Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

Έθιμα της Λαμπρής στο χωριό Ντάρα (Ελιά) Λάκκας Σουλίου. ΦΩΤΟ - ΒΙΝΤΕΟ

Κοσμοσυροή για τον χορό της Λαμπρής στην Ράχη (7-4-80)

Γράφει ο Αθανάσιος Δημ. Στράτης

Όλα ήταν έτοιμα για την Ανάσταση. Φρεσκοσκουπισμένα, ασπρισμένοι με ασβέστη τοίχοι και πεζούλια, ακόμη και τα δέντρα, όλα πεντακάθαρα. Πριν τα μεσάνυχτα έβαζαν τα καλά τους και πήγαιναν στον Αϊ-Θανάση και τελευταία στον Άγ. Κωννσταντίνο.
Παλιότερα η Ανάσταση στο χωριό γίνονταν τα ξημερώματα της Κυριακής. Είχε επικρατήσει η συνήθεια αυτή από τον καιρό που στην «Παλιουργιά» κατοικούσαν σκηνίτες Σαρακατσάνοι. Οι Νταρανίτες τους περίμεναν στην εκκλησιά τις πρωϊνές ώρες, επειδή τη νύχτα φύλαγαν τα πρόβατά τους. Όταν οι σκηνίτες σταμάτησαν να κατασκηνώνουν εκεί, στη δεκαετία του 1950, η παραπάνω συνήθεια συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Μετά το «Δεύτε λάβετε φώς…», έκρεναν το «Χριστός Ανέστη». Οι Νταρανίτες έκρεναν το «Χριστός Ανέστη» με τον δικό τους τρόπο. Πρώτα έψελναν το τροπάριο αυτοί που βρίσκονταν από την κατά μήκος κεντρική νοητή γραμμή του ναού και νότια. Ακολουθούσε η ομάδα των βόρεια της κεντρικής γραμμής πιστών. Τούτο συνεχίζονταν για τρεις φορές. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι δύο ομάδες συναγωνίζονταν ποιά θα ψάλει δυνατότερα. Τούτο ενίσχυαν και οι προτροπές των γεροντότερων: «Δεν ακούγεστε μωρέ, φωνάξτε περισσότερο».
Με το φως της Αναστάσιμης λαμπάδας έφτιαχναν με την φλόγα μαύρους σταυρούς πάνω από την πόρτα τους και άναβαν το καντήλι του σπιτιού.

Κυριακή του Πάσχα: τούτη τη μέρα σούβλιζαν και έψηναν το αρνί. Με κρασί και τραγούδια γλεντούσαν και φρόντιζαν να μην υπάρχουν κόκκινα αυγά στο τραπέζι, για να μην αρρωστήσουν τα ζώα από αυγουλίθρες (όγκοι σε σχήμα αυγού και μέγεθος κάστανου, που παρουσιάζονταν στον λαιμό ή στους μαστούς των ζώων).
Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα, το πρωί και το απόγευμα της Δευτέρας και το απόγευμα της Τρίτης εκκλησιάζονταν στον Αϊ-Θανάση, ενώ το πρωί της Τρίτης στον Αϊ-Αντώνη (Από το 2011, με απόφαση των συλλόγων και της Εκκλησιαστικής επιτροπής του χωριού, ο χορός και η Θεία Λειτουργία στον Άϊ-Αντώνη, μεταφέρθηκαν στην Δευτέρα του Πάσχα το πρωί, γιατί οι ξενιτεμένοι έφευγαν την Τρίτη. Από την πρώτη χρονιά η επιτυχία ήταν απόλυτη).



Αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία μαζεύονταν στη «Ράχη», πενήντα μέτρα ανατολικά του Αϊ-Θανάση, για το «Χορό της Λαμπρής». Έκαναν δύο κύκλους (διπλοκάγκελο), τον ένα μέσα στον άλλο. Στον εξωτερικό κύκλο οι άντρες και στον εσωτερικό οι γυναίκες. Στις κορυφές των κύκλων ήταν αντρόγυνα ή στενοί συγγενείς για να αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις. Το ζευγάρι έσερνε όλο το χορό, στον οποίο συμμετείχαν μικροί και μεγάλοι. Τραγουδούσαν οι ίδιοι χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων, δίνοντας μόνοι το ρυθμό (τσιάμικος στα τρία). Άρχιζαν να τραγουδούν οι πρώτοι μισοί και επαναλάμβαναν οι τελευταίοι με τα ίδια λόγια και στον ίδιο ρυθμό (αντιφωνικά). Όσοι δεν χόρευαν (ασθενείς, πολύ γέροντες, λυπημένοι κ.λ.π.) μαζί με τον παπά του χωριού, παρακολουθούσαν από πιο ψηλά, καθισμένοι σε πέτρες στη σκιά των ελαιόδεντρων. Όλοι έμπαιναν με τη σειρά στην κεφαλή του χορού, ο οποίος τελείωνε το ηλιοβασίλεμα, όταν τα απόσκια έφταναν στο «Λυμπούσι» και ήταν ώρα να αρμέξουν τα ζώα τους.


η Μαρία Β. Στράτου και η Μαρία Δ. Αναγνωστάκη σέρνουν τον χορό στον Άγ. Αντώνιο (1965)


Το πρωί της Τρίτης του Πάσχα, έρχονταν (τώρα την Δευτέρα του Πάσχα το πρωί) στον Αϊ-Αντώνη και πολλοί ξενοχωρίτες. Ακόμη έρχονταν και χωριανοί μικροπωλητές με αναψυκτικά κυρίως, να ξεδιψάσουν οι προσκυνητές και οι χορευτές. Και εδώ χόρευαν τα τραγούδια της Λαμπρής.
Τα Λαμπριάτικα τραγούδια της Ελιάς, μιλάνε για πολεμικά κατορθώματα των προγόνων τους Σουλιωτών και Παρασουλιωτών, την Ανάσταση, την ξενιτιά, την αγάπη, την κοινωνία, την Άνοιξη. Είναι πιο όμορφα από τους ανθρώπους, πιο μεστά από ελπίδα, πιο λυπητερά, πιο ανθεκτικά στο χρόνο. Αν δεν είχαμε τη γλώσσα μας, τη θρησκεία, τα τραγούδια και τους χορούς μας, δεν θα ήμασταν αυτοί που είμαστε σήμερα.
Ο «Χορός της Λαμπρής» στου Ντάρα, γίνονταν σε θέσεις (Ράχη, Άϊ-Αντώνη) τέτοιες, που φαίνονταν απ’ όλη τη Λάκκα. Έτσι οι χορευτές, αγναντεύοντας όλα τα γύρω χωριά, ένοιωθαν ιδιαίτερο αέρα, ιδιαίτερη περηφάνια, ιδιαίτερη χαρά. Μικροί-μεγάλοι λάβαιναν μέρος «για το καλό». Μακάρι να μην ξεχαστεί τούτο το έθιμο, να μην ατονήσει ο χορός, να μην λησμονηθούν τα τραγούδια, να μαθαίνονται οι στίχοι και η μελωδία από τους νέους. Με την ελπίδα αυτή παρατίθενται οι στίχοι των τραγουδιών, που πολλά απ’ αυτά με μικρές παραλλαγές τραγουδιούνται και χορεύονται και σ’ άλλα χωριά της Λάκκας Σουλίου. Πρέπει να διδάσκονται και να μαθαίνονται ώστε:
«Ετούτα τα τραγούδια τα πατρογονικά μας
να τα διατηρήσουμε να μάθουν τα παιδιά μας».

Της Ανάστασης
«Σήμερα είν’ Ανάσταση και στους ουρανούς Ανέστη
σήμερα τα παλικάρια κάθονται σαν τα λιοντάρια
σήμερα και τα κορίτσια κάθονται σαν κυπαρίσσια
σήμερα και οι παντρεμένες κάθονται καμαρωμένες
σήμερα και αυτές οι χήρες κάθονται σαν κακομοίρες
σήμερα και οι γερόντοι σαν παλιάλογα στ’ αλώνι
σήμερα και οι γαμπροί σαν τα γίδια στο μαντρί
σήμερα και οι γριές βάζουν κόκκινες ποδιές
σήμερα και οι παπάδες κάθονται σαν Δεσποτάδες».
(«Σήμερά, μωρέ σήμερά, σήμερά είν’ ανάσταση…»).

Καινούργια μέρα
«Καινούργια μέρα σήμερα, καινούργιο μεσημέρι.
Καινούργια αγάπη και παλιά με βάλανε στη μέση.
Γυρνώ κοιτάζω την παλιά καινούργια δεν μ’ αρέσει,
είναι κοντή κοντούτσικη κοντούλα και γιομάτη.
Απ’ την ελιά βγαίνει νερό κι απ’ το νερό το λάδι
και μέσ’ απ’ τα ματάκια της βγαίνει μαργαριτάρι».
(«Καινού-μωρέ καινού-καινούργια μέρα σήμερα
καινούργια μέρα σήμερα καινούργιο μεσημέρί
καινούργιο μεσημέρι…»).

Λεμονιά
«Μωρή κοντού, μωρή κοντούλα λεημονιά
με τα πολλά λεημό, λεημόνια, Βησιανιώτισσα
σε φίλησα κι αρρώστησα και το γιατρό δεν φώναξα.
Χαμήλωσε, χαμήλωσε τους κλώνους σου
να κόψω ένα λεημό, λεημόνι, Βησιανώτισσα
απ’ τον καημό σου αρρώστησα και το γιατρό δεν φώναξα.
Για να το στίψω, να το πιώ, να μου διαβούν οι πόνοι.
Πότε μικρή μεγάλωσες και μού ’γινες δασκάλα, Βησανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα και το γιατρό δεν φώναξα».

Λεμονάκι
«Λε-μωρέ λεημονάκι μυρωδάτο
λεημονάκι μυρωδάτο κι απ’ το περιβόλι αφράτο,
μην παραμυρίζεις τόσο και με κάνεις και νυχτώσω.
Κι αν νυχτώσεις παλικάρι κάτσε να ’βγει το φεγγάρι,
να σε ιδώ να σε γνωρίσω και να μη σε λησμονήσω,
θα σε κόψω να μυρίσω κι ύστερα να ξεψυχήσω.
Κι αν με κόψεις παλικάρι είσαι το χρυσό καμάρι».

Παπαδοπούλα
«Βγήκα ψηλά Παπαδούλα μου
κι αγνάντεψα στους κάμπους μωρ’ παπαδημοπούλα
κι αγνάντεψα στους κάμπους μωρ’ παπαδιά απ’ του Ντάρα
κι αγνάντεψα στους κάμπους εσύ τα ξέρεις ούλα.
Βλέπω κομμάτι σύννεφο βλέπω κομμάτι αντάρα
μωρ’ παπαδιά απ’ του Ντάρα.
Αυτό δεν είναι σύννεφο, δεν είν’ κομμάτι αντάρα,
μον’ είν’ η κόρη του παπά πό ‘ρχεται από τ’ αμπέλι
στα μήλα φορτωμένη.
Δυό μήλα της εγύρεψα κι αυτή μου δίνει πέντε.
Δεν θέλω εγώ τα μήλα σου τα τσαλαπατημένα
Μον’ θέλω τα δυό του κόρφου σου τα μοσχομυρισμένα,
μον’ θέλω το κορμάκι σου να το σφιχταγκαλιάσω,
να μην το ξαναχάσω.
Πώς να στο δώσω το κορμί να το σφιχταγκαλιάσεις,
εγώ έχ’ αδέρφια αρματωλούς, πατέρα καπετάνιο,
παίρνουν στα δόντια το σπαθί, στα χέρια το ντουφέκι».
(«Βγήκα ψηλά, παπαδούλα μου, βγήκα ψηλα-ά-κι αγνάντεψα».

Της Λάκκας Σουλίου
«Δεν φταίει η μαύρη Λάκκα μαηδέ τα Λέλοβα
δεν φταίει η Ποδογόρα μαζί και η Κρανιά
δεν φταίει το Μπουλμέτι μαηδέ και το Ζερβό
Ντάρα και Νικολίτσι μαηδέ το Νάσσιαρη.
Δεν φταίν’ οι Παπαδάτες μαηδέ τα Μελιανά.
Μον’ φταίει ο Γούσ’ Μπατσούλης από το Χάλασμα
με τον Παπα-Νικόλα από τα Λέλοβα
που στείλανε το γράμμα μεσ’ τον Αλή Πασά
και πούλησαν τη Λάκκα με τα ’λαιόδεντρα».

Τριανταφυλλάκια
«Εσείς τριανταφυλλάκια μου κι εσείς μυρωδικά μου
εσείς μ’ αποκοιμήσαταν και μου ‘φυγε η αγάπη
κοντούλα και γεμάτη.
Παίρνω τα όρη ψάχνοντας και τα βουνά ρωτώντας
και την καρδιά κρατώντας
σαν πήγα και την εύρηκα στον αργαλειό που υφαίνει
της κρένω δεν μου κρένει.
Κρίνε μ’ αγάπη κρίνε μου και παρηγόρησέ με
και χάρε λύπησέ με.
-Παρηγοριά έχει ο θάνατος κι ελεημοσύνη ο Χάρος
κι ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει».

Μάης και άνοιξη
«Τώρα είναι Μάης κι άνοιξη, τώρα το καλοκαίρι,
τώρα και η γής στολίζεται στ’ άνθη και στα λουλούδια,
τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάει.
Πιάνει σελώνει τ’ άλογο πιάνει το καλιβώνει,
βάζει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ‘σημένια
και τα καλιβωστήρια του κι αυτά μαλαματένια.
Στο δρόμο όπου πήγαινε στο δρόμο που πηγαίνει,
βρίσκει μια κόρη εμπροστά στη βρύση να γιομίζει
Κόρη μου γιατί θλίβεσαι και βαρυαναστενάζεις.
Έχω άντρα στην ξενιτειά και λείπει τριάντα χρόνια
άλλοι μου λεν’ πως πέθανε κι άλλοι μου λεν’ πως χάθκε».

Γιαννιωτοπούλα
«Άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ μωρ’ Γιαννιωτοπούλα μου
μου λένε να το βάψω λουλουδάκι μου γαλάζιο
σε φιλώ κι αναστενάζω.
Κι αν το πετύχω στη βαφή πολλές καρδιές θα κάψω
θα κάψω νιές θα κάψω νιούς θα κάψω παλληκάρια
θα κάψω και μια μάγισσα που μ’ έκαψε και μένα.
Μου μάγεψε τον άντρα μου και θέλ’ να με χωρίσει
κι αν με χωρίσεις άντρα μου άλλον εγώ θα πάρω
στις δυό, στις τρείς θα λούζομαι στις τέσσερις θ’ αλλάζω
και στις εφτά και στις οχτώ άλλον άντρα θα πάρω,
θα φκιάσω και τα σπίτια μου μαζί με τα δικά του».

Ο ποταμός
«Ποταμέ μου όταν γιομίζεις κι αρχινάς να κυματίζεις
πάρε με στα κύματά σου στα κλωθογυρίσματά σου
σύρε με τη δύση-δύση στου Αλή Πασά τη βρύση
πούρχεται η κυρά Φροσύνη και γιομίζει το σταμνί
να της πλένω το κορμάκι να μου βγαίνει το φαρμάκι».

Οι γριές
«Από κάτω απ’ τις καρυές κι από τις ροδακινιές
κάθονταν ένας γέροντας κι έδινε τις διαταγές
κι έδινε τις διαταγές για να παντρευτούν γριές
και να μείνουνε οι νιές.
Οι γριές σαν τ’ άκουσαν λούζονταν, χτενίζονταν,
στο γυαλί γυαλίζονταν.
Μια γριά μονόδοντη ήθελε να πάρει δυό
έναν γέρο κι έναν νιό.
Για τον γέρο στη δουλειά και τον νιό στην αγκαλιά.
Μα ο νιός σαν τ’ άκουσε πήγε στο ξηρόμερο
για να φάει ξυνόγαλο».
(«Ν’ από κα-μωρε ν’ από κά-ν’ από κάτ’ απ’ τις καρυές…»).

Παραμύθια και ψέμματα
«Ελάτε να πούμε ψέματα να πούμε παραμύθια,
ποιος είδε τον Παπά γαμπρό τον Διάκο γκαστρωμένο,
ποιος είδε και τον ‘γούμενο τριών μερών λεχώνα,
ποιος είδε ποιος απάντησε παπά να κλέβει πράσα
κι η παπαδιά από κοντά να του κρατάει τα ράσα.
Ποιος είδε τον σκαντζόχοιρο με το τσαπί στην πλάτη,
ποιος είδε ψείρα στ’ όργωμα με ξύλα φορτωμένη
και τον λαγό στην αγορά στραγάλια να πουλάει,
ποιος είδε και τον μέρμηγκα στη ρεβυθιά απάνω.
Εγώ είδα τον μέρμηγκα στη ρεβυθιά απάνω,
η ρεβιθιά ήταν ψηλή και έπεσε και σκοτώθη,
τραβάνε οι μύγες τ’ άντερα και οι σφήκες το κουφάρι».

Και πολλές φορές, όταν νύχτωνε και αναγκαστικά έπρεπε να τελειώσουν το χορό, ορισμένοι άρχιζαν ένα τραγούδι, που χορεύονταν πιο γρήγορα και έτσι διαλύονταν οι κύκλοι μέσα σε γέλια και αστεία. Ένα από αυτά τα τραγούδια ήταν το παρακάτω:

«Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ ένα νερό κρύο νερό.
Γιέ μ’ απούθε κατεβαίνει Βαγγελιώ μου πενεμένη.
Από γκρεμό κυρά Βαγγελιώ από γκρεμό γκρεμίζεται
γιε μ’ σε περιβόλι μπαίνει Βαγγελιώ μου πενεμένη.
Ποτίζει δέντρα και κλαριά γιέ μ’ ποτίζει λεμονίτσες
για χαρά σας κοπελίτσες.
Ποτίζει και ‘να αγιόκλημα γιέ μ’ που κάνει το σταφύλι
σαν της Βαγγελιώς τα χείλη».

Κάθε φορά, που τελείωνε ένα τραγούδι φώναζαν όλοι μαζί «άλλος, άλλος», δηλαδή να αλλάξουν οι πρωτοχορευτές των κύκλων του χορού. Την τελευταία μέρα και μετά το τελευταίο τραγούδι, όλοι εύχονταν «και του χρόνου», «πάλι μαζί και χαρούμενοι».
Την Δευτέρα του Πάσχα τσούγκριζαν και τα κόκκινα αυγά.
Παρασκευή του Πάσχα: Της Ζωοδόχου Πηγής. Οι Νταρανίτες πήγαιναν στο καγκελάρι των Παπαδατών, ενώ στις 23 Απρίλη στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου Νικολιτσίου.

Λεμονάδες-πορτοκαλάδες-γκαζόζες στον Άγ. Αντώνιο από τον Α.Κ. Στράτη και τους βοηθούς του Τούλα, Βησάρη, Αντώνη, Κώστα…(1981)
''Άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ... ''' από τον Θανάση Δ. Στράτη και την Ευγ. Β. Στράτη (6-4-80)
«Ν’ από κάτω απ’ τις καρυές…» από τον Α.Δ. Στράτη και την Τασία Μπόμπορη. Ακολουθούν οι Νίκη, …, Λάμπρο, …, Φρειδερίκη, … κ.ά.
Τριπλοκάγκελο στον Αϊ-Αντώνη (Πάσχα 1979)

ΒΙΝΤΕΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια: