Σάββατο, 20 Μαρτίου 2021

Φόνος για λόγους τιμής

Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Μέρα και σήμερα ξαστεριά λαγάρα και άς είναι αρχές Δεκέμβρη όλοι στο χωριό είναι στις καλές τους, η φετινή σοδειά ήταν ευλογημένη τα δυό ελαιοτριβεια δουλεύουν ασταμάτητα, άλλοι θα το δώσουν το λάδι από το ελαιοτριβείο και άλλοι θα το πουλήσουν μονάχοι τους. Αλλά έχουν και άλλο λόγο να είναι χαρούμενοι από το πρωί το γραμμόφωνο του Μπάρμπα Ντίκου ακούγεται σε όλο το χωριό καθώς είναι στην κορφή του χωριού. Πάει ο Παπασιδέρης με τον Καρακώστα σύννεφο, ο Γέρο Ντίκος απέκτησε εγγόνι από το πρώτο παιδί. Στο μπακαλιό του χωριού τα κεράσματα είναι στο φόρτε τους ο Γέρος δεν πατάει στη γη. Ακούστε ώρε χωριανοί μεγάλωσε το σώι των Ντικαίων και άλλο αρσενικό βγάλαμε, ο Μπάρμπας είχε τέσσερα σερκά, εμείς έτσι όπως πάμε θα καπακώσουμε όλο το χωριό, φούσκωνε σαν παγώνι βέβαια δεν ήταν και πολύ συμπαθής στο χωριό. 

-Σιγά ωρέ Ντίκο μη φουσκώνεις και έτσι, πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. 

-Τι είναι ωρέ Λέκκο τι θές να πούμε που κρεμάτε στο σπίτι σου επτά κιλότες και δύο σώβρακα. 

-Ναι ωρε Ντίκο όλες καλοπαντρεμένες και καλλές κοπέλες είναι, μόνο η μικρή μου έμεινε αλλά και αυτή θα καλοπαντρευτεί γιατί καλή και αγνή είναι 

-Καλά ωρε Λέκκο να σου ζήσουν οι γαμπροί και τα κορίτσια σου έτσι όπως τα λές είναι όλοι τους καλά παιδιά 

Ο Μπάρμπα Ντίκος είχε ένα παιδί το μικρότερο τον Παναγιωτη που ήταν και λίγο μουρντάρης του άρεσε η Λενιώ του Λέκκου δεν ήθελε και πολύ να ερωτευτούν και σε λίγο να η Λενιώ φουσκωμένη, ο Παναγιώτης την ήθελε αλλά πώς θα το έλεγε στον πατέρα του. Περνούν οι μέρες περνάει ο καιρός η κοιλιά της Λενιώς μεγαλώνει. Αρχίζει η κοπέλα και ντρέπεται, κάποια μέρα χάνετε από το σπίτι πάει στο γκρεμό να πέσει να αυτοκτονήσει. Εκεί την πρόλαβε ο Μπάρμπα Στέργιος που βόσκαγε κάτι γιδούλες εκεί δίπλα. 

-Γιατί κοπέλα μου πήγες να το κάνεις αυτό δεν σκέφτηκες τα νιάτα σου.

Η Λενιώ τα είπε όλα στον Μπάρμπα Στέργιο, ένας σεβάσμιος άνθρωπος και μακρινός συγγενής. Αυτός την συμβούλεψε να μιλήσει στον αδερφό της. Φεύγει και πάει στο σπίτι τα λένε με τον αδερφό της τον Γιωργή, ένα άκακο πλάσμα ούτε μυρμήγκι δεν είχε σκοτώσει. Εντάξει θα μιλήσω εγώ στον Παναγιώτη στο καφενείο. Τον βρίσκει προκλητικότατος αφού του λέει ο Γιωργής οτι θέλει να μιλήσουν τον είχε στο περίμενε να τελειώσει η παρτίδα. Αφού τα είπανε και ο Παναγιώτης καταλήγει να πάς στον πατέρα μου του λέει. Τραβάει για τον ανήφορο να βρει τον Μπάρμπα Ντίκο, τον βρήκε στην κρεβάτα κάπνιζε αμέριμνα τον ναργιλέ του και αφού του είπε την κατάσταση ως έχει του λέει ο Ντίκος: Άκου εδω Γιωργή, εμείς έχουμε το άλογο είμαστε από πάνω ας μαζεύατε εσείς τη φοράδα σας. Φεύγει ο Γιώργης και του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Κερατάδες έχει χάρη που μου έχετε το ποδάρι πλακωμένο αλλα δεν θα σας αφήσω έτσ,ι κάποια στιγμή θολώνει το μυαλό του. Πάει σπίτι θυμάται που είχε ένα πιστόλι ο Παππούς κρυμμένο από τον πόλεμο ,το παίρνει και πάει κατευθείαν στον Παναγιώτη του λέει τι θα γίνει με την Λενιώ;, Και αυτός του απαντάει ότι σου είπε ο πατέρας μου 

Χωρίς δέυτερη κουβέντα Ο Γιώργης του άδειασε το πιστόλι στο κεφάλι. Μπάρμπα Ντίκο --------- πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.


Γιώργος Γιαννάκης

Απόδημος Κραψίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: