Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Μετανάστες που εγκατέλειψαν τις χώρες τους, στην πλατεία Ομονοίας με άδειες τσέπες και γεμάτοι ελπίδες







Μετανάστες που εγκατέλειψαν τις χώρες τους για να γλυτώσουν από πόλεμο και τζιχαντιστές ελπίζουν σε μια καλύτερη ζωή


Το μυαλό τους είναι καρφωμένο πίσω στις πατρίδες, τις οποίες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν βίαια για να γλιτώσουν από το σφυροκόπημα των πυραύλων και τη μανία των τζιχαντιστών. Εχοντας μαζί τους ελάχιστες αποσκευές και με τις τσέπες (σχεδόν) άδειες, μια και ξόδεψαν όλη την περιουσία τους για το ταξίδι της «σωτηρίας», κάθονται βουβοί πάνω στο τσιμέντο και σκέφτονται πώς θα βρουν ένα πιάτο φαΐ για τις οικογένειές τους.
Απώτερος σκοπός τους είναι να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα. Οι περισσότεροι σκέφτονται πώς θα κάνουν το «άλμα» σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη του Βορρά, που θα τους εξασφαλίσει μια καλύτερη ποιότητα ζωής, ενώ άλλοι προσεύχονται να τελειώσει γρήγορα ο εμφύλιος και να γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους. Μέχρι τότε, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να περιμένουν. Αρκετοί από τους εκατοντάδες μετανάστες που φτάνουν καθημερινά κατά κύματα στην Ελλάδα έχουν βρει καταφύγιο (και) στην Ομόνοια. Εκεί μοιράζονται το φαγητό τους, συναντούν συμπατριώτες τους και πέφτουν για ύπνο κάτω από τα λιγοστά δέντρα της πλατείας, χρησιμοποιώντας για μαξιλάρια βρόμικες κουβέρτες και τσάντες. Ο ανοιξιάτικος καιρός της Αθήνας και οι πολίτες που τους βοηθούν, δίνοντάς τους τροφή και γάλα για τα παιδιά τους, αποτελούν γι' αυτούς τον μοναδικό «σύμμαχο». Αναμφίβολα καθένας τους ζει το δικό του δράμα, όμως επιβαρύνουν σημαντικά την πτωχευμένη Ελλάδα, που αδυνατεί να τους στεγάσει και να τους θρέψει. Ενας πραγματικός φαύλος κύκλος, με πρόσφυγες που φεύγουν διωκόμενοι αλλά καταλήγουν σε μια χώρα που σηκώνει τον δικό της σταυρό, με στρατιές νεόπτωχων και ανέργων. Και όλα αυτά εξαιτίας της έλλειψης σοβαρής μεταναστευτικής πολιτικής και κανόνων.

---Αχμέτ Ζαϊντί, 32 ετών, Χαλέπι
«Zητάμε βοήθεια από οργανώσεις για να μας βρουν ένα πιάτο φαΐ»


Χαλέπι, Σμύρνη, Σάμος, πλατεία Ομονοίας. Μια ανηφορική διαδρομή που για τον Αχμέτ Ζαϊντί και την οικογένειά του κράτησε τρεις μήνες. Ο 32χρονος μουσουλμάνος, πατέρας τεσσάρων παιδιών, είχε στρωμένη δουλειά στην πατρίδα του, αλλά οι σφοδρές μάχες ανάμεσα στους αντάρτες και στις δυνάμεις του καθεστώτος Ασαντ τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη Συρία για να αναζητήσει άσυλο σε χώρα της βόρειας Ευρώπης. Το ταξίδι του, όμως, σταμάτησε στην Αθήνα. «Μόλις τελείωσα το λύκειο άρχισα να εργάζομαι στον δήμο και ύστερα έκανα οικογένεια. Εχω τρία κορίτσια και ένα αγόρι. Το μεγαλύτερο από τα παιδιά μου είναι οκτώ ετών και το μικρότερο ενός έτους και τεσσάρων μηνών» λέει στη «δημοκρατία». Για να γλιτώσει την οικογένειά του από τη λαίλαπα του εμφυλίου και τις σφαγές των τζιχαντιστών έδωσε τα χέρια με έναν δουλέμπορο, πληρώνοντας 8.000 δολάρια, προκειμένου να τους μεταφέρει στην Ελλάδα. Την ημέρα που θα ξεκινούσε το ταξίδι ο δουλέμπορος εξαφανίστηκε.
«Χάσαμε τα λεφτά μας», συνεχίζει ο Αχμέτ, «αλλά βρήκαμε κάποιον άλλον, που του δώσαμε 3.000 δολάρια για να μας μεταφέρει. Πρώτα πήγαμε στην Τουρκία, μετά μας μετέφεραν στη Σάμο και από εκεί φτάσαμε στον Πειραιά. Από τη Δευτέρα κοιμόμαστε πάνω στην πλατεία. Δεν έχουμε καθόλου λεφτά και ζητάμε βοήθεια από οργανώσεις για να μας βρουν ένα πιάτο φαΐ και κάπου να μείνουμε ώσπου να δούμε τι θα κάνουμε». Η ιδέα για μια καλύτερη ζωή στην Ευρώπη δεν τον ενδιαφέρει. Το μόνο που θέλει είναι να βρει -προσωρινά- ένα ασφαλές «καταφύγιο» για τη γυναίκα και τα παιδιά του, μέχρι να σταματήσουν οι συγκρούσεις στη Συρία. «Σκοπός μου είναι να γυρίσουμε πίσω, όταν σταματήσει ο πόλεμος» καταλήγει.

---Ντία ελ Κάσεμ, 40 ετών, Συρία
«Φύγαμε μέσα σε μια βάρκα σαν τα ζώα»
Η οικογένεια της Ντία ελ Κάσεμ, από τη Δαμασκό της Συρίας, έχει σκορπίσει σε Ελλάδα, Γερμανία και Τουρκία. Η περιπέτεια για τη 40χρονη, τον σύζυγό της και τα εφτά παιδιά τους ξεκίνησε πριν από περίπου εννέα μήνες, όταν πήραν την απόφαση να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους για να σωθούν από τις βόμβες που έσκαγαν δίπλα στα κεφάλια τους. «Ο άντρας μου εργαζόταν στη Συρία ως υπάλληλος σε κρατικό εργοστάσιο παραγωγής σιδήρου. Εχουμε εφτά παιδιά και φύγαμε για να γλιτώσουμε από τον εμφύλιο πόλεμο. Ο σύζυγός μου πήρε μαζί του τα δύο μικρότερα παιδιά και κατάφερε να φτάσει στη Γερμανία, μέσω Λιβάνου» λέει στη «δημοκρατία» η 40χρονη γυναίκα. Η ίδια, μαζί με τα τέσσερα αγόρια της και τη μεγαλύτερη κόρη της, 19 ετών, ξεκίνησαν από τη Δαμασκό με προορισμό την Τουρκία. «Φύγαμε μαζί με άλλα κοπάδια μεταναστών και δεν πληρώσαμε τίποτα. Μας έβαλαν σε μια βάρκα και φτάσαμε στη Σμύρνη» διηγείται. Εκεί «εγκλωβίστηκαν» για περίπου εφτά μήνες.
Λεφτά δεν είχαν καθόλου και οι δυσκολίες ανάγκασαν τη 40χρονη να ζητιανεύει στους δρόμους για να εξασφαλίσει φαγητό στα παιδιά της. Τελικά η ίδια μαζί με τα τέσσερα αγόρια της συνέχισαν το ταξίδι τους. Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τη 19χρονη κόρη της, η οποία παρέμεινε στην Τουρκία, καθώς οι δουλέμποροι ζητούσαν χρήματα για να τη μεταφέρουν στην Ελλάδα, τα οποία δεν είχε. «Εχω άγχος και είμαι πολύ στενοχωρημένη για την κόρη μου, γιατί είναι μακριά και δεν έχει λεφτά. Εμείς θέλουμε να πάμε στη Γερμανία. Θέλω να συναντήσω τον άντρα μου, που έχει πρόβλημα υγείας και κάνει συνέχεια αιμοκάθαρση» συμπληρώνει. Στην Ομόνοια βρίσκεται μαζί με τα παιδιά της τον τελευταίο ενάμιση μήνα. Πριν από λίγο καιρό επιχείρησε να πάει στη Βουλγαρία και από εκεί να κάνει το άλμα για τη Γερμανία. Εφτασε ως τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν συνέχισε και επέστρεψε στην στην Αθήνα.

---Ιμπραχίμ αλ Σαάντι, 16 ετών, Συρία, και Μοχάμεντ Σάλεχ, 20 ετών, Συρία
«Οι βόμβες έπεφταν πάνω στο κεφάλι μας»


Με την ελπίδα να φτάσουν κάποτε στη γη της επαγγελίας, που στη δική τους περίπτωση είναι η Αυστρία, μετρούν τις ώρες να περνούν στην γκρίζα Ομόνοια οι δύο παιδικοί φίλοι από τα περίχωρα της Δαμασκού, που βρίσκονται στην Αθήνα λιγότερο από 48 ώρες. Εξαντλημένοι από την κούραση και με βλέμμα σαστισμένο, περιγράφουν τις σκηνές φρίκης που έζησαν στη σπαρασσόμενη από τον εμφύλιο πατρίδα τους. «Φύγαμε γιατί οι βόμβες έπεφταν στο κεφάλι μας» λένε με αφοπλιστική ειλικρίνεια, περιγράφοντας πώς έχασαν από τη μια στιγμή στην άλλη αγαπημένα πρόσωπα. «Η γιαγιά μου ήταν αρκετά ηλικιωμένη και, όταν κάποια στιγμή άρχισαν οι βομβαρδισμοί, ήταν αδύνατο να φύγει γρήγορα από το σπίτι, όπως κάναμε όλοι οι υπόλοιποι» περιγράφει ο 20χρονος Μοχάμεντ Σάλεχ. Οταν ρωτάται για την ταυτότητα των δολοφόνων της γιαγιάς του, σαστίζει. «Δεν ξέρω» απαντά. Δίπλα του, ο 16χρονος φίλος τους Ιμπραχίμ αλ Σαάντι, με τα λιγοστά αγγλικά που θυμάται από το σχολείο (το οποίο εγκατέλειψε άρον άρον, όταν η λεγόμενη Αραβική Ανοιξη μετατράπηκε στον χειρότερο εφιάλτη των αμάχων), προσπαθεί να εξηγήσει ότι γι' αυτούς δεν έχει καμία σημασία αν οι βόμβες προέρχονται από το πυροβολικό του προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ, από τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Χαλιφάτου ή από την αινιγματική συριακή αντιπολίτευση.
Εχοντας αφήσει πίσω τους γονείς και αδέρφια, πλέον κοιμούνται στα πλακάκια της κεντρικότερης πλατείας της πρωτεύουσας, αφού προηγουμένως πέρασαν σχεδόν 10 μέρες στην Κω. Το πρώτο βράδυ πέρασε δύσκολα, λένε, καθώς η πείνα και η αγωνία δεν τους επέτρεψαν να κλείσουν μάτι. Το ξημέρωμα τους βρήκε άγρυπνους, ωστόσο νωρίς το πρωί τούς περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη. Γυναίκες από γειτονιές του κέντρου ήρθαν στην πλατεία και αθόρυβα, μακριά από φώτα και κάμερες, τους μοίρασαν λίγο φαγητό, νερό και γάλα. «Ετσι τα βολέψαμε» λένε, ενώ, όταν σκέφτονται το αύριο, που θα τους βρει πιθανότατα στον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη, από όπου έχουν ακούσει ότι είναι ευκολότερο να φύγουν για την κεντρική Ευρώπη, υψώνουν τα μάτια στον δικό τους θεό.


---Ταμπέρ Σαλάμα, 45 ετών, Δαμασκός
«Ηρθα να πεθάνω εδώ μοναχός μου»
Η ιστορία του 45χρονου Ταμπέρ Σαλάμα, πρώην ιδιωτικού υπάλληλου από το Χαλέπι, είναι ίδια με αυτές που έχουν να διηγηθούν εκατοντάδες άλλοι συμπατριώτες του, που καθημερινά στοιβάζονται στα χάρτινα δουλεμπορικά που διασχίζουν το Αιγαίο. Με τη βοήθεια του 64χρονου κ.
Αχμέτ από την Αίγυπτο, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από τις αρχές του '70 και σήμερα κατεβαίνει συχνά στην Ομόνοια προκειμένου να βοηθήσει όπως μπορεί τους νεοφερμένους, εκτελώντας ενίοτε και χρέη... διερμηνέα, εξηγεί ότι βρίσκεται στην Ελλάδα σχεδόν έναν μήνα, με πρώτο σταθμό τη Λέσβο. Εδωσε όλες τις οικονομίες του στους δουλεμπόρους, που του υποσχέθηκαν ότι μερικές μέρες μετά την άφιξή του θα τον ακολουθήσουν εδώ τα πέντε παιδιά του. Οπως και σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις, ο λόγος τους αποδείχτηκε κενός και τα ανήλικα παιδιά του παραμένουν σε κάποιο στρατόπεδο προσφύγων. Εχει να μάθει νέα τους από όταν αποχαιρετίστηκαν κάπου στη νότια Τουρκία, με την ελπίδα να ανταμώσουν σύντομα σε ευρωπαϊκό έδαφος.
«Γλίτωσα από τον πόλεμο και ήρθα να πεθάνω εδώ μόνος μου» λέει και ο κ. Αχμεντ μεταφράζει τα συγκλονιστικά λόγια του: «Την προηγούμενη εβδομάδα ανέβηκα στη μεταλλική κατασκευή της πλατείας. Ηθελα να αυτοκτονήσω. Δεν υπάρχει λόγος να ζω, αν δεν είμαι με τα παιδιά μου». Από το απονενοημένο διάβημα τον απέτρεψαν οι ψυχραιμότεροι συμπατριώτες του. «Θα το κάνω» ψιθυρίζει...

---Φατμά Οκρός, 27 ετών, Χαλέπι (σύζυγος του Αχμέτ Ζαϊντί)
«Τα παιδιά κοιμούνται σε μια ξύλινη εξέδρα»
Με τα τέσσερα παιδιά της πότε να τρέχουν γύρω της και να γελούν ανέμελα και πότε να βυθίζονται στο παράπονο και να κλαίνε, η 27χρονη Φατμά από το Χαλέπι περιμένει υπομονετικά δίπλα στον σύζυγό της κάποια καλά νέα για το ταξίδι τους στην Ευρώπη, που έμεινε στη μέση. Τρία κοριτσάκια και ένα αγοράκι. «Οκτώ, έξι, τεσσάρων και 16 μηνών είναι» λέει. Οταν τη ρωτάμε πού κοιμούνται μας δείχνει μια υπό κατασκευή ξύλινη εξέδρα, που αργότερα θα γεμίσει τραπέζια από παρακείμενο καφέ. Το καθημερινό φαγητό της οικογένειας εξασφαλίζεται προσωρινά από τα σχεδόν 400 δολάρια που κατάφεραν να γλιτώσουν από τους αετονύχηδες που τους πέρασαν από τα παράλια της Μικράς Ασίας στη Σάμο.
Αυτό που ονειρεύεται, λέει, είναι τα παιδιά της να μην ξυπνήσουν ποτέ ξανά από τον φρικιαστικό ήχο των εκρήξεων, να ζήσουν σε μια ειρηνική γειτονιά, όπως ήταν η δική τους ως το 2011, και, τέλος, να σπουδάσουν κάτι. Οση ώρα μάς μιλάει τα μάτια της κυνηγούν τα μικρά, που όμως ποτέ δεν απομακρύνονται από τη μητρική... ακτίνα και ας είναι η πλατεία γεμάτη συμπατριώτες τους, που τα αγκαλιάζουν και τους χαμογελούν. Οταν η κουβέντα επιστρέφει στα πλάνα της οικογένειας, εξηγεί ότι δεν την ενδιαφέρει ποια θα είναι η χώρα όπου θα εγκατασταθούν, αρκεί αν είναι καλύτερα από «εκεί».

Δεν υπάρχουν σχόλια: