Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ. (Εμείς δεν θα πάρουμε την μπούτσκα με τον κύπρο)

(Κύριε Διευθυντά. Σήμερα παραστρατώντας θα ξεφύγω από τα κοινά και τετριμμένα. Θα προσπαθήσω να δώσω απάντηση σε έναν «φανατικό αναγνώστη» -όσα γράφει η αφεντιά μου-, ο οποίος λίγο πολύ με κατηγόρησε για οπισθοδρόμηση (πολιτιστικά και γλωσσικά) και με θεώρησε άξεστο, με γλώσσα βρώμικη και επικίνδυνη για το έθνος. Εγώ, θα απαντήσω, ο μπάρμπα Βασίλης όμως που εξεμάνη, έβγαλε άφτρες. Άντε να τον καθησυχάσεις εσύ.) 


(Φοβάμαι πως  θα απολύκ’ τον Αζόρ και τότε φευγάτε ποδαράκια μας! ) 

Πέρασαν σαράντα-πενήντα και … χρόνια από τότε που φύγαμε από τα Τζουμέρκα και εγκατασταθήκαμε –ομαδικώς- «αμούστακα παιδιά», στην πρωτεύουσα. Τι, εγκατασταθήκαμε! «Κουρνιάσαμε», ίσαμε πέντε άτομα, σ’ ένα δωμάτιο, στο Γαλάτσι. Ανωτέρα βία. Σπουδές. Μα, πρώτα έπρεπε να καλύψουμε μια άλλη ανάγκη. Την επιβίωση. Επειγόντως, λοιπόν, έπρεπε να βρούμε δουλειά. Χτυπήσαμε πόρτες, μπήκαμε σε μαγαζιά, ρωτήσαμε, παρακαλέσαμε… Παντού, η ίδια ερώτηση, ολόιδια και η απάντηση.
-Από την Ήπειρο  είσαι;
Ούτε που προλαβαίναμε να απαντήσουμε κι ερχόταν η κατραπακιά:
-Καλύφθηκε η θέση. Ευχαριστώ!
Ώσπου το πήραμε χαμπάρ’. Έφταιγε η γλώσσα▪ η Ηπειρώτικη λαλιά. Η βαριά προφορά μας με τις «κωφώσεις» ήταν αντίθετη με τα «πολιτιστικά δεδομένα» της πρωτεύουσας. Άσε που « η συμπεριφορά τους» -έτσι έλεγαν- «ο τρόπος ζωής, οι συνήθειές τους, απάδουν στην πολιτιστική πρωτευουσιάνικη πρακτική». Και αναγκαστικά «τακτοποιηθήκαμε» στις οικοδομές, όπου δεν υπήρχαν «πολιτιστικά δεδομένα» και το πηλοφόρι μιλούσε όλες τις γλώσσες. 


                (Ηπειρώτες αναχωρώντας για την πρωτεύουσα,  προκειμένου να εκπολιτιστούν…)

Μαστορόπαιδα, βοηθοί, όπως και να το πει κανείς, το ίδιο είναι. Και ‘κει, στην οικοδομή-εκμεταλλευόμενοι τον οικοδομικό  οργασμό της Αθήνας-λύσαμε το πρόβλημα, αλλά σκωπτικά και υπονοώντας πολλά, λέγαμε και το ποίημα, «Το μαστορόπουλο», του Γιώργου Κοτζιούλα.
                                    Τον πήραν τον Κολιό,
                                     τον πήραν οι μαστόροι,
                                     παιδί απτο σκολειό
                                     να μάθει πηλοφόρι.
Βοηθούσαν στην επίλυση του προβλήματος και οι ψησταριές των συμπατριωτών μας, όπου «βοηθοί - γκαρσονάκια», μαζί με τις φωνές του αφεντικού και του σερβιτόρου, εισπράτταμε και το μικρό φιλοδώρημα.
Παράλληλα κατανοήσαμε και κάτι άλλο. Απαραίτητη προϋπόθεση, για να ενταχθούμε στην «πολιτιστική πραγματικότητα» της πρωτεύουσας, ήταν να αλλάξουμε την προφορά μας και να εξοβελίσουμε από το λεξιλόγιό μας όλες, μα όλες τις λέξεις που είχαν σχέση με το Ηπειρώτικο  ιδίωμα.
Όχι πήγαμαν, αλλά πήγαμε.
Όχι ακουρμαίνω, αλλά ακούω… κλπ.
Με λίγα λόγια ήμασταν υποχρεωμένοι να απεμπολήσουμε την καταγωγή μας, να αποδιώξουμε την ντοπιολαλιά μας, να σβήσουμε το παρελθόν, σκεπάζοντάς το με στάχτη, όπως η γιαγιά τη θράκα στο τζάκι.
Και βλέπαμε ότι «κυριαρχούσαν» δύο συμπεριφορές: Από τη μια οι «πολιτισμένοι», με την κάποια νεοπλουτική ξιπασιά που χαρακτηρίζει συνήθως τις καινούριες κοινωνίες, και που ντρέπονταν να φανερώσουν το παρελθόν τους («εγώ είμαι βέρα Αθηναία»),  και από την άλλη, όσοι ένιωθαν το παρελθόν τους σαν ένα πλουτισμό της  ζωής και δεν ήθελαν να το χάσουν. 


(Επανερχόμενοι οι ηπειρώτες στα πάτρια εδάφη. Εκπολιτισθέντες εις την πρωτεύουσα και ομιλούντες την Αθηναϊκή και εθνική γλώσσα. Δεν σφάξαν…)

Διαχρονικό το πρόβλημα. Από όποια οπτική γωνία και αν συλλάβει κάποιος το θέμα, όσα και να διαβάσει, θα διαπιστώσει ότι στην πραγματικότητα, ακόμη και οι μεγαλύτεροι ιστορικοί της αρχαιότητας, ο Ηρόδοτος, ο Λίβιος, ο Τάκιτος κλπ. ποτέ δεν αποδεσμεύτηκαν από αυτό, δηλαδή από το παρελθόν, από το μύθο του ή την κοινωνική του χρήση. Ο Θουκυδίδης, μπορούμε να πούμε, ότι συνέλαβε ουσιαστικά τη φύση του προβλήματος, την ανάγκη δηλαδή να αναπαραστήσουμε το παρελθόν, και έκρινε ότι το πρόβλημα αυτό δεν μπορούσε ουσιαστικά να λυθεί.  Γι’ αυτό παρέβλεψε γεγονότα του παρελθόντος κι έδωσε προσοχή στην «παρούσα πραγματικότητα», προτού ο χρόνος προλάβει να αλλοιώσει ή καταστρέψει τα αντικειμενικά της στοιχεία. 
Όλα τα στοιχεία, η ανάγκη να έχει κάποιος ρίζες στο χρόνο, οι μύθοι, οι παραδοσιακές-εθιμικές τελετές, όσο μακραίνουν, είναι λιγότερα ισχυρά. Πολλά τα παραδείγματα. Η οικονομική δραστηριότητα, η παιδεία του παρελθόντος, ο τρόπος ψυχαγωγίας των ανθρώπων, όλα αυτά παύουν να αποτελούν οδηγό του παρόντος, με την επιφύλαξη, βέβαια, ότι διάφορα υπολείμματα εξακολουθούν να επιβιώνουν. Ο οικογενειακός τρόπος ζωής, οι ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων δεν καθοδηγούνται πλέον,  από τα παρελθοντικά πρότυπα. Διατηρούνται, φυσικά, ορισμένοι θύλακες θύμησης, μνήμης, βιωμάτων και αντίστασης, αλλά αυτοί είναι νησίδες πίστης σε μια πλημμύρα αμφιβολίας. Και, οσονούπω, έρχεται το τέλος.
Από την άλλη, σε όλους τους αιώνες, ωστόσο, οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούσαν το παρελθόν μόνο ως οδηγό για τη ζωή τους στο παρόν, αλλά και για πολλούς άλλους σκοπούς. Θεωρούσαν ότι η μελέτη του παρελθόντος μπορούσε να αυξήσει τη διορατικότητά τους ή και να τους βοηθήσει να προβλέψουν το μέλλον. Μελετώντας το παρελθόν ανακάλυπταν επαναλαμβανόμενα φαινόμενα, απώτερους σκοπούς, αναπόφευκτες συνέπειες. Η μείωση της επιρροής του παρελθόντος στην κοινωνία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η λειτουργία ή η χρήση αυτή του παρελθόντος, δεν είναι πλέον σημαντική.
                                          ………………

Συμπέρασμα: (Αφήνω τις σοβαρότητες και τις επιστημοσύνες. Στα αφτιά!)
 Ο κανόνας είναι πως ο χρόνος αποστρέφεται το παρελθόν, καβαλικεύει το παρόν και προκαλεί το μέλλον. Και, αν κάποιος δεν έχει παρελθόν, θα πάει κατά διόλου μάνα. Θα πάρ’ την μπούτσκα με τον κύπρο ή άλλως πως το σφλί με τις πτιές από τη ζωή.
Και μεταξύ μας, ποιο παρελθόν; Έχουν αυτοί οι άνθρωποι παρελθόν; Έζησαν καταστάσεις δύσκολες, βίωσαν συναισθήματα, ήρθαν σε επαφή με τη φύση, τους φύσηξε ποτέ καθάριος αέρας να ξελαμπικάρει το μυαλό τους, έφαγαν φρούτα από τα δέντρα κι όχι από τα καφάσια του μανάβη, ήπιαν νεράκι από την πηγή κι όχι εμφιαλωμένο σε πλαστικά, χάρηκαν με τις χαρές των συνανθρώπων τους ή ακόμα λυπήθηκαν με τις συμφορές των χωριανών τους; Έκλαψαν, πόνεσαν, ορκίστηκαν και προσπάθησαν όλοι μαζί;
Πώς εκδήλωσαν ή ακόμη και διατύπωσαν αυτά τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις αποφάσεις τους; Φυσικά με τη γλώσσα.
Μ’ αυτή τη γλώσσα αποτύπωσαν -εν προκειμένω- οι Ηπειρώτες το παρελθόν τους. Αυτή η γλώσσα για όλους μας είναι τιμή και καμάρι μας!   Και με ποιο δικαίωμα θα μού χαρακτηρίσει το γλωσσικό μου ιδίωμα (μια παραπάνω γλώσσα, εκφραστικά διαφοροποιημένη, αγράμματε!) ως γλώσσα βρώμικη και επικίνδυνη για το έθνος. 


(Πού να κοιτάξουν αυτοί τέτοιον ορίζοντα. Τους στράβωσε το νέφος. Νέφος, εννοώ στο μυαλό)

Ένα παράδειγμα:  
Φτωχοί  και πλούσιοι
«Διαβάζω για χιλιοστή φορά και πάντα με απόλαυση τον Σεφέρη. Κάθε τόσο κάτι ανακαλύπτω. Τώρα στους παρακάτω στίχους:
Πέρασαν τόσα κοπάδια τόσοι φτωχοί
και πλούσιοι καβαλάρηδες, άλλοι
από τα μακρινά χωριά είχαν μείνει
τη νύχτα στα χαντάκια της δημοσιάς […]
Ο καημένος ο Σεφέρης φοβότανε πολύ τη φτώχεια, αλλά δεν ήξερε τι είναι πραγματικά οι φτωχοί, πόσο διαφέρουν από τους πλούσιους. Καβαλάρηδες είναι μόνο οι πλούσιοι. Οι φτωχοί είναι μουλαράδες. Και ούτε καν ανεβαίνουν στα μουλάρια. Πάνε με τα πόδια κουβαλώντας τα πράγματα των πλουσίων.»
Τίτος Πατρίκιος, Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες, Φτωχοί και πλούσιοι, Κέδρος, 2006

Αυτά γράφει  ο Τ. Πατρίκιος!  Και έχει απόλυτο δίκιο. Τη λέξη μουλαράς εκεί στην Ήπειρο τη γνωρίζουμε καλά και την είχαμε προσδιορίσει επαρκώς γλωσσικά.  Καβαλάρη ποτέ δεν είχαμε. (Καβαλάρη ξέρουμε μόνο τον οριζόντιο στύλο στην κορυφή της στέγης).   Μουλαράς και πλούσιος! Άλλο και τούτο. Θα παρασουλίσουμε… Αν ήμασταν καβαλάρηδες και όχι μουλαράδες-αγωγιάτες, η Ήπειρος θα ήταν η πλουσιότερη περιοχή της Ευρώπης.
     Να, η δύναμη της  ηπειρώτικης λαλιάς μας!!!
(θα τον καταχερίσει και ο μπάρμπα Βασίλης και η θεια η Βαγγελή)
Χαιρετίσματα από τα επαρκέστατα γλωσσικώς και με ζωντανή Παράδοση Τζουμέρκα

                                             Χρίστος  Α. Τούμπουρος 
                                           Αγναντίτης -Τζουμερκιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: