Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Λάκης Χαλκιάς: «Τα έργα των μεγάλων συνθετών μιλούσαν τη γλώσσα της αλήθειας»

λάκης χαλκιάς

Με αφορμή τις εμφανίσεις του Λάκη Χαλκιά με τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη στο «Ρυθμός Stage», αναζητήσαμε τον Λάκη Χαλκιά για να μιλήσουμε και να ξεδιπλώσουμε κομμάτια από την προσωπική του διαδρομή στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού.


Συνέντευξη στους Παναγιώτη Φρούντζο, Κωνσταντίνο Καϊμάκη

-Πόσους χρόνους ιστορίας μετρά η ιστορία της μουσικής οικογένειας των Χαλκιάδων;
Φέτος μετρά 168 χρόνια! Με βάση το δημοτικό τραγούδι. Τρεις γενιές μεγάλωσαν και κινήθηκαν με άξονα το δημοτικό τραγούδι. Η τέταρτη γενιά, στην οποία ανήκω, πέρασε και στο λαϊκό και τις ευρωπαϊκές ορχήστρες. Η πέμπτη γενιά που ακολουθεί έχει αποκοπεί εντελώς από το δημοτικό τραγούδι.
-Και ποια είναι η αιτία που αποκόπηκε;
Έφυγαν οι μεγάλοι δάσκαλοι. Η μεγάλη σχολή των Χαλκιάδων σταμάτησε γύρω στο 1973-74, όταν πέθανε ο μπαρμπα-Φώτης, ο τραγουδιστής που κρατούσε το συγκρότημα. Στη συνέχεια, μεγάλωσε ο πατέρας μου, όπως και τα υπόλοιπα αδέλφια του.
-Η δική σας πορεία στο τραγούδι πότε ξεκινά;
Ξεκίνησα από πολύ μικρός. Ο πατέρας μου ο Τάσος Χαλκιάς έχασε την πρώτη του γυναίκα και τα δύο παιδιά του, όταν οι Γερμανοί βομβάρδισαν τα Γιάννενα το 1941. Ο πατέρας μου γλίτωσε επειδή ήταν τραυματίας πολέμου στο νοσοκομείο. Κάποια στιγμή, δύο χρόνια μετά, γνωρίζει τη μάνα μου στα Ζαγόρια και παντρεύονται· εγώ είμαι το πρώτο τους παιδί. Επειδή, λοιπόν, ο πατέρας μου ένιωθε ανασφαλής, καθώς είχε χάσει τα δύο πρώτα παιδιά του, με έπαιρνε παντού μαζί του, είτε σε μαγαζιά είτε σε πανηγύρια. Μου έκανε την ένεση, δίχως να το καταλάβει. Όταν έγινα επτά χρόνων, μου πήρε μια κιθάρα. Τελειώνοντας το δημοτικό, πίστεψε ότι ήταν λάθος αυτό που έκανε και με έγραψε στη σχολή μηχανικών του εμπορικού ναυτικού. Για να μην του χαλάσω το χατίρι, αποφοίτησα από τη σχολή, αλλά έγινα τραγουδιστής.
-Όμως, δεν ασχοληθήκατε με το κλαρίνο.
Με γλίτωσε η μάνα μου. Όταν έλειπε ο πατέρας μου στην Αμερική, έκανα παρέα με τα μεγαλύτερα ξαδέλφια μου, τα οποία έπαιζαν στη Φιλαρμονική Μοσχάτου, όπου τους ακολουθούσα. Εκεί μου έδωσαν ένα κουαρτίνο, ένα μικρό κλαρίνο. Το κράτησα έξι με οκτώ μήνες, αλλά όταν η μάνα μου κατάλαβε ότι μου γίνεται συνήθεια, μου το έκρυψε και μου είπε ότι θα μου το δώσει για να το επιστρέψω και πως δεν θέλει να με ξαναδεί με κλαρίνο - δεν μπορούσε να χωνέψει πως ο πατέρας μου, εξαιτίας του κλαρίνου, έλειπε διαρκώς από το σπίτι (στην Αμερική έμεινε χωρίς την οικογένειά του από το 1958 έως το 1963). Όμως, η μάνα μου δεν μου είπε τίποτε για την κιθάρα.
-Την Αμερική δεν την αποφύγατε ούτε εσείς.
Ναι, έκανα κι εγώ τη θητεία μου ως μετανάστης. Όταν γύρισα από εκεί, έπεσα πάνω στον Γιάννη Μαρκόπουλο. Εκείνο τον καιρό δούλευε ο πατέρας μου με τον Σαββόπουλο στο «Κύτταρο» - μαζί τους ήταν η Δόμνα Σαμίου και ο Χρόνης Αηδονίδης. Ο Γιάννης πήγαινε κάθε βράδυ από εκεί· το 1971 το «Κύτταρο» ήταν στέκι. Ένα βράδυ που πήγα κι εγώ, ο πατέρας μου με σύστησε στον Γιάννη και του είπε: «θέλω να τον ακούσεις». Έπειτα από ένα μήνα, ο Γιάννης με φώναξε στο σπίτι του, για να με ακούσει. Ύστερα μου έδωσε τα πρώτα τραγούδια - ήταν η πρώτη μας συνεργασία, ο «Στράτης ο Θαλασσινός Ανάμεσα στους Αγάπανθους» του Γιώργου Σεφέρη, όπου τραγούδησα το «Παλιέ μου Φίλε, τι Γυρεύεις».
-Εσείς, βέβαια, από τη δεκαετία του '60 είχατε μια διαδρομή στο λαϊκό τραγούδι.
Μπορεί να τραγουδούσα τα τραγούδια των μεγάλων ποιητών -δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού ήμουν στους Λαμπράκηδες-, όμως επί το πλείστον δούλευα σε λαϊκά μαγαζιά, γιατί μόνο εκεί μπορούσες να δουλέψεις εκείνη την εποχή. Προσωπικά πέρασα τόσο από το ρεμπέτικο -το 1966 δούλευα με τον μπαρμπα-Γιάννη τον Παπαϊωάννου στο «Χάραμα»- όσο και από το λαϊκό τραγούδι. Αποκόμισα αρκετά στοιχεία από όλους όσους συνεργάστηκα μαζί τους. Και από τη Σωτηρία Μπέλλου, και από τον Στέλιο Καζαντζίδη, και από τη Βίκυ Μοσχολιού, και από τον μπαρμπα-Γιάννη τον Παπαϊωάννου, και από τον Βαμβακάρη τον Μάρκο, με τον οποίο πήγαινα κοντά του εκείνο τον καιρό που γίνονταν οι πρώτες παρουσιάσεις σε φοιτητές. Ο μπαρμπα-Μάρκος αντιμετώπιζε περίεργα αυτό το σκηνικό, αφού σκεφτόταν πως τόσα χρόνια τον κυνηγούσαν και πλέον τον αναλύουν. Όταν επέστρεψα από την Αμερική, μου ζητούσαν να τραγουδώ τραγούδια του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι και άλλων.
-Πάντως, σε αυτό που ονομάζουμε «έντεχνο», εσείς με τον Γιάννη Μαρκόπουλο φέρνετε την αίσθηση της δημοτικής μουσικής.
Ναι, εμείς μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη. Από το 1971 που ξεκινήσαμε τη συνεργασία με τον Μαρκόπουλο είναι η πιο όμορφη, δημιουργική εποχή. Έγιναν κορυφαία έργα, που αν και απευθύνονταν στον αριστερό κόσμο, μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, καθώς μιλούσαν τη γλώσσα της αλήθειας. Είναι η εποχή και του Γιάννη Μαρκόπουλου, με τη «Θητεία», το «Θεσσαλικό Κύκλο», τους «Μετανάστες», τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Τέλος πάντων, όταν πέρασε η δεκαετία του '80 και άρχισαν οι δισκογραφικές εταιρείες ή να χάνονται ή να επιλέγουν τραγουδιστές, για να κάνουν δίσκους, δίνοντάς τους τραγούδια από διαφορετικούς συνθέτες, δημιουργήθηκε ένα διαφορετικό κλίμα, που έφερε πίσω τους συνθέτες, τους ποιητές και τους στιχουργούς.
-Τις δεκαετίες του '60 και του '70 οι συνθέτες για να επικοινωνήσουν τη μεγάλη ποίηση στον κόσμο, υιοθετούσαν τη φόρμα του λαϊκού, του ρεμπέτικου και του δημοτικού τραγουδιού. Οι σημερινοί συνθέτες, επιλέγουν πιο αυτοσχεδιαστικές φόρμες, προκειμένου να μελοποιήσουν τα έργα ποιητών.
Ναι, και αυτό γίνεται γιατί έχουν χάσει την επικοινωνία, την επαφή με τον κόσμο. Όταν ο Γιάννης Μαρκόπουλος ξεκινούσε να γράφει κάποιο έργο, βγαίναμε στην μπουάτ και λέγαμε ενδεικτικά δυο-τρία τραγούδια από αυτό. Παρατηρούσε ποιο δεν «έπιανε» ο κόσμος αμέσως και το άφηνε. Λειτουργούσε σαν δοκιμαστήριο. Έτσι, έβγαινε ένας κύκλος τραγουδιών σε δίσκο, που ήδη είχε την αποδοχή από τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που κάναμε συναυλία με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», πριν βγει, ο δίσκος και γεμίσαμε το γήπεδο του Παναθηναϊκού με 20.000 κόσμο. Αυτήν τη στιγμή δεν γίνεται με τίποτε.
-Έχετε καιρό να συνεργαστείτε με τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη;
Τριάντα πέντε χρόνια, αν φυσικά εξαιρέσουμε τις συναυλίες του Γιάννη Μαρκόπουλου που συνυπήρχαμε. Είμαστε κατασυγκινημένοι και οι δύο. Είμαστε φοβερά δεμένοι, τόσο ως φίλοι όσο και ως συνεργάτες. Έχουμε ζήσει καταπληκτικά πράγματα, που δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να ξεχάσουμε. Είναι τόσο καθαρή η φιλία μας που έχει γίνει άρρηκτη. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι που θα μας χώριζε.
-Είναι ιστορική στιγμή η από κοινού παρουσία σας στο «Ρυθμός Stage».
Είναι ιστορική στιγμή που ο κόσμος τη χαίρεται πολύ. Μάλιστα, έρχονται και νέοι άνθρωποι που μας άκουσαν μόνο από δίσκους. Τους μεγαλύτερους, φυσικά, τους γυρίζουμε πίσω στο χρόνο. Είναι ωραίες στιγμές για όλους μας.

Ο Λάκης Χαλκιάς και ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης είναι στο «Ρυθμός Stage» την Παρασκευή 27 Μαρτίου και την Παρασκευή 3 Απριλίου.
Ρυθμός Stage, Μαρίνου Αντύπα 38, τηλ.: 210 975 0060

Δεν υπάρχουν σχόλια: