Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Σουλιώτης και Αρβανίτης - Του Γιάννη Βλαχογιάννη


Στο Μεσολόγγι το πικρό, που πολέμαγε νύχτα και μέρα, πρώτος από τους πρώτους o Κίτσος Τζαβέλας βάσταγε τον πόλεμο. Μα ο Κίτσος είχε έναν αντίμαχο. Είχε τον Κιτσάκη, τ' όμορφο το Σουλιωτόπουλο, παιδί δεκάξι χρονών, ανίψι απ’ τη γενιά του.

Για τον Κιτσάκη παιγνίδι ήταν ο πόλεμος. Χαρές μονάχα και γλυκές λαχτάρες έβρισκε σ’ αυτόν. Ήταν αγνό το παλικάρι, κι ήταν άμαθο. Κι ήτανε γραμμένο να χαθεί από την αποκοτιά του, που περνούσε κάθε σύνορο, κι έφτανε την αψηφισιά τη θεία του χαρομαγεμένου.

Μες στο πολεμικό το μάνισμά του, τραβώντας ίσα στον οχτρό, μια μέρα βρέθηκε ολομόναχος ανάμεσα στους Αρβανίτες, που τον είχανε τρομάξει. Τότε ξύπνησε. Σαν πεινασμέν’ αγρίμια τον τριγύρισαν αυτοί. Και γελούσαν άσκημα. Μα η ομορφιά κι η τρέλα του έκοβε κάθε ορμή τους. Τα καριοφίλια γυρισμένα κατ' αυτόν σωπούσανε

Δεν είσαι συ του Ζυγούρη Τζαβέλα το παιδί; ρώτησε ο καπετάνος τους θαμάζοντάς τον.

Πολεμάτε, εγώ είμαι! είπ’ ο Κιτσάκης, έτοιμος στο θάνατο.

Ήτανε παλικάρι, ωρέ παιδί, μα εσύ θα τον περάσεις... Κάποτε με γλίτωσε απ’ το θάνατο· σύρε, γύρισε στη μάνα σου!

Ο Κιτσάκης όμως άναψε. Το ‘χε για ντροπή να του θυμάν τη μάνα του τέτοια στιγμή.

Χτυπάτε, θα χτυπήσω! είπε. Και τοιμάστηκε.

Σύρε! είπε ο Αρβανίτης.

Άνοιξαν τόπο να περάσει. Κι έφυγε ο Κιτσάκης ντροπιασμένος. Ποτέ δεν πίστευε πως θα ‘χε γι' αυτόν ο πόλεμος τέτοιο άξαφνο φαρμάκι. Να του χαρίσει Αρβανίτης τη ζωή! Δεν είχε ξεμακρύνει πολύ, κι ένα ντουφέκι ακούστηκε. Κι έπεσε σκοτωμένο τα παλικαρόπουλο.

Μανισμένος ο καπετάνος ο Αρβανίτης τράβηξε το σπαθί, κι άρπαξε απ’ τα μαλλιά τον άπιστο που ‘χε ρίξει.

Γιατί το ‘καμες; άγριος τονέ ρώτησε.

Έχασα και ‘γώ τον αδερφό μου...

Πότε, κι από ποιον;

Χτες... απ’ το μπάρμπα του, τον Κίτσο το Τζαβέλα. Με λύπη έβαλε πάλι ο Αρβανίτης τα σπαθί στη θήκη.

Σημ. του συγγραφέα:

Οι Σουλιώτες ήταν Ε λ λ η ν α ρ β α ν ί τ ε ς. Τα οικογενειακά τους ονόματα είναι άλλα ελληνικά, κι άλλα αρβανίτικα. Τα εθνικό τους όμως, καθώς και το φυλετικό αίσθημα όλο φωτιά και γνήσιο ελληνικό. Όλοι οι τρομεροί τους πόλεμοι γίνηκαν πάντα με τους Τουρκαρβανίτες, και το μίσος που τους χώριζε απ’ αυτούς ήτανε θανάσιμο.Οι Τουρκαρβανίτες και στην Επανάσταση του 1821 ήταν οι φοβερότεροι εχτροί των Ελλήνων. Οι μεγαλύτερες εκστρατείες, μάχες και πολιορκίες γίνηκαν από στρατεύματα τουρκαρβανίτικα, περίφημα για την παλικαριά και το φανατισμό τους. Τα ονόματα Τριπολιτσά, Μεσολόγγι, Αθήνα, Πειραιάς, Αράχοβα, Σκόδρα πασάς, Κιουταχής, Δράμαλης, και τόσα άλλα μας θυμίζουν δόξες ελληνικές κερδισμένες ενάντια, σε στρατεύματα τουρκαρβανίτικα. Πάντα όμως ας έχουμε στο νου πως το αίμα τα αρβανίτικο είναι αδερφικό με τα αίμα το ελληνικό. Κι ίσως μια μέρα, αν αφήσει ο Τουρκαρβανίτης το θρησκευτικό φανατισμό του, θα μπορέσει Έλληνας κι Αρβανίτης να βαδίσουνε μαζί το δρόμο τους, κι ίσως να γίνουν ένα τα δυο κράτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: