Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Παλιουρή Ζίτσας Ιωαννίνων. Δείτε τα video




Δείτε τα video


















Παλιουρή Ζίτσας

Η Παλιουρή (Τοπική Κοινότητα Παλιούρης - Δημοτική Ενότητα ΕΥΡΥΜΕΝΩΝ), ανήκει στον δήμο ΖΙΤΣΑΣ της Περιφερειακής Ενότητας ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ που βρίσκεται στην Περιφέρεια Ηπείρου, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα "Καλλικράτης".

Η επίσημη ονομασία είναι "η Παλιουρή". Έδρα του δήμου είναι η Ελεούσα και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Ηπείρου.
Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο "Καποδίστριας", μέχρι το 2010, η Παλιουρή ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Παλιούρης, του πρώην Δήμου ΕΥΡΥΜΕΝΩΝ του Νομού ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ.
Η Παλιουρή έχει υψόμετρο 295 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 39,692426991 και γεωγραφικό μήκος 20,6321731943. Οδηγίες για το πώς θα φτάσετε στην Παλιουρή θα βρείτε εδώ.


Ιερά Μονή Παλιουρής 
Στην Τοπική Κοινότητα Παλιουρής του Δήμου Ζίστας και προς τη βόρεια πλευρά του λόφου βρίσκεται  το μοναστήρι της Παλιουρής, αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου.
 Τοποθεσία
Η Μονή βρίσκετε στο 30ο χλμ. της εθνικής οδού Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας. Η πρόσβαση στο μοναστήρι είναι εύκολη, αφού ο δρόμος που οδηγεί σε αυτό είναι ασφαλτοστρωμένος σε όλο το μήκος του (400 μ).
Γιορτή
Η μονή πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου ημέρα που τιμάται το Γενέσιον της Θεοτόκου.
Περιγραφή
Ο ναός του μοναστηριού είναι ρυθμού βασιλικής τρίκλιτης με προεξέχοντα -της στέγης- τρούλο. Η θολωτή στέγη του ναού αποτελείται από 12 ισομεγέθεις θόλους διαταγμένους σε τρεις παράλληλες σειρές, στηρίζονται σε δυο κιονοστοιχίες από τρεις η κάθε μία κίονες
Εσωτερικά  ο ναός κοσμείται με τοιχογραφίες του 1833, έργο των Ιωαννιτών ζωγράφων Θεοδοσίου και του γιού του Κωνσταντίνου. Η δυτική πλευρά του καθολικού δεν έχει τοιχογραφίες, διότι μετά την κατάρρευσή της (γύρω στο 1816) ανοικοδομήθηκε με αποτέλεσμα να περιοριστεί το μήκος της σε βάρος του νάρθηκα, ενώ η τοιχογραφία του Χριστού στη βόρεια πλευρά  είναι έργο του Ζωγράφου Διονυσίου Ζούκη από τους Καλαρρύτες. Στο ναό σώζονται εικόνες του 1678 (έργο του Εμμανουήλ Τζάνε) και του 18ου αι., καθώς επίσης και αντίγραφο χαλκογραφίας της Παναγίας της Κυπριακής Μονής Κύκκου.
Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο και περίτεχνο.
  Ιστορία 
Σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε το 1373 από το Σέρβο ηγεμόνα των Ιωαννίνων Θωμά Πρελιούμποβιτς και επανιδρύθηκε το 1688-90 από τον Παπαναστάση Αλεξίου από τη Ζίτσα. Σύμφωνα με επιγραφή, το καθολικό καταστράφηκε από Αλβανούς το 1782, και ανοικοδομήθηκε το 1786 από τον προεστό Ζαγορίου Ιωαννούτσο Καραμεσίνη και τον Δημήτριο Αθανασίου.
Το 1796 το μοναστήρι πιθανόν ανακαινίσθηκε στη σημερινή του μορφή και μάλιστα με τη συνδρομή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων.
Το 1820 το μοναστήρι χάλασε (εξαιτίας των πολεμικών γεγονότων) και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς που διέμεναν ως τότε. Το 1825 το μοναστήρι ανασυστήθηκε με ειδικό διάταγμα από τον Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά, τον Κιουταχή, Διοικητή των Ιωαννίνων. Τέλος το 1907 άρχισαν οι πρώτες μυήσεις μελών της Ηπειρωτικής Εταιρείας (Κομιτάτου).
Περιουσία
Το μοναστήρι διέθετε μεγάλη περιουσία που προερχόταν τόσο από δωρεές και αγορές όσο και από χωράφια ποτιστικά και ξερικά καθώς και από αμπέλια, λειβάδια και ζώα μικρά και μεγάλα που κατείχε. Το μεγαλύτερο μέρος της κτηματικής περιουσίας της μονής απαλλοτριώθηκε το 1923 με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.



















Γεφύρι Της Παλιουρής
Το ένα από τα δύο γεφύρια του ποταμού Σμολίτσα που στέκουν ακόμη όρθια. Ένα πανέμορφο γεφύρι στο πίο στενό σημείο της κοίτης του Σμολίτσα. Είναι θεμελιωμένο πάνω σε βράχια.
Οδηγίες Πρόσβασης: 

Από το χωριό Παλιουρή ρωτάμε καί αφού κατηφορίσουμε 1500 μ. προς την κοιλάδα του Σμολίτσα συναντάμε το γεφύρι
Νομός: Ιωαννίνων. Κοινότητα:  Παλιουρή. Ποταμός:  Σμόλιτσας. Συντεταγμένες:  N 39° 41΄46,6΄΄ E 020° 37΄26,5΄΄ Υψόμετρο: 260
Παρακείμενα Κτίσματα:  Πέτρινο εικόνισμα. Χρονολογία:  1835
Ονοματολογία: 

Η αρχική ονομασία του χωριού ήταν Δραγομή. Μετονομάστηκε σε Παλιουρή το 1955, πέρνωντας την ονομασία της παρακείμενης Μονής της Παλιουρής η οποία ιδρύθηκε το 1373, αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Η επωνυμία του μοναστηριού σύμφωνα με την παράδοση οφείλεται στην κατάφυτη από παλιούρια (αγκαθωτούς θάμνους) περιοχή και στην εύρεση πάνω σ'αυτά της εικόνας της Παναγίας.
Μορφή: Μονότοξο. Άνοιγμα Τόξου:  9,50 μ. Ύψος Τόξου: 6,40 (5,60 + 0,80) μ. Μήκος Καταστρώματος:  20,00 μ.
Πλάτος Καταστρώματος: 2,10 μ.
Κατάσταση: Έχει συντηρηθεί πρόσφατα

Δήμος Ζίτσας

Δήμος Ζίτσας ονομάζεται ο δήμος της Περιφέρειας Ηπείρου που συστάθηκε το 2011 διά της συνένωσης των προϋπαρχόντων δήμων 
. Εκάλης, 
. Ευρυμενών, 
. Ζίτσας, 
. Μολοσσών και 
. Πασαρώνος, 
βάσει των διατάξεων του «Καλλικράτη». Απλώνεται στο μεσοδυτικό τμήμα του Νομού Ιωαννίνων, από τα όρια του πολεοδομικού συγκροτήματος των Ιωαννίνων μέχρι τα σύνορα με τη Θεσπρωτία. Αν και έλαβε την ονομασία του απ' τη Ζίτσα, έδρα του δήμου είναι η Ελεούσα, η οποία βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του και επίσης είναι η μοναδική κωμόπολή του. Όλοι οι υπόλοιποι οικισμοί είναι χωριά.





Διαίρεση
Ο Δήμος Ζίτσας διαιρείται σε 5 «δημοτικές ενότητες», οι οποίες αντιστοιχούν στους 5 καταργηθέντες δήμους. Κάθε δημοτική ενότητα διαιρείται σε «κοινότητες», οι οποίες αντιστοιχούν στα διαμερίσματα των καταργηθέντων δήμων.

Το μνημείο της Ηπειρώτισσας Αγρότισας, στο Καλοχώρι. 

Αρχαιολογικοί χώροι
Παλαιόκαστρο



Το Παλαιόκαστρο βρίσκεται δυτικά του Δεσποτικού σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων. Στο «Παλαιόκαστρο» του Δεσποτικού τοποθετεί ο μεγάλος ιστορικός Nikolas Hammond την πρώτη κοιτίδα των Μολοσσών-το αρχαίο Ίλιον. Ο Άγγλος Καθηγητής Πανεπιστημίου N. Hammond υποστηρίζει ότι τα υπάρχοντα τείχη στο Παλιόκαστρο δυτικά του χωριού, ανήκουν στην αρχαία πόλη Ίλιον που ίδρυσε ο γιος του Πρίαμου Έλενος σε ανάμνηση τη καμένης από τους Αχαιούς Τροίας. 

Ο ίδιος εντυπωσιάστηκε από την τοποθεσία του Παλαιόκαστρου, που είναι χτισμένο σε υψόμετρο 750 μ., γιατί από το σημείο αυτό μπορεί κάποιος να ελέγξει το πέρασμα από την κοιλάδα του Καλαμά προς την κοιλάδα του Δρίνου και δεσπόζει μιας θαυμάσιας θέας σχετικά με τις οχυρές τοποθεσίες των περιοχών του Τσαμαντά.

Ναός του Άρειου Διός















Ο αρχαίος ναός, που βρίσκεται στο Ροδοτόπι Ιωαννίνων, στους πρόποδες του λόφου Γαρδίκι, ταυτίζεται με το ναό του Άρειου Δία της αρχαίας Πασσαρώνας, πρωτεύουσας των Μολοσσών, η τειχισμένη ακρόπολη της οποίας σώζεται στην κορυφή του λόφου. 
Ο ναός οικοδομήθηκε γύρω στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Το 167 π.Χ. πυρπολήθηκε από τον Αιμίλιο Παύλο, τον κατακτητή της Μακεδονίας, αλλά επισκευάσθηκε και εξακολούθησε να λειτουργεί, όπως υποδεικνύουν λίθινα κιονόκρανα ρωμαϊκών χρόνων και ένας ρωμαϊκός ανδριάντας. 
Είναι άγνωστο πότε εγκαταλείφθηκε οριστικά, ωστόσο την εγκατάλειψή του αποδεικνύει η χρησιμοποίηση του χώρου για ταφές ήδη από την αρχαιότητα. Είναι πολύ πιθανό ότι ο ναός αυτός αποτελούσε το επίσημο ιερό των Μολοσσών, όπου λατρευόταν ο θεός του πολέμου, ο Άρειος Ζευς, κυρίαρχος θεός των Δωριέων κατοίκων της Ηπείρου. Την άποψη αυτή ενισχύουν η ανάθεση των ψηφισμάτων ξένων πόλεων στο χώρο του ιερού, καθώς και η τιμητική διάκριση ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα, που αφιέρωσε τον ανδριάντα του. 
Ο ναός ήταν ιωνικού ρυθμού, περίπτερος, με πρόναο και σηκό, και είχε διαστάσεις 19,30 x 11 μ. Από το μνημείο σώζεται μόνο η κρηπίδα και τμήμα της ευθυντηρίας, ενώ στον περιβάλλοντα χώρο βρέθηκαν διάσπαρτοι σπόνδυλοι των ιωνικών κιόνων. Σύμφωνα με τον ανασκαφέα του μνημείου, το πτερό διέθετε 6 x 11 κίονες, ενώ η διαμόρφωση του προδόμου δείχνει ότι ο ναός πρέπει να ήταν πρόστυλος με τέσσερις κίονες. 

Αρχαία Πασσαρώνα



Στο λόφο «Καστρί» (υψ.761 μ.), στην περιοχή του χωριού Μεγάλο Γαρδίκι του Δήμου Ζίτσας, 10-11 χλμ. βόρεια-βορειοδυτικά της πόλης των Ιωαννίνων, σώζονται κατάλοιπα οχυρωμένης αρχαίας πόλης, ενώ στις παρυφές του λόφου, 2 χλμ. βόρεια της ακρόπολης, σώζονται λείψανα αρχαίου ναού. Στην περιοχή έχουν γίνει περιορισμένες συστηματικές ανασκαφές και επιφανειακές έρευνες από τον Δ. Ευαγγελίδη με συνεργάτη τον Σ. Δάκαρη υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. 

Μικρής έκτασης διερευνητική ανασκαφική έρευνα διενεργήθηκε επίσης από τη ΙΒ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηπείρου. 












Η θέση είναι φύσει και θέσει οχυρή με εξέχουσα στρατηγική σημασία καθώς δεσπόζει και ελέγχει το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, τη φυσική δίοδο προς την κοιλάδα του άνω ρου του Καλαμά αλλά και τα ορεινά περάσματα προς βορρά. Το ισχυρό τείχος ακολουθεί τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους και περιβάλλει την επίπεδη κορυφή του κωνικού λόφου (διαστ. 260Χ150 μ.). Έχει μήκος 800 μ., πλάτος που κυμαίνεται από 3.20 μ. στη νότια πλευρά έως 3.60 μ. στις υπόλοιπες και σώζεται καλύτερα στο ανατολικό και νότιο τμήμα του. 
Το νότιο, δυτικό και βόρειο σκέλος του τείχους σχηματίζουν μία καμπύλη (οφιοειδή στα βόρεια) γραμμή με ορθογώνιους πύργους και γωνιώδεις θλάσεις κατά διαστήματα, που διακόπτεται από δύο έως τέσσερα ανοίγματα-πυλίδες. Οι πύργοι έχουν πλάτος 6-7 μ., προέχουν κατά 4.20-6.00 μ. και φέρουν λαξευτή ταινία στις δύο ελεύθερες γωνίες. Το πιο βατό σημείο της θέσης, όπου καταλήγει ο τουρκικός δρόμος, είναι στη βόρεια πλευρά, όπου διακρίνονται μόνον ίχνη από το τείχος. Στη δυτική πλευρά διασώζονται δύο μικρές πυλίδες, η μία στη βορειοδυτική γωνία με πύργο στη μία της πλευρά, πλάτ. 1.60 μ., και μία νοτιότερα. 
Το ανατολικό σκέλος του τείχους, που σε ορισμένα τμήματα σώζεται σε ύψος έως 3 μ., είναι αρτιότερα οχυρωμένο με πυκνότερους πύργους και θλάσεις καθώς στο τμήμα αυτό το ύψωμα παρουσιάζει ηπιότερες κλίσεις. Συγχρόνως εδώ βρίσκεται η κύρια πύλη της ακρόπολης που προστατεύεται από έναν ισχυρό πύργο ενισχυμένο στο εσωτερικό με δύο ζεύγματα σε σχήμα σταυρού. Στην πλευρά του πύργου προς την είσοδο διατηρείται ένα μεγάλο ορθογώνιο άνοιγμα για την ασφάλιση της πύλης με τη βοήθεια δοκαριού. Λίγα μέτρα δυτικά της πύλης διασώζεται μία θλάση και ένας άλλος πύργος. Μία άλλη πιθανή πύλη υπήρχε στη νοτιοανατολική γωνία του περιβόλου. 
Στην οικοδόμηση του τείχους έχει χρησιμοποιηθεί κατά κύριο λόγο το πολυγωνικό σύστημα τοιχοδομίας με λίθους κατά κανόνα ανισόπλευρους τετράπλευρους, ενώ δεν λείπει και το ακανόνιστο ισοδομικό. Μερικές φορές στη βάση του τείχους είναι τοποθετημένοι ορθογώνιοι λίθοι σαν ορθοστάτες. Το εσωτερικό είναι γεμισμένο με απελέκητους μικρούς και μεγάλους λίθους και ενισχυμένο με εγκάρσια ζεύγματα κατά αποστάσεις 2.50-5.00 μ. Νεότερες επισκευές από ασβέστη δεν παρατηρούνται. 
Η χρήση δύο διαφορετικών συστημάτων τοιχοδομίας δεν πρέπει να οφείλεται σε διαφορετικές οικοδομικές φάσεις, αλλά στο διαθέσιμο υλικό και στη διάθεση για διακόσμηση κυρίως στην ανατολική, βατή πλευρά. Η ορατή πλευρά των λίθων παρουσιάζει το μόνιμο χαρακτηριστικό των τειχών της Ηπείρου, δηλ. κύρτωση, που αυξάνει βαθμιαία προς το κέντρο και προκαλεί εντύπωση ποικιλίας, ευρωστίας και αδρότητας.
























Η μορφολογία του τείχους είναι κοινή στο συντηρητικό πολιτισμό της Ηπείρου και δεν επιτρέπει ασφαλή χρονολόγηση της ακρόπολης, χρονολόγηση η οποία μπορεί να καθορισθεί με άλλα κριτήρια. 
Στο εσωτερικό του τείχους διακρίνονται ίχνη αρχαιότερου οχυρωματικού περιβόλου ακρόπολης η οποία είχε εμβαδόν 36,5 στρέμματα. Έχουν διαπιστωθεί επίσης σποραδικά ίχνη αρχαίων κτηρίων και τέσσερις δεξαμενές για τη συγκέντρωση νερού απαραίτητου σε καιρό πολιορκίας. Από αυτές μία τετράγωνη δεξαμενή, αν και δείχνει πως κατασκευάστηκε από τους Τούρκους, έχει χαμηλότερα αρχαίους τοίχους, ίσως ρωμαϊκών χρόνων. Από τις δύο κυκλικές δεξαμενές μία είναι αμφιβόλου εποχής, ενώ η άλλη θεωρείται αρχαία λόγω της κατασκευής από λίθους μετρίου μεγέθους άλλοτε με ισοδομικό και άλλοτε με πολυγωνικό τρόπο χωρίς χρήση ασβέστου για συνδετική ύλη. Εξωτερικά, γύρω από το στόμιό της, διαγράφονται ίχνη τοίχων, που θα αποτελούσαν το προστομιαίο ή την περίφραξή της. Σε μία άλλη ακόμη δεξαμενή έχει διαπιστωθεί εσωτερικά παχύ επίχρισμα ασβεστοκονιάματος. 
Στο εσωτερικό του τείχους συναντώνται επίσης κτήρια και εκτεταμένες οχυρώσεις της περιόδου των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913), όταν κατασκευάστηκαν με σκυροκονίαμα ισχυρά οχυρωματικά έργα από το στρατηγό Von Golez και τον αρχηγό του οθωμανικού πυροβολικού Βεχήπ Βέη. Η θεμελίωση των πολυβολείων είχε διαταράξει τις αρχαίες επιχώσεις. 
Ωστόσο, κατά την ανασκαφική έρευνα της ΙΒ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων βρέθηκαν τμήματα οικιών που χρονολογούνται στους ελληνιστικούς χρόνους. Συγκεκριμένα, στο κέντρο περίπου της ακρόπολης αποκαλύφθηκε τμήμα ενός κτηρίου (κτήριο Α), μάλλον οικίας, που διατηρείται στο επίπεδο της θεμελίωσης από ακανόνιστες λιθοπλίνθους, με χρηστική κεραμική, νομίσματα και εργαλεία του 3ου έως α΄ μισό 2ου αι. π.Χ., καθώς και θραύσματα ενσφράγιστων κεράμων κορινθιακού και λακωνικού τύπου. Τα κινητά ευρήματα είναι ενδεικτικά για τη χρονολόγηση χρήσης και εγκατάλειψης του κτηρίου το οποίο φαίνεται ότι καταστράφηκε γύρω στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. 
Βρέθηκαν επίσης οι περιμετρικοί τοίχοι ενός ορθογώνιου κτηρίου (κτήριο Β ) (διαστ. 35 x 17 μ.) στο βορειοδυτικό τμήμα του οποίου εντοπίσθηκαν πέντε εσωτερικοί χώροι. Η τοιχοδομία του κτηρίου, που εδράζεται πάνω στο φυσικό βράχο, είναι κατασκευασμένη από ανισομεγέθεις λιθοπλίνθους. Το κτήριο έχει δύο οικοδομικές φάσεις, όπως υποδεικνύουν τα κινητά ευρήματα, μεταξύ των οποίων ενσφράγιστα θραύσματα κεράμων στέγης, νομίσματα και σιδερένια εργαλεία. Η α΄ οικοδομική φάση τοποθετείται στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. έως τον 1ο αι. μ.Χ., ενώ συναντώνται και ίχνη μεταγενέστερης χρήσης του χώρου (κιβωτιόσχημοι τάφοι μεσαιωνικών χρόνων με πέντε ταφές). Η περίμετρος του κτηρίου Β, τμήματα του οποίου ανασκάφηκαν, ορίζει ένα οικοδομικό τετράγωνο της αρχαίας ακρόπολης, στο οποίο περιλαμβάνονται μία ή δύο οικίες. 
Η καταστροφή του κτηρίου, όπως και όλης της ακρόπολης, συνδέεται με τη καταστροφή της Ηπείρου το 167 π.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα τα οποία με απόφαση της ρωμαϊκής Συγκλήτου κατέστρεψαν 70 πόλεις, τις περισσότερες μολοσσικές, και οδήγησαν ως δούλους στην Ιταλία 150000 νέους και νέες για να κοσμήσουν το θρίαμβο του Αιμιλίου Παύλου (Στράβ. VII 7,3 [322], Πολύβ. 30, 15, Liv. XLV 34, Plin. NH IV 39). Στους χρόνους του Αυγούστου τοποθετείται η επαναχρησιμοποίηση του χώρου, πιθανόν ως έδρα τοπικού διοικητή. Οι μεσαιωνικές ταφές, που αποκαλύφθηκαν ανάμεσα στα αρχαία ερείπια και τα μεταγενέστερα επί τουρκοκρατίας οχυρωματικά έργα, είναι ενδεικτικές για τη διαχρονική εγκατάσταση στο χώρο και τη μεγάλη στρατηγική σημασία της θέσης. 

Ιεροί Ναοί
Αγία Τριάδα (Εικονίσματα)














Στην θέση Εικονίσματα του Τ.Δ Μεγάλου Γαρδικίου βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίας Τριάδας. Πρόκειται για μονόχωρη βασιλική με νάρθηκα, ημικυκλική αψίδα ανατολικά και χαγιάτι στη νότια και δυτική πλευρά. 
Ο ναός σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή είναι αφιερωμένος στην Παναγία. Εσωτερικά φέρει τοιχογραφίες του 1767, οι οποίες διαρθρώνονται σε 4 ζώνες. Τοιχογραφημένη είναι επίσης , και η ανατολική πλευρά του νάρθηκα με την παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας, που χρονολογείται τον 19ο αιώνα. 
Η εκκλησία γιορτάζει του Αγίου Πνεύματος όπου και γίνεται το πανηγύρι του χωριού. Στον προαύλιο χώρο υπάρχουν υπεραιωνόβιοι δρυς. Ο εξωτερικός χώρος είναι καλυμμένος με πυκνό δάσος από δρυς και πουρνάρια, όμως κατά την τουρκοκρατία η περιοχή ήταν αμπέλια . Ο χώρος επίσης έχει διαμορφωθεί με πλακοστρώσεις καθώς αποτελεί και την είσοδο στο αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Πασσαρώνος, και συγκεκριμένα στην ακρόπολη, στον λόφο Καστρί. 

Μονή Διχουνίου














Τέσσερα χιλιόμετρα μετά το Ραδοβίζι, στο δρόμο που οδηγεί προς το Σενίκο, βρίσκεται το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου Διχουνίου, σε υψόμετρο 550 μέτρα. Το μοναστήρι συνορεύει, σύμφωνα με ακριβή περιγραφή του ηγουμένου του Ιωσήφ, « ανατολικά με τόπον του χωρίου Τοσκεσάκη και Λάλεζας, από το βώρειον μέρος με τόπον του χωρίου Ραδοβήζντι, από δυτικά με τόπον των χωρίων ντοβλά και Βαρμπότα εις τον πάτον του ποταμιού από το εν μέρος είναι ο λάκκος του Κωστάκη ονομαζόμενος και από το άλλο κουτζποαίς και στην ράχη, και από μεσημβρίαν με τόπον των χωρίων Βερνίκου και στραγανέτζη». Στο σημείο, που είναι χτισμένο το μοναστήρι, σμίγουν δύο χούνες και απ' αυτές ονομάστηκε Διχούνη ή Ντιχούνι ή Ντουχάν και κατ' άλλη εκδοχή πήρε αυτό το όνομα από την τοποθεσία «Ντιχούνι», που στ' αρβανίτικα σημαίνει «δύο παλούκια» ή από δύο πύργους του, που είχε παλιά. 
Ο χρόνος της ίδρυσης του πρώτου μοναστηριού μας είναι άγνωστος, αλλά γνωρίζουμε ότι σε αυτό μόνασε ο επίσκοπος Τρίκκης Διονύσιος ο Φιλόσοφος και από εκεί ξεκίνησε την επανάσταση του 1611 η αποτυχία της οποίας οδήγησε στην καταστροφή του και την αρπαγή της περιουσίας και των κειμηλίων του, μεταξύ των οποίων ήταν και ένας επίχρυσος αργυρός σταυρός, που υπάρχει στο ναό της Επισκοπής Παραμυθιάς. 
Το παλιό μοναστήρι, πριν από την καταστροφή του είχε, σύμφωνα με τον Αραβαντινό, πλούσια μετόχια σε 25 χωριά, ενώ, αντίθετα, ο Φώτιος Οικονόμου αναφέρει, ότι είχε μόνο 12, το καθένα με την εκκλησία του, και ο Νίκος Ζιάγκος τ' ανεβάζει σε 18, μαζί με πλούσια κτήματα σε 15 χωριά της περιοχής. 
Μεταξύ των μετοχίων του αναφέρονται η Ζωοδόχος Πηγή Κερασόβου, ο Άγιος Νικόλαος Κάμενας, στα σύνορα μεταξύ Ραδοβιζίου και Λάλιζας, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, στα σύνορα Δοβλάς και Ραδοβιζίου, η Κοίμηση της Θεοτόκου Γρανίτσας, Αγγελομάχου Κουρέντων, Άγιος Δγμήτριος Μπουρελέσιας, Αγία Παρασκευή Βαλανιδιάς, Άγιος Ιωάννης (τώρα γενέθλια Θεοτόκου) Καταμάχης, Άγιος Νικόλαος Ζωτικού και μερικά άλλα, τα οποία εξαφάνισαν οι Τούρκοι, ύστερα από την κήρυξη της περιοχής Παραμυθιάς, ως επαναστατημένης, από το διοικητή των Ιωαννίνων Οσμάν Πασά.Πρωτοκτήτορες του μοναστηριού ήταν οι ιερομόναχοι Ζαχαρίας και Άνθιμος, οι οποίοι εικονίζονται στο δυτικό τοίχο του πρόναου (νότιο μέρος). Στην εικόνα του κυρίως κτήτορα Ζαχαρία, ο οποίος βαστάει στα χέρια του την εκκλησία, υπάρχει η επιγραφή «Ζαχαρίας ιερομόναχος και ηγούμενος του μοναστηριού και κτήτωρ της αγίας μονής ταύτης», ενώ σ' αυτή του Ανθίμου η παρακάτω: «Άνθιμος ιερομόναχος και ευημερεύοντος της αγίας μονής ταύτης». 
Ο ναός είναι βυζαντινού ρυθμού και έχει μάκρος 10 μέτρα και πλάτος 5,75 μέτρα. Το σημερινό μοναστήρι αποτελείται από το καθολικό, που είναι μονόκλιτη βασιλική με τρούλο, έχει μια μικρή πόρτα εισόδου στη δυτική του πλευρά και πάνω απ' αυτή, μέσα σε κόγχη, ζωγραφισμένο πεζό τον Άγιο Δημήτριο, ένα διώροφο κτίριο, που χρησίμευε για ηγουμενείο, ξενώνας και αποθήκη, ένα μικρότερο, ισόγειο, νεόκτιστο οίκημα κι ένα νεόκτιστο καμπαναριό. Στην αυλή του υπάρχει πηγή με άφθονο τρεχούμενο νερό κι ένα μικρό κοιμητήριο. 

Φυσικό Περιβάλλον των χωριών του Δήμου
Γεφύρι Βροσίνας

Θεογέφυρο

Μετά τη Ζίτσα, κοντά στο χωριό Λίθινο, ο Καλαμάς έκανε το θαύμα του. Σκάλισε με τα άγρια νερά του τον μεγάλο βράχο και παρουσίασε το παράξενο δημιούργημα «Το Θεογέφυρο» που επί αιώνες διευκόλυνε το πέρασμα του ποταμού μια και αυτός με τα πολλά νερά του δεν επέτρεπε αλλού τη διάβαση. 
Το γεφύρι αυτό, υπήρξε πηγή έμπνευσης για τη Χρυσάνθη Ζιτσαία που το 1956 έγραψε και δημοσίευσε «Το θρύλο του Θεογέφυρου». 

Ζαλογγογέφυρο

Πρόκειται για μονότοξο γεφύρι με άνοιγμα τόξου 11.30μ., ύψος 8μ. και πλάτος 2μ. 
Χτίστηκε το 1605 και γεφυρώνει το Ζαλογγίτικο ποταμό, που καταλήγει στον Καλαμά. 
Βρίσκεται Β. του Κάτω Ζαλόγγου, στο δρόμο από Ιωάννινα προς Παραμυθιά. 

Νερόμυλος Γερομήτσιανης


Στο Δεσποτικό μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο με νερά να αναβλύζουν από πολλές γωνιές, υπάρχει ο νερόμυλος- νεροτριβή της Γερομήτσιανης. Χτίστηκε στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες, όχι μόνο των χωριανών, αλλά και των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής. 















Κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκόσμιου πόλεμου και μέχρι την δεκαετία του '50 και ΄60 σε εποχές δύσκολες, ολόκληρος ο κάμπος του Δεσποτικού καλλιεργούνταν με καλαμπόκι, σιτάρι, βρόμη, ρύζι κλπ. Μετά το μάζεμα της σοδιάς και το αλώνισμα, ακολουθούσε το άλεσμα των σιτηρών στο νερόμυλο. Παλιότερα, μέχρι το 1965 περίπου, σε απόσταση 200 μέτρων από τον τωρινό, υπήρχε και δεύτερος νερόμυλος και νεροτριβή με μαντάνια, ο οποίος πλέον σήμερα δε λειτουργεί. 
Σήμερα στο μύλο έρχονται από τα γύρω χωριά να αλέσουν σιτηρά και περισσότερο να πλύνουν τα στρωσίδια τους, συνδυάζοντάς το με ψήσιμο πέστροφας (δίπλα υπάρχει ιχθυοτροφείο) ή ό,τι άλλο θελήσει κανείς κάτω από το βαθύ ίσκιο που προσφέρουν τα πλατάνια. 
Ο νερόμυλος είναι διατηρητέο μνημείο από το 1985. 



Μουσεία.
Λαογραφικό Μουσείο Ροδοτοπίου 

Το λαογραφικό μουσείο Ροδοτοπίου λειτουργεί από τον Δεκέμβριο του 1994, του οποίου τα εκθέματα είναι αντικείμενα της καθημερινής ζωής παλαιότερων χρόνων, τα οποία είναι δωρεές κατοίκων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: