Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

Με την Τζουμερκιώτικη λαλιά «Και εκτέλεσαν πλήθος τα θηρία...»


(Στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944)

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

Γιορτάζουμε, λουλουδιαζόμαστε, φωτογραφιζόμαστε, χαιρετιόμαστε, αλληλοασπαζόμαστε, φεϊσμπουκιζόμαστε… Κι άντε να καθίσουμε σε καμιά ταβέρνα, «ο ένας κατσιούλα στον άλλον», να φάμε τον περίδρομο και να συνεορτάσουμε την Πρωτομαγιά. Να πάμε, να φάμε, να κόψουμε και κανένα λουλούδι, να φτιάξουμε το στεφάνι (της σταύρωσής μας, λόγω αδιαφορίας-εκούσια) και να επανέλθουμε οίκοι, να οριζοντιωθούμε και να το σκάσουμε στον ύπνο φουσκώνοντας ασκιά. Κι όταν ξυπνήσουμε να αρχίσουμε την κριτική. «Φταίμε κι εμείς, φταίτε κι εσείς,/φταίει κι ο Χατζηπετρής». Η συνηθισμένη πλέον τακτική. Ας το καταλάβουμε καλά. Η πρώτη του Μάη είναι η ημέρα των εργατών. Είναι στην πραγματικότητα η καθιερωμένη γιορτή της εξέγερσης των εργατών του Σικάγου, η οποία αποτέλεσε μια από τις κορυφαίες στιγμές της πάλης των τάξεων στη νεότερη εποχή.
Η Εργατική Πρωτομαγιά γεννήθηκε στην Αμερική το 1886, με τη ματωμένη εξέγερση των εργατών του Σικάγου για 8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση - μόρφωση, 8 ώρες ύπνο. Δυο χρόνια μετά εκείνη την εξέγερση, το Διεθνές Συνέδριο του Λονδίνου έκανε δεκτή την πρόταση Βέλγου αντιπροσώπου για την πρώτη Κυριακή του Μάη ως μέρα Παγκόσμιας Εργατικής Εκδήλωσης για το 8ωρο. Η οριστική απόφαση για την καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς ως μέρας αγώνα και απεργίας την 1η Μάη, πάρθηκε στις 14 Ιούλη του 1889 στο 2ο Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς. Στην Ελλάδα για πρώτη φορά η Εργατική Πρωτομαγιά γιορτάστηκε το 1893 από τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο Όμιλο του Σταύρου Καλλέργη. Το 1894 γιορτάστηκε στο Στάδιο από όλες τις σοσιαλιστικές ομάδες, όπου εγκρίθηκε ψήφισμα στο οποίο προβάλλονται τα εξής αιτήματα: «α. Την Κυριακήν να κλείνωνται τα καταστήματα καθ' όλην την ημέραν και οι εργάται να αναπαύονται. β. Οι εργάται να εργάζονται επί 8 ώρας την ημέρα και να απαγορευθεί η εργασία εις τους ανηλίκους. γ. Να απονέμεται σύνταξις εις τους εργάτας παθόντας και καταστάντας ανίκανους προς συντήρηση εαυτών και της οικογενείας των».
Εγώ θα πάω Καισαριανή…
«Τώρα πια ο θάνατος περιφερόταν στους δρόμους με κίτρινη μάσκα, τον νιώθαν οι άνθρωποι πίσω από τα βήματά τους και δε γύριζαν να τον κοιτάξουν ο φόβος σήμαινε ενοχή. Είχανε φτάσει οι εχτροί σ' αυτό το σημείο, να μη μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας. Την πρωτομαγιά 1944 πήραν διακόσους από το στρατόπεδο του Χαϊδαριού και τους σκοτώσαν αράδα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής . Φορτώσαν τα πτώματα, ζεστά σε καμιόνια και τα περάσαν μέσα από το συνοικισμό, τρέχαν ποτάμι τα αίματα όθε περνούσαν, κι ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα δε βαστούσε να βλέπει. Μερικοί σκοτωμένοι δεν είχαν καλά καλά ξεψυχήσει». (Α. Πανσέληνος, «Τότε που ζούσαμε», «Κέδρος»)
Ήταν Δευτέρα. Πρωτομαγιά του '44. Μέρα μουντή, πνιγμένη στην ομίχλη. Το προσκλητήριο του θανάτου έγινε χαράματα στο Χαϊδάρι. Κι από κει στο Σκοπευτήριο. Στην Καισαριανή . Μια μέρα πριν, οι εφημερίδες δημοσιεύουν το φιρμάνι των Γερμανών:

«...Την 27.4.44 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν (!) ανάνδρως (!) έναν Γερμανόν στρατηγόν και τρεις συνοδούς του (...) Ως αντίποινα θα εκτελεστούν: 1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944. 2) Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην...».
Οι 200 αντιφασίστες πατριώτες έγιναν θρύλος. Οι κομμουνιστές δεσμώτες, που η κυβέρνηση του Τσουδερού και των Μανιαδάκηδων κρατούσε στην Ακροναυπλία και την Ανάφη και που με την είσοδο των χιτλερικών στην Ελλάδα τους παρέδωσε στους ναζί, μετέτρεψαν με το αίμα τους το Σκοπευτήριο σε θυσιαστήριο της λευτεριάς.
Στο δρόμο από το Χαϊδάρι στην Καισαριανή, οι πατριώτες αποτυπώνουν μερικές τελευταίες λέξεις στο χαρτί και τα στερνά σημειώματα τα πετούν στο δρόμο. (Βρίσκονται πλέον στο Μουσείο της Καισαριανής).
Ανάμεσά τους ο Ναπολέων Σουκατζίδης. Στο δρόμο προς το εκτελεστικό απόσπασμα, γράφει στον πατέρα του: «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να 'σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου».
Ο Νίκος Μαριακάκης έγραψε: «Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος».
Ο Σάββας Σαββόπουλος: «... Καμιά δύναμη δε θα μπορέσει να τσακίσει το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ θα νικήσει...».
Ο νεολαίος, ο Δημήτρης Σόφης: «Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα».
Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας: «...Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ...».

Εκεί, στην Καισαριανή με επιτάσσει το χρέος μου την Πρωτομαγιά.



Χρήστος Α. Τούμπουρος

Δεν υπάρχουν σχόλια: