Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

"Ψαρέματα στη Λίμνη Παμβώτιδα''. Ντοκιμαντέρ του Φορέα Διαχείρισης της λίμνης των Ιωαννίνων. Απολαύστε το.


Απολαύστε το ντοκιμαντέρ


Το Ντοκιμαντέρ χρηματοδοτήθηκε από το Πρόγραμμα "Στήριξη Φορέων Προστατευόμενων Περιοχών" 2012 από το Πράσινο Ταμείο.

Τα... γλυκά της Παμβώτιδας

Το ψάρεμα στην Παμβώτιδα έχει τους δικούς του κώδικες. Η όρεξη για μάθηση, συντροφιά με τους βετεράνους, είναι η βασική απαίτηση για στοιχειώδη μύηση. Δυο, τρία το πολύ «σοκάρια» θα κάνει σήμερα ο ογδοντάχρονος μπαρμπα-Αντρέας. Οι πρόσφατες καιρικές συνθήκες δεν προοιωνίζονται αξιοπρεπή ψαριά, αλλά οι παλιοί, όπως ο μπαρμπα-Αντρέας, βγαίνουν στη λίμνη έτσι κι αλλιώς. Ολο και κάτι παραπάνω γνωρίζουν, άσε που αδυνατούν να κάτσουν στα αβγά τους, αφού το ψάρεμα είναι εγγεγραμμένο στον γενετικό τους κώδικα.


Βρισκόμαστε στο βαρκάκι του Μένιου, στη λίμνη των Ιωαννίνων. Διατηρούμε οπτική επαφή με το νησάκι, γιατί η πυκνή ομίχλη δεν ενθαρρύνει ακόμα τις βόλτες στα ανοιχτά. Η υγρή, χειμωνιάτικη πάχνη διαπερνά τις αλλεπάλληλες στρώσεις συνθετικού ρουχισμού, αλλά η παρουσία μας στην Παμβώτιδα είναι κατά πολύ ισχυρότερη από το κοινό κρύο.

Σοκάρι λένε το τυλιγμένο δίχτυ μέσα στη «ζιάκα», το πανί με το οποίο μεταφέρονται τα δίχτυα. Η διαδικασία είναι απλή. Ο ψαράς απλώνει τη ζιάκα στον πάτο του καϊκιού, ρίχνει επάνω τα δίχτυα, φορτώνει τον μπόγο στον ώμο και μην τον είδατε.
Το γουργουρητό του κινητήρα αναγγέλλει την άφιξη του Κώστα, που σβήνει στα γρήγορα την μηχανή. Ακολουθεί δεξιοτεχνική επίδειξη της τοπικής πρακτικής ριξίματος.


Το ένα χέρι αφήνει τα δίχτυα στο νερό ενώ οι ταυτόχρονες, ελάχιστες και προσεκτικά υπολογισμένες κουπιές του άλλου, κάνουν το καϊκι και τα δίχτυα να διαγράψουν μια μεγάλη ασαφή καμπύλη, το λεγόμενο «μποτσόνι». Ενα μποτσόνι αντιστοιχεί σε μισή «μπουνόβα», ενώ τέσσερις έως πέντε μπουνόβες συνιστούν το ήδη γνωστό μας σοκάρι. Ο Κώστας Λάπας είναι πρόεδρος των επαγγελματιών αλιέων Παμβώτιδας.
Λίγο πιο πέρα, προς τους καλαμιώνες, ο Μένιος μας δείχνει «βουλκούς» και «νταούλια». Βουλκό λένε το δίχτυ που τυλίγεται γύρω από τα καλάμια προκειμένου να παγιδέψουν τα ψάρια.
Τα νταούλια είναι δίχτυα που τοποθετούνται έτσι ώστε να διαγράφουν έναν σχεδόν πλήρη κύκλο. Εάν τα δεις από ψηλά μοιάζουν με μεγάλα στεφάνια. Θεωρούνται ιδανικά για τα μικρά βάθη των βάλτων όπου συχνάζουν χέλια και βατράχια.



Αλιεύματα και «πιάτα» 
Μόλις δέκα λεπτά διαρκεί το δρομολόγιο από το πολυσύχναστο σημείο της πόλης, όπου δένουν τα ειδικά διαμορφωμένα σκάφη.
Μέσα στην πρωινή ομίχλη, που αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο, η «ατμόσφαιρα» έχει κάτι από Σκοτία. Η πρόσβαση στο νησάκι εξασφαλίζεται χάρις στις σημαδούρες και στη δεξιοτεχνική εμπειρία των καπεταναίων. Ενας από αυτούς είναι και ο Μένιος. Το σκάφος του λέγεται «Κυρά Βασιλική».
Το σύνολο σχεδόν της ονοματολογίας παραπέμπει στα ιστορικά παρελκόμενα που συνδέουν τον τόπο με έναν διαβόητο φιλοξενούμενο του απώτερου παρελθόντος, που άφησε εδώ την τελευταία του πνοή. Τον φοβόταν ο ίδιος ο Σουλτάνος.
Ο σχεδόν μυθικός Αλή Πασάς έμελλε να «πέσει» στα κελιά των ορθόδοξων μοναχών, όπου είχε καταφύγει. Το παλιό κρυφό σχολειό είναι σήμερα μουσείο.
Το πρώτο πράγμα που καλείται ίσως να κάνει ο επισκέπτης, είναι ο περίπατος κατά μήκος της σύντομης περιμετρικής διαδρομής που περνά από τα παλιά μοναστήρια και τα ομορφότερα σημεία του νησιού.
Περίπου 250 μόνιμοι κάτοικοι μένουν εδώ. Οι περισσότεροι διατηρούν καταστήματα με είδη λαϊκής τέχνης, άλλοι εργάζονται στην πόλη, ενώ όλο και λιγότεροι ασχολούνται με την αλιεία.


Σε άλλες εποχές, ήταν πολύ πιθανό να εμπλακείς σε κάποιο είδος κυκλοφοριακής συμφόρησης στα χιλιοταξιδεμένα νερά των 22 τετρ. χλμ. Το κυπρίνι (αλλού το λένε και γριβάδι) παραμένει το βασικό αλίευμα. Χάρις στις ενέργειες του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας, το σπίτι του οποίου βρίσκεται στην κεντρική πλατεία, δημιουργήθηκε ο ιχθυογενετικός σταθμός Ιωαννίνων.
Οι ντόπιοι λένε ότι την κατάλληλη εποχή είναι πολύ εύκολο να συναντήσεις τον Πρόεδρο στο κοινοτικό καφενείο του Πάνου, όπου συχνάζει για ένα καφεδάκι. Από τον λιτό, καλαίσθητο διάκοσμο του καφενέ, ξεχωρίζουν οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες της δεκαετίας του 70, όπου διάφοροι τύποι με φαβορίτες και παντελόνια «καμπάνα» βηματίζουν χαμογελαστοί επάνω στην παγωμένη λίμνη.
Ο ιχθυογενετικός σταθμός έδωσε νέα ώθηση στην αλιεία της Παμβώτιδας, αφού χάρις σε αυτόν η λίμνη απέκτησε πολλά νέα είδη. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα σίλβερ (φτάνει έως 20 κιλά), μπίκετ (έως 40 κ.) και γκρας (έως 20 κ.).
Τα δίχτυα (ελαφρύτερα από τα θαλασσινά και με μάτι περίπου 8 εκ.) βγάζουν επίσης χέλια (έως 4 κ.), πεταλούδες (έως 1 κ.), γλίνια (έως 2 κ.), γλανίδια (έως 1 κ.) και δρομίτσες (στο μέγεθος της σαρδέλας). Το σκρέντζι και η τσίμα είναι μικρότερες εκδοχές της δρομίτσας.
Η τσίμα θύμιζε αθερίνα, αλλά έχει εξαφανιστεί. Τα ψαράκια αυτά ψαρευόντουσαν σε μεγάλες ποσότητες και μέχρι πριν από τέσσερα χρόνια πήγαιναν κατευθείαν στα εκτροφεία πέστροφας προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως τροφή της τελευταίας.


Η διαδικασία σταμάτησε εξαιτίας μιας μόλυνσης, αλλά και επειδή θεωρήθηκε ασύμφορη. Οι γνώστες λένε ότι οι, ταϊσμένες με συνθετική τροφή, σημερινές πέστροφες δεν έχουν καμία γευστική σχέση με τις παλιές.
Η τοπική σπεσιαλιτέ με τα βατραχοπόδαρα δεν χρειάζεται συστάσεις. Εκτός από τα γηγενή βατράχια, τουλάχιστον άλλες τρεις ποικιλίες από την Ουγγαρία «μετανάστευσαν» στην Παμβώτιδα.
Βέβαια, την ιδέα των μαγειρεμένων βατράχων έριξαν στο τραπέζι οι Ιταλοί την Κατοχή, για να ακολουθήσουν οι Γάλλοι από το κλαμπ Μεντιτερανέ της Κέρκυρας. Ακόμα και ο κυπρίνος οφείλει την τοπική καριέρα του σε ιταλικό δάκτυλο.
Τον έριξε στα νερά προπολεμικά, ο πρόξενος της Ιταλίας στα Γιάννενα. Την τύχη της τσίμας είχαν και οι καραβίδες που εξαφανίστηκαν τη δεκαετία του 80 εξαιτίας μιας αρρώστιας. Η παρουσία τους στην τεχνητή λίμνη Αώου, λίγο πιο πάνω από το Μέτσοβο, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει προβλήματα προς το παρόν.




Πίσω στο σπίτι του Μένιου, η σύζυγός του Αναστασία αναλύει τις βασικές συνταγές της τοπικής κουζίνας, αρχίζοντας από τις τσίμες στο «σινί» (ταψί). Μετά την εξαφάνισή τους αντικαταστάθηκαν από τις δρομίτσες.
Τα γαστρονομικά αποτελέσματα ήταν ωστόσο κατώτερης ποιότητας. Τα ψαράκια αλευρώνονται και απλώνονται αριστοτεχνικά στο σινί, έτσι ώστε να μην αλληλοκαλύπτονται, μαζί με λάδι και ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι. Προστίθεται αλάτι, κόκκινο πιπέρι και ρίγανη. Ακολουθεί η διαδικασία του φούρνου, όπου απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για να μην «πιάσει» το κρεμμύδι, αλλά να ξεροψηθεί το ψαράκι. Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτότυπη, ασυνήθιστη πίτα. Από εδώ προέρχεται και η τοπική ατάκα που χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις συνωστισμού, η γνωστή στους Γιαννιώτες φράση «στριμωγμένοι σαν την τσίμα στο ταψί».
Ιδιαίτερα νόστιμες θεωρούνται και οι καραβίδες σκορδαλιά, έδεσμα που απαιτεί πολύπλοκη, χρονοβόρα διαδικασία καθώς και προσεκτική χρήση άριστης ποιότητας ξιδιού.
Απλούστερο πιάτο είναι οι καραβίδες σαλάτα λαδολέμονο, με κρεμμύδι και μαϊντανό, οι καραβίδες με σπανάκι και οι «αγκιναρωτές» καραβίδες με σκόρδο και μπαχαρικά. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν το γλίνι στη λαδόκολλα με λαδολέμονο και το γλίνι μπουρδέτο.



Ακόμα και το απλό τηγάνισμα των ψαριών της λίμνης έχει τα δικά του μυστικά, αφού απαιτεί βαρύ και καλά χρησιμοποιημένο τηγάνι καθώς και επιλεκτικό πάτημα των ψαριών για να φεύγουν τα υγρά τους. Ο κυπρίνος πλακί και το χέλι με χόρτα συμπληρώνουν τον πρώτο κύκλο μαθημάτων της Αναστασίας.
Εάν κρίνουμε από τους ασυνήθιστα πολλούς υπερήλικες που συνεχίζουν να ψαρεύουν ακάθεκτοι, η παραπάνω παραδοσιακή διατροφή είναι μάλλον αρκούντως υγιεινή.

Τότε και τώρα... 
Οι επαγγελματίες ψαρεύουν ολόκληρο τον χρόνο, με κάποια σχετική ύφεση τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι ψαριές διοχετεύονται στις μεγάλες ψαραγορές Ιωαννίνων, Θεσσαλονίκης και Αθήνας.
Οπως είπαμε, η επαγγελματική αλιεία συρρικνώνεται σταθερά, αφού η σκληρή δουλειά που απαιτεί, σε συνδυασμό με το συζητήσιμο μεροκάματο που αποφέρει, διαλύει στα γρήγορα όλους τους πιθανούς ρομαντικούς συνειρμούς.
Μειωμένα είναι και τα αλιεύματα. Κάποιοι αποδίδουν τις σχετικές ευθύνες στην αποξήρανση της Λαψίστας, της μεγάλης εποχικής λίμνης που μετατράπηκε στον σημερινό κάμπο της Κόνιτσας.
Σύμφωνα με αυτήν τη σχολή σκέψης, η επικοινωνία των υδάτων της με αυτά της Παμβώτιδας βοηθούσε στην αναπαραγωγή του κυπρίνου.
Τα κίνητρα για τους νέους ψαράδες είναι μηδαμινά. Οταν παγώνει η λίμνη, για παράδειγμα, δεν προβλέπονται αποζημιώσεις παρά την αναγκαστική αργία.
Το ερασιτεχνικό ψάρεμα είναι μια διαφορετική ιστορία αφού, μαζί με την κωπηλασία, αποτελεί αγαπημένη ασχολία των κατοίκων των Ιωαννίνων.
Εως τα μέσα του εικοστού αιώνα, το ψάρεμα ήταν ριζικά διαφορετικό. Οι ψαράδες κατασκεύαζαν με τα χέρια τους τα μικρά δίχτυα της εποχής.
Τα συνθετικά εμφανίστηκαν σχετικά πρόσφατα. Εδεναν λοιπόν τα δίχτυα σε διάφορα σημεία των καλαμιών και η αλιεία περιοριζόταν εκεί. Η έλλειψη κατάλληλου εξοπλισμού απαγόρευε τη δράση στα ανοιχτά. Ανύπαρκτες ήταν και οι μηχανές.
Το ψάρεμα ήταν ολονύχτιο και έτσι οι παλιοί αναγκάζονταν να κοιμούνται στα κλεφτά μέσα στις βάρκες, χωρίς νιτσεράδες και ουσιαστική προστασία από την υγρασία που πρόσβαλε εκατοντάδες ζεύγη πνευμόνων στο πέρασμα του χρόνου.
Λένε ότι τα περισσότερα ψάρια πιάνονται μετά από δυνατό βοριά που μπορεί να φτάσει την ένταση των αιγαιοπελαγίτικων μελτεμιών.


Ο μανιασμένος αέρας ανασηκώνει την ιλύ του βυθού. Οσο γρηγορότερα πέσουν τα δίχτυα στα θολά νερά μετά την κάλμα, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες ικανοποιητικής «συγκομιδής».
Ολη αυτή η θεωρία, βέβαια, ουδόλως εμποδίζει τον μπαρμπα-Αντρέα να εμφανιστεί μερικές ώρες αργότερα με έναν δεκαπεντάκιλο κυπρίνο ανάμεσα στα άλλα σημαντικά κομμάτια της λείας του. Πατημένα είναι τα ογδόντα και για τον μπαρμπα -Λάκη, τον πατέρα του Μένιου, που εξηγεί πόσο εύκολος ήταν ο πνιγμός σε περίπτωση μπουρινιού πριν από την έλευση των μηχανών.
Τα «αδιάβροχα» της εποχής του ήταν απλά κομμάτια ύφασμα από καμπότο, αλειμμένα με μπιζιρόλαδο. Από κάτω φορούσαν κάπες από κατσικίσιο μαλλί, τα λεγόμενα «ταλαγάνια».
Μια άλλη παράδοση που κινδυνεύει από εξαφάνιση είναι η οικοτεχνία της ψάθας που ήταν περιζήτητη για τη βαριά σκιά της. Ιδια φήμη συνόδευε και τα αντίστοιχα καπέλα.
Ελάχιστοι γνωρίζουν σήμερα τον μερακλίδικο, χειροποίητο τρόπο κατασκευής. Η παραδοσιακή ναυπηγική των ειδικών στενόμακρων σκαριών (καϊκια τα λένε οι ντόπιοι) δεν πάει πίσω.
Λίγοι το παλεύουν ακόμα, κάποιοι μετρημένοι, αλλά ορκισμένοι «γραφικοί» που κατασκευάζουν μερικά κομμάτια για ακόμα λιγότερους «βαρεμένους» που αρνούνται να υποκύψουν στην επέλαση του πολυεστέρα.
Στο μεταξύ, στα «σκαριά» βρίσκονται σκέψεις και σχέδια για κατασκευή πεζογέφυρας που θα ενώνει το νησάκι με τα Γιάννενα. Ως συνήθως, οι απόψεις διίστανται, με τις δύο πλευρές να προβάλλουν αντικρουόμενα επιχειρήματα.
Ο Κώστας αντιλαμβάνεται ότι ανεβάζει κάτι βαρύ και αρπάζει την «αρμενόχτα», τη μεγάλη απόχη που λειτουργεί επικουρικά σε τέτοιες περιπτώσεις.
Δύο γιγαντιαίοι κυπρίνοι ανεβαίνουν σπαρταριστοί στην επιφάνεια. Με το μάτι δείχνουν καμιά εικοσαριά κιλά ο καθένας. Ο Κώστας τους σηκώνει στιγμιαία στον αέρα και τους αδειάζει μαζί με τα δίχτυα μέσα στην αρμενόχτα.
Δέκατα του δευτερολέπτου αργότερα, οι κυπρίνοι προσγειώνονται στο σκαρί. «Οπου να ναι θα βγάλω κανένα μπίκετ. Εκεί να δεις ψάρι», φωνάζει γελώντας. Το ύφος του προδίδει έναν τόνο ενθουσιασμού. Το απόγευμα είναι προ των πυλών. Περάσαμε σχεδόν ολόκληρη την ημέρα στο καϊκι. Ο χρόνος γλίστρησε σαν χέλι.
Βάζοντας πλώρη για το νησάκι, ρίχνουμε άλλη μια κλεφτή ματιά στο μοναδικό θέαμα. Φόντο της δράσης και σχηματικός θεματοφύλακας- φρουρός της Παμβώτιδας, το χιονισμένο Περιστέρι στο βάθος, είναι από τις εικόνες που τρυπώνουν μια για πάντα στη συνείδηση.

www.romiazirou.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: