
Λάλιζα
Η Λάλιζα (Τοπική Κοινότητα Χίνκας - Δημοτική
Ενότητα ΜΟΛΟΣΣΩΝ), ανήκει στον δήμο ΖΙΤΣΑΣ της Περιφερειακής Ενότητας ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
που βρίσκεται στην Περιφέρεια Ηπείρου, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της
Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα "Καλλικράτης".
Η επίσημη ονομασία
είναι "η Λάλιζα". Έδρα του δήμου είναι η Ελεούσα και ανήκει στο γεωγραφικό
διαμέρισμα Ηπείρου.Το όνομα του χωριού θεωρείτε πως προέρχεται από το αλβανικό
«κόκκινη παπαρούνα» και την αλβανικήκατάληξη –ëzë, οπότε μπορεί να θεωρηθεί ως
τόπος όπου φύονται κόκκινες παπαρούνες.
Κατά τη διοικητική διαίρεση της
Ελλάδας με το σχέδιο "Καποδίστριας", μέχρι το 2010, η Λάλιζα ανήκε στο Τοπικό
Διαμέρισμα Χίνκας, του πρώην Δήμου ΜΟΛΟΣΣΩΝ του Νομού ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ.
Η Λάλιζα
έχει υψόμετρο 348 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος
39,6001503742 και γεωγραφικό μήκος 20,6166447808. Οδηγίες για το πώς θα φτάσετε
στη Λάλιζα θα βρείτε
εδώ.
Ιστορικές μαρτυρίες
για την περιοχή.
Στο κεφάλαιο αυτό θα
προσπαθήσω να καταγράψω κάποιες ιστορικές μαρτυρίες που αφορούν το χωριό και την
περιοχή.
Ο Στέφανος Μπέττης στο βιβλίο του ΚΟΥΡΕΝΤΙΑΚΑ σημειώνει ότι κατά την παράδοση των Ιωαννίνων στις 9 Οκτωβρίου 1430, εκπρόσωποι από 34 Κουρεντοχώρια από τα αρχαιότερα της επαρχίας αυτής, μαζί με Ζαγορίσιους πήγαν και προσκύνησαν τον τούρκο στρατηγό Σινάν Πασά και ζήτησαν αυτονομία, αυτοδιοίκηση και πλήρη ατέλεια, πράγμα που πέτυχαν. Τέθηκαν έτσι σε προνομιακή θέση και υπό την προστασία της βασιλομήτορος (Βαλιδέ Σουλτάνας).
Το Λίθινο δεν είναι μεταξύ των χωριών που προσκύνησαν.
Το 1806 ο γάλλος πρόξενος ΠΟΥΚΕΒΙΛ επισκέπτεται το χωριό το οποίο χαρακτηρίζει Fable village δηλαδή χωριό μύθος. Άγνωστο τι ακριβώς θέλει να πει με αυτόν τον χαρακτηρισμό αφού- όπως σημειώνει και ο Στέφανος Μπέττης στα ΚΟΥΡΕΝΤΙΑΚΑ του- πέρα από τον χαρακτηρισμό αυτόν, δεν λέει τίποτε περισσότερο για το χωριό.
Τι όμως συνέβη κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821; Ποια στάση κρατούν τα χωριά της περιοχής;
Οι πληροφορίες που υπάρχουν είναι ελάχιστες. Ο Μπέττης αναφέρει την ύπαρξη ενός «...μαρτυρικού με τοποχρονολογία τη 5η Απριλίου 1827 Ααμαλά, υπογραφόμενος από σημαίνοντες Ηπειρώτες και Δυτικοελλαδίτες και το οποίο αναφέρει πως μεταξύ των χωριών ή τμημάτων της επαρχίας Ιωαννίνων που έλαβον τα όπλα κατά τον παρόντα Αγώνα της Ελευθερίας ήταν, πλην των Γραμμενοχωρίων και τα Κούρεντα μέχρι και του χωρίου Κουκουλιούς...»
Η εκτίμηση όμως του Ψαλλίδα είναι διαφορετική αφού υποστηρίζει ότι «... χωριά μαθημένα στο ντουφέκι δεν έχουμε. Διαπιστώνουμε λοιπόν διαφορετικές εκτιμήσεις για την συμμετοχή των χωριών της περιοχής μας στην Ελληνική Επανάσταση.
Εκείνο όμως που θεωρείται βέβαιο και ιστορικά αποδεδειγμένο είναι ότι κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης -και μετά την λήξη της- η περιοχή δεινοπάθησε από άτακτους αλβανούς οι οποίοι καταλήστεψαν τις περιουσίες των χριστιανών και όχι μόνο.
Ο Μεχμέτ Ρεσίτ Πασιάς ή Κιουταχής που είχε αναλάβει στρατιωτικός διοικητής στα Γιάννινα, μετά την σφαγή του Αλή στα 1822 πήρε τα μέτρα του προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση. Μη ξεχνάμε ότι οι αλβανοί, στρατιωτική δύναμη του Αλή, αποτελούσαν για τον τουρκικό στρατό εχθρική δύναμη, μετά τον θάνατο του Τεπελενλή.
Στα πλαίσια αντιμετώπισης των άτακτων αλβανικών συμμοριών, έχουμε την μάχη της Βελτσίστας στις 30 Ιουλίου 1830, όπου διοικητής των τουρκικών δυνάμεων είναι ο γιος του Κιουταχή Εμήν πασιάς.
Οι αλβανοί ηττήθηκαν και υποχώρησαν στα στενά του Καλαμά κάτω από την Βελτσίστα. Εκεί στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου παθαίνουν μεγάλη καταστροφή σε βαθμό που το εκκλησάκι να πάρει τον προσωνύμιο Άγιος Νικόλαος ο Φονιάς. Το έτος 1847 εκδηλώνεται δεύτερη εξέγερση αλβανών. Γνωστή ως εξέγερση του Γκιωλέκα από το όνομα του αρχηγού της Ζεϊνέλ Γκιωλέκα. Μια επανάσταση που κράτησε για πέντε περίπου μήνες. Οι πολεμικές επιχειρήσεις, να τις χαρακτηρίσουμε έτσι, επεκτάθηκαν μέχρι και την περιοχή των χωριών «πέραν του Καλαμά»
Για τα γεγονότα αυτά ο Εμ. Γεωργιάδης στο βιβλίο του «ΖΙΤΣΑ» το οποίο εκδόθηκε στα 1889 στην σελίδα 27 του βιβλίου αναφέρει:
«...Όταν εν έτει 1847 εστασίασαν κατά της δουλείας τα χριστιανικά χωριά της δεξιάς όχθης του Καλαμά, έτρεξαν και οι Ζιτσαίοι εις βοήθειάν των, αλλά δυστυχώς συναπέτυχαν όλοι...»
Ο Στέφανος Μπέττης στο βιβλίο του ΚΟΥΡΕΝΤΙΑΚΑ σημειώνει ότι κατά την παράδοση των Ιωαννίνων στις 9 Οκτωβρίου 1430, εκπρόσωποι από 34 Κουρεντοχώρια από τα αρχαιότερα της επαρχίας αυτής, μαζί με Ζαγορίσιους πήγαν και προσκύνησαν τον τούρκο στρατηγό Σινάν Πασά και ζήτησαν αυτονομία, αυτοδιοίκηση και πλήρη ατέλεια, πράγμα που πέτυχαν. Τέθηκαν έτσι σε προνομιακή θέση και υπό την προστασία της βασιλομήτορος (Βαλιδέ Σουλτάνας).
Το Λίθινο δεν είναι μεταξύ των χωριών που προσκύνησαν.
Το 1806 ο γάλλος πρόξενος ΠΟΥΚΕΒΙΛ επισκέπτεται το χωριό το οποίο χαρακτηρίζει Fable village δηλαδή χωριό μύθος. Άγνωστο τι ακριβώς θέλει να πει με αυτόν τον χαρακτηρισμό αφού- όπως σημειώνει και ο Στέφανος Μπέττης στα ΚΟΥΡΕΝΤΙΑΚΑ του- πέρα από τον χαρακτηρισμό αυτόν, δεν λέει τίποτε περισσότερο για το χωριό.
Τι όμως συνέβη κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821; Ποια στάση κρατούν τα χωριά της περιοχής;
Οι πληροφορίες που υπάρχουν είναι ελάχιστες. Ο Μπέττης αναφέρει την ύπαρξη ενός «...μαρτυρικού με τοποχρονολογία τη 5η Απριλίου 1827 Ααμαλά, υπογραφόμενος από σημαίνοντες Ηπειρώτες και Δυτικοελλαδίτες και το οποίο αναφέρει πως μεταξύ των χωριών ή τμημάτων της επαρχίας Ιωαννίνων που έλαβον τα όπλα κατά τον παρόντα Αγώνα της Ελευθερίας ήταν, πλην των Γραμμενοχωρίων και τα Κούρεντα μέχρι και του χωρίου Κουκουλιούς...»
Η εκτίμηση όμως του Ψαλλίδα είναι διαφορετική αφού υποστηρίζει ότι «... χωριά μαθημένα στο ντουφέκι δεν έχουμε. Διαπιστώνουμε λοιπόν διαφορετικές εκτιμήσεις για την συμμετοχή των χωριών της περιοχής μας στην Ελληνική Επανάσταση.
Εκείνο όμως που θεωρείται βέβαιο και ιστορικά αποδεδειγμένο είναι ότι κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης -και μετά την λήξη της- η περιοχή δεινοπάθησε από άτακτους αλβανούς οι οποίοι καταλήστεψαν τις περιουσίες των χριστιανών και όχι μόνο.
Ο Μεχμέτ Ρεσίτ Πασιάς ή Κιουταχής που είχε αναλάβει στρατιωτικός διοικητής στα Γιάννινα, μετά την σφαγή του Αλή στα 1822 πήρε τα μέτρα του προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση. Μη ξεχνάμε ότι οι αλβανοί, στρατιωτική δύναμη του Αλή, αποτελούσαν για τον τουρκικό στρατό εχθρική δύναμη, μετά τον θάνατο του Τεπελενλή.
Στα πλαίσια αντιμετώπισης των άτακτων αλβανικών συμμοριών, έχουμε την μάχη της Βελτσίστας στις 30 Ιουλίου 1830, όπου διοικητής των τουρκικών δυνάμεων είναι ο γιος του Κιουταχή Εμήν πασιάς.
Οι αλβανοί ηττήθηκαν και υποχώρησαν στα στενά του Καλαμά κάτω από την Βελτσίστα. Εκεί στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου παθαίνουν μεγάλη καταστροφή σε βαθμό που το εκκλησάκι να πάρει τον προσωνύμιο Άγιος Νικόλαος ο Φονιάς. Το έτος 1847 εκδηλώνεται δεύτερη εξέγερση αλβανών. Γνωστή ως εξέγερση του Γκιωλέκα από το όνομα του αρχηγού της Ζεϊνέλ Γκιωλέκα. Μια επανάσταση που κράτησε για πέντε περίπου μήνες. Οι πολεμικές επιχειρήσεις, να τις χαρακτηρίσουμε έτσι, επεκτάθηκαν μέχρι και την περιοχή των χωριών «πέραν του Καλαμά»
Για τα γεγονότα αυτά ο Εμ. Γεωργιάδης στο βιβλίο του «ΖΙΤΣΑ» το οποίο εκδόθηκε στα 1889 στην σελίδα 27 του βιβλίου αναφέρει:
«...Όταν εν έτει 1847 εστασίασαν κατά της δουλείας τα χριστιανικά χωριά της δεξιάς όχθης του Καλαμά, έτρεξαν και οι Ζιτσαίοι εις βοήθειάν των, αλλά δυστυχώς συναπέτυχαν όλοι...»
Γεγονότα του 1854
Την χρονιά εκείνη, το
1854, όπως αναφέρει ο Αραβαντινός, προκλήθηκε στην κατεχόμενη
ακόμη από τους τούρκους Ήπειρο, επανάσταση. Από τους επικεφαλείς
της επανάστασης ήταν οι Θεόδωρος Γρίβας και Νικόλαος Ζέρβας, οι
οποίοι εξεστράτευσαν από την περιοχή της Αμφιλοχίας.
Εξεγέρθηκαν τότε οι περιοχές του Μετσόβου, της Λάκας Σουλίου, της Παραμυθιάς και τα χωριά Δυτικά του Καλαμά.
Ο Αραβαντινός σημειώνει στην ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ μέρος Β΄ σελ.279 (σημειώσεις που γράφτηκαν το 1866 και ήταν πρόσφατες με τα γεγονότα):
«...κατά δε την εποχήν ταύτην η ανταρσία εφήπλωσε τας ρίζας της καθ΄ όλην την Θεσπρωτίαν και κατά το πλείστον μέρος των Φιλιατών επαρχίας και της των Ιωαννίνων, μόνον των κωμών του Ζαγορίου και μέρος των χωριών των Κουρέντων μενόντων ησύχων..»
Στις 20 Φεβρουαρίου έφθασε στα Γιάννινα ο Αβδή Πασάς με σκοπό να καταπνίξει την επανάσταση.
Στην περιοχή του Καλαμά αρχηγός των επαναστατών ορίζεται ο Γ. Τσιάμης.
Στις 21 Φεβρουαρίου ο Θοδωρής Γρίβας ζητάει να στρατολογηθούν άτομα από τα χωριά της περιοχής. Αναφέρονται η Ζίτσα η Καρίτσα και Βελτσίστα. Με δεύτερη διαταγή από τον καπετάνιο Γιαννάκη Παπαγεωργίου αυτή την φορά προς τον επικεφαλή των εξεγερμένων της Ζίτσας ζητείται η στρατολόγηση χωρικών της περιοχής. Δεν υπάρχουν στοιχεία από ποια χωριά και πόσοι στρατολογήθηκαν.
Είναι γνωστή όμως η μάχη που έγινε στις 2 Απριλίου 1854 μεταξύ των δυνάμεων του Σουλεϋμάν Ταχήρ και των ανδρών του Παπαγεωργίου στα υψώματα μεταξύ Βελτσίστας και Αραχωβίτσας.
Στις 12 Απριλίου ο Ταχήρ επιτίθεται κατά του χωριού Ράϊκου προκειμένου να εκδιώξει τον Τσιάμη με τους αντάρτες του. Η μάχη κατέληξε στην λεηλασία του χωριού. Καίγονται εκτός από το Ράϊκου τα χωριά Κουτρουλάδες, Ιερομνήμη, Γλύζιανη, Μαζαράκι, Κοκκινόχωμα, Αραχωβίτσα, Καλοχώρι, Δραγωμή, Δελβινακόπουλο.
Ο Τσιάμης από την πλευρά του καίει τα χωριά Ριζό, Γρανιτσοπούλα, Σουλόπουλο, Τσαρκοβίστα με το σκεπτικό να μην πέσουν στα χέρια του Ταχήρ.
Στο πόνημα του Ευαγ. Σούρλα: «Η Ήπειρος και η Αυστριακή διπλωματία» που δημοσιεύτηκε στα Ηπειρωτικά Χρονικά του 1932 σημειώνεται:
«...Πόσον δε απανθρώπως και βανδαλητικώς είχαν λεηλατήσει οι υπό του Σουλεϋμάν αγά Ταχήρ την περιοχή μεταξύ Ράϊκου και Ζίτσης καταδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι αφού ελεηλάτησαν και παρέδωκαν εις το πυρ περί τα είκοσι χωριά ήρχισαν να καταδιώκουν τους τραπέντες εις φυγήν κατοίκους ως και τα γυναικόπαιδα τα οποία κατέφυγον υπό την προστασία του επανασταστικού σώματος ευρισκόμενο εις τας πλησίον του Ράϊκου κορυφογραμμάς..»
Για τα γεγονότα αυτά η Αμαλία Παπασταύρου κάνει αναφορά στο βιβλίο της «Η ΖΙΤΣΑ γεωγραφική και ιστορική περιγραφή» σελ 40 έκδοση 1895:
«...Κατά την επανάσταση του 1854 οι πέραν του ποταμού Καλαμά επαναστάτησαν όλοι σχεδόν και η Ζίτσα διετέλει εις πυρετώδη αναβρασμόν. Το Λίθινο και το Θεογέφυρον κατέλαβον επαναστάται, ων αρχηγός ήτον ο γνωστός εις την Αθηναϊκήν τότε κοινωνίαν φαρμακοποιός Βασίλειος Βιδεβής, εκ της οικογένειας των Φεταναίων.
Σώμα αλβανών κατέλαβε τότε την Μονήν των Πατέρων, την δε Ζίτσαν σώμα μικτόν εκ τακτικών του στρατού και ατάκτων.
Εις μάχην τινά οι αλβανοί εξετόπισαν τους αντάρτας εκ της μικράς εκκλησιάς παρά το Θεογέφυρον την οποία επυρπόλησαν και κατέστρεψαν και μόλις πριν από ολίγου καιρού ανωκοδόμησαν εκ νέου...»
Πρόκειται σαφώς για την εκκλησία του Αγίου Νικολάου για την οποία μαθαίνουμε από την παραπάνω μαρτυρία ότι καταστράφηκε το 1854 και ανοικοδομήθηκε λίγο καιρό πριν από το 1895, χρονιά κατά την οποία η Αμαλία Παπασταύρου έγραψε το βιβλίο της.
Ο γνωστός Ελβετός Σλαϊφλη ο οποίος επισκέφθηκε το Θεογέφυρο το 1858 αναφέρει για τον Άγιο Νικόλαο τα εξής:
«... μικρό παρεκκλήσι από το οποίο όμως έχουν μείνει μόνο οι μαυρισμένοι τοίχοι, γιατί αφού χρησίμεψε κατά την τελευταίαν ηπειρωτικήν εξέγερση ως καταφύγιο σε ομάδα ανταρτών, κυριεύτηκε ύστερα από μάχη από τους αρβανίτες και αποτεφρώθηκε...»
Η ηπειρωτική αυτή επανάσταση δεν μπόρεσε να επιτύχει γιατί την αποκήρυξε, για διπλωματικούς λόγους, η Ελληνική κυβέρνηση. Βασικότερος λόγος όμως ήταν το γεγονός ότι δεν προετοιμάστηκε σωστά και εκ των πραγμάτων ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.
Στα 1875 τόσο το Λίθινο όσο και το Ριάχοβο, που ήταν τσιφλίκια της Μονής Πατέρων, νοικιάστηκαν για μια τριετία στον Ιωάννη Μπίτζιο αντί του ποσού των 66.000 γροσίων. Μια ενοικίαση που έγινε με κανονικά συμβόλαια, στα οποία αναγράφονταν κανονικά οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων.
Στα 1887 δεν υπήρχε ηγούμενος στη Μονή των Πατέρων, η οποία μετά το 1862, με την δήμευση των περιουσιακών της στοιχείων στην Βλαχία έμπαινε σε περίοδο παρακμής. Η μοναστηριακή επιτροπή διόρισε τότε τοποτηρητή τον ηγούμενο του Προφήτη Ηλία της Ζίτσας, Γαβριήλ.
Τότε οι λιθινιώτες αντέδρασαν και πραξικοπηματικά, ανέλαβαν την διαχείριση του μοναστηριού. Αρνήθηκαν να παραδώσουν το γεώμορο στον τοποτηρητή, δεν του επέτρεψαν να πουλήσει τα γίδια της μονής και ζήτησαν να διορισθεί κανονικός ηγούμενος, γιατί τα έσοδα της Μονής δίνονταν εδώ και εκεί. Έθεταν ως όρο ότι θα απέδιδαν το γεώμορο στη Μονή αν βρισκόταν κάποιος, έστω υπό δοκιμή, ο οποίος θα φρόντιζε για την Μονή και θα μεριμνούσε για την χρηστή διαχείριση των εσόδων του μοναστηριού.
Ύστερα από την δυναμική κινητοποίηση των λιθινιωτών η μοναστηριακή επιτροπή αποφάσισε (υποχρεώθηκε θα έλεγα) να συστήσει τριμελή επιτροπή για τον έλεγχο των οικονομικών της Μονής.
Ότι το μοναστήρι θα μπορούσε να συντηρηθεί και μετά την δήμευση της περιουσίας του στην Βλαχία το 1862, με μια συνετή διαχείριση των εσόδων, από την περιουσία που διέθετε στην περιοχή, αλλά και στα Ιωάννινα, το επισημαίνω στο βιβλίο μου για την ΜΟΝΗ ΠΑΤΕΡΩΝ.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, όπως φαίνεται από τα Αρχεία της Μητρόπολης, στα 1884 οι Λιθινιώτες είχαν εμπλακεί σε δίκη με τον καταπατητή των χωραφιών της Μονής Νακή Βέη και «...υπέπεσαν σε έξοδα βαρέα..» Η επαρχιακή δημογεροντία στην οποία αναφέρθηκαν με σκοπό προφανώς να ζητήσουν κάποια οικονομική ενίσχυση διέταξε τον Γ. Ζωϊδη ενοικιαστή να τους δώσει για λογαριασμό της Μονής 40 λίρες «χάριν ελέους».
Ταυτόχρονα τα μέλη της δημογεροντίας, τους παρατήρησαν λέγοντας ότι δεν είχαν δικαίωμα να μπαίνουν σε διαδικασίες ελέγχου κατασπατάλησης της περιουσίας της Μονής, γιατί απλά αυτοί ήταν «ζευγίτες» της Μονής. Υπενθυμίζω ότι το Λίθινο εκείνη την χρονική περίοδο ήταν τσιφλίκι της Μονής Πατέρων.
Εξεγέρθηκαν τότε οι περιοχές του Μετσόβου, της Λάκας Σουλίου, της Παραμυθιάς και τα χωριά Δυτικά του Καλαμά.
Ο Αραβαντινός σημειώνει στην ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ μέρος Β΄ σελ.279 (σημειώσεις που γράφτηκαν το 1866 και ήταν πρόσφατες με τα γεγονότα):
«...κατά δε την εποχήν ταύτην η ανταρσία εφήπλωσε τας ρίζας της καθ΄ όλην την Θεσπρωτίαν και κατά το πλείστον μέρος των Φιλιατών επαρχίας και της των Ιωαννίνων, μόνον των κωμών του Ζαγορίου και μέρος των χωριών των Κουρέντων μενόντων ησύχων..»
Στις 20 Φεβρουαρίου έφθασε στα Γιάννινα ο Αβδή Πασάς με σκοπό να καταπνίξει την επανάσταση.
Στην περιοχή του Καλαμά αρχηγός των επαναστατών ορίζεται ο Γ. Τσιάμης.
Στις 21 Φεβρουαρίου ο Θοδωρής Γρίβας ζητάει να στρατολογηθούν άτομα από τα χωριά της περιοχής. Αναφέρονται η Ζίτσα η Καρίτσα και Βελτσίστα. Με δεύτερη διαταγή από τον καπετάνιο Γιαννάκη Παπαγεωργίου αυτή την φορά προς τον επικεφαλή των εξεγερμένων της Ζίτσας ζητείται η στρατολόγηση χωρικών της περιοχής. Δεν υπάρχουν στοιχεία από ποια χωριά και πόσοι στρατολογήθηκαν.
Είναι γνωστή όμως η μάχη που έγινε στις 2 Απριλίου 1854 μεταξύ των δυνάμεων του Σουλεϋμάν Ταχήρ και των ανδρών του Παπαγεωργίου στα υψώματα μεταξύ Βελτσίστας και Αραχωβίτσας.
Στις 12 Απριλίου ο Ταχήρ επιτίθεται κατά του χωριού Ράϊκου προκειμένου να εκδιώξει τον Τσιάμη με τους αντάρτες του. Η μάχη κατέληξε στην λεηλασία του χωριού. Καίγονται εκτός από το Ράϊκου τα χωριά Κουτρουλάδες, Ιερομνήμη, Γλύζιανη, Μαζαράκι, Κοκκινόχωμα, Αραχωβίτσα, Καλοχώρι, Δραγωμή, Δελβινακόπουλο.
Ο Τσιάμης από την πλευρά του καίει τα χωριά Ριζό, Γρανιτσοπούλα, Σουλόπουλο, Τσαρκοβίστα με το σκεπτικό να μην πέσουν στα χέρια του Ταχήρ.
Στο πόνημα του Ευαγ. Σούρλα: «Η Ήπειρος και η Αυστριακή διπλωματία» που δημοσιεύτηκε στα Ηπειρωτικά Χρονικά του 1932 σημειώνεται:
«...Πόσον δε απανθρώπως και βανδαλητικώς είχαν λεηλατήσει οι υπό του Σουλεϋμάν αγά Ταχήρ την περιοχή μεταξύ Ράϊκου και Ζίτσης καταδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι αφού ελεηλάτησαν και παρέδωκαν εις το πυρ περί τα είκοσι χωριά ήρχισαν να καταδιώκουν τους τραπέντες εις φυγήν κατοίκους ως και τα γυναικόπαιδα τα οποία κατέφυγον υπό την προστασία του επανασταστικού σώματος ευρισκόμενο εις τας πλησίον του Ράϊκου κορυφογραμμάς..»
Για τα γεγονότα αυτά η Αμαλία Παπασταύρου κάνει αναφορά στο βιβλίο της «Η ΖΙΤΣΑ γεωγραφική και ιστορική περιγραφή» σελ 40 έκδοση 1895:
«...Κατά την επανάσταση του 1854 οι πέραν του ποταμού Καλαμά επαναστάτησαν όλοι σχεδόν και η Ζίτσα διετέλει εις πυρετώδη αναβρασμόν. Το Λίθινο και το Θεογέφυρον κατέλαβον επαναστάται, ων αρχηγός ήτον ο γνωστός εις την Αθηναϊκήν τότε κοινωνίαν φαρμακοποιός Βασίλειος Βιδεβής, εκ της οικογένειας των Φεταναίων.
Σώμα αλβανών κατέλαβε τότε την Μονήν των Πατέρων, την δε Ζίτσαν σώμα μικτόν εκ τακτικών του στρατού και ατάκτων.
Εις μάχην τινά οι αλβανοί εξετόπισαν τους αντάρτας εκ της μικράς εκκλησιάς παρά το Θεογέφυρον την οποία επυρπόλησαν και κατέστρεψαν και μόλις πριν από ολίγου καιρού ανωκοδόμησαν εκ νέου...»
Πρόκειται σαφώς για την εκκλησία του Αγίου Νικολάου για την οποία μαθαίνουμε από την παραπάνω μαρτυρία ότι καταστράφηκε το 1854 και ανοικοδομήθηκε λίγο καιρό πριν από το 1895, χρονιά κατά την οποία η Αμαλία Παπασταύρου έγραψε το βιβλίο της.
Ο γνωστός Ελβετός Σλαϊφλη ο οποίος επισκέφθηκε το Θεογέφυρο το 1858 αναφέρει για τον Άγιο Νικόλαο τα εξής:
«... μικρό παρεκκλήσι από το οποίο όμως έχουν μείνει μόνο οι μαυρισμένοι τοίχοι, γιατί αφού χρησίμεψε κατά την τελευταίαν ηπειρωτικήν εξέγερση ως καταφύγιο σε ομάδα ανταρτών, κυριεύτηκε ύστερα από μάχη από τους αρβανίτες και αποτεφρώθηκε...»
Η ηπειρωτική αυτή επανάσταση δεν μπόρεσε να επιτύχει γιατί την αποκήρυξε, για διπλωματικούς λόγους, η Ελληνική κυβέρνηση. Βασικότερος λόγος όμως ήταν το γεγονός ότι δεν προετοιμάστηκε σωστά και εκ των πραγμάτων ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.
Στα 1875 τόσο το Λίθινο όσο και το Ριάχοβο, που ήταν τσιφλίκια της Μονής Πατέρων, νοικιάστηκαν για μια τριετία στον Ιωάννη Μπίτζιο αντί του ποσού των 66.000 γροσίων. Μια ενοικίαση που έγινε με κανονικά συμβόλαια, στα οποία αναγράφονταν κανονικά οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων.
Στα 1887 δεν υπήρχε ηγούμενος στη Μονή των Πατέρων, η οποία μετά το 1862, με την δήμευση των περιουσιακών της στοιχείων στην Βλαχία έμπαινε σε περίοδο παρακμής. Η μοναστηριακή επιτροπή διόρισε τότε τοποτηρητή τον ηγούμενο του Προφήτη Ηλία της Ζίτσας, Γαβριήλ.
Τότε οι λιθινιώτες αντέδρασαν και πραξικοπηματικά, ανέλαβαν την διαχείριση του μοναστηριού. Αρνήθηκαν να παραδώσουν το γεώμορο στον τοποτηρητή, δεν του επέτρεψαν να πουλήσει τα γίδια της μονής και ζήτησαν να διορισθεί κανονικός ηγούμενος, γιατί τα έσοδα της Μονής δίνονταν εδώ και εκεί. Έθεταν ως όρο ότι θα απέδιδαν το γεώμορο στη Μονή αν βρισκόταν κάποιος, έστω υπό δοκιμή, ο οποίος θα φρόντιζε για την Μονή και θα μεριμνούσε για την χρηστή διαχείριση των εσόδων του μοναστηριού.
Ύστερα από την δυναμική κινητοποίηση των λιθινιωτών η μοναστηριακή επιτροπή αποφάσισε (υποχρεώθηκε θα έλεγα) να συστήσει τριμελή επιτροπή για τον έλεγχο των οικονομικών της Μονής.
Ότι το μοναστήρι θα μπορούσε να συντηρηθεί και μετά την δήμευση της περιουσίας του στην Βλαχία το 1862, με μια συνετή διαχείριση των εσόδων, από την περιουσία που διέθετε στην περιοχή, αλλά και στα Ιωάννινα, το επισημαίνω στο βιβλίο μου για την ΜΟΝΗ ΠΑΤΕΡΩΝ.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, όπως φαίνεται από τα Αρχεία της Μητρόπολης, στα 1884 οι Λιθινιώτες είχαν εμπλακεί σε δίκη με τον καταπατητή των χωραφιών της Μονής Νακή Βέη και «...υπέπεσαν σε έξοδα βαρέα..» Η επαρχιακή δημογεροντία στην οποία αναφέρθηκαν με σκοπό προφανώς να ζητήσουν κάποια οικονομική ενίσχυση διέταξε τον Γ. Ζωϊδη ενοικιαστή να τους δώσει για λογαριασμό της Μονής 40 λίρες «χάριν ελέους».
Ταυτόχρονα τα μέλη της δημογεροντίας, τους παρατήρησαν λέγοντας ότι δεν είχαν δικαίωμα να μπαίνουν σε διαδικασίες ελέγχου κατασπατάλησης της περιουσίας της Μονής, γιατί απλά αυτοί ήταν «ζευγίτες» της Μονής. Υπενθυμίζω ότι το Λίθινο εκείνη την χρονική περίοδο ήταν τσιφλίκι της Μονής Πατέρων.
Πριν την απελευθέρωση
του 1913.
Στο κεφάλαιο αυτό θα
προσπαθήσω να καταγράψω την κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή πριν από την
απελευθέρωση, τον Φεβρουάριο του 1913.
Σαφώς το πιο σημαντικό γεγονός είναι η
εξαγορά του χωριού από την Μονή των Πατέρων στις 22 Οκτωβρίου 1907. Σαν μοναδικό
γεγονός το αναφέρω, όσο πιο αναλυτικά μπορούσα, σε ξεχωριστή ενότητα.
Από
διάφορα δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής, αλλά και από εργασίες ανθρώπων που
είδαν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, μαθαίνουμε κάποιες ενδιαφέρουσες
πληροφορίες.
Κατ’ αρχήν στην περιοχή έχουμε συχνά φαινόμενα
κλοπών.
«...Άγνωστοι -αναφέρει η αθηναϊκή εφημερίδα «ΑΓΩΝ»
στο φύλλο της 13/6/1909- κατόρθωσαν να αποχωρήσουν μεγάλην μοίραν εκ 40
βοών και μόσχων εκ της παρά του Λιθίνου Κουρέντων βοσκούσης αγέλης και να
διευθύνωσιν αυτήν ησύχως και ακαταδιώκτως εις ασφαλές μέρος οπόθεν πιθανών
επιβιβάσαντες ιστιοφόρου παρά την ηπειρωτικήν ακτήν επώλησαν τις οίδε πού του
εξωτερικού...»
Εκείνη την χρονική περίοδο στην περιοχή
δρουν, ληστρικά στην αρχή, εθνικά στην συνέχεια, οι ομάδες του Σπυρίδωνα
Κρομμύδα από την Ιερομνήμη.
Το πραγματικό όνομα του Κρομμύδα ήταν Σπυρίδων
Μήτσης. Γιός του προεστού της Ιερομνήμης Μήτρου Μήτση, περνάει τα πρώτα
χρόνια του στο χωριό. Βγάζει το δημοτικό, πηγαίνει γυμνάσιο στα Γιάννινα
και στην συνέχεια γίνεται δάσκαλος. Το 1892 τον συναντάμε δάσκαλο στο χωριό
Πεγκλάρι Κόνιτσας (Πηγή η σημερινή του ονομασία). Εκεί, κατά τον Γιώργο
Μάνο, του προσάπτουν το «Κρομμύδας», λόγω της καταγωγής του από τα
κρομμυδοχώρια. Η Ιερομνήμη, όπως και το Λίθινο άλλωστε, ονομαζόταν κρομμυδοχώρια
λόγω της παραγωγής του συγκεκριμένου προϊόντος στην περιοχή.
Μια ονομασία που
μ’ αυτή έμελε να περάσει στην ιστορία.
Σε ότι αφορά την ληστρική του δράση ο
Γεώργιος Μάνος στο βιβλίο του «ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΡΟΜΜΥΔΑΣ»
σημειώνει:
«... Μια περίεργος φήμη
ληστού, που δεν περιέχει στην πράξη του το νόημα της λέξεως ληστής. Απ’ όλη τη
ληστρική του, όπως την ονόμασαν, δράση του πουθενά δεν μπόρεσα να μάθω ή ν’
ακούσω ένα φόνο για ληστεία...»
Μια
συμπλοκή όμως με τούρκικα αποσπάσματα, υποχρεώνει τον Κρομμύδα να
ενταχθεί στην δύναμη της Ηπειρωτικής Εταιρείας, που είχε ιδρυθεί από το 1906 στα
Γιάννινα, με σκοπό την προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα.
Αξίζει στο
σημείο αυτό να μνημονεύσω αποσπάσματα του Αλ. Λιβαδέως από το πόνημά του
«Πρόδρομοι της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων» Αθήνα 1964.
Αφορά την συμπλοκή του με τους τούρκους. Αποσπάσματα που δημοσιεύει και ο
Στέφανος Μπέττης:
«... Τον Οκτώβριο του 1908 έχομε την
συμπλοκή του Κρομμύδα με αποσπάσματα τουρκικά στην
Κρετσούνιστα κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο τούρκοι και η οποία αποτέλεσε την
αφορμή για την έξοδο του Κρομμύδα στα βουνά...» Εφ. Της Ηπείρου φ.
772/24-10-1908.
Η δράση του
Κρομμύδα - ένα από τα πρωτοπαλίκαρά του είναι και ο Παναγιώτης Πάνος από το
Λίθινο - συνεχίζεται.
Στον Καλαμά παρά το Σουλόπουλο ο Κρομμύδας στις 25 -12-
1908 σκοτώνει μια ομάδα εβραιογιαννιωτών κατασκόπων του
νεοτουρκικού κομιτάτου.
Με την έξοδο των Κρομμύδα - Πουτέτση στο βουνό στην
περιοχή του Κασιδιάρη γίνονται μεγάλες ληστρικές τρομοκρατικές ενέργειες από
τους τούρκους, όπως αναφέρουν σε δημοσιεύματά τους Αθηναϊκές
εφημερίδες:
«... Τούρκοι στρατιώτες, υπό την ηγεσία του Χασάν Τσιάμη
γνωστού επί ωμότητι μουλιαζίμη, επήραν σβάρνα τα χωριά και ιδίως την Γερομνήμη,
Λίθινο, Κρετσούνιστα, Μπριάνιστα, Μαζαράκη, Κουτρουλάδες και Μπουρντάρι, τα
οποία κατέστρεψαν κυριολεκτικά εξαναγκάζοντες τους χωρικούς δι’ αλυπήτου ξύλου,
ίνα παραδόσωσι τους φυγόδικους...» οι οποίοι ήταν ο
Κρομμύδας με τα παληκάρια του.
Άλλα δημοσιεύματα προσθέτουν:
«...
Ένας Γερομάτης απέθανε από το ξύλο. Δέκα εκ του χωρίου Λιθίνου
απέστειλαν δεσμίους εις τα Ιωάννινα. Τον Στ. Αγγέλην από τις Κουτρουλάδες
έρριψαν εις τας φυλακάς ως φίλον του Κρομμύδα...»
Ένα ακόμη
δημοσίευμα για τα δεινά των Λιθινιωτών, προφανώς λόγω της συμμετοχής του Πάνου
στις αντάρτικες ομάδες. Στις ομάδες του Ηπειρωτικού κομιτάτου.
Η εφημερίδα
«ΗΠΕΙΡΟΣ» στις 31-1-1910 μας κάνει γνωστό ότι για τιμωρία συνελήφθησαν από τις
τουρκικές αρχές πολλοί Λιθινιώτες, οι οποίοι
εκτοπίστηκαν.
Συγκεκριμένα σημειώνει:
«... Στις 26 Γενάρη περί
λύχνων αφάς και υπό βροχήν ραγδαίαν η συνοικία Μνημάτων (συνοικία στην
πόλη των Ιωαννίνων) παρηκολούθει θέαμα πενθιμώτερον και από το σιωπηλόν
πένθος της βροχερής βραδιάς. Καραβάνιον εκ Λιθίνου άνδρες, γυναίκες αι
περισσότεραι και παιδιά περιεζωσμένων υπό ισχυράς δυνάμεως χωροφυλάκων ήγοντο
ενταύθα. Ερωτήσαντες επληροφορήθημεν ότι είναι οικογένειαι υπόπτων χωρικών δι
εξορίαν προοριζόμεναι...»
Πάντως απ΄ όσους παλιούς ρώτησα για το
γεγονός, κανείς δεν μπόρεσε να το επιβεβαιώσει.
Ωστόσο υπάρχει δημοσιευμένο
και σαν τέτοιο το καταγράφω.
Ηλίας Λιούγκος από την Λάλιζα
Ιωαννίνων

1956- Γεννήθηκα από γονείς αγρότες, σ' ένα βουνό,
σε μια ερημιά, στο μοναδικό σπίτι που υπήρχε σε απόσταση μιας ώρας περίπου από το xωριό Λάλιζα Ιωαννίνων, απ' όπου και
κατάγομαι.
Ο
πατέρας μου, άνθρωπος τίμιος, σκεπτόμενος και με αναζητήσεις, ένα είδος
θυμόσοφου, μου μετέδωσε ότι καλό υπάρχει μέσα μου. Τον θυμάμαι σκυφτό με γυαλιά
δίπλα στη λάμπα πετρελαίου, με ύφος αθώου παιδιού, να ξεκοκαλίζει το χοντρό
αγαπημένο του βιβλίο, που απ έξω έγραφε με ξεθωριασμένα γράμματα, "Αμαρτωλών
Σωτηρία".
Οι γονείς μου, με χαρακτήρες εντελώς διαφορετικούς,
σμίλεψαν μέσα μου ροπές αντίθετες, που έκτοτε προσπαθώ να ισορροπήσω.
Οι δυσάρεστες
συγκρούσεις μεταξύ τους με τραυμάτισαν τόσο, ώστε για πολλά χρόνια περιφρονούσα
και απέφευγα αυτόν τον τόπο. Όμως όσο
μεγαλώνω διαπιστώνω πως τελικά εκεί
ανήκω και ότι καλό ανθίζει μέσα μου, εκεί έχει τις ρίζες του. Εκεί άρχισα να ονειρεύομαι αγναντεύοντας το
μακρινό ορίζοντα και πίσω απ τα βουνά
της Αλβανίας. Εκεί η μυρωδιά του ξύλου, το χώμα οι πέτρες, οι συμβουλές του πατέρα μου. Εκεί τα Ηπειρώτικα τραγούδια στα πανηγύρια της περιοχής, και ο ήχος της
φλογέρας που συχνά έπαιζε ο πατέρας μου
τα βράδια στο τζάκι με μάγεψαν τόσο ώστε
με προέτρεψαν σε ηλικία πέντε ετών να
επιλέξω οριστικά και αμετάκλητα το δρόμο
του μουσικού.
1968 - Τελειώνω
το δημοτικό σχολείο και την
επόμενη μέρα φεύγω για την πόλη των Ιωαννίνων.
Τέσσερα
χρόνια στο καφενείο του αδελφού μου. Το βράδυ στο νυχτερινό σχολείο. Χρόνια
αθωότητας και παραμελημένης εφηβείας σε μια πόλη με αυθεντικούς ανθρώπους
, υγρασία και ωραίους δρόμους για
περιπάτους. Καθόλου εύκολα όμως για έναν
ονειροπόλο που δεν ξέρει τι θέλει και πως να το ζητήσει . Οι ευαισθησίες μου για
τη μουσική μεγεθύνονται μα δεν βρίσκουν καμιά
ανταπόκριση. Όμως η μουσική στη
ζωή μου, σαν μια κόκκινη διαπεραστική γραμμή, μου δείχνει πάντα την κατεύθυνση
που πρέπει να ακολουθήσω και εδώ μου έδειξε ότι έπρεπε να φύγω.
1972- Έρχομαι για πρώτη φορά στην Αθήνα.
Περιπλανήσεις, ανέχειες, αποτυχημένες απόπειρες για άσχετα επαγγέλματα. Μια
τυφλή αναζήτηση όμως, ευτυχώς με οδηγεί
στον αληθινό μου κόσμο.
1976
-Γνωρίζω το Μάνο Χατζιδάκι. Η ζωή
μου αλλάζει. Αμέσως κατάλαβα ότι βρήκα αυτό που έψαχνα. Κάτι σαν να ξημέρωσε και
είδα για πρώτη φορά το φως του ήλιου. Δάσκαλος, φίλος πατέρας και συνεργάτης ο
Μάνος, μου έκανε την τιμή να με εντάξει στους δυο τρεις ανθρώπους που επιθυμούσε
να συναντά σχεδόν κάθε μέρα επί είκοσι χρόνια, μέχρι την ημέρα που έφυγε. Εκεί
γνώρισα τον εαυτό μου, το αληθινό πρόσωπο της τέχνης και κυρίως έμαθα να
διακρίνω την καλή μουσική απ' όπου κι αν προέρχεται κι αυτή είναι η μεγάλη μου
κληρονομιά. Αν δεν τον είχα γνωρίσει ίσως και να είχα χαθεί.
1983 -Σε ηλικία
είκοσι επτά ετών αγοράζω επιτέλους πιάνο και αρχίζω τις μουσικές μου σπουδές.
Δυστυχώς όμως λόγω τεμπελιάς δεν τις
ολοκλήρωσα. Το έχω μετανιώσει.

1983- 1994
-Δίσκοι, συναυλίες σε όλο τον κόσμο, επιτέλους κάποια χρήματα, ανεμελιά και
ατέλειωτα ξενύχτια στην οδό Ρηγίλλης.
2000- Γνωρίζω
τη σύντροφό μου που με απαλλάσσει από βαριάς μορφής κατάθλιψη, μου χαρίζει το
γιο μου και με ανέχεται μέχρι σήμερα.
2003- Γεννήθηκε
ο γιός μου ο Ορέστης. Η ζωή μου αλλάζει
για δεύτερη φορά. Είπα πρέπει να σοβαρευτώ, να τον μεγαλώσω. Μάταια!
Μάλλον ο Ορέστης με μεγαλώνει κι εγώ απλώς τον αγαπώ.
2010 - Ζω
ανάμεσα σε δυο κόσμους, σχεδόν ισορροπιστής και όχι διχασμένος,. Την ημέρα
τρεχάματα λογαριασμοί σχολεία οικογενειακά καθήκοντα τράπεζες κ.λπ., κι όταν
νυχτώνει δραπετεύω στις ερημιές της σκέψης και σε λαβύρινθους αγέννητων
τραγουδιών.
Πιστεύω
στην ποίηση, στην υπέρβαση, στη δύναμη της πίστης, στη μυρωδιά του ξύλου, στη
συνέπεια, στις ανατροπές, στον άγιο έρωτα, στην ισορροπία των αντιθέτων, στην
πειθαρχία και στον ελεύθερο χρόνο.
Φοβάμαι τους φόβους μου, τους
σεισμούς, την αγοραφοβία μου, και τους δήθεν καλλιτέχνες.
Λέξεις-φράσεις- ονόματα .
Τσαρούχης, καλοκαίρι, Χατζιδάκις, αξιοκρατία, Χρήστος Γιανναράς, Portishead, Μεγάλος ερωτικός,
επαγρύπνηση, Tom waits, Κωστής Παπαγιώργης, Rene
Magritte,
Γιάννης Αγγελάκας, Nikola Piovani, Μάλαμας, Roger waters, Hooverphonic, άλλα θέλω κι άλλα
κάνω, Massive Attack, Για πού το 'βαλες
καρδιά μου, Ουρανός, Franz Schubert, μαμά γερνάω, Disney, Mahler, Κική Δημουλά, Radiohead, Ορέστης, Καληνύχτα!
Εργογραφία :
Ως ερμηνευτής
·
1976 Μάνου Χατζιδάκι "ΤΑ
ΠΑΡΑΛΟΓΑ" Η Πρώτη δισκογραφική μου εμφάνιση με τους: Μαρία
Φαραντούρη, Διονύση
Σαββόπουλο, Μελίνα Μερκούρη, και
Μίκη Θεοδωράκη.
·
1977 Διονύση Σαββόπουλου "ΑΧΑΡΝΗΣ" στη ζωντανή παράσταση που
δόθηκε στο Ρήγα στην Πλάκα και στη συνέχεια στην ηχογράφηση του δίσκου
που ακολούθησε το καλοκαίρι. Τραγουδούν: Σ. Μπουλάς, Ν. Παπάζογλου, Ν.
Ζιώγαλας, Ηλίας Λιούγκος, Μ. Τανάγρη, Μ.
Ρασούλης, Β. Ξύδης, και Κ.
Γεωργίου.
·
1977 Νότη Μαυρουδή "ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ" μουσική πάνω σε ποιήματα του Μάνου
Χατζιδάκι. Τραγουδούν:
Αρλέτα, Ηλίας Λιούγκος.
·
1981 "ΚΕΡΚΥΡΑ 81 ΑΓΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ"
·
1982 Μάνου Χατζιδάκι "ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ" με τους Σαπφώ Νοταρά, Βασίλη Λέκα, Μαριάνα Ευστρατίου Παγκάκη, Έλλη Πασπαλά,
και Γιάννα Κατσαγιώργη.
·
1983 Μάνου Χατζιδάκι "ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ" με τους
Βασίλη Λέκα, Έλλη Πασπαλά, και Νένα
Βενετσάνου
·
1986 Μάνου
Χατζιδάκι "ΡΩΜΑΪΚΗ
ΑΓΟΡΑ" με τους Βασίλη Λέκα, Έλλη Πασπαλά, και Μαρία
Φαραντούρη.
·
1987 Μάνου
Χατζιδάκι "ΛΑΪΚΗ
ΑΓΟΡΑ" με τους Βασίλη Λέκα, Έλλη Πασπαλά και Γιώργο Νταλάρα.
·
1988 "ΣΤΟ ΣΕΙΡΙΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΠΑΙΔΙΑ" Ζωντανή
ηχογράφηση από τις παραστάσεις του Ζουμ.
·
2004 Τατιάνας Ζωγράφου "ΠΕΤΩΝΤΑΣ ΠΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ" Συμμετοχή με ένα τραγούδι.
·
2007 Τατιάνας
Ζωγράφου "ΔΕΝ ΒΙΑΖΟΜΑΙ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΩ" Συμμετοχή με ένα τραγούδι.
Ως συνθέτης
Κυκλοφόρησαν οι παρακάτω προσωπικοί δίσκοι
- 1983 "ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ" Τραγουδούν: Φλέρυ Νταντωνάκη, Ηλίας Λιούγκος .
και Ζωή Αντιόχου.
- 1985 "ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ" σε στίχους Αγαθής Δημητρούκα με την Έλλη Πασπαλά και τον ίδιο.
- 1990 "ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ ΑΠΟΨΕ ΓΙΑ ΜΕΝΑ" Τραγουδούν: Ηλίας Λιούγκος , Βούλα Σαββίδη.
- 1996 "ΚΩΜΟΠΟΛΕΙΣ" σε στίχους Ζωής Παναγιωτοπούλου. Τραγουδούν: Ηλίας Λιούγκος ,
Μόρφω
Τσαϊρέλη, και Ζωή Παναγιωτοπούλου.
- 2002 "ΤΟ ΦΙΛΙ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ" με ερμηνευτές τους ΑΝΕΜΟS, Αλκίνοο Ιωαννίδη, Νίκο Κουρουπάκη,
Μελίνα Κανά, Βασίλη Γισδάκη, Νότη Μαυρουδή, και
Δημήτρη Μητροπάνο.
Επίσης, συνεργασίες ως συνθέτης
·
1982 "ΚΕΡΚΥΡΑ 82 ΑΓΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ" (συμμετέχοντας με το Νανούρισμα, την πρώτη συνθετική μου εμφάνιση).
·
2001 Γιώργου Νταλάρα
"Η ΑΣΦΑΛΤΟΣ ΠΟΥ
ΤΡΕΧΕΙ" Συμμετοχή με δύο
τραγούδια.
·
2002 Γιώργου
Νταλάρα "ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ" Συμμετοχή με ένα
τραγούδι.
·
2003 "ΘΕΛΕΤΕ
ΔΕΝΤΡ' ΑΝΘΙΣΕΤΕ ΘΕΛΕΤΕ ΜΑΡΑΘΗΤΕ" Συμμετοχή με δύο τραγούδια στη μουσικοποιητική
παράσταση από το τρένο στο Ρουφ
·
2003 "ΦΛΕΡΥ ΤΡΕΛΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ"
Συμμετοχή με ένα τραγούδι, στο δίσκο για το ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη.
·
2003 Μόρφως Τσαϊρέλη -Ηρακλή Βαβάτσικα."ΓΙΑ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΑΚΚΟΡΝΤΕΟΝ" Συμμετοχή με ένα τραγούδι.
·
2003 "ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ" Μουσική για το
ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη.
·
2005 Καλλιόπης Βέττα "ΠΡΩΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ" Συμμετοχή με
ένα τραγούδι.
·
2006 Αλκίνοου Ιωαννίδη "ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ" Συμμετοχή με ένα
τραγούδι.
·
2007 "ΚΟΙΜΗΣΟΥ
ΑΓΓΕΛΟΥΔΙΜΟΥ" Νανουρίσματα. Συμμετοχή με ένα τραγούδι.
·
2008 Μελίνας Κανά "ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ" Συμμετοχή με δύο τραγούδια
·
2009 "ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ" ένα τραγούδι
μελοποιημένο και τραγουδισμένο από μένα σε ένα ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη.
·
2010 "ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΣΩΜΑΤΩΝ-Μπαλάντα για το Νίκο
Κούνδουρο" μουσική για το ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους του Αντώνη Μποσκοΐτη. Στίχοι τραγουδιού
τίτλων Λίνας Νικολακοπούλου, ερμηνεία Παντελής Θεοχαρίδης .
video: Μελίνα Κανά Ηλίας Λιούγκος «Μη σκέφτεσαι
Γερμανικά»














































Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου