Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

"Τα.. τα.. τα.. λιόκια μ' είχε ρε χαμένε". Άνθρωποι απλοί , αγράμματοι αλλά σοφοί


Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

 Πολλές φορές κάθομαι και συλλογιέμαι πόσο ευλογημένος άνθρωπος είμαι που γνώρισα στο διάβα της ζωής μερικούς αξιόλογους ανθρώπους έτσι απλούς της υπαίθρου με πολύ λίγη μόρφωση αλλά πολύ καλλιεργημένη παιδεία, με αστείρευτο καλαμπούρι και καλοσύνη. 

Θα αναφέρω εδώ μερικά ονόματα και πρώτον τον μπάρμπα μου τον Γιώργο Κίτσο η Μαρίνη. Ένας άντρακλας με πηγαίο χιούμορ, ένας άφταστος γλεντζές ,χορεύοντας την παπαδιά στο τρία ποτήρια και ένα στο κεφάλ,ι λές και κατέβαινε ο Διόνυσος σε αυτή την ιεροτελεστία που και αυτός ο μεγάλος Καζαντζακης αν τον έβλεπε ίσως να αναθεωρούσε τον ρόλο του Ζορπά. Τα ατέλειωτα καλαμπούρια του αλλά έβλεπε αυτός ο σκληρός τόπος αυτή η γής η στέρφα δεν μπορούσε να ταΐσει τα τέσσερα στόματα και πήγε στην χώρα των νικημένων.  Αλλά ας μην τα αναφέρω τώρα εδώ. Λοιπόν κάποια ούντα επέστρεψε στο χωριό εκεί στον καφενέ θέλαν να τον πειράξουν. Ο μπάρμπας εξιστορεί με απόλυτο πειθώ πως βρήκε στην ξενιτιά μια βαλίτσα.  Κι όλο μουτσώνει τον εαυτό του αγανακτισμένος και την παρέδωσε στην αστυνομία. 

Πετιέται κάποιος ξύπνιος και ρωτάει και τι είχε ρε μπάρμπα η βαλίτσα? 

Και καθώς ο μπάρμπας ηταν τραυλός του απαντάει "τα τα τα λιόκια μ είχε ρε χαμένε". 

Εφύγαν τα ποτήρια απο τα τραπεζια στο καφενείο απο τα γέλια.  Θα μπορούσα να πω πολλά για τον μπάρμπα μου που όταν ξεχειμάζαμε στον Καρβασαρά ένας γιατρος ζήλεψε την λεβεντιά του και ήθελε να τον κάνει γαμπρό στην αδελφή του αλλα αυτός ήθελε την Μάρω του στο χωριό.  

Θα έρθω αρκετά χρόνια αργότερα να γνωρίσω τον μπάρμπα Χρήστο τον επονομαζόμενο Καλέκα ένας ρήτορας αγράμματος χρόνια πρόεδρος στο χωριό, πολλοί τον φωνάζανε παλάντζα αλλά αυτός ο αγράμματος δικηγόρος ρομαντικός αριστερός έφερνε βόλτα την κάθε εξουσία και πετύχαινε πολλά κονδύλια για έργα στο χωριό. Και τώρα παροπλισμένος εκεί στο μπακαλιό του μπάρμπα Νάσιου κάτω από την κληματαριά κάθεται και αναπολεί σαν παλιός πολεμιστής έξω από την στρατώνα μεταξύ μπουκάλας τσίπουρου και σέρτικου τσιγάρου. Ένα να ανάβει, ένα να σβήνει ρουφώντας ασταμάτητα λες και θέλει να χωρέσει όλο τον σεβδά μέσα του, κάπου κάπου πετάει κανένα καλό. 

-Ω Τάκ εκεί που δούλευες δουλεύς 

-Εκεί μπάρμπα.  

-Α καλά κάνς γιατί όποιος φεύγει από το χαράκωμα τον τρώει η σφαίρα. 

Καλά τα λες ρε μπάρμπα Χρήστο όπως είπε και ο συντοπίτης μας όποιος φεύγει από το μαντρί τον τρώει ο λύκος. 

Ωρέ που το βρήκες αυτό, καλό Γιωργάκ λέει ο μπάρμπας 

Καλοκαίρι εκει στο μεσοχώρι τον ρωτάει κάποιος τι σπουδάζει το παιδί του Κατέρη στο Λονδίνο. Και αυτός ο πανέξυπνος του απαντά λύκος: "Τι λύκος Νε ρε δεν βλέπς πως μίκρηνε το κοπάδι του Μίχου το μσό έμεινε?"                                                                         

 Θα τελειώσω με τον Θύμιο τον χαμένο τον λέγανε έτσι γιατί για δέκα χρόνια και βάλε δεν είχε καμιά αντιλογιά ώσπου μια μέρα λάβανε οι δικοί του ένα γράμμα του και τους έγραφε: Εγώ ο Θύμιος ο χαμένος σας γράφω από την Αμερική.   Γύρισε στο χωριό στα πανηγύρια πρώτος.

 Σε ένα πανηγύρι θυμάμαι ήταν πιωμένος και γύρισε τις τσέπες ανάποδα, κάποια στιγμή ξεθ΄.λωσε λιγάκι απ το πολύ μεθύσι πάει σε έναν ξαδερφό του και του λέει 

-Ξάδερφε δώς μου ένα πενηντάρι και στο χρωστάω.      

-Τι το θές παλιο χαμένε 

-Άκου ξάδερφε αυτοί εδώ με ξεπαραδιάσανε, θέλω να τους τα πάρω πίσω ακόμα και τα υπόλοιπα τους που κονομήσαν απόψε. Άκου θα τους δώσω το πενηντάρι και θα τους πάω στο νεκροταφείο στο μνήμα του πατέρα μου εκεί θα είσαι δίπλα σε ένα φρεσκοκαμένο μνήμα και μόλις ακούσεις 

-ποιό τραγουδι θες πατέρα που θα σου πώ. 

-Το χάρο θα πεις εσύ και μετά άστο σε μένα.  

Έτσι και έγινε, καθώς τα κουρτίζανε τα όργανα αφήνουν το βαλιτσάκι με της εισπράξεις πάνω σε ένα μνήμα και λέει ο Χαμένος -ποιό τραγούδι θες πατέρα; Και ακούγεται μια βραχνή φωνή, [τον χάρο]. Παίρνουν δρόμο τα όργανα αφήνουν το βαλιτσάκι με τις εισπράξεις και ακόμα τρέχουν.                                                                       



Γιώργος Γιαννάκης

Απόδημος Κραψίτης



Δεν υπάρχουν σχόλια: