Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

H Εισήγηση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γεωργίου Καψάλη στην εκδήλωση ''Ηπειρώτικη Λαογραφία'' της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος


Ηπειρώτικη Λαογραφία – Λαογραφικά Μουσεία της Ηπείρου

Κυρίες και κύριοι,
Αυτή η πατρίδα είναι ιδιαίτερα τυχερή, γιατί στον τομέα της Λαογραφίας την υπηρέτησαν άνθρωποι που πόνεσαν και αγάπησαν τον τόπο μας, που σεβάστηκαν την ιστορία, την πορεία και την αλήθεια κάθε περιοχής και κάθε γωνιάς αυτής της γης.
Ως ένδειξη σεβασμού και αναγνώρισης της προσφοράς όλων αυτών, θα ήθελα να αναφέρω, σήμερα, σε αυτή τη λαμπρή γιορτή της Ηπειρώτικης Λαογραφίας τα σημαντικότερα από αυτά τα ονόματα των Λαογράφων του τόπου μας, για να τους θυμόμαστε και να τους τιμούμε οι παλαιότεροι, αλλά και για να τους γνωρίζουν και να τους ακολουθούν, ως φωτεινά παραδείγματα, οι νεότεροι.
Μένοντας περισσότερο σε αυτούς που πλέον δεν είναι μαζί μας, να αναφέρω και να υποβάλλω με δέος τον σεβασμό μου στους Νικόλαο Πολίτη, Στίλπωνα Κυριακίδη, Φαίδωνα Κουκουλέ, Γεώργιο Μέγα, Δημήτριο Λουκάτο, Αγγελική Χατζημιχάλη, Κώστα Ρωμαίο, Άλκη Κυριακίδου Νέστορος, Γεώργιο Σπυριδάκη, Δημήτριο Σταμέλο, Μιχάλη Μερακλή, Μηνά Αλεξιάδη από τους νεότερους, μαζί με όλους τους πολλούς και εξαίρετους συναδέλφους που υπηρετούν και σήμερα στους τομείς Λαογραφίας των Πανεπιστημίων της χώρας.

Η Λαογραφία που αποτελεί την έκφραση της λαϊκής ψυχής και του καθημερινού μόχθου. Η Λαογραφία που αποτυπώνει τις πνευματικές δημιουργίες, τις λαϊκές δημιουργίες, την ίδια τη ζωή, τον ίδιο τον πολιτισμό κάθε λαού.
Αισθανόμαστε την ανάγκη και είμαστε υποχρεωμένοι να γνωρίζουμε αυτό που προηγήθηκε από εμάς, να μάθουμε για αυτούς που έζησαν πριν από εμάς, για να διδαχθούμε από αυτά που έζησαν, από αυτά που πρόσφεραν, από αυτά που αξίζει και εμείς οι ίδιοι να κρατήσουμε ως παρακαταθήκη. Έχουμε, επίσης, υποχρέωση να γνωρίσουμε καλύτερα την ιστορική διαδρομή και όλους με όσους ήρθαμε σε επικοινωνία στο διάβα των αιώνων, για να γνωρίζουμε αυτά που εκείνοι μας έφεραν και αυτά που εκείνοι μας έδωσαν, όπως και τα πολλά εκείνα που εμείς δώσαμε σε αυτούς. Και είναι τόσα πολλά τα κοινά πεδία και οι κοινές αναφορές που πρέπει να προσεγγίσουμε, ώστε θα χρειαστούμε πολλές επιστήμες, η κάθε μία από το δικό της μετερίζι, για να οδηγηθούμε ώριμοι, πλέον, σε αυτό που καλείται εθνική αυτογνωσία, γνώση του εαυτού μας και της παράδοσής μας, για να ελέγξουμε και να καταπολεμήσουμε όσα μας ζημιώνουν, αλλά και να εμπνευστούμε από όλα εκείνα που μπορούν να δώσουν ώθηση και δυναμική στον ίδιο τον εαυτό μας, την κοινωνία μας, στο έθνος ολόκληρο.



Και αφού γνωρίσουμε την πολιτιστική ιστορία και την ψυχή του λαού μας, θα διαπιστώσουμε πως κοινές εμπνεύσεις και κοινά βιώματα μπορούν να υπάρξουν σε όλους τους λαούς και μπορούν να αποτελέσουν το σημείο αναφοράς για την κατανόηση και την αλληλεγγύη των ίδιων των λαών, σε μια εποχή που τα χρειαζόμαστε όλα αυτά περισσότερο από ποτέ.

Γνωρίζουμε όλοι, γιατί, πρωτίστως, το έχουμε βιώσει είτε ως οικογένεια είτε ως μικρότερη ή μεγαλύτερη κοινωνία ότι η μεγαλύτερη πληγή διαχρονικά για την Ήπειρο ήταν και είναι η αποδημία. Η αποδημία που μπορεί να οφειλόταν στο ορεινό και άγονο έδαφος της περιοχής, στις δύσκολες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν και ασφαλώς διαχρονικά στους αλλοεθνείς κατακτητές του τόπου μας. Η αποδημία αυτή σημάδεψε και προσδιόρισε και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της Ηπείρου, αφού οι πληγές που άφηνε ανοικτές ήταν πολύχρονες και βασανιστικές. Η ίδια η αναχώρηση απέκτησε κατ’ ουσία έναν τελετουργικό χαρακτήρα για κάθε ξενιτεμένο. Χτίστες κυρίως και Ηπειρώτες μαστόροι, που δεν ήταν απλοί τεχνίτες, παρά τεχνίτες και μηχανικοί, καλλιτέχνες και εμπνευστές για τα θεόκτιστα σπίτια, για τις εκκλησίες και τα τοξωτά γεφύρια, μια τέχνη που την αξιοποιούσαν χτίζοντας και τα σπίτια των χωριανών τους που καζάντισαν στα ξένα, αλλά και μια τέχνη που την έκαμαν γνωστή σε διάφορες βόρειες, κυρίως, περιοχές της ιδιαίτερης πατρίδας τους, καθώς και σε ολόκληρα τα Βαλκάνια και όχι μόνο.
Η εσωτερική διακόσμηση, τα ξύλινα κεντίδια και τα πέτρινα ξόμπλια των σπιτιών αποτελούν ανυπέρβλητα καλλιτεχνήματα διαχρονικής αναγνώρισης. Τα ίδια τα πεζούλια, για να κρατήσουν το λιγοστό χώμα της γης, είναι και αυτά εμπνεύσεις και δημιουργίες απαράμιλλου κάλλους.



Η Χειροτεχνία, οι συντεχνίες που βοηθούσαν στην οργάνωση κάθε εμπορικής δραστηριότητας, η παραγωγή ξυλείας, η κτηνοτροφία και άλλα ειδικά επαγγέλματα, όπως οι Βαγενάδες ή οι Χρυσοραφτάδες ή ακόμη και οι Βικογιατροί από το Κουκούλι αποτελούσαν επαγγέλματα και δραστηριότητες, για να θρέψει ο καθένας την οικογένειά του. Και δίπλα σε αυτά, τα τραγούδια, με εκείνα της Ξενιτιάς και τα μοιρολόγια να καταλαμβάνουν την πρώτη θέση. Οι ζυγιές και οι κομπανίες, γνήσιοι εκφραστές της τοπικής μουσικής και της λαϊκής ψυχής. Μαζί με αυτά ένας πνευματικός πλούτος από παροιμίες, μύθους, παραμύθια και παραδόσεις, καθώς και ένας καλλιτεχνικός πλούτος από υφαντά και κεντήματα του σπιτιού, από τις επιβλητικές ενδυμασίες, από τα κοσμήματα, τη λαϊκή τέχνη και τη λαϊκή βιοτεχνία. Και είναι ευτύχημα πως ακόμη και σήμερα υπάρχουν πρωτοβουλίες και δράσεις που, παρά τις δυσκολίες, συνεχίζουν τον παραδοσιακό αγώνα της δημιουργίας.
Και είναι γεγονός ότι τα Λαογραφικά Μουσεία της Ηπείρου διαδραματίζουν έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, της παράδοσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ηπείρου. Έτσι αφενός διαφυλάττουν την πολιτιστική ταυτότητα της Ηπείρου και αφετέρου την κρατούν «ζωντανή» και τη μεταδίδουν στις νεότερες γενιές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα Λαογραφικά Μουσεία της Ηπείρου είναι χώροι ιδιαίτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος, και συντελούν στην αναζωογόνηση και την οικονομική ανάπτυξη των περιοχών μας.

Επικεντρώνοντας την προσοχή μας στη μεγάλη προσφορά των Λαογραφικών Μουσείων, μικρών τις περισσότερες φορές, θα τονίζαμε ότι τα εκθέματά τους, φορτισμένα με μνήμες του παρελθόντος, αναπαριστούν μορφές, σχήματα, δράσεις, συμπεριφορές μιας παράδοσης, που άρχισε να εκλείπει κατά τη διάρκεια του αιώνα μας και που τοποθετείται πλέον στα Λαογραφικά Μουσεία. Αυτό έχει ως συνέπεια να μη μένουν στη λήθη του χρόνου συνήθειες, πρακτικές και τακτικές της αγροτικής, κυρίως, κοινωνίας. Ως εκ τούτου, το κάθε Μουσείο αποτελεί μία εστία διαφύλαξης ενός πολύτιμου θησαυρού, που η αξία του παραμένει διαχρονικά σταθερή. Δικαίως, προκύπτει, λοιπόν, σε όλους μας η διαπίστωση της μεγάλης σημασίας, για την ύπαρξη επισκεπτών σε αυτά τα Λαογραφικά Μουσεία, καθώς αναπτύσσεται ένας διάλογος ανάμεσα στους ανθρώπους και τα εκθέματα.
Παράλληλα, η επίσκεψη στα Λαογραφικά Μουσεία επισκεπτών και νέων ανθρώπων δημιουργεί έναν ζωντανό διάλογο ανάμεσα σε ανθρώπους και εκθέματα. Ένας ολόκληρος κόσμος καταγράφεται και παρουσιάζεται μέσα από το βιογραφικό λόγο των αντικειμένων μιας περιοχής, μέσα από τις εικόνες και τις άλλες γραπτές και προφορικές μαρτυρίες. Με άλλα λόγια, ο κόσμος αυτός προσεγγίζεται από τα ίδια τα εκθέματα, που αποτελούν φορείς κοινωνικής μνήμης, μιας μνήμης, που προσδιορίζεται από την τοπική ιστορία, από την ιστορία των ανθρώπων και από την ιστορία της περιοχής.

Ο έπαινος προς τους δημιουργούς των Λαογραφικών Μουσείων και προς κάθε πρωτοβουλία ατόμων και φορέων για τη σύσταση ενός Λαογραφικού Μουσείου αποτελούν πράξεις και αποφάσεις επιβράβευσης, αλλά και ενέχουν μια δυναμική πολιτισμικής αντίστασης απέναντι στους καταναγκασμούς και τις πιέσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Πρόκειται αφενός για μία αστείρευτη δίψα ατόμων και φορέων να ακουστεί ο λόγος του παρελθόντος στο σύγχρονο πολιτισμικό γίγνεσθαι αλλά και αφετέρου για μία προσπάθεια, ώστε τα αντικείμενα του Μουσείου να συνδέσουν τους ανθρώπους με την ιστορία και την κληρονομιά, που καθορίζει ταυτότητες και ιδεολογίες.



Μία επίσκεψη στα Λαογραφικά Μουσεία της Ηπείρου προσφέρει πολλές και ανεξίτηλες εμπειρίες, καθώς αυτά κρύβουν έναν ολόκληρο κόσμο γνώσεων, σχέσεων, νοημάτων ακόμη και ψυχαγωγίας. Συντελούν, με άλλα λόγια, στη μόρφωση, την επιμόρφωση και την εξέλιξη της κοινωνίας μας. Κάθε μουσειακή εμπειρία και κάθε επίσκεψη σε ένα Μουσείο της Ηπείρου και όχι μόνο μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για ουσιαστικές συζητήσεις ανάμεσα στους επισκέπτες, αλλά και την αφορμή για ενίσχυση και διατήρηση της εθνικής μνήμης και ταυτότητας.
Ιδιαίτερα τα Λαογραφικά Μουσεία της Ηπείρου αποτελούν σταθερά σημεία αναφοράς, κυρίως για τους απόδημους Ηπειρώτες, καθώς ακουμπούν σε αυτά συναισθήματα νοσταλγίας που προκύπτουν από τη στέρηση φίλων και χωριανών, ακόμη και της πατρίδας τους, των εθίμων και της μουσικής τους παράδοσης.
Θα έλεγε κανείς ότι τα Λαογραφικά Μουσεία αποτελούν μία εξαιρετική ανάλυση του ιστορικού χρόνου και της εποχής, που είχε ζήσει το άτομο πριν μεταναστεύσει, αλλά και μία μορφή γνωριμίας με την Ελλάδα του παρελθόντος που κάποιος μετανάστης δεύτερης ή τρίτης γενιάς δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να τη γνωρίσει και να τη βιώσει.

Είναι απολύτως σαφές ότι στα Λαογραφικά Μουσεία της Ηπείρου εναποτίθενται πτυχές της συλλογικής και κοινωνικής μνήμης και παρουσίας ανά τους αιώνες, με άλλα λόγια εικόνες και βιώματα από το δύσκολο και πολύπαθο αλλά και άλλο τόσο γοητευτικό παρελθόν της Ηπείρου. Εξάλλου, η παρατήρηση και η ενασχόλησή μας με τα μουσειακά αντικείμενα – τα εργαλεία, τα χάλκινα είδη, τα έπιπλα, τα υφαντά, τα ρούχα, τις φωτογραφίες και τόσα άλλα- η ψηλάφησή τους, οι μυρουδιές τους και οι σιωπηλές τους μαρτυρίες μάς αποκαλύπτουν τη δική τους κοινωνική ζωή, τη δική τους βιογραφία, που οδηγεί στη βιογραφία, τη ζωή και την κοινωνική στάση των κατόχων τους, αλλά και στη νοσταλγική ατμόσφαιρα παλαιότερων εποχών.















Θα προσπαθήσω πολύ σύντομα να φέρω κοντά σας όλα τα Μουσεία της Ηπείρου, που είναι πολλά, γιατί και οι Ηπειρώτες είναι πολλοί και αγαπούν τον τόπο τους. Θα πω μόνο δύο λόγια για το καθένα, ζητώντας προκαταβολικά συγνώμη αν παραληφθεί κάποιο από αυτά, αλλά είμαι σίγουρος πως η παρουσίαση αυτή θα συγκινήσει και εκείνους, που ήδη επισκέφθηκαν τα Μουσεία, ενώ θα φέρει κοντά σε αυτά και όσους ακόμη δεν τα έχουν επισκεφθεί.

Επιθυμώ να ευχαριστήσω θερμά το Διοικητικό Συμβούλιο της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος και τον Πρόεδρό της κ. Γιώργο Δόση τόσο για τη διοργάνωση αυτής της τόσο σημαντικής εκδήλωσης όσο και για την τιμή που μου έκαναν να με ορίσουν ομιλητή. Κυρίως, όμως, θέλω να τους ευχαριστήσω και συνάμα να ευχαριστήσω και όλο το ακροατήριο, γιατί μου δόθηκε η δυνατότητα σε αυτή τη φάση, μέσα από την ομιλία μου, να ταξιδέψω νοερά σε όλα τα Λαογραφικά Μουσεία της Ηπείρου, και παράλληλα να υποσχεθώ στον εαυτό μου ότι σύντομα θα επισκεφθώ ένα προς ένα δια ζώσης τα Λαογραφικά Μουσεία, γιατί ο καθένας έχει τόσα πολλά να μάθει και να διδαχθεί από αυτά, που αποτελούν τον πνευματικό πλούτο και το στολίδι της ιδιαίτερης πατρίδας μας.



Αθήνα, 29 Απριλίου 2018
Καθ. Γεώργιος Καψάλης
Πρύτανης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Δεν υπάρχουν σχόλια: