Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Η φέτα που διχάζει – πώς όμως πριν, την κακοποιεί η ίδια η Ελλάδα

Η συζήτηση για τη φέτα και τη συμφωνία ΕΕ - Καναδά γέννησε νέους «προδότες» και νέους «υπερασπιστές» του εθνους, αντί να αποτελέσει αφορμή για γόνιμο διάλογο. Που θα αποκάλυπτε το πώς η ίδια η Ελλάδα κακοποίησε και συνεχίζει να κακοποιεί ένα από τα λιγοστά εθνικά προϊόντα μας

Ο περιπτεράς της γειτονιάς μου, ξέροντας την ενασχόλησή μου με τα τρόφιμα, με περίμενε προχθές πρωί-πρωί για να μου μιλήσει εξοργισμένος για τους «προδότες έλληνες βουλευτές που παρέδωσαν τη φέτα στους Καναδούς για να την παράγουν και να τη λένε CETA», όπως νόμιζε και όπως νομίζουν φυσικά και οι περισσότεροι Ελληνες.

Πραγματικά, η συζήτηση που προκάλεσε για τη φέτα η συμφωνία ΕΕ – Καναδά είναι μεγάλη. Αντί να δημιουργήσει όμως κάποιο εποικοδομητικό διάλογο, προκάλεσε και πάλι το μεγάλο κουσούρι της φυλής μας. Τον διχασμό. Την υπόθεση περιέπλεξε η στάση των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι ενώ επίσημα η ελληνική κυβέρνηση, το κόμμα τους δηλαδή, πήρε θετική θέση στη συμφωνία, έσπευσαν να την καταψηφίσουν, λοιδορώντας όλους τους άλλους. Φυσικά, το πιο εθνικαλαϊκίστικο και ξενόφοβο σώμα του λαού, χωρίς να έχει καμιά γνώση και χωρίς να αναζητήσει καμιά υπεύθυνη πληροφόρηση, έσπευσε να υιοθετήσει αμέσως αυτές τις απόψεις και να βρίζει σε κάθε γωνιά τους νέους προδότες του έθνους. Οπως ο περιπτεράς της γειτονιάς μου.

Πώς κακοποιούμε ως χώρα τη φέτα
Ολα αυτά, τα της CETA ωστόσο αποτελούν πταίσματα απέναντι στην κακοποίηση που προκαλεί η ίδια η Ελλάδα, όλοι εμείς δηλαδή, σε ένα εθνικό μας προϊόν (και από τα λίγα μας διεθνή brand name), όπως η φέτα. Κακοποίηση η οποία καθιστά τη σημερινό ενδιαφέρον πολλών απόλυτα όψιμο και υποκριτικό.

1) Παραγωγή Ι – Νοθεία
Οπως είναι γνωστό, η φέτα παράγεται από ελληνικό γάλα, πρόβειο και κατσικίσιο, σε περιεκτικότητα του πρώτου τουλάχιστον 70% (έως και 100%). Μεγάλο μέρος της παραγόμενης φέτας ωστόσο περιείχε παλαιότερα και αγελαδινό γάλα και εισαγόμενα γάλατα σε σκόνη. Αυτό πρώτοι το πιάσανε οι πελάτες μας στο εξωτερικό, οι οποίοι έφθασαν τεχνολογικά στο σημείο να βρίσκουν τη σύσταση του γάλακτος μιας φέτας και μας το «έτριβαν συχνά στη μούρη» μέχρι που διορθωθήκαμε. Αναγκαστικά.
Η νοθεία όμως πήγε να μας στερήσει την κατοχύρωση της φέτας στην ΕΕ – ναι αυτήν για την οποία σκιζόμαστε σήμερα και αποκαλούμε ο μισός λαός τον άλλο μισό προδότες – μια και οι αντίπαλοί μας, Γάλλοι, Δανοί, Γερμανοί κλπ είχαν ένα ισχυρό όπλο στο δικαστήριο. Μάλιστα μια …εξαιρετική ελληνική εταιρεία διαλαλούσε στο site της ότι πουλάει φέτα αιγοπρόβεια και φέτα αγελαδινή, κάτι που το χρησιμοποίησαν σε βάρος όλης της χώρας. Τελικά κερδίσαμε αυτό το δικαστήριο, κατοχυρώσαμε τη φέτα, αλλά οι νοθείες απλά περιορίστηκαν.

2) Παραγωγή ΙΙ
Η Ελλάδα σήμερα εισάγει ξένες φυλές προβάτων εγκαταλείποντας τις γηγενείς, με το πρόσχημα ότι παράγουν λιγότερο γάλα και εγκαταλείπει την εκτατική κτηνοτροφία, η οποία απαιτεί κόπο, κλείνοντας τα ζώα στους στάβλους και ταΐζοντας με ζωοτροφές. Οι οποίες είναι στην πλειοψηφία τους εισαγόμενες. Ετσι, μας λένε οι Γάλλοι: «Από τη στιγμή που χρησιμοποιείτε τις δικές μας φυλές και τις δικές μας ζωοτροφές προς τι η κατοχύρωση σε σας της ονομασίας φέτα;». Κάποιοι βέβαια θα σπεύσουν να ρωτήσουν: «Πώς να στερηθεί ένας κτηνοτρόφος την μεγαλύτερη ποσότητα γάλακτος, μιας ξένης φυλής;» και «Πού να βρεις σήμερα τσομπαναρέους;». Οι απάντηση στο πρώτο ζήτημα είναι η βελτίωση των ελληνικών φυλών με ανάμιξη με τις ξενικές (θέλει μεγάλη επιστημονική προσπάθεια και χρόνο) για να αυξήσουν την ποσότητα διατηρώντας την ταυτότητά τους (υπό την προϋπόθεση ότι θα βόσκουν και ελληνική χλωρίδα), ενώ στο δεύτερο είναι ότι σε όλη την Ευρώπη αυξάνεται η εκτατική κτηνοτροφία, η ελεύθερη βοσκή δηλαδή των ζώων ενώ στην Ελλάδα μειώνεται. Αυτοί πώς το καταφέρνουν; Και βέβαια πρέπει να παρατηρήσουμε ότι όταν εισάγουμε ζώα και τροφή, μέρος της αξίας που κερδίζουμε, ως χώρα, από τη φέτα, την επιστρέφουμε στο εξωτερικό.

3) Τουρισμός
Η συντριπτική πλειοψηφία των ξενοδοχείων και των ταβερνών στα τουριστικά μέρη σερβίρουν «φέτα» που δεν είναι πραγματική φέτα. Ενα λευκό τυρί δηλαδή παραγόμενο από αγελαδινό γάλα, εν πολλοίς εισαγόμενο. Το αποτέλεσμα, πέρα από το συνάλλαγμα που φεύγει έξω, είναι να συνηθίζουν οι τουρίστες αυτή τη λάιτ γεύση και να μην εθίζονται στην πλούσια γεύση της πραγματικής ελληνικής φέτας. Ετσι στις χώρες τους, αναζητούν στα ράφια ένα τέτοιο λευκό τυρί αντί της φέτας. Καλές ελληνικές εταιρείες δεν μπορούν, όπως μου είπαν, να πουλήσουν την πραγματική και πλούσια σε γεύση φέτα τους γιατί ο ευρωπαίος μέσος καταναλωτής τη θεωρεί αυτή νοθευμένη και γνήσια την… άλλη που τρώει όταν έρχεται στην Ελλάδα.

4) Ελληνες εισαγωγείς στο εξωτερικό.
Οι έλληνες εισαγωγείς ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό είναι απόλυτα προσηλωμένοι στην τιμή και δεν έχουν καμιά κουλτούρα ποιότητας. «Τσιμπάνε» αμέσως σε μια φτηνή «φέτα» που τους προσφέρει κάποιος απατεώνας, χωρίς να αναρωτηθούν πώς είναι δυνατόν να παραχθεί αληθινή αιγοπρόβεια φέτα σε αυτή την τιμή. Και όχι μόνο, αλλά κοιτάζουν σχεδόν σαν κλέφτη όποιον παραγωγό τους προσφέρει πραγματική φέτα, σε ακριβότερη – όπως είναι φυσικό – τιμή. Ετσι ωθούν και τον πιο τίμιο να νοθεύσει τη φέτα του, αλλιώς δεν μπορεί να πουλήσει. «Η τιμή που καθιερώθηκε και ισχύει στις εξαγωγές δεν μας αφήνει κανένα περιθώριο κέρδους», παρατήρησε σε συζήτησή μας το καλοκαίρι ένας παραγωγός πολύ καλής φέτας, σε ελληνικό νησί.
Αυτή είναι η αληθινή ιστορία της ελληνικής φέτας. Μετά απ΄ όλα αυτά το πρώτο αυθόρμητο χαμόγελο που μου ήρθε από την αγανάκτηση του περιπτερά της γειτονιάς μου, πάγωσε πριν προλάβει να σκάσει. Αντικαταστάθηκε από θυμό. Τόσο για τον τρόπο που κακοποιούμε τη φέτα μας, όσο και για την υποκρισία που μας διακρίνει.

Τριαντάφυλλος Πετκανόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: