Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

Προίκα ένα φορτηγό.!!! Λαογραφικά Σημειώματα


Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

Αχ, αυτή η προίκα… Πόσα σπίτια δεν έκλεισε και πόσα ζευγάρια δεν χώρισε. Ό,τι και να γράψει κάποιος ασφαλώς και δεν πρόκειται να καταγράψει επακριβώς τα γεγονότα και κατά συνέπεια τις παρεκτάσεις τους στην προσωπική και κοινωνική ζωή, ιδιαίτερα της γυναίκας. Τα πάντα ανάγονταν στην προίκα. Καλή σύζυγος, νοικοκυρά, γυναίκα και σύντροφος ήταν εκείνη που οι δικοί της είχαν παρακαταθέσει σοβαρό χρηματικό ποσόν ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο ύψιστης αξίας στο «θησαυροφυλάκιο» που ονομάζονταν προίκα της γυναίκας. Όσο μεγαλύτερη η αξία του, τόσο πιο «χαδιάρα» -κατά την έκφραση της πεθεράς- είναι η νύφη.

«Ζήσαμε» γάμους που κατά τη διεξαγωγή του μυστηρίου και εντός φυσικά της εκκλησίας, -πάνω στο παγκάρι- μετρήθηκαν λίρες που είχαν συμφωνηθεί ως προίκα. Και κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας μαζί με τη φωνή του παπά και του ψάλτη ακούγονταν και η φωνή του πατέρα της νύφης που απευθύνονταν σ’ αυτόν που μετρούσε τις λίρες στον συμπέθερο: «Πρόσεξε Χρήστο, μην σε κλέψει». Κι άλλος, κι άλλος γάμος που διαλύθηκε, γιατί δεν ήταν καλής μάρκας η προικώα ραπτομηχανή. Δεν ήταν SINGER.


Είναι αλήθεια και να μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό πως η πατριαρχική οικογένεια τους είχε όλους κάτω από την κοινή στέγη. Παππούδες, γιαγιάδες, πεθερές, πεθεροί, παιδιά, νύφες και κούτσ(ι)κα όλα μαζί «στεγάζονταν» και «στοιβάζονταν» κάτω από το ίδιο κεραμίδι. Και, αν το κεραμίδι τύχαινε να ήταν κατασκευής και ιδιοκτησίας του παππού, άστα να πάνε. Προσοχή απαξάπαντες και «τα σκυλιά δεμένα». Αυτός έλεγε… Οι άλλοι μόνοι εκτελούσαν!
Η προίκα, λοιπόν, ήταν το βάρος το ασήκωτο του γονιού κι όλης τελικά της οικογένειας. Πατέρας και γιοι ξενιτεύονταν, «να μάσουν τα χρήματα της προίκας», ένα και δυο ακόμα χρόνια. Και η θυγατέρα «ακαρτέρει κι ακαρτέρει μέσα στο σπίτ’», τραγουδώντας και υφαίνοντας στον αργαλειό, να φτιάξει τα ρούχα που μαζί με τα μετρητά συναποτελούσαν την προίκα. Το μέγα δηλαδή οικογενειακό πρόβλημα! Κι όταν «έφευγε» μέσα από το πατρικό ένιωθε μια ανακούφιση… άλλο πράμα. Τέρμα το πρόβλημα. Τώρα στο σπίτι μου.
Κι έτσι πίστευε πως θα ησύχαζε για κάμποσα χρόνια μέχρι να μεγαλώσει κι αυτή κανένα θηλυκό και να αρχίσουν τα βάσανα της προίκας. Για κάμποσα χρόνια… Αμ, δε. «Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων άλλα δε θεός κελεύει». Όχι ο Θεός, αλλά η κυρά Σοφία, η πεθερά. Κι έτσι η κυρά Αθανασία η νύφη έδωσε και ξανάδωσε προίκα. Και τι προίκα. Ένα ολόκληρο τριαξονικό φορτηγό.
Η κυρά Αθανασία, λοιπόν, περιζήτητη νύφη, αφού ήταν δασκάλα και έπαιρνε μισθό, είχε δηλαδή «μεγάλο βυζί» όπως ονόμαζαν την προίκα. Αγαπήθηκε με τον άντρα της και πίστεψε ότι ήσυχα και ήρεμα θα έκαναν την οικογένειά τους. «Βρέξει, χιονίσει είχαν να φάνε καρβέλι». Αμ, δε. Ούτε τον μισθό που αφορούσε τον πρώτο μήνα της έγγαμης συμβίωσης δεν γεύτηκε. Εκεί που σχεδίαζε να κατεβεί στην Άρτα και να ψωνίσει για να συμπληρώσει όλα τα είδη του νοικοκυριού της μπούκαρε μέσα ένα πρωινό η κυρά Σοφία, η πεθερά της. Με ύφος έντονο, ανάλογο Ρωμαίου αυτοκράτορα ανακοίνωσε στη νύφη πως ο μισθός της προς το παρόν θα πήγαινε για να εξοφληθούν τα γραμμάτια που υπέγραψαν για να παντρευτεί η δεύτερη αδελφή της. Τα γραμμάτια αφορούσαν ένα φορτηγό που αγόρασαν στον γαμπρό και αδυνατούσαν να τα εξοφλήσουν.


Και βέβαια η νύφη δεν είχε λόγο. Έσκυψε και δέχτηκε. Για χρόνια πολλά δεν γεύτηκε κανένα μισθό. Γέννησε, κόντεψαν τα παιδιά της να πάνε Σχολείο κι αυτή ακόμα πλήρωνε. Αναγκάστηκαν να πάνε στη Γερμανία, να διδάξουν στα Ελληνόπουλα, για να τους μείνει κατιτίς ελόγου τους. Ο γαμπρός όμως ξένοιαστος και ευτυχής εκτελούσε δρομολόγια… Όχι, όχι δεν είχε βάλει τη φωτογραφία της κυρά Αθανασίας στον καθρέφτη του φορτηγού… Σιγά μην της είχε και υποχρέωση. «Ήταν υποχρεωμένη».




Χρήστος Α. Τούμπουρος

Δεν υπάρχουν σχόλια: