτασε περίπου σε 2,5 εκατομμύρια τουρκικές λίρες της εποχής, περίπου 58 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα.
Πέντε οχυρά μάχης
Συνολικά κατασκευάστηκαν 5 σημαντικά οχυρά μάχης, με εκτεταμένες οχυρωματικές γραμμές, ενώ παράλληλα οχυρώθηκαν και μεμονωμένες τοποθεσίες στο λεκανοπέδιο που αποτελούσαν θέσεις στρατηγικής σημασίας για τον τουρκικό στρατό. Επιχειρησιακά η διάταξη μάχης των οχυρών μάχης, στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, λειτούργησε ως ακολούθως:
Στην βόρεια πλευρά στο οχυρό μάχης Γαρδίκι, τοποθετήθηκαν 4 πυροβόλα. Στην Ανατολική πλευρά λειτούργησε ως φυσικό οχυρό το βουνό Μιτσικέλι. Στην νοτιοανατολική πλευρά στο οχυρό μάχης, στο βουνό της Καστρίτσας, τοποθετήθηκαν 12 πυροβόλα ενώ στο Αβγό 2 ταχυβόλα. Στην νότια πλευρά στο οχυρό μάχης Μπιζάνι, τοποθετήθηκαν συνολικά πυροβόλα 55 πυροβόλα. Στην νοτιοδυτική πλευρά στο οχυρό μάχης Μανωλιάσας-Τσούκας, τοποθετήθηκαν 11 πυροβόλα, 2 ταχυβόλα και 2 ορεινά πυροβόλα. Στη μονή Δουρούτης τοποθετήθηκαν 4 πυροβόλα. Στην δυτική πλευρά στο οχυρό μάχης Σαντοβίτσα, σημερινά Μάρμαρα, τοποθετήθηκαν 16 πυροβόλα και 4 ορεινά πυροβόλα. Στη θέση Γορίτσα,ενδιάμεσα από Καστρίτσα και Μπιζάνι τοποθετήθηκαν 2 ταχυβόλα και 2 πυροβόλα. Στο Πέραμα τοποθετήθηκαν 4 πυροβόλα και στο Νησί 2 πυροβόλα.
Παραμονές της γενικής επίθεσης που διέταξε ο ελληνικός στρατός (Φεβρουάριος 1913), κατά των οχυρών μάχης του τουρκικού στρατού, σε όλο το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων οι τουρκικές δυνάμεις είχαν παρατάξει τα παρακάτω συγκροτήματα μάχης, τα οποία αποτελούντο από 4 μεραρχίες, με συνολική δύναμη 30.000 άνδρες οι οποίοι διέθεταν 112 πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων. Η τουρκική στρατιωτική διάταξη ήταν κατανεμημένη ως εξής στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων:
Η 23η μεραρχία ενεργού στρατού (10 τάγματα), με ένα σύνταγμα στα υψώματα της Μεγάλης Τσούκας - Αγίου Νικολάου και δύο συντάγματα στο οχυρό μάχης Μπιζάνι. Η 2η Έκτακτη μεραρχία (16 τάγματα), στα υψώματα της Μανολιάσας. Η 3η Έκτακτη μεραρχία (9 τάγματα), στην Αετοράχη μέχρι το χωριό Ελληνικό. Η Μεραρχία εφέδρων Ιωαννίνων (12 τάγματα), που είχε διαθέσει 3 τάγματα στην 23η μεραρχία (ένα στα υψώματα της Μεγάλης Τσούκας-Αγίου Νικολάου και δύο στο οχυρό μάχης Μπιζάνι), 3 τάγματα από το χωριό Αμπελειά μέχρι το Μπιζάνι, 4 τάγματα στην περιοχή των χωριών Καστρίτσα και Δαφνούλα και τα υπόλοιπα 2 τάγματα σε εφεδρεία, μέσα στα Γιάννενα.
Τα οχυρωματικά σήμερα
Το 2001 πραγματοποίησα εκτενή φωτογραφική αναγνώριση των οχυρωματικών έργων στα οχυρά μάχης του Μπιζανίου, στο Γαρδίκι, στην Δουρούτη και στη Σαντοβίτσα (Μάρμαρα) που είναι κατανεμημένα σε ορεινούς όγκους πέριξ του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων.
Μετά από 11 χρόνια, σήμερα (Φεβρουάριος του 2012), η εικόνα των οχυρών μάχης διατηρείται σχετικά σε καλή κατάσταση με μοναδική εξαίρεση τα κτίρια φύλαξης πυρομαχικών, επιμελητείας και στρατωνισμού, των ανδρών του τουρκικού στρατού, που βρίσκονται στο στάδιο ολοκληρωτικής κατάρρευσης, εξ αιτίας των καιρικών συνθηκών, αλλά και της αδιαφορίας των φορέων, να προχωρήσουν σε εργασίες αναστήλωσης, των σημαντικών αυτών ιστορικών μνημείων, της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.
Τα πυροβολεία διατηρούνται σε καλή κατάσταση, παρότι έχουν περάσει 99 χρόνια από την ημέρα που εσίγησαν τα τουρκικά πυροβόλα στις 21 Φεβρουαρίου του 1913. Οι τσιμεντένιες κατασκευές δεν έχουν ακόμη καταρρεύσει εξαιτίας του ισχυρού τους οπλισμού από σκυρόδεμα και τα φατνώματα που λειτουργούσαν σαν χώροι υποδοχής των τουρκικών πυροβόλων, διατηρούνται ακόμη ανέπαφα στο πέρασμα του χρόνου. Επίσης σε κάποια από τα οχυρά μάχης, διατηρούνται σε μερικά φατνώματα, τα μεταλλικά άγκιστρα επί των οποίων εδένετο αριστερά και δεξιά το πυροβόλο για να συγκρατείται, στην φάση της οπισθοδρόμησης.
Οι κρύπτες, που στο παρελθόν φιλοξενούσαν τους τούρκους πυροβολητές, αλλά και τους χώρους φύλαξης των πυρομαχικών των πυροβόλων, διατηρούνται επίσης σε καλή κατάσταση, με μοναδικές εξαιρέσεις, κάποιες υπόγειες στοές επικοινωνίας, στις οποίες βρίσκονται θαμμένα άχρηστα υλικά, και σωροί από χώμα.
Περπατώντας πριν από λίγες μέρες, σε αυτά τα οχυρά μάχης που στέκονται αγέρωχα στο πέρασμα του χρόνου, συνειδητοποιείς πως ο πόλεμος έχει πραγματικά τελειώσει και πως τώρα βρίσκεται πλέον μακριά, στο παρελθόν της Ιστορίας. Παρατηρώντας όμως λίγο πιο προσεκτικά, σκαρφαλωμένος με την φωτογραφική κάμερα, στα αντερείσματα των τσιμεντένιων οχυρών, διαπιστώνεις πως ο πόλεμος, βρίσκεται ακόμα εδώ και μας εξουσιάζει μέσα από την δύναμη της ανθρώπινης μνήμης και μέσα από τα βαθιά σημάδια που άφησε πίσω του, σ΄αυτές τις φονικές μάχες για την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913

Δεν υπάρχουν σχόλια: