Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

Ο αντίλαλος όμως της φωνής της μικρής Ανθούλας …..Θείτσα…ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΑΜΕ ΑΚΟΜΑ!!!! ηχεί στο υπαρξιακό σου μεδούλι


 ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΤΑΜΟΣ ΓΑΛΟΥΝΗΣ

Παρά "το αισιόδοξο της μνήμης" της λειτουργίας δηλαδή πού εξωραίζει τις αναμνήσεις για νά είναι πιο εύκολη η διαβίωση μας μ΄αυτές, σήμερα βυθίστηκα στη θύμησή μου καί ξαναζωντάνεψε, η ιστορία της μικρής Ανθούλας και της δίδυμης αδελφής της Κλειώς, όπως με συντριβή καί δακρυσμένα μάτια, μου την διηγήθηκε πριν χρόνους η γιαγιά μου Μαρία!
Μέσα της δεκαετίας του 1930, χειμώνας καιρός σε ένα ημιορεινό χωριό της Ακαρνανίας, σε τόπο άγριο και άνυδρο, με πάνω από 1000 ταλαιπωρημένες ψυχές, ΄ζούσαν΄ σε ένα πέτρινο αγροτόσπιτο , άρρωστες από​ φυματίωση δυό μικρες 17χρονες αδελφές.
Ήταν δύο όμορφα δίδυμα παιδιά, με μεθυστικά μελιά μάτια που καθρέπτιζαν καλοσύνη καί αλήθεια, με αλαβάστρινα διάφανα πρόσωπα που διαβάζονταν οι αγγελικές ψυχές τους, βελούδινα χείλη για να χαιδεύουν οι αναπνοές τους τα όνειρα καί λαμπερά σκουρόξανθα μαλλιά για να φωλιάζουν των αγοριών οι αναστεναγμοί.
Οί γονείς τους κοιμήθηκαν το θανατερό ύπνο πάνω στην μοίρα τους από την ίδια αρρώστια και τα κοριτσάκια παρ΄ότι άγρυπνοι φρουροί, ηττήθηκαν από τον δρεπανηφόρο αρματηλάτη.
Εμειναν ορφανά τα παιδιά κί η μοίρα τούς έγραψε με μαύρη μελάνη να παλεύουν με τό θεριό που κατοίκησε στά πνευμόνια τους καί δεν άφηνε να φιλήσουν τη ζωή.
Κατάχαμα πάνω σε δυό στρώματα αριστερά και δεξιά από το αναμμένο τζάκι, κείτονταν οι κόρες μόνες,απροστάτευτες καί αγιάτρευτες.
Η θεία τους – η αδερφή τού πατέρα τους ήταν η μόνη που νοιάζονταν, άνοιγε την πόρτα έβαζε -ότι φαγητό ειχε,- σε ένα κατσαρολάκι και το έσπρωχνε με ένα καλάμι, για να φτάσει στα παιδια.
Μια φορά στό τόσο ,κάλυπτε προσεκτικά το πρόσωπο με διπλό μαντήλι καί τους πήγαινε μια στάμνα με νερό καί ξύλα για την φωτιά που άφηνε στή μέση τού σπιτιού.
Φοβόταν καί εκείνη η έρμη- καί μέ τό δίκιο.της-​ μη​ κολήσει​ κι΄είχε τέσσερα παιδια​ και ένα βυζασταρούδι.
Η αρρώστια ήταν βλέπεις αγιάτρευτη, δεν υπήρχε γιατρός , ούτε​ φάρμακα, μόνο ο θεός πέρναγε σπάνια από εκεί, αλλά δεν τούς θυμόταν κι΄ όλους φυσικά.
Καταμόναχα τα παιδιά , αντιστεκόταν στο χρόνο πού θα τις φυγάδευε για πάντα, μόνα τους και με την λίγη ζήση τους, κρατούσαν να μην περάσουν το πέρασμα, στο μεγάλο άγνωστο.
Άνιση η μάχη, ο εχθρός πέρναγε τίς Θερμοπύλες.
Η θεία τους ΄-όπως οι δεισιδαιμονικές εποχες απαιτούσαν- έσφαξε ένα κόκορα και με προφυλάξεις τον κρέμασε έξω από την πόρτα, για να φύγουν ήσυχα λέει και οι ψυχές των κοριτσιών -όπως του πουλιού-και να μην υποφέρουν πλέον.
Τη επομένη η θεία ανοιξε δειλά καί φοβισμένη την πόρτα, έβαλε λίγο το κεφάλι της να δεί αν ζουν τα παιδιά.. και​ ​ άκουσε την τρεμάμενη φωνή της μικρής Ανθούλας να τής λέει ……Θίτσα…ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΑΜΕ ΑΚΟΜΑ!!!!
Αυτές οι σπαρακτικές λέξεις, αυτή η ηχώ, ταπεινώνει αξίες, δοξασίες,ανθρώπους καί θεούς.
Το ΄΄ΑΚΟΜΑ΄΄ τελείωσε κοντά στό λυκόφως, οι φτηνές ζωές των κοριτσιών χάθηκαν καί στην κόψη ενός παγωμένου δειλινού, τα παιδιά πέταξαν καί πέρασαν την χαρακιά.
Εφυγαν γιά να ζωγραφίζουν​ στο επέκεινα με φανταχτερά χρώματα, την ζωή που δεν πρόκαμαν καί να μαρτυρήσουν στόν θεό τό κακό καί τ’άδικο.
Ο κόκορας δεν πήγε χαμένος, χρειάσθηκε​ σάν σούπα στην μακαρία … κι η ζωή με​ ανημπόριες και βάσανα ..συνεχίσθηκε…….
Ο αντίλαλος όμως της φωνής της μικρής Ανθούλας …..Θείτσα…ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΑΜΕ ΑΚΟΜΑ!!!! ηχεί στο υπαρξιακό σου μεδούλι, ανακαλείς μνήμες διήγησης, εσωτερικεύεις τις σκληρές, πονεμένες​ άδικες​ ζωές των άλλων και τις επικαιροποιείς στην ζώσα
Γιατί τα γράφω όλα αυτά καί σας στεναχωρώ…έλα ντέ!!​
Ίσως​ και να σκέπτομαι τους ενσυναίσθητους ανθρώπους με το ΄΄σπαρακτικό΄΄ εγώ, πού γίνονται καλύτεροι καί ευτυχέστεροι, όταν η Ανθούλα κι Κλειώ, τους συνεφέρνει, τούς συνειδητοποιεί, τους προσγειώνει ,τους φωτίζει τό σήμερα με συγκρίσεις καί τούς αισιοδοξεί.

https://xiromeropress.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: