Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

"Εγώ το είπα και το γράφω, δεν είμαι συγγραφέας. Ηπειρώτης είμαι." Η ομιλία του Χρήστου Τούμπουρου στην χθεσινή παρυσίαση του βιβλίου του " Με την Ηπειρώτικη λαλιά".






Ασφαλώς και νιώθω κάπως δύσκολα μετά από όσα ειπώθηκαν για το βιβλίο και εμένα. Εγώ το είπα και το γράφω, δεν είμαι συγγραφέας. Ηπειρώτης είμαι. 
Είναι πολύ, μα πολύ βαρύ το φορτίο να γράφεις και να αναφέρεσαι στον Ηπειρώτικο πολιτισμό, στον Ηπειρώτικο τρόπο ζωής και να τα αποτυπώνεις με την Ηπειρώτικη λαλιά. 
Γιατί λοιπόν παντού σ’ όλο το βιβλίο ήπειρος;
Απλούστατα, γιατί με το ασύλληπτο πλήθος των στιγμών, των έντονων εικόνων και αισθήσεων που θησαύρισε η ψυχή μας, για να πλουτίζει και ομορφαίνει τη ζωή, για να φωτίζει το γήινο και το «ουράνιο», περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια, τα ανύποπτα χρόνια, τα υπνωτισμένα με τη λιακάδα, τη λαχτάρα και το όνειρο, στην πατρίδα μας: την Ήπειρο. Με τα λίγα καλούδια, που έδιναν όμως περιεχόμενο στη ζωή μας.

Ασυναίσθητο περπάτημα μέσα στο χρόνο.
Όνειρα, βιώματα, επιδιώξεις…

Μνήμη απειθάρχητη, αυθαίρετη, ανεξέλεγκτη.
Μνήμη καθρέπτης. Όλα τα καταπίνει κι ό,τι θέλει επιστρέφει.
Ενίοτε χαράζει και φωτίζει τα αξεδιάλυτα σκοτάδια.
Κι αναλύει την ερωτόπαθη μανία με την Ήπειρο.
Γι’ αυτό λοιπόν, παντού η Ήπειρος. 
Γιατί όμως με την Ηπειρώτικη λαλιά; 
Λίγο, αν ασχοληθεί κάποιος με τη γλώσσα ασφαλώς και θα ενθουσιάζεται από την καθαρότητα και τη δυνατότητα του ηπειρώτικου ισόγλωσσου και μάλιστα του βόρειου ιδιώματος, που δεν γνωρίζουμε μεσημέρι, αλλά μισμέρ’ («τα μισμέρια πααίναμαν στ’ν γούρνα να μπλιατσιαρίσουμε») και δε πα να μας κοροϊδεύουν οι γλωσσικά άδειοι τενεκέδες. («Τα κενά δοχεία βροντάν περισσότερο από τα γεμάτα». Ένας πάφλας με λάδ’ δεν θα βροντήσ’. Άδειος θα αχάξ’ ο τόπος).
Έφαες τον περίδρομο, ένα ταψί μπλατσάρα και δεν ντερλίκωσες.
Θα σούρθ’ αγκούσα.
Το βίωμα, βαθιά και άμεση εμπειρία που αποκτά κάποιος ζώντας προσωπικά, καταστάσεις, στιγμές και γεγονότα… Γιατί για κάποιον που έχει μαθητεύσει δίπλα σε γίγαντες γνώσης της Τζουμερκιώτικης ντοπιολαλιάς, και θα αναφέρω εδώ τον μακαρίτη τον Χρήστο Παπακίτσο, μέγας άνθρωπος και μέγας δάσκαλος, ο λόγος είναι ο λυτρωτής και η γραφή ο μύστης. Μεγαλώσαμε με βιώματα και με ορμήνιες που επιβεβαιώνονται μισό αιώνα πλέον και επισφραγίζονται ως αληθινές. Άκουσα και έδωσα πολλές συμβουλές στη ζωή μου. «Να μελετάτε, να σπουδάσετε, για να διευρύνετε τον πνευματικό σας ορίζοντα». Σιγά. Η γιαγιά μου τα έλεγε αυτά με καλύτερο και μουσικότερο, αν θέλετε τρόπο. «Μάθ’τε ορέ γράμματα για να ανοίξετε τα φωτερά σας». Ε, αυτά τα λόγια, μαζί με τις πράξεις και τον τρόπο ζωής, αυτά τα βιώματα λοιπόν, που έχω από τον τόπο μου, τα άπιαστα γκρεμοτόπια, τα Τζουμέρκα, θέλησα να βάλω στο χαρτί. Αν το πέτυχα, οι αναγνώστες θα το πουν.
Και να ξέρετε κάτι. 
Υπάρχει η λαϊκή ατόφια λαλιά, ψυχή, μουσική και έκφραση στις μέρες μας. Το θέμα είναι πού κατοικεί και πού φωλιάζει. 
Υπάρχει και παραϋπάρχει. Οι γιαγιούλες στα χωριά, οι απόμαχοι της ζωής στα Τζουμερκοχώρια, η μάνα η Πωγωνίσια η Κατερίνα που βαστάει ζαλίκα στην πλάτη της όλο αυτό τον πολιτισμό και τη λαλιά, είτε το χειμώνα μένει στο Ίλιον Αττικής, κοντά στα παιδιά της τη Μαρίκα και το Χρήστο, είτε όταν κατσιαρτάει για το Πωγώνι, πάντα είναι αφκιασίδωτη και ατόφια και στη λαλιά της, αλλά και στη συμπεριφορά της. Τα μουσικά ακούσματα. Αντιστεκόμαστε στην επέλαση της πολιτιστικής βαρβαρότητας του τύπου «τα ματάκια σου με καίνε, γιατί είσαι μανεκένε». Υπάρχει η αντίσταση. Δεν θα τη βρεις στο γραφείο και όχι με έρευνα φυσικά που αφορούν «κατευθυνόμενες ή ημικατευθυνόμενες ερωτήσεις», ειδικών ή και ειδημόνων. Θέλει να σκιστούν τα παλιοπάπουτσα από τις κοφτερίδες και να φουλτακιάσουν για τα καλά τα παλιοπόδαρα από το περπάτημα και το ψάξιμο.














































































































































































































































































































Φωτο: Χριστόφορος Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: