Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

Το Σουλιωτόπουλο - Του Γιάννη Βλαχογιάννη


― Άντρα, ο γιος μας πια μεγάλωσε· τρέχει στα δεκαπέντε. Κι είν' απρόφταστος. Διψάει στον πόλεμο να ‘ρθεί. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ μου κλαίγεται το παλικάρι μου. Μπροστά σου, από ντροπή, κρατιέται και σωπαίνει. Όμως κάθε φορά που ξεκινάς, αυτό σπαράζει. Και πέφτει στην αγκαλιά μου και δέρνεται, σα να βυζαίνει ακόμα και σα να του αρνιόμαι το βυζί. Και φοβερίζει να κλέψει το καριοφίλι του παππού του, τ' άγγιχτο, κατά το λόγο σου, απ’ τον καιρό που τον έφαγε το βόλι το πικρό, και κείνον. Και θα πάει μοναχός του να κάμει με τους Τούρκους πόλεμο. Κι ο φόβος ο δικός σου μοναχά τονέ τρομάζει· αλλιώς, ποιος ξέρει τι θ' αποκοτούσε. Χάρη θα σου το γνωρίζω κι εγώ, κι αυτός θα είναι υποταγμένος σου, και δε θα σε βαρύνει. Στη θέλησή σου θα είναι πρόθυμος, σα σκλάβος σου. Έτσι μοναχά θα γλιτώσω από τις κλάψες του. Πάρ' τονε μαζί σου!
Η μάνα, η αμαζόνα, βλέπει το γέρο της παρακαλεστικά. Και κάποτε διανεύει πονηρά του γιου της. Αυτός σκυμμένο το κεφάλι του κρατεί. Και κρύβει την παρθενική την ταραχή του απ’ τη ματιά του γέρου, που αυστηρά τονέ θωρεί και δε μιλάει.

Και την αυγή το παλικάρι τ' άγουρο, με το ντουφέκι το βαρύ στον ώμο, με τ' αλαφρό το πάτημα, με το χαρούμενο το καρδιοχτύπι και με το φτερούγιασμα του νου, ακολουθεί το γέρο τον πολεμιστή και τον πολύπειρο. Κι ο πόλεμος αρχίζει. Και τ' άγριο το φαράγγι τον αντιλαλεί.

Ο γέρος τώρα δίνει όλο το νου του στο παιδί, και λησμονεί τον πόλεμο. Και μιλεί στο παλικάρι τ’ άπηχτο και τ’ οδηγάει.

― Εδώ, του λέει, που σ’ έφερα, δε θέλω να καμαρώσω την παλικαριά σου. Δείξε την άμα έρθει η ώρα σου. Όμως αψύς μου φαίνεσαι. Το αίμα σου δεν κρύβεται· κρατάει από πηγή τρελή ― τώρα θ’ ακούς! Να το κοτρόνι. Κρύβε τα ζερβά σου. Ο δέξιος ο άγκωνάς σου μην ξεπροβάλλει! Το ντουφέκι έτσι δεν το κρατούν― να, έτσι! Και δε δίνουν πρόσωπο γιομάτο στο σημάδεμα. Ο Αρβανίτης εκεί παραφυλάει. Και σου παίρνει και την τρίχα σου ― σκύψε ακόμα, παλαβέ! Αητός το μάτι σου! Αγρίκησες; Άδειο ακόμα το ντουφέκι σου; Κι ορθός ο λύκος του; Χαρά στον τον οχτρό σου αντίκρυ, που σε σκιάζεται! Έτοιμος; Το νου σου!

Όμως του κάκου οι πατρικές οι συβουλές! Παράφορο το Σουλιωτόπουλο, με το πρώτο κίνημά του, πριν ακόμα ρίξει την πρώτη ντουφεκιά, δείχνει το πρόσωπο άσκεπο στον Αρβανίτη. Και δέχεται το βόλι στο μεσόφρυδο.

Σημ. του συγγραφέα:
Ο μικρός αναγνώστης πρέπει να προσέξει στο σεβασμό που είχανε τα Σουλιωτόπουλα προς τον πατέρα, μάλιστα κάτι περισσότερο από σεβασμό, φόβο. Κι από τ' άλλο μέρος να καταλάβει πως η αγάπη του πατέρα και της μάνας στο παιδί δεν είχε τίποτ' από τα χάδια τα τρυφερά κι από τις βαρετές φροντίδες που χαλούν το χαραχτήρα των καλομαθημένων παιδιών της τωρινής μας κοινωνίας. Οι Σουλιώτες όλοι, μεγάλοι και μικροί, άντρες και γυναίκες, πηγαίνανε στον πόλεμο ή βοηθούσαν ο καθένας με τον τρόπο του· έτσι τα παιδιά πολύ πρώιμα γινόνταν άντρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: