Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Μικρό Περιστέρι Ιωαννίνων. Απολαύστε τα video





Απολαύστε τα video



















Το Μικρό Περιστέρι είναι χωριό του νομού Ιωαννίνων και ανήκει στο δήμο Μετσόβου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 990 μ. στους πρόποδες του όρους Λάκμος ή Περιστέρι και το διασχίζουν οι ποταμοί Μετσοβίτικος & Καλαρίτικος. Η πρόσβαση στο χωριό είναι εύκολη μέσω της Εγνατίας οδού. Το όνομα του το πήρε το 1927 κατά το σχέδιο της εθνικής επιχείρησης εξελληνισμού των τοπωνυμίων που έως τότε ονομαζόταν Μικρό Προσγόλι. Από το 1999 έως το 2010 ήταν η έδρα του δήμου Εγνατίας ο οποίος εντάχθηκε στο δήμο Μετσόβου το 2010.
Το Μικρό Περιστέρι έχει πληθυσμό 223 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001 και περιλαμβάνει τους εξείς οικισμούς (σε παρένθεση ο πληθυσμός) : Μικρό Περιστέρι (18), Γιαρακάρι (17), Νέο Γερακάρι (58), Παλαιοχώρι (8), Προσήλια (0), Ραχούλα (11), και Ταμπούρια (111).
Στο χωριό υπάρχει ο Ιερός Ναός του Αγίου Αθανασίου. Ο ναός είναι χτισμένος πιθανότατα μεταξύ 15ου και 16ου αιώνα, αφού κάτω από τις τοιχογραφίες, οι οποίες υπάρχουν σήμερα και χρονολογούνται, σύμφωνα με επιγραφή, το 1680 μ.Χ., διακρίνεται άλλο στρώμα με τοιχογραφίες παλαιότερες. Το τέμπλο του ναού διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση και τοποθετείται χρονολογικά στην ίδια περίοδο.














Περιστέρι (Λάκμος)

Ο Λάκμος, ή αλλιώς Περιστέρι, αποτελεί μια μακρόστενη, επιβλητική οροσειρά, με μεγάλα αλπικά οροπέδια που υψώνεται σαν πέτρινος τοίχος ανάμεσα στα γεωγραφικά διαμερίσματα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Ο προσανατολισμός του βουνού είναι από το βορρά προς το νότο και ουσιαστικά αποτελεί το βουνό που συνδέει τη Βόρεια με την Κεντρική Πίνδο. Ανήκει στο νομό Ιωαννίνων και συνορεύει με τους νομούς Τρικάλων και Άρτας. Από τα βόρεια χωρίζεται από τα βουνά της Φλέγγας από τον Μετσοβίτικο και στα δυτικά του βουνού περνάει ο ποταμός Άραχθος. Στα ανατολικά ενώνεται με το Δοκίμι μέσω του αυχένα Μάντρα Χότζα πάνω από τους ποταμούς Μετσοβίτικο και Ασπροπόταμο. Στα νότια ο ποταμός Καλαρίτικος και το ρέμα του Νέγρη χωρίζουν τον Λάκμο από τα Αθαμανικά Όρη, ενώ τα δύο βουνά της Πίνδου μοιάζουν να ενώνονται καθώς συναντώνται στον αυχένα του Μπάρου σε υψόμετρο 1.940 μ. Άλλωστε ένα μεγάλο μέρος του Λάκμου μαζί με τα Τζουμέρκα ανήκουν στο Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου. Η ψηλότερη κορφή του Λάκμου είναι η Τσουκαρέλα (2.295 μ.) στο κέντρο του ορεινού συγκροτήματος και ακολουθούν ο Μέγας Τράπος (2.240 μ.), η Γκουράσα (2.185 μ.), η Γιαννάκη (2.198 μ.), η Πυραμίδα (2.144 μ.), ο Καλόγηρος (2.102 μ.), η Στακόκκαλα (2.045 μ.) και τα Λακκώματα (2.016 μ.). Στα κεντρικά του βουνού βρίσκεται το διάσημο και ίσως πιο όμορφο αλπικό οροπέδιο της χώρας μας, η Βερλίγκα (στα βλάχικα σημαίνει μαίανδρος), απ' όπου ξεκινάνε οι πηγές του Αχελώου. Τα κύρια πετρώματα του βουνού είναι οι ασβεστόλιθοι που σε μερικά σημεία ενώνονται με φλύσχη. Ο Λάκμος είναι ένα γυμνό βουνό με βραχώδεις πλαγιές, πολλές σάρες, γκρεμούς, μεγάλα αλπικά βοσκοτόπια, δεκάδες πηγές και ρυάκια και δεν διακρίνεται για την πλούσια δασοκάλυψη. Εν τούτοις στα οροπέδια του βουνού και παρά την εκτεταμένη κτηνοτροφία, απαντά κανείς μια πλούσια αλπική χλωρίδα με πολλά ενδημικά, σπάνια και απειλούμενα φυτά.
Στα χαμηλά του βουνού υπάρχουν δάση βελανιδιάς ενώ πιο ψηλά ξεκινάει ένα δάσος ελάτης με διάσπαρτα μαυρόπευκα. Στα ρέματα επικρατούν δάση με πλατύφυλλα, ενώ πιο ψηλά υπάρχουν λίγα διάσπαρτα ρόμπολα. Τα υποαλπικά και αλπικά οροπέδια του βουνού καλύπτουν τεράστιες εκτάσεις κάτι που οφείλεται και στην, εδώ και αιώνες, αποψίλωση για την παραδοσιακή κτηνοτροφία. Η χλωρίδα περιλαμβάνει μια πληθώρα σπάνιων και προστατευμένων είδων που απαντώνται στην ευρύτερη περιοχή της Πίνδου. Από αυτά, τα πιο σημαντικά είναι η ενδημική Scorzonera purpurea peristerica, η σαξιφράγκα Saxifraga sempervivum, η καμπανούλα Campanula tymphaea, η Achillea pindicola integrifolia, ο νάρκισσος Narcissus poeticus, το Erigeron epiroticus, η Festuca pratensis apennina, το γεράνι Geranium macrostylum, o κρόκος Crocus veluchensis, η Pimpinella tragium polyclada, η Aurinia rupestris και η Arenaria conferta serpentinii.















Άλλα φυτά που συναντά κανείς είναι η Crepis turcica, η Alkanna noneiformis, τα κρίνα Lilium albanicum, L. candidum, L. martagon, η τουλίπα Tulipa australis, η Onobrychis pindicola, η Staehelina uniflosculosa, το κολχικό Colchicum graecum, η Aubrieta scardica, το ορνιθόγαλο Ornithogalum oligophyllum, η Scutellaria alpina, ο Edraianthus graminifolius, η Satureja montana, η τριανταφυλλιά Rosa pendulina, οι βιόλες Viola orphanidis, V. aetolica και οι ορχιδέες Dactylorhiza sambucina, D. pindica, Neottia ovata, N. nidus-avis, Orchis laxiflora, Himantoglossum caprinum και Neotinea ustulata.
Οι γυμνοί και απότομοι πετρώδεις σχηματισμοί που βρίσκονται παντού στο βουνό αποτελούν ιδανικά σημεία φωλιάσματος για πολλά είδη αρπακτικών πουλιών. Στον Λάκμο ζούνε ακόμα όρνια, αλλά και χρυσαετοί, σταυραετοί, γερακίνες, πετρίτες, διπλοσάινα, ξεφτέρια, φιδαετοί, βραχοκιρκίνεζα, δεντρογέρακα, μπούφοι, ενώ περιστασιακή είναι η παρουσία του σπάνιου ασπροπάρη. Στο βουνό ζούνε και άλλα σημαντικά είδη, όπως πυρροκότσυφες, φάσσες, βραχοτσοπανάκοι, κιτρινοκαλιακούδες, κοκκινοκαλιακούδες, κοράκια, διάφοροι δρυοκολάπτες, βουνοτσιροβάκοι, αετομάχοι, τοιχοδρόμοι, σταχτοπετρόκληδες, χιονόσπινοι, χιονόστρουθοι και σπάνιες πετροπέρδικες.


Η ερπετοπανίδα περιλαμβάνει ένα από τα σημαντικότερα και πιο σπάνια φίδια της Ελλάδας, την οχιά των λιβαδιών (Vipera ursinii) που προτιμάει να ζει στις γυμνές πέτρες, πάνω από τα 1.800 μέτρα. Άλλα είδη είναι ο αλπικός τρίτωνας, η σαλαμάνδρα, η κιτρινομπομπίνα, ο γραικοβάτραχος, ο φρύνος, η πρασινόσαυρα, το νερόφιδο, η σαΐτα και η κοινή οχιά. Περιστασιακή στην περιοχή είναι η παρουσία της αρκούδας, του λύκου και του ζαρκαδιού, ενώ άλλα είδη είναι πιο κοινά, όπως αγριόγατες, βίδρες, αγριογούρουνα, νυφίτσες, κουνάβια, ασβοί, αλεπούδες, λαγοί, δασομυωξοί, δεντρομυωξοί και σκίουροι. Τα αγριόγιδα, έχουν κυνηγηθεί πολύ και η παρουσία τους στα ψηλά του βουνού πιστεύεται ότι περιορίζεται πλέον σε μια μικρή ομάδα λίγων ατόμων. 


Δεν υπάρχουν σχόλια: