Όπως όλες οι κυβερνήσεις παραλαμβάνουν από τις προηγούμενες «καμένη γη» έτσι και οι ηγεσίες των κομμάτων, όταν αλλάζουν, παραλαμβάνουν από τις προηγούμενες "μαύρη τρύπα" στα κομματικά ταμεία. Κι αν μεν στις κυβερνήσεις ήταν εύκολο να ρίξουν το ανάθεμα στους προηγούμενους επειδή ήταν πολιτικοί αντίπαλοι, δεν συνέβαινε το ίδιο με τα κόμματα. Μπορούσαν να αλλάξουν ηγετικά στελέχη, κομματικές δομές, καταστατικά, αλλά κατηγορίες διαδόχου που να αφορούν τη διαχείριση του ταμείου από τον προκάτοχό του αρχηγό δεν είχαν υπάρξει.


Και επειδή το πρόβλημα ανέκυψε αιφνιδίως στο ΠΑΣΟΚ δεν μπορούμε παρά να υπενθυμίσουμε ότι ο Σημίτης μαζί με την καρέκλα του προέδρου πήρε και τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί στο κόμμα την εποχή του Ανδρέα. Χρέη κατέλιπε και ο ίδιος ο Σημίτης στον Γιώργο Παπανδρέου που τον διαδέχτηκε. Χρέη παρέλαβε και ο Βενιζέλος. Αντίστοιχα και στη Ν.Δ., χρέη παρέλαβε από τον Καραμανλή ο Σαμαράς, όπως χρέη είχε παραλάβει και αυτός από τον Έβερτ και ο Έβερτ από τον Μητσοτάκη και πάει λέγοντας.

Ο πρώτος που εγείρει θέμα είναι ο Βενιζέλος. Έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει. Το γεγονός όμως ότι εμφανίζεται να το κάνει με όρους ηθικής απαξίωσης του Γ. Παπανδρέου είναι σαφώς πολιτικό και όχι διαχειριστικό θέμα.

Σίγουρα όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά. Πόση ακριβώς είναι η φωτιά περιμένουμε να το μάθουμε όταν, και εφόσον, δοθούν στη δημοσιότητα τα πορίσματα των ελέγχων. Τότε θα δούμε και αν ο καπνός που έβγαλαν οι «φουφούδες» της Ιπποκράτους, με τα διοχετευμένα δημοσιεύματα, είναι τόσο μαύρος.

Πάντως είναι διαφορετικό πράγμα να υπάρχει «μαύρη τρύπα» 116 εκατ. ευρώ, και διαφορετικό αν αυτή είναι ας πούμε 30 εκατ. ευρώ. Όχι πως δεν είναι πολλά τα 30, είναι και παρά είναι. Όπως είναι διαφορετικό να λες πως ένα κόμμα έχει αδικαιολόγητη «τρύπα» 116 εκατ. και εντελώς διαφορετικό τα 116 εκατ. να είναι το ύψος των δανείων. Επίσης είναι άλλο πράγμα να πραγματοποιείς έλεγχο σε μία επιχείρηση και άλλο πράγμα σε ένα κόμμα. Και φυσικά είναι αδιανόητο να βγάζεις συμπεράσματα και να μην έχεις ρωτήσει προηγουμένως αυτούς που είχαν τη διαχείριση των Οικονομικών.

Όλοι γνωρίζουμε πως όλα τα κόμματα αποκρύπτουν, ιδίως σε προεκλογικές περιόδους, τις δαπάνες τους. Κακώς, κάκιστα, και πρέπει να αλλάξει, αλλά αυτή είναι η αλήθεια και ισχύει, αν όχι για όλους, σίγουρα για τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ. Μήπως το ίδιο δεν γίνεται με τις μεταφορές οπαδών σε κομματικές συγκεντρώσεις και συναθροίσεις (ομιλίες, συνέδρια, εθνικά συμβούλια, κεντρικές επιτροπές) και την εκλογή αρχηγού; Για παράδειγμα, πλήρωσαν το ποσόν της συνδρομής όλοι όσοι πήγαν να ψηφίσουν τον Παπανδρέου ή τον Βενιζέλο για αρχηγό; Κι αν ναι, που πολύ αμφιβάλλω, εισέρρευσαν όλα τα χρήματα στο κεντρικό ταμείο ή μήπως παρακρατήθηκαν από τις νομαρχιακές και τοπικές οργανώσεις; Εξετάστηκε, στον έλεγχο που έκαναν οι ελεγκτικές εταιρείες, η σχέση κεντρικού ταμείου και περιφερειακών οργανώσεων;

Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά παραδείγματα και δεν έχει παρά να ρωτήσει κάποιος τον ταμία ενός κόμματος για να μάθει τι ισχύει και πόσο είναι μπορετό να αποτυπωθεί η αλήθεια για τα οικονομικά ενός (ελληνικού, μην το ξεχνάμε) κόμματος στο πόρισμα μιας ελεγκτικής εταιρείας.

Όλα αυτά δεν τα γράφω για να δικαιολογήσω καμιά «μαύρη τρύπα» κανενός κόμματος. Αντίθετα είναι ευκαιρία, με αφορμή το ΠΑΣΟΚ, να μπει επιτέλους τάξη και στα κόμματα. Οι έλεγχοι που γίνονται από το κοινοβούλιο αποδεικνύεται ότι είναι τυπικοί. Και αυτό πρέπει να σταματήσει. Τα κομματικά λογιστικά βιβλία πρέπει να είναι κανονικά βιβλία και όχι μπακαλοτέφτερα. Υπάρχουν βέβαια και κόμματα, όπως το ΚΚΕ, που αρνούνται τον έλεγχο των οικονομικών τους. Ίσως λοιπόν πρέπει να γίνουν αλλαγές και στη νομοθεσία που αφορά τη χρηματοδότηση των κομμάτων.

Βέβαια τίποτε από τα παραπάνω δεν νομίζω πως ενδιέφερε τον Βενιζέλο όταν προσλάμβανε έξι(!) ελεγκτικές εταιρείες ή οι συνεργάτες του διοχέτευαν στοιχεία. Ο Βενιζέλος, όταν πρωτοστατούσε στην απομάκρυνση του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία και την προεδρία του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια διεκδίκησε και κέρδισε την αρχηγία, πίστευε ότι θα ήταν επικεφαλής ενός μεγάλου κόμματος εξουσίας που θα τον έφερνε κάποια στιγμή και αυτόν στην πρωθυπουργία. Έκανε λάθος. Υπό την ηγεσία του το ΠΑΣΟΚ, προφανώς λόγω και του μνημονίου, ηττήθηκε δύο φορές και το ποσοστό του συρρικνώθηκε στο 12%, ενώ τώρα όλες οι δημοσκοπήσεις του δίνουν μονοψήφιο ποσοστό κατατάσσοντάς το μεταξύ τέταρτης και πέμπτης θέσης.

Αφού λοιπόν δεν μπορεί να γίνει αρχηγός μεγάλου κόμματος θέλει να διασφαλίσει ότι τουλάχιστον θα παραμείνει αρχηγός σε ένα μικρό κόμμα ώστε να μετέχει, ως επικεφαλής του, στο παιχνίδι των συμμαχικών κυβερνήσεων. Φυσικά καταλαβαίνει πως μετά από μια τρίτη εκλογική ήττα, αυτό είναι σχεδόν απίθανο να συμβεί. Θέλει λοιπόν να ελέγξει τις κινήσεις αμφισβήτησής του.

Τον μόνο που φοβάται, λόγω και του ονόματος, είναι ο Γ. Παπανδρέου. Γι' αυτό και οι επιθέσεις. Επειδή ανησυχεί για το μέλλον, ασχολείται με το παρελθόν. Επειδή και ο ίδιος υπερασπίζεται το μνημόνιο -άρα πολιτικά είναι δύσκολο να απονομιμοποιήσει τον Παπανδρέου- θέλει να τον φθείρει ηθικά, ώστε να μην τον βρει μπροστά του.

Ο Βενιζέλος γνωρίζει πως για τον ίδιο δεν ισχύει ότι και για τον Σαμαρά. Αν η Ελλάδα, όπως υποστηρίζεται, ανακάμψει, το όφελος θα το προσποριστεί κυρίως ο Σαμαράς, ως πρώτο ή δεύτερο κόμμα που πιθανολογείται ότι θα έλθει η Ν.Δ., και όχι το ΠΑΣΟΚ. Ο Βενιζέλος θα κριθεί με βάση το ποσοστό που θα λάβει το ΠΑΣΟΚ και όχι με βάση τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν στη χώρα.
Θέλει λοιπόν ένα, έστω μικρό, κόμμα, πλήρως ελεγχόμενο από τον ίδιο. Το ΠΑΣΟΚ όμως δεν μπορεί να το ελέγξει όσο ο «παπανδρεϊσμός» υπάρχει σαν συστατικό στοιχείο της ύπαρξής του. Άρα ταυτόχρονα με τον «παπανδρεϊσμό» θέλει να τελειώσει και (με) το ΠΑΣΟΚ. Η κατάσταση με τα οικονομικά του κόμματος τον βοηθάει να ξεδιπλώσει αυτή του τη στρατηγική.

Όμως ο Βενιζέλος, και όσοι συνεργάτες του επεξεργάζονται αυτές τις τακτικές, ξεχνούν ένα πράγμα. Χωρίς τους Παπανδρεϊκούς ψηφοφόρους μπορεί να μείνουν εκτός Βουλής και να τελειώσει έτσι άδοξα η καριέρα τους. Αυτό προφανώς το γνωρίζει και ο Γ. Παπανδρέου και ίσως θελήσει τώρα, ακόμη κι αν δεν ήταν στις προτεραιότητές του, να το εκμεταλλευτεί και να χωρίσει τα τσανάκια του με τον Βενιζέλο.

Η σύγκρουση λοιπόν ξεκίνησε. Θα είναι σφοδρή και οπωσδήποτε δεν θα δοθεί στο πραγματικό κόστος ταξιδιού στην Κόστα Ρίκα, αν δηλαδή ήταν 200.00 ή 20.000 ευρώ. Θα είναι εξόχως πολιτική και θα αφορά πρωτίστως το μέλλον της χώρας και της Δημοκρατικής Παράταξης.

Το κακό είναι πως ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτή η σύγκρουση να μεταφερθεί και στην κυβέρνηση, αποσταθεροποιώντας την, αλλά και να επεκταθεί στο σύνολο του πολιτικού συστήματος, αποτελειώνοντάς το, εάν υπάρξει εισαγγελική κίνηση για έλεγχο των οικονομικών όλων των κομμάτων. Θέλω να πιστεύω πως δεν ήταν αυτός ο στόχος του Βενιζέλου.