Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Ήθελε, λέει, να χαιρετίσει τους πεθαμένους! Καλά να πάθει.

                      
ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

     Ήθελε, λέει, να χαιρετίσει τους πεθαμένους! Καλά να πάθει

   Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Το χωριό σε φθίνουσα πληθυσμιακή πορεία, διατηρούσε όμως ακέραια τα ήθη και τα έθιμά του και εφάρμοζε απόλυτα όλες τις τυπικότητες. Ιδιαίτερα κατά τις εθνικές επετείους. Εκκλησιασμός, δοξολογία, ο πανηγυρικός της ημέρας, κατάθεση στεφάνων από τις αρχές στο μνημείο των πεσόντων, εθνικοί χοροί κτλ.
 Τα  δάφνινα στεφάνια-δείγμα τιμής και ευγνωμοσύνης για τους πεσόντες- τα φτιάχνανε μόνοι τους, όσοι τα κατέθεταν. Πρώτη ύλη υπήρχε. Ήταν το δέντρο, η Δάφνη στο νεκροταφείο της Παναγίας στα παλιάμπελα.  Αν οι απαιτήσεις ήταν μεγάλες, δάφνη έπαιρναν και από την Πλατανούσσα.
 Παραμονή, λοιπόν, 25ης Μαρτίου. Απόγευμα.  Όλα καλά για τον αστυνόμο Αγνάντων. Έκλεισε τα βιβλία και τα δεφτέρια του. Του έμεινε  μόνο το στεφάνι.  «Να πάω στο νεκροταφείο, να κόψω δάφνη», μονολόγησε. Και ξεκίνησε. Καθώς περνούσε μπροστά από το καφενείο του μπάρμπα Μήτσο, μια παρέα που έπινε τον καφέ τους, τον φώναξε.
-Έλα, κυρ Αστυνόμε, έλα, να σε κεράσουμε το καφεδάκι σου.
Δεν έλεγε ποτέ του, όχι. «Ας πιω κι άλλον έναν καφέ», μονολόγησε.  «Ο άλλος που μού τον κέρασαν στον πέρα μαχαλά, δεν έπιασε. Δεν μού τον κέρασαν με την καρδιά τους. Τους ξέρω εγώ».
-Έρχομαι, έρχομαι. Έναν διπλό κυρ Μήτσο, ήταν η απάντησή του.
Πες ο ένας, πες ο άλλος, ήρθαν κι άλλοι, μεγάλωσε η παρέα, ο καφές έγινε τσίπουρο, το τσίπουρο τσίπουρα. Μονάδες, δεκάδες. Πόσα τσίπουρα; Τόσα…
Η ώρα πήγε δώδεκα παρά. Τότε τον κυρ Αστυνόμο τον τσίμπησαν σερσέγκια. Πετάχτηκε  επάνω.

-Φεύγω, φεύγω. Κύριοι έχω δουλειά. Αύριο καταθέτω στεφάνι.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει και βρισκόταν ήδη στη στροφή του Χαλκιά.
  Κοντανασαίνοντας έφτασε και στο νεκροταφείο.  Έκοψε, όση δάφνη ήθελε, τι έκοψε, πελέκησε με τις χερούκλες του το δέντρο.  Στοίβαξε το ένα πάνω στο άλλο τα κομμένα λάφυρά του και τα έδεσε με ένα σκοινί που θυμήθηκε πως είχε στη μέσα τσέπη του σακακιού του. Άρχισε η διαδικασία της επιστροφής.

  Στην πόρτα του νεκροταφείου κοντοστάθηκε. Ίσως το θάρρος που είχε αποκτήσει λόγω επαγγέλματος (φρουρός του νόμου), ίσως η σούρα λόγω αμέτρητης ποσότητας  κατανάλωσης τσίπουρου, θέλησε να κάνει και πλάκα με τους πεθαμένους.
Με δυνατή φωνή τους αποχαιρέτησε.
-ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ.
Τότε, ακούστηκε η φωνή από κάποιο μνήμα.
-Καληνύχτα και κλείσ’ τ’ν πόρτα.


(Ο παπαΣιάχαλος, ιερέας Αγνάντων. Είδε κι αυτός πολλά ζουλάπια στο νεκροταφείο!) 

Το πώς γύρισε στο χωριό ο Αστυνόμος είναι άλλη ιστορία. Αεροπλάνο. Εξατμίστηκε το τσίπουρο ή μάλλον λειτούργησε ως αναβολικό για την ταχύτητά του.  Οι παλιοί θα έλεγαν πως «είχε βάλει νέφτι στον κ… του».
Όσοι τον είδαν, δεν τον αναγνώρισαν. Οι γνωρίζοντες τα πράγματα, κατάλαβαν.
Ήταν μια χωριανή. Κοιμόταν σε κάποιο μνήμα!

Χαιρετίσματα από τα ορεινά και άσκιαστα Τζουμέρκα.
                           Χρίστος Α. Τούμπουρος
                          Αγναντίτης – Τζουμερκιώτης   (pasias1952@gmail.com)
                                                                                                                        

Δεν υπάρχουν σχόλια: