Κυριακή 26 Αυγούστου 2018

«Εγώ δεν είμαι συγγραφέας. Τζουμερκιώτης είμαι!» (Η Κατερίνα Σχισμένου συζητάει με τον Χρήστο Τούμπουρο)


Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου

(Όλα τα πήρε το καλοκαίρι...έτσι κλείνει ο Αύγουστος και το φετινό καλοκαίρι που πολλά είχε και έχει να μας αφηγηθεί. Λυπηρά και χαρούμενα συνάμα, μικρά και μεγάλα. Εμείς ζώντας σ’ έναν χώρο που κάθε πέτρα και να σηκώσεις τόσες ιστορίες έχει να αφηγηθεί θελήσαμε να κάνουμε κάτι σαν απολογισμό, σαν μια μικρή αφήγηση πρόδρομη που ακόμη εξελίσσεται. Ήπειρος ένας μεγάλος τόπος, μια μεγάλη διαδρομή. Βρήκαμε και συζητήσαμε με την πιο έντιμη και καθαρή λαλιά, το πιο διερευνητικό βλέμμα και οξύτατη ματιά, το συγγραφέα και ερευνητή Χρήστο Τούμπουρο, την πιο ατόφια Τζουμερκιώτη ψυχή και πνεύμα).

1.Είστε ο πιο κατάλληλος για να μας κάνετε έναν απολογισμό, με αφορμή και την πρόσφατη έκδοση του νέου σας βιβλίου «Με την Ηπειρώτικη Λαλιά». Τι είδατε επάνω στα Τζουμέρκα;
Καταρχάς θα διαφωνήσω με το επίθετο κατάλληλος. Κατάλληλος είναι όποιος έχει τα απαραίτητα προσόντα, τις ικανότητες ή ιδιότητες για κάποιο σκοπό. Δεν είμαι και δεν νιώθω καθόλου κατάλληλος. Άλλωστε το έχω πει και το έχω γράψει πολλές φορές. Εγώ, δεν είμαι συγγραφέας. Τζουμερκιώτης είμαι. Και έχω ακόμη τη δύναμη να διατηρώ στο ακέραιο το δεσμό μου με την πατρίδα, το Τζουμέρκο, εκεί όπου γεννήθηκα, μεγάλωσα και έμαθα τα πρώτα μου γράμματα. Ακατάλυτος δεσμός. Δεμένος με τις θύμισες της νιότης και τις καταβολές και την ανείπωτη ομορφιά φύσης και την ηδονή της αγριάδας της. Τι είδα; «Έρμα μαντριά γεμάτα λύκους». Η καθίζηση των ορεινών περιοχών είναι συνεχόμενη και χαρακτηριστική. Τώρα τον Αύγουστο άνοιξαν για καμιά δεκαριά μέρες -μην φανταστείτε περισσότερο- τα σπίτια και από δω και πέρα «δεν υπάρχει πουθενά ψ’χούλα».


2.Τι σας ενόχλησε τι σας άρεσε;
Όχι, δεν θα λειτουργήσω πρωθύστερα. Πρώτα μου αρέσει και μετά με ενοχλεί. Και σε ποιον δεν αρέσουν η βλάστηση που υπάρχει στα Τζουμέρκα, οι καταρράκτες και οι νεροσυρμές. Άλλα τα συναισθήματα όταν αφουγκράζεσαι τον Σιοποτό, ακούς την κατεβασιά του Αγναντίτικου και νιώθεις την αγριάδα του κατεβασμένου Αράχθου.
Στα Τζουμέρκα σε πνίγουν οι μυρωδιές του έλατου και του αγριοπρίναρου, της φτέρης και της τσερμιτζέλας και πουμώνεσαι από τα θυμιάματα από το ρετσίνι και από τα Ηπειρώτικα ακούσματα.Τα Τζουμέρκα, με τον ανεκτίμητο φυσικό πλούτο, απλόχερα σου προσφέρουν αισθήματα ξεγνοιασιάς, ηρεμίας και ευχαρίστησης. Το χώμα, το νερό, οι ήχοι και οι σκιές, τα χρώματα και οι μυρωδιές επιμένουν να υπενθυμίζουν πως η ζωή είναι μια «υπόθεση» τόσο απλή…
Τι με ενόχλησε; Ήμουνα νιος και γέρασα. «Σε ξένο τόπο καταντήσαμε αναχωρητές και ερημίτες, σφίγγες κωφάλαλες ευδαίμονες εραστές της σιωπής…» Τα Τζουμέρκα «βιώνουν» πολλά χρόνια αληθινή εγκατάλειψη. Χωρίς καμιά υπερβολή
«φύγαν τα νιάτα τα καλά, φύγανε οι δουλευτάδες,/και καρτεράνε οι γέροντες και κλαίνε οι μανάδες…» Το αποτέλεσμα το λέει η λαϊκή μούσα:«ρημάξανε τα διάσελα και των χωριών οι στράτες,/πάν’ τα παιδιά στην ξενιτιά και γίνονται εργάτες». 
                                                      

3.Πώς εξελίσσεται ο λαϊκός πολιτισμός στην περιοχή σας;
Τα Τζουμέρκα, όπως είναι γνωστό κρατούν στον κόρφο τους έναν μοναδικό και ατόφιο-εν πολλοίς- πολιτισμό. Τον πολιτισμό αυτό έχουμε χρέος όχι μόνο να τον διαφυλάξουμε αλλά και να τον μεταλαμπαδεύσουμε στις νέες γενιές. Μοναδική αξία. Αξίες και δημιουργικοί θεσμοί όμως «γαίαν έχουσιν ελαφράν». Μόνο ο ποιητής μπορεί να αποδώσει κατάλληλα την πραγματικότητα.
«Άδειασαν τα σπίτια και τα δέντρα. Τα πουλιά/δεν έχουν πού να καθίσουν. Όλη τη μέρα/περνάνε οι γυρολόγοι. Τους μάθαμε./Ψεύτικα υφάσματα, ψεύτικα κοσμήματα./Το βράδυ φεύγουν. Απούλητη η πραμάτεια τους». Γιάννης Ρίτσος
Ο λαϊκός πολιτισμός δέχεται επιθέσεις πανταχόθεν. Επόμενο είναι αφού ζούμε την παγκοσμιοποίηση και λειτουργούμε στη μέγγενη του υλοζωισμού που «έκαμε τη ζωή μας επίπεδη, άρρυθμη και άζυμη». Το θέμα είναι ότι δεν πρέπει ο όποιος λαϊκός πολιτισμός να «εξελίσσεται» μιμητικά, αλλά πάντοτε δημιουργικά. Όσο δεν υπάρχει δημιουργική ζωή-μην ξεχνάτε ότι ο μέσος όρος ηλικίας των κατοίκων του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων, σύμφωνα με την τελευταία στατιστική, είναι πάνω από πενήντα εννέα χρόνια. Προσωπικά πιστεύω πως αφορά ηλικίες πάνω από εξήντα πέντε. Συνεπώς δύσκολα παράγεται και είναι πλέον μάλλον ακατόρθωτο να προάγεται λαϊκός πολιτισμός.


4.Πώς πιστεύετε πως μπορεί να εκφρασθεί ένας άνθρωπος το 2018 επάνω στους ορεινούς όγκους των Τζουμέρκων και μάλιστα νέος;

Ανάλογα με το πώς χρησιμοποιούμε τη λέξη «έκφραση». Αν εννοείται να φανερώσει αυτό που υπάρχει στο νου του, στη συνείδησή του, ασφαλώς χρησιμοποιεί την κοινή διάλεκτο, την οποία εμπλουτίζει από τη φυσική επικοινωνία του, τις όποιες συναναστροφές του με την Τζουμερκιώτικη λαλιά. Αν εννοείται με τον όρο «έκφραση» γενικότερα τη ζωή του πιστεύω πως τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Η ανυπαρξία οποιασδήποτε υποδομής, ιδιαίτερα το συγκοινωνιακό, μην ξεχνάτε ότι τα Τζουμέρκα πολλές μέρες το χρόνο απομονώνονται συγκοινωνιακά, δυσκολεύουν την εγκατάστασή του. Απλά εμποδίζεται… και δεν πιστεύω πω η καταφυγή του στην πρωτεύουσα του νομού θα του δώσει λύσεις.
5.Υπάρχει ακόμη η ντοπιολαλιά κι από ποιούς μιλιέται;
Υπάρχει και παραϋπάρχει. Οι γιαγιούλες στα χωριά, οι απόμαχοι της ζωής στα Τζουμερκοχώρια, η μάνα η Τζουμερκιώτισσα, βαστάει ζαλίκα στην πλάτη της όλο αυτό τον πολιτισμό και τη λαλιά, είτε το χειμώνα μένει στην Αθήνα, είτε όταν κατσιαρτάει για τα Τζουμέρκα, πάντα είναι αφκιασίδωτη και ατόφια και στη λαλιά της, αλλά και στη συμπεριφορά της. Θα σας εξομολογηθώ κάτι. Όταν το θεατρικό τμήμα του συλλόγου Ηπειρωτών Ηλιούπολης «ανέβασε» θεατρικά την «Τζουμερκιώτισσα μάνα», ένα θεατρικό έργο που έγραψα με την Τζουμερκιώτικη ντοπιολαλιά, με πλησίασε μια έφηβη που γεννήθηκε στην Αθήνα από Τζουμερκιώτες γονείς και μου είπε. «Είμαι πολύ χαρούμενη. Όλες τις λέξεις γνωρίζω τι σημαίνουν». Εμείς, έτσι μας αντιμετώπισαν στην πρωτεύουσα, αυτό θα το θεωρούσαμε οπισθοδρόμηση. Η Τζουμερκιώτικη λαλιά και κάθε λαλιά όμως είναι πολιτισμός. Αρκεί να το καταλάβουμε. Και ευτυχώς που τα νέα παιδιά τιμούν κατά το μέτρο του δυνατού την ντοπιολαλιά…
6.Τι σημαίνει και τι σήμαινε κάποτε πανηγύρι; Υπάρχει σύγκριση; Υπάρχει συνέχεια;
Μεγάλη κουβέντα.
Το πανηγύρι. «Είναι, και τι δεν είναι…Είναι η ατομική ψυχή, η υφασμένη στην πλάση, το προσωπικό βάσανο αλλά και βάλσαμο, το μεράκι, ο σεβασμός «σ’ όσους πέρασαν», η σύνθεση των βιωμάτων, από μικρά παιδιά και η πορεία στην αναζήτηση της ομορφιάς. Συνδέονται όλα με την Ήπειρο, με τον τόπο μας, εκεί όπου γεννηθήκαμε, εκεί όπου κυλάει πάντα το αίμα μας. Και είμαστε περήφανοι, αλλά και πλούσιοι από το σεβασμό των μεταμορφώσεών του -το παλιό που γίνεται νέο- από τη λειτουργία των σκιών, των χρωμάτων, των ήχων στις ρεματιές… Στα πανηγύρια τα μετουσιώνουμε. Το πανηγύρι είναι «ο καθρέπτης του χωριού».

Τα Τζουμέρκα, λοιπόν το καλοκαίρι ακμάζουν, η παράδοση όμως και ειδικότερα τα πανηγύρια βιάζονται. Το έργο γνωστό και επαναλαμβανόμενο στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας.  Ξεκινάμε από τη σύνθεση της ορχήστρας. Το πολύπαθο κλαρίνο, η ηλεκτρική κιθάρα, το αρμόνιο και το ντραμς. «Ήχος παραλιακού μπουζουκομάγαζου ή τριτοκλασάτου σκυλάδικου». Το βιολί το έχουν ξωπετάξει -χρόνια τώρα- ο ήχος του αντικαταστάθηκε από το νιαούρισμα του αρμόνιου, το λαούτο «πάει καλιά του» και το ντέφι μετανάστευσε. Το δημοτικό τραγούδι εκτελέστηκε στην κυριολεξία  στα έξι μέτρα από τους "αοιδούς" -τρομάρα τους- με τα λαμέ πουκάμισα και τα μυτερά παπούτσια. Το κλαρίνο σκούζοντας από τα μαρτύρια που περνάει στα χέρια του κλαρινίστα, «προγκάει ακόμη και τους ασβούς».
Σαλαμέντρες, κουρούνες και κοράκια, γκουστέρες και αγριογούρουνα «παρασόλισαν» κυριολεκτικά. Κάποτε βαρούσαμε τα τενεκέδια για να φύγουν οι ασβοί. Τώρα δεν χρειάζεται. Μερίμνησε η ορχήστρα. Τι ο κόκορας από τη Σαμψούντα, τι το ντιπιτάει, που ακούγεται καμιά χιλιάδα τη βραδιά, τι το μωρό, τι τα καγκέλια και τα μέλια, όλα αυτά συνθέτουν μια «μουσική πανδαισία» που παρομοιάζοντάς την δεν ταυτίζεται ούτε με μια γαυγιστί συναυλία. Το έχω πει και το έχω γράψει και δεν θα βαρεθώ να το επαναλαμβάνω: «Το ηπειρώτικο πανηγύρι. Η ηπειρώτικη παράδοση. Αληθινά κακοποιημένες λέξεις»


7.Εν αρχή ην ο τόπος ή ο λόγος;
Δίσημες ή και πολύσημες λέξεις. Τόπος, το περιβάλλον, μια συγκεκριμένη περιοχή, ο τόπος μου, η πατρίδα μου; Τότε ευθέως παραλλάσσω τη σκέψη του ποιητή και απαντώ. Όλος ο κόσμος ένας κόσμος και μια πατρίδα η γη, δεν ζει χωρίς πατρίδα η ανθρώπινη ψυχή. Λόγος με την έννοια της ομιλίας, της έκφρασης ή της λογικής. Όπως και να το πάρουμε ο λόγος ταυτίζεται με τη σκέψη. «Σωστός λόγος, σωστή σκέψη». Δεν θέλω να ιεραρχήσω το λόγο και τον τόπο. Όπου και βρίσκομαι ομιλώ ελληνικά. Με την εξής διαφορά. Προτιμώ να ακούσω ή να διαβάσω -στη Τζουμερκιώτικη λαλιά- ένα «τ’ ακούτε μωρέ ζ’λάπια» του φίλου Κώστα Μπανιά, παρά τα διάφορα σιαμουνοκλοειδή λεκτικά εκτρώματα… Η ελληνική γλώσσα είναι πάμπλουτη!!!
                                                                     










Κατερίνα Σχισμένου

Δεν υπάρχουν σχόλια: