Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Δίστρατο (Μπριάζα) Κόνιτσας. Απολαύστε τα video




Απολαύστε τα video

























Πότε ακριβώς ιδρύθηκε το χωριό Δίστρατο (πρώην Μπριάζα ή Βριάζα) αγνοούμε. Πρέπει όμως να ήταν εδώ παλιός οικισμός. Στον Κάτω Μαχαλά του Διστράτου βρέθηκαν τάφοι βυζαντινής καθώς και ρωμαϊκής ή αρχαίας εποχής στους οποίους ήταν θαμμένοι πολεμιστές με τα όπλα τους τα οποία φυσικά έπεσαν σε χέρια αρχαιοκάπηλων και εξαφανίστηκαν.
O Άγιος Κοσμάς ήρθε στη Μπριἀζα από τα Άρματα καβάλα σε ένα γαιδουράκι. Φορούσε σκούφο κατεβασμένο χαμηλά και κρατούσε ραβδί που είχε σχήμα σταυρού στην κορυφή. Τον υποδέχτηκαν οι κάτοικοι στην τοποθεσία που είναι ο Άγιος Γεώργιος και εκεί έκανε το κήρυγμά του. Μεταξύ άλλων είπε: Εδώ που μιλώ θα φυτρώσει ένα δέντρο και θα χτιστεί μία εκκλησιά. Και πραγματικά φύτρωσε η μεγάλη βελανιδιά που υπάρχει σήμερα και χτίστηκε και ο Άγιος Γεώργιος που τον πυρπόλησαν οι Γερμανοί και ξαναχτίστηκε μεταπολεμικά. Κατά την Επανάσταση του 1821, αρκετά Μπριαζιώτικα παλικάρια κατέβηκαν στη Ρούμελη και πολέμησαν στο Μεσολόγγι αλλά τα ονόματά τους δεν διασώθηκαν.














Όπως σε όλα τα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου, έτσι και στη Μπριάζα, η ρουμανική προπαγάνδα άπλωσε τα πλοκάμια της από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και προσπάθησε να παρασύρει τους κατοίκους της να προσχωρήσουν σ᾿ αυτήν. Δεν κατόρθωσε όμως να αρπάξει παρά μόνο μερικούς φτωχούς, στους οποίους μοίραζε χρήματα, και ελάχιστους αργυρώνητους, στους οποίους υπόσχονταν να σπουδάσει δωρεάν τα παιδιά τους στη Ρουμανία. Η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων στάθηκε πιστή στις προαιώνιες Ελληνοχριστιανικές παραδόσεις της και έτσι δεν δέχτηκε την αλλαγή της γλώσσας ούτε στο σχολείο ούτε στην εκκλησία.
1912-1913: Μόλις ο ελληνικός στρατός προήλασε στη Μακεδονία και κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, αμέσως τότε, κατά το Νοέμβριο του 1912, όλα σχεδόν τα ορεινά χωριά της Επαρχίας Κόνιτσας, επαναστάτησαν.
Στη λάκκα του Αώου πρώτη-πρώτη ξεσηκώθηκε η ηρωική Βριάζα με αρχηγούς και πρωτοστάτες το Μουχτάρη (Πρόεδρο) της Νικόλα Γούλα, τον ιερέα Παπαθανάση Πίσπα, το Τζήμο Γεράση και το δάσκαλο Ξενοφώντα Παπάζογλου από τη Ντοβρά. Με μερικούς γκράδες που τους είχαν κρυμμένους στο Κοιμητήριο της εκκλησίας από την εποχή του Μακεδονικού Αγώνος και με άλλους που έφερε ο δάσκαλος από την Κοζάνη, οπλίστηκαν εκατό περίπου Βραζιώτικα παλικάρια και με διάφορα στρατηγήματα ανάγκασαν τον αποσπασματάρχη Τζιαφέρ Τσιαούση και τον απαίσιο Ρουμάνο αρχιληστή Τραγιάν να φύγουν δια νυκτός από το χωριό τους.
1940-1944: Το Δίστρατο πυρπολήθηκε δύο φορές από τους Γερμανούς, τον Οκτώβριο του 1943 και τον Ιούλιο του 1944. Κάηκαν 220 σπίτια, το σχολείο και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Τα κυριότερα επαγγέλματα με τα οποία ασχολούνταν οι παλιοί Μπραζιώτες ήταν του υλοτόμου, κατρανά, κτηνοτρόφου και κερατζή (αγωγιάτη).
Οι περισσότεροι ήταν και είναι ακόμη υλοτόμοι και δασεργάτες και εργαζόταν -όπως και σήμερα- σε όλη την Ήπειρο, Θεσσαλία και Δυτική Μακεδονία. Στα παλιά χρόνια υπήρχαν υλοτόμοι που δεν μεταχειρίζονταν καθόλου το πριόνι. Ήταν τέλειοι τεχνίτες και μόνο με το τσεκούρι έβγαζαν γρεντές για πελεκητές και σχιστές για πατώματα και στέγες, πέταυρα, πέλες, πασσάλους και άλλα διάφορα όπως ξυλοδέματα και σανίδες ακόμη για πατώματα που παιδεύονταν κατόπι οι μαραγκοί ολόκληρες μέρες να τις πλανίζουν για να τις φέρουν σε λογαριασμό. Είχαν και τις σιάρες, μεγάλα χειροπρίονα που τα δουλεύανε ζευγάρι από δύο μαζί για να γκρεμίζουν και να τεμαχίζουν τους κορμούς των δέντρων. Σήμερα έχουν τα αλυσσοπρίονα γι αυτή τη δουλειά. Του κορμούς των δέντρων τους τετραγώνιζαν με το τσεκούρι και κατόπι τους έσχιζαν με τα μεγάλα χειροπρίονα (μπρατσόλια), βγάζοντας γρεντές, σανίδες κλπ. Κι αυτά φυσικά τα δουλεύανε ανά δύο τεχνίτες. Όπου υπήρχε κοντά νερό έστηναν και νεροπρίονα. Έχουν και τις κορδέλες για ψιλότερες δουλειές. Το να φτάσει κανείς και να εγκαταστήσει ένα υδροπρίονο (νεροπρίονο) απαιτούσε τέχνη, δεν ήταν εύκολη δουλειά.
Κατρανάδες που έφτιαχναν κατράνι ή κατράμι, θερμαίνοντας με ειδικό τρόπο το δαδί, ήταν αρκετοί. Το χρησιμοποιούσαν τότε σαν επουλωτικό για πληγές ζώων και ανθρώπων, σαν βάλσαμο, κατάπλασμα κλπ.













Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου
στο χωριό Δίστρατο που βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο, το οποίο σημαίνει δύσκολες καιρικές συνθήκες με πολλά χιόνια και βροχές, η επιστέγαση του Ιερού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με χαλκό αποτέλεσε την ιδανική επιλογή.  

Η σημασία της στέγης ενός κτηρίου είναι πολύ μεγάλη, αφού αυτή καθορίζει ως ένα βαθμό την μορφή του. Στους ναούς της Ορθοδοξίας σε ορεινές περιοχές, έχει επικρατήσει η στέγαση με τις πέτρινες πλάκες, που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο και σηματοδοτεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής. Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζεται στις περιπτώσεις αυτές, είναι ότι δεν υπάρχουν πια οι τεχνίτες που θα διορθώσουν ή θα ανακατασκευάσουν τις πέτρινες σκεπές.

Στη προκειμένη περίπτωση, ο αρχιτέκτονας καινοτόμησε τοποθετώντας χαλκό όχι μόνο στη σκεπή, αλλά τοποθέτησε επίσης χάλκινες, οριζόντιες και κάθετες  υδρορροές.

Ο χαλκός, με την ιδιαίτερη υφή και το χρώμα του, τονίζει τον συμβολικό χαρακτήρα του ναού, προσδίδοντας την μεγαλοπρέπεια και την αισθητική υπεροχή που αρμόζει σε κάθε εκκλησία.
Επιπλέον, ο χαλκός είναι το απαραίτητο το υλικό που μπορεί να τοποθετηθεί εύκολα και να μην χρήζει επισκευής η συντήρησης, για αυτό άλλωστε και αποτελεί το ιδανικότερο υλικό για τις επικαλύψεις των στεγών. Επιπλέον δεν έχει μεγάλο ίδιο βάρος, λόγω του μικρού πάχους του, με αποτέλεσμα να μην επιβαρύνεται η κατασκευή, ενώ το χρώμα του εναρμονίζεται με οποιοδήποτε περιβάλλον και ειδικά στο πλούσιο πράσινο της Πίνδου.
Ο ιερός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Δίστρατο Κόνιτσας, είναι μία κατασκευή που ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο του 2013. Χρησιμοποιήθηκε χαλκός για την επικάλυψη όλης της στέγασης του ναού, καθώς και στις υδρορροές, προκειμένου να τονίζεται και εξωτερικά ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του κτιρίου που είναι χτισμένος με πέτρα. 
Για τον Ιερό Ναό, χρησιμοποιήθηκε χαλκός συνολικού βάρους 3.000 κιλών προκειμένου να επικαλυφθεί επιφάνεια 420 μ2. Το πάχος του χαλκού ήταν 0,60 χιλ. και τοποθετήθηκε με τη μέθοδο της διπλής αναδίπλωσης.


Ο Προφήτης Ηλίας
Το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία βρίσκεται στα βόρεια του Διστράτου πάνω σε λοφίσκο, σε περίοπτη θέση. Στη βόρεια πλευρά του ναού υπάρχει η χρονολογία 1814 αλλά σύμφωνα με μαρτυρίες ο ναός προϋπήρχε. Πρόκειται για μονόχωρο ναό, μικρών διαστάσεων με δύο εισόδους, μία στα νότια και μία στα δυτικά στον χώρο του νάρθηκα. Στα ανατολικά καταλήγει σε ημικυκλική αψίδα όπου υπάρχουν ελάχιστα εντοιχισμένα δείγματα κεραμοπλαστικού διακόσμου καθώς και η παράσταση μιας ανθρώπινης μορφής στο φεγγίτη. Η τοιχοδομία είναι απλή από πωρόλιθο και μαύρη πέτρα της περιοχής. Καλύπτεται με τετράρριχτη στέγη και τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αρκετές εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης. Ο χώρος του νάρθηκα διαχωρίζεται από τον κυρίως ναό με ξύλινα καφασωτά, κατάλοιπο μιας συντηρητικής κοινωνίας. Μια ξύλινη σκάλα στα βορειοδυτικά του νάρθηκα οδηγεί στον όροφο του γυναικωνίτη, που έχει τις ίδιες διαστάσεις με το νάρθηκα. Ο ναός δε σώζει τοιχογραφικό διάκοσμο. Στο υψηλό τέμπλο οι εικόνες είναι νεότερες και χρονολογούνται στις αρχές του 20ου αιώνα. Το εξωκλήσι λειτουργείται κάθε Λαμπροτρίτη καθώς και στις 20 Ιουλίου, κατά την εορτή του τιμώμενου Αγίου, οπότε και ακολουθεί πανήγυρης με παραδοσιακή μουσική και χορό. Ο επισκέπτης από τον αύλειο χώρο της εκκλησίας μπορεί να απολαύσει την πανοραμική θέα του καταπράσινου και γραφικού χωριού. Οι κάτοικοι του Διστράτου προσπαθούν να διατηρήσουν την τοπική ενδυμασία, τους χορούς, τα ήθη και τα έθιμα των Βλάχων. Στο Δίστρατο έχει κάποιος την δυνατότητα να κάνει σκι στην Βασιλίτσα, καγιάκ στον Αώο καθώς και πεζοπορίες στα γραφικά μονοπάτια. Λειτουργούν επίσης Δημοτικό Σχολείο, Ταπητουργική Σχολή, Ξενώνες και Ταβέρνες.













Εθνκό χιονοδρομικό κέντρο Βασιλίτσας                                                                                                                                                                 
Βασιλίτσα. Ταίρι του Βασιλιά με τις άσπρες πέτρες. Όμορφη σαν τη βασίλισσα του παραμυθιού. Στην κορυφή της και σε υψόμετρο 2.249 μέτρα, ανταμώνουν και χωρίζουν τα τέσσερα μεγάλα βλαχοχώρια της Πίνδου. Την άγρια ομορφιά της μοιράζονταν μέχρι τα πρώτα χρόνια της έβδομης δεκαετίας του αιώνα μας οι Διστρατιώτες, οι Αβδελιώτες, οι Σμιξιώτες και οι Σαμαρινιώτες. Η Βασιλίτσα άρχισε να «εξανθρωπίζεται» όταν το 1975 μια χούφτα ρομαντικών ανθρώπων έβαλε στο οροπέδιο «Μπότσια», τα θεμέλια για την ίδρυση του Εθνικού Χιονοδρομικού Κέντρου Βασιλίτσας. Η Κοινότητα Διστράτου Ιωαννίνων υπήρξε αρωγός από την πρώτη στιγμή σ΄ αυτή την προσπάθεια. Ικανοποιώντας ανάλογο αίτημα των πρωτεργατών, επέτρεψε την τοποθέτηση των πρώτων εγκαταστάσεων του Χιονοδρομικού Κέντρου σε ιδιόκτητες κοινοτικές εκτάσεις. Ακολουθώντας αυτή την τακτική και πεισμένη η Κοινότητα Διστράτου ότι η Βασιλίτσα είναι το παράθυρο στο μέλλον για όλη την περιοχή, εκτός από την θετική αντιμετώπιση οποιουδήποτε αιτήματος που διατυπωνόταν από το Εθνικό Χιονοδρομικό Κέντρο Βασιλίτσας, έκανε και την δικιά της παρέμβαση στο βουνό. Η «Πόρτα» για την Βασιλίτσα από την πλευρά των Ιωαννίνων είναι το Δίστρατο. Ένα χωριό κτισμένο στα 1.000 υψόμετρο πλάι στην κοίτη του ποταμού Αώου συνδέεται με το χιονοδρομικό κέντρο με ασφαλτόδρομο 11 χιλιομέτρων. Σε όλη την διαδρομή η μία πλαγιά διαδέχεται την άλλη, τα χρώματα είναι εκπληκτικά μέσα στην πιο διαυγή ατμόσφαιρα του κόσμου. Το βουνό, σχισμένο από πολλά ρυάκια, τροφοδοτεί από την νότια πλευρά του το πανέμορφο ρέμα Ντριστέλι και από εκεί τον Κουκουμάντρη ποταμό. Οδεύοντας ο επισκέπτης προς την κορυφή της Βασιλίτσας, εκεί που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου στέλνουν πορτοκαλί ανταύγειες πάνω στις χιονισμένες πλαγιές που πλημμυρίζουν από λάμψη, αισθάνεται την συντροφιά των υπεραιωνόβιων ρομπόλων. Τα ρόμπολα αυτά που αποτελούσαν σημάδια για τους οδοιπόρους συνεχίζουν και σήμερα να αντιστέκονται στο χρόνο και να δείχνουν με τα κλαδιά του την «Τζιάνι Γκουράλι» , το στόμα της Βασιλίτσας. Πολλές οι πίστες, μικρές και μεγάλες, δύσκολες και εύκολες, φυσικές χωρίς ανθρώπινες παρεμβάσεις, δίνουν την ευκαιρία στους επισκέπτες να απολαύσουν το άφθονο χιόνι.

Μέσα στις εγκαταστάσεις ξεχωρίζει για την ομορφιά και την πρωτοτυπία του το σαλέ «Δίστρατο».Κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου με κορμούς δένδρων προσφέρει στον επισκέπτη την απόλαυση μια φοβερής θέας. Η λίμνη του Διστράτου στα 800 μέτρα από το σαλέ φιλοξενεί στα παγωμένα ολοκάθαρα νερά της του τρίτωνες, τα συμπαθητικά δρακάκια των δρακολιμνών της Πίνδου.

ΒΑΣΙΛΙΤΣΑ. Σε βλέπει ο Όλυμπος, σε βλέπει η Γκαμήλα, σε βλέπει ο Σμόλικας. Σε βλέπουν όλοι οι Έλληνες. Θα γίνεις η πρώτη.
Σε αυτή την προσπάθεια, σε αυτή την αλήθεια δεν περισσεύει κανένας. Σχέδιο και όραμα χρειάζεται. Η Βασιλίτσα, η Μπότσια, το Λισιόρο, το Λέσιο, η Λίμνη, ο Βασιλιάς, τα Εννιά Αδέρφια, ο Μπαλντούμης, η Γομάρα ανήκουν πρώτα στα πεύκα, στα ρόμπολα, στις οξιές, στα αγριολούλουδα, στους τρίτωνες, στις αρκούδες, στους λύκους, στα γεράκια, στους αετούς, στα ζαρκάδια, στους παγωμένους βοριάδες, στους νοτιάδες και μετά στους ανθρώπους.

Μονοπάτια                                                                                                                                                                                                                
Στη διαφαινόμενη τάση των αστικοποιημένων Ελλήνων, που έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι η φύση είναι ο πραγματικός τους χώρος και η ελευθερία τους και ότι η πόλη που ζουν είναι μία ιδιόρρυθμη φυλακή τα μονοπάτια της περιοχής αποτελούν την μεγάλη πρόκληση. Το ευρωπαϊκό μονοπάτι Ε6 παρέχει τη δυνατότητα μιας φιλικής ακίνδυνης και προσωπικής φυγής στη φύση. Στη διαδρομή από Σαμαρίνα - Δίστρατο - Βωβούσα μπορεί κανείς να συναντήσει ότι έχει απομείνει στο φυτικό και ζωικό βασίλειο (αγριολούλουδα κάθε λογής, αρκούδες, λύκους, αγριοφράουλες, γάργαρα νερά). Υπάρχουν και άλλα, μικρότερα αλλά ίδιας ομορφιάς μονοπάτια προσφερόμενα για πεζοπορία, θέαση πρασίνου, άκουσμα του βουητού των νερών και όσφρηση κάθε λογής οσμών που αναδίνει ο τόπος. Δίστρατο - Παντελούγκα - Κατράνια, Γήπεδο -Γκόντοβο - Νάνες, Γέφυρα - Χαράδρα Κουκουμάντρη ποταμού - Σμίξη Αώου, είναι δρόμοι πεζοπορίας που διέρχονται από επίγειους παραδείσους.




Δεν υπάρχουν σχόλια: